Ένα βιβλιοπωλείο 142 ετών κλείνει! | A 142-year-old bookstore, which has witnessed and reflected the History of Laconia and the whole of Greece, is about to close!

rosetabooks's avatarΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ & ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ Βιβλιοθήκη

ΓΥΘΕΙΟ

Κάλεσμα διεθνούς αλληλεγγύης για τη σωτηρία ιστορικού βιβλιοπωλείου στο Γύθειο Λακωνίας !

Call for international support to save historic bookstore in Gythion, Laconia (Greece)!

Appel pour la solidarité internationale pour sauver la librairie historique de Gythio, Laconie (Grèce) !

Κάλεσμα διεθνούς αλληλεγγύης για τη σωτηρία ιστορικού βιβλιοπωλείου στο Γύθειο Λακωνίας

Ένα βιβλιοπωλείο 142 ετών, μάρτυρας και καθρέφτης της Ιστορίας της Λακωνίας και της Ελλάδας, κλείνει!
Τίτλοι τέλους για τον πολιτισμό, την εντιμότητα, την ευγένεια και την αλληλεγγύη που πρόσφεραν τόσα χρόνια οι κάτοχοι του ιστορικού βιβλιοπωλείου. Στη θέση του θα ανοίξει κάποιο μπαράκι ή καφετέρια…

Ιστορικά στοιχεία

Από την ίδρυσή του το 1873 από τον Ιωάννη Ανδρείκο, στεγάζει την έκδοση της εφημερίδας «Ταίναρο» και στη συνέχεια την εφημερίδα «Λακωνία» με διευθυντή τον Παναγιώτη Ανδρείκο, το 1877.
Το 1936, το βιβλιοπωλείο χωρίζεται από την εφημερίδα και στεγάζεται έναντι ενοικίου στο κληροδότημα του Ιδρύματος Ιωάννου Παναγουλάκου, στην Οδό Λαρυσσίου 2, στο Γύθειο, υπό…

View original post 1,725 more words

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

9617ef914a538d62267ec01cf54694a9_XL

Σ’ αυτό το δρόμο δίπλα απ’ το ίδρυμα υγείας
βρίσκεται το κτίριο που κάθε μέρα δίνουν
δικαιοσύνη
Σκαλοπάτια πολλά, αίθουσες πολλές
άνθρωποι πολλοί πηγαινοέρχονται.
Εκεί ο άνθρωπος δικαιώνεται
του δίνουν όσο δίκαιο πήγε, για να προσθέσει
κι αυτός να μεγαλώσει η δικαιοσύνη
Όταν τελειώνει ο χρόνος που δίνουν
δικαιοσύνη, κλείνουν τις πόρτες καλά,
μήπως, αγανακτήσει και φύγει
Σ’ αυτό το κτίριο περιμένει η δικαιοσύνη
του ζουρλομανδύα.

***

Ω! διάολε πώς μου ήρθε στο νου εκείνη
η ξεχειλισμένη αλογόμυγα της προεδρικής
φοράδας, που την έκανε και τσίναγε
σε ξεχυλωμένο αερόστατο, σε
υπερατλαντικό ταξίδι.
Τελευταία είχε ξεράσει στην πυκνή
χαίτη της, εξαιτίας ενός φταρνίσματος
ασταμάτητου, για την ενότητα των αλόγων
η φοράδα συνεχίζει και φταρνίζεται
κατά καιρούς για να επιστήσει
την προσοχή για τους κινδύνους
έξω από το στάβλο.
Όταν το φεγγάρι έχει χαθεί τρέχει
και συναντά τις άλλες φοράδες.
Και τότε φταρνίζονται όλες μαζί
για την ενότητα των αλόγων
και την καταπολέμηση των αλογόμυγων.

***

Ένα κουστούμι, μιά γραβάτα
Κάποιος μέσα στο κουστούμι και στη γραβάτα
Ενας Κύριος!
Το χιόνι είναι άσπρο
Η γιαούρτι είναι άσπρη
Το κουστούμι, η γραβάτα, ο Κύριος
Τον Κύριο! Ω! Κύριε! Μα τι λέτε;
Το γάλα είναι άσπρο
απο γάλα βγαίνει η γιαούρτι,
που είναι άσπρη, που βγήκαν απ’την αγελάδα,
για να γιαουρτώσουν τον
Κύριο Μέγα έργο της Φύσης.

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Casa Delle Bambole

file_25_71

Πριν από δύο ημέρες
ταξίδεψα
σ’ ένα παλιό παιχνιδάδικο της Ρώμης.

Ξεφτισμένα χαμογελαστά πρόσωπα
Απογυμνωμένες κούκλες
Αποκομμένα μέλη σώματος
Αποκαμωμένη, η ιδιοκτήτρια, να μαζεύει όλη της τη δύναμη
για να με πείσει ότι μου χαμογελάει.

Η αγωνία με την οποία οι καταστηματάρχες έσπευδαν
το άγχος τους να μην καθυστερήσουν…
Πόσο καιρό είχε να μπει πελάτης εκεί μέσα;

Ερωτεύτηκα τούτο το ξεχασμένο κατάστημα.
Φωτογράφισα τα παιχνίδια.
Δίχως να το καταλάβω
έπλαθα ιστορίες για το κάθε ένα ξεχωριστά.
Έπεισα τον εαυτό μου, φεύγοντας,
πως θα γράψω ένα παραμύθι για τούτα τα παιχνίδια.

Μα μόνο τον εαυτό μου καταφέρνω πάντα να ξεγελάσω.
Κανείς δε νοιάζεται για ιστορίες ξεχασμένων ηρώων.

Όσοι είδαν τις φωτογραφίες μου
ένιωσαν απέχθεια για τα παραμορφωμένα πλάσματα.
Κάποιοι, μέχρι και φόβο.
Κι εγώ, που ετοιμαζόμουν να τους πω πως
θέλω να δουλέψω εκεί,
έκοβα γρήγορα τη φωνή μου
και απλά χαμογελούσα.
Γιατί πήρα τις αντιδράσεις τους τόσο κατάκαρδα;
Ειλικρινά
ακόμα δεν ξέρω.

Όμως κάθε φορά
έγραφα μονάχα
τέσσερις λέξεις
μια απέραντη ντροπή.

Έχω βαρεθεί να χαμογελάω.

*Από το βιβλίο “Εδώ”, Εκδόσεις Πασιφάη, 2015, σελ. 40-41. Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site του ιδίου στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Γιάννης Αντιόχου, Εκπνοές, εκδόσεις Ίκαρος 2014

antiochou_ekpnoes

Έχουν γραφτεί διθύραμβοι για τη συλλογή «Εκπνοές» του Γιάννη Αντιόχου – το ξέρω επειδή διάβασα τους περισσότερους. Όχι ότι δεν είναι αιτιολογημένοι, όμως κάποιοι περιέχουν εξώφθαλμες υπερβολές. Ο Αντιόχου είναι πράγματι μια χαρακτηριστική φωνή της γενιάς μας, αλλά δεν θα έλεγα ότι είναι η πιο συνειδητοποιημένη. Το να υποστηρίξει κάποιος αυτό, θα πει ότι δεν το έχει ψάξει αρκετά. Είναι επίσης ποιητής με ταλέντο. Γράφει  ποίηση ευαίσθητη και ψαγμένη, που προκύπτει από τη σε βάθος ανάλυση του κόσμου και την ειλικρινή κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Μια κατανόηση που κάποτε βασίζεται στη συμπάθεια και κάποτε στην αντιπάθεια. Γιατί ο ποιητής μοιάζει αναποφάσιστος. Μοιάζει να μην είναι σίγουρος για το αν συμπαθεί ή αντιπαθεί τον κόσμο και την ανθρώπινη φύση και αυτή η αναποφασιστικότητά του τον οδηγεί στο έκδηλο παραλήρημα που αναδίδει σκοτάδι – την πρώτη και βασική ύλη των «Εκπνοών». 

Δεν είναι μια πορεία προς τη συγνώμη αυτή η συλλογή, όπως διάβασα αλλού. Τα ποιήματα του τέταρτου μέρους θα μπορούσαν να συνηγορούν σε μια τέτοια άποψη, μόνο όμως αν δεν υπήρχαν τα τρία πρώτα μέρη, τα οποία σηματοδοτούν τη ρήξη του υποκειμένου με τον κόσμο. Ούτε μπορούμε να παραλληλίσουμε αυτά τα ποιήματα του τέταρτου μέρους με μια κάθαρση κατά την αρχαιοελληνική έννοια. Αν υπάρχει κάθαρση, αυτή δεν συνίσταται στο καταλάγιασμα του τόνου ή στο ξεφούσκωμα του ύφους, ούτε καν στη συγνώμη που, μετά από το φρενήρες και αδυσώπητο παραλήρημα που προηγήθηκε, δεν μοιάζει καν αληθινή.

Είναι φανερό ότι το ποιητικό υποκείμενο περιφρονεί βαθιά τον κόσμο και το κάνει αυτό επειδή πονάει, αφού ο κόσμος το πληγώνει διαρκώς. Ακόμη και τις στιγμές που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του πρωτίστως σαν σώμα, τον βλέπει σαν τόπο ανεξιχνίαστων μυστηρίων, ένα σημείο όπου η ηδονή και ο πόνος σμίγουν παράφορα και παράγουν λέξεις ή στίχους, βασανίζοντας και πληγώνοντάς το ασταμάτητα – όταν δεν το γεμίζουν ενοχές.

Δεν έχω διαβάσει τα προηγούμενα βιβλία του Αντιόχου. Αυτό είναι καλό και κακό. Καλό γιατί μου επιτρέπει μια φρέσκια ματιά. Κακό γιατί μου στερεί την επίγνωση της εξέλιξής του σε βάθος χρόνου. Σε κάθε περίπτωση,είναι σαφές ότι η συλλογή είναι αρτιότατητεχνικά. Οι μεταφορές και οι λοιποί μετασχηματισμοί του είναι συμπαγείς και στέρεοι, κάτι που δεν  επιτυγχάνεται εύκολα.  Καταφέρνει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στο άγριο και το ωραίο, ανάμεσα στο παράλογο και το λογικό, τη χαρά και την πληγή της. Οι εικόνες που περιγράφει ο ποιητής είναι ανάγλυφες και κάτι παραπάνω, νιώθουμε ότι μπορούμε όχι μόνο να τις ψηλαφήσουμε, αλλά και να τις μυρίσουμε, να τις δούμε, να τις ακούσουμε, να τις γευτούμε – είτε μας αρέσουν είτε όχι.

Άλλωστε η συλλογή δεν είναι μια πρόσκληση προς τον αναγνώστη να τα πράξει όλα αυτά, είναι ένα βίαιο τράβηγμα προς το μέρος του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο τον πειθαναγκάζει να κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα.  Αυτά που θα δει θα τον ανατριχιάσουν, θα τον προβληματίσουν και θα τον λυπήσουν, αλλά είναι σίγουρο ότι θα θελήσει να τα ξαναδεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα τρίστιχα

Artwork: Jackson Pollock

Artwork: Jackson Pollock

Χαρά

Πολλή η θλίψη, και λίγη
η χαρά του ανθρώπου.
Όταν αιώνια κοιμηθεί.

Γιορτή

Νιώθω πως μου λείπει
η γιορτή. Αυτή που καλεσμένοι
είναι όλοι οι νεκροί.

Έρωτας

Ακούω το τραγούδι του
αηδονιού στο δέντρο.
Έρωτας είναι η φωνή του.

Μυστικό

Η ομίχλη ανυπόφορα κρύβει
ένα μυστικό. Το φως του ήλιου
απ’ τα μάτια μου.

*Από τη συλλογή “Μέχρι τη λύτρωση”, αυτοέκδοση e-book, Θεσσαονίκη, Ιούλιος 2015.

Φιλάρετος Στεφανάκης, Άρνηση.

1193029797

Μπροστά μου ορθώνεται ένα τείχος

γεμάτο με συνθήματα σε μαύρο

ενός φυγόκεντρου κόσμου

αδιάλλακτου αποπροσανατολισμού,

σαν αδικοχαμένη καρδερίνα,

μιας ελπίδας που στάθηκε

στα σημεία των καιρών.

Οι σκάλες τσακίσαν τα όνειρά μου

γιατί ‘χαν σαθρά σκαλοπάτια,

μια αλάδωτη,κακοκουρδισμένη μηχανή

που παράγει ανείπωτο μίσος

και μαρσάρει με μένος
να φτάσει πρώτη στο τέλμα.

Δίπλα υπάρχει μια παιδική χαρά

μια σάπια τραμπάλα

χωρίς φωνές των αγγέλων.

Οι κούνιες λικνίζονται

με τον καυτό αέρα της ολοκλήρωσης,

σαν αλλοτινό εκρεμμές

μιας σπουδαίας αποκάλυψης.

Βαρίδια βαραίνουν τον φόρτο

άλλης μιας μέρας που χάθηκε

στο αέναο συλλογισμό της νύχτας.

Έτσι ασύδωτα στριφογυρίζει στο μυαλό μου

ότι η ελπίδα κάπου στο βάθος

καλά κρυμμένη

τρώει με χρυσά κουτάλια.

Κόρινθος / Ασπρόπυργος 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας



Τις νύχτες, μ ένα θρόϊσμα,

περνάς από τον ύπνο μου βαστώντας/

τους τοίχους με τα χέρια στην έκταση/

τη μια αμίλητος/

με σβησμένα μάτια/

γνέφεις να κατεβούμε στο υπόγειο

να γυρίσουμε το λάδι/

την άλλη ακατάπαυστα/

-τη μία λέξη μες στην αλλη-

διηγείσαι το περιστατικό της Κορίνθου/ με το σαλεπιτζή και τα

μουχλιασμένα καρύδια/

ή τη βάρδια με τους λαθρέμπορους/

(χειμώνας που ταν/

και κρύωνες στην προβλήτα)

για αυτό όλο βήχεις/

οι μέδουσες του Ασπροπύργου γυρίζουν πλέοντας σε άσηπτους πλόες στο

μελαχρινό πετρέλαιο/

κι η μάνα σταθερά μας διακόπτει με επιμονή/

κοιταζόμαστε και γελάμε μαζί/

αλλά παύω πρώτος.


Το ξέρω/

πάνε χρόνια που χες κόψει το τσιγάρο/

κι όταν σε χάνω σε αυτούς τους καπνούς/

είναι πάντα ή κουρνιαχτός ή αντάρα/

αλλά με υπόσταση/

βαραίνει στα λουλούδια μας και τα γέρνει/

σαν τη ζωή που από το χώμα έλκεται/

Και παλι βήχεις.

Δεν έχεις ορμήνειες μέσα απ’ τις σκιές/

μόνο…

View original post 63 more words

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα

xionis%2520cover-1_high


Ο Τζουτζές

              

«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς

«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.

«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,

χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.

«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,

χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές

«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.

«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,

δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.

«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,

Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.

*Από την ενότητα «Προσωπεία»

*

Αν ο Πενθέας

λεγόταν Νηπενθέας,

ίσως να ‘χε γλιτώσει

τη σφαγή.

*

τω αγνώστω ποιητή

Πέρασε τη ζωή του,

Γράφοντας ποιήματα

Με τη γομολάστιχα.

*Από την ενότητα «Ιδεογράμματα Β΄»

*Από το βιβλίο «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» – ποίηση δωματίου», εκδ. Γαβριηλίδης 2010.

Γιώργος Λίλλης, Μικρή διαθήκη, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα, 2013

59223

giorgos-lillis


Του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου­

Με τα ποιήματα της Μικρής Διαθήκης του ο Γιώργος Λίλλης μοιάζει να διεκδικεί με φιλοσοφίζουσα νηφαλιότητα μιαν έξοδο από τον χώρο της τρέχουσας καθημερινότητας, οι συνθήκες και οι μηχανισμοί της οποίας αποσκοπούν στην υπονόμευση του αυθορμητισμού, στην κατάργηση της πολυφωνίας και στον αποκλεισμό κάθε ενδεχόμενου μιας αιφνίδιας ανατροπής. Πολίτης του κόσμου αλλά όχι κοσμοπολίτης, ευαίσθητος δέκτης του ήχου και του απόηχου των συμβάντων και των καταστάσεων της εποχής του, ακατάπαυστα ταξιδεύοντας -σωματικά και ψυχικά- ανάμεσα σε δύο πατρίδες (Ελλάδα – Γερμανία), με πάντα ζωντανές μνήμες της φύσης να τον περιβάλλουν προστατευτικά και ταυτόχρονα να διεμβολίζουν την ιστορική του αίσθηση, προτιμά την παραδοχή και την ταύτιση με τις αβεβαιότητές του από την υποταγή στους ισχύοντες κανόνες της όποιας ισχύος.

Με ζωηρή την αίσθηση ότι βιώνει την ιστορία του τέλους της ιστορίας και του στηριγμένου στα σαθρά θεμέλια ενός τερατωδώς αναπτυγμένου πολιτισμού, επικαλείται τη δύναμη της αγάπης, τη μόνη ζωοποιό δύναμη, το αόρατο αλλά πανταχού παρόν νήμα της οποίας μπορεί να τον οδηγήσει στις πιο σκοτεινές και απόκρημνες χαράδρες της ύπαρξης, εκεί που ο χρόνος μοιάζει υπέρογκα διεσταλμένος, με διασαλευμένα τα όρια των τριών διαστάσεων του, ώστε να επιτρέπονται στους κόλπους του παράδοξες ταυτίσεις και ονειρικές μεταποιήσεις πτυχών της πραγματικότητας. Ο ποιητής εν προκειμένω παραμένει εκστατικός στο ακίνητο σημείο του χρόνου που ακατάπαυστα γυρίζει, παρατηρώντας και καταγράφοντας συμβάντα και καταστάσεις που διαισθάνεται ότι συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας ατμόσφαιρας πρόσφορης για εκτιμήσεις-απολογισμούς ζωής και, κυρίως, για επώδυνες πλην παράφορα επιθυμητές κατακτήσεις ανώτερων στρωμάτων αυτογνωσίας.

Κάπως έτσι συνειδητοποιεί ότι η ποίηση δεν μπορεί να τον απαλλάξει από το βάρος του θνητού σαρκίου του, ούτε να τον απελευθερώσει από την υποχρέωση να συμμετέχει στις τελετουργικά επαναλαμβανόμενες πράξεις της εγκόσμιας καθημερινότητας, του προσφέρει ωστόσο την πολυτέλεια να τρέφει την ψευδαίσθηση των χάρτινων φτερών και να ίπταται έτσι στο πεδίο της γραφής. Του επιτρέπει επίσης να ερωτοτροπεί, κάποτε ασύστολα και ποιητικά παραγωγικά, με την ιδέα του κενού που αισθάνεται να ανοίγεται στις υπώρειες των τοπίων της σκέψης, την ίδια στιγμή που, αναπτύσσοντας μιαν ιδιαίτερη και ανταποκρινόμενη στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα μνημοτεχνική, προσπαθεί και ανακτά εδάφη της παιδικής του ηλικίας, κόντρα στη φυγόκεντρη δύναμη του χρόνου, με απώτερο στόχο τη δημιουργία εικόνων ρέμβης· διαλειμμάτων να πω καλύτερα ανάμεσα σε επώδυνες, κάποτε δυσβάσταχτες καταστάσεις αυτογνωσίας και επαναπροσδιορισμού των σχέσεών του με τον εαυτό του και με τους άλλους.
Η διασάλευση των ορίων των αντικειμενικών διαστάσεων του χρόνου, εξάλλου, δημιουργεί τις προϋποθέσεις εξοικείωσής του με ό,τι πέρασε («ό,τι πέρασε πέρασε σωστά»), με τα ερείπια του παρελθόντος· του δημιουργεί την εκμαυλιστική αίσθηση ότι μπορεί να εισχωρεί στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των περασμένων, αναζητώντας υλικό για την αναστήλωση του απολεσθέντος παραδείσου του, μήπως και αμβλύνει την αγωνία του μπροστά στο πρόβλημα του ορισμού ή της σύζευξης της αρχής και του τέλους που συνέχουν τα πάντα. Στην προσπάθειά εντέλει να προσδιορίσει τη θέση του στον χρόνο και στον χώρο -αν και ο χρόνος υπερέχει συντριπτικά του χώρου, επικαλύπτοντάς τον ακόμα και στα ποιήματα που είναι γραμμένα με τη μορφή ημερολογιακών ταξιδιωτικών εσωτερικών ανταποκρίσεων- και προς επίρρωση της άποψης ότι ο Λίλλης είναι πρωτίστως ένας ποιητής της υπαρξιακής αγωνίας, σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζει ο καθρέφτης· η ψυχρή και αμέτοχη -σε ό,τι απεικονίζει- επιφάνεια του οποίου στέκεται αδιαπέραστο εμπόδιο ένωσης ανάμεσα στον εικονιζόμενο και στο είδωλό του· ανάμεσα στις σκέψεις και στα συναισθήματα και στα αίτια που προκάλεσαν τις μεν και τα δε. Κυρίως όμως επιτρέπει στον ποιητή να κρατήσει τις απαιτούμενες αποστάσεις ασφαλείας και από τους δύο (εικονιζόμενο και είδωλο), διογκώνοντας έτσι την αίσθηση του αδιεξόδου και της μοναξιάς κι αυτά, με τη σειρά τους, διατηρούν τον ποιητικό του λόγο στην κατάλληλη και ποιητικά δραστική συναισθηματική θερμοκρασία· κατάλληλη για την ανάπτυξη και καλλιέργεια του προσήκοντος λυρισμού.

*Αναδημοσίευση από “Τα Ποιητικά” στο http://tapoiitika.wordpress.com/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B5%CE%B9/