Δημήτρης Π. Κρανιώτης, ποιήματα

Henri Cartier Bresson, London 1951

Henri Cartier Bresson, London 1951

ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Έχασα το αλφαβητάρι
της πρώτης δημοτικού
και τώρα
που ψάχνω απεγνωσμένα
να δώσω στην Άννα
ένα μήλο,
γέρασα από αναμνήσεις,
χωρίς διακοπή
για διαφημίσεις,
πίνοντας αναψυκτικό light
και κάνοντας “like”
σε τετράστιχα ημερολογίου.

***

ΓΥΜΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Έφυγε η γραφή
κι έμεινε η σιωπή
κολλημένη στην άμμο ρίμας,
που έπλασε
με στάχτες χαϊκού
ωδές ανάμεικτων προσδοκιών
σε χαλεπούς καιρούς,
με ενδιάμεσους σταθμούς
γυμνά διηγήματα
που δεν άντεξαν
το καθωσπρέπει της ενδοχώρας
και ντυμένα ποιήματα
που τιμωρήθηκαν
σε ακτές γυμνιστών
με απαγόρευση εισόδου.

***

ΑΠΩΛΕΣΘΗΝ

Άφησες ένα post-it
με υποσημείωση
το πραγματικό σου πρόσωπο,
γεμάτο ρυτίδες,
χωρίς χαμόγελο,
με αμέτρητα “απωλέσθην”
να ναρκοθετούν μορφασμούς
κατ’ επίφαση ευτυχίας.
Είναι ακόμη
κολλημένο εκεί,
από τότε που πάγωσα
πριν προλάβω
ν’ ανοίξω το ψυγείο.

*Copyright©Δημήτρης Π. Κρανιώτης
**Από το http://staxtes.com/2003/?p=1695

Αλεξάνδρα Γκιάφη, Ποιήματα

Φωτογραφία: Rory Hudson

Φωτογραφία: Rory Hudson

Ανάμνηση

Συρμάτινα πλέγματα χαράζουν το μυαλό μου
και ο καιρός γελάει
χαϊδεύει τ’ αστραπόφερτα ποτάμια των ματιών σου
και σε χωριάτικη λινάτσα σε κεντάει.
Στο καφενέ στέκεις Ευρωπαίος
περιπαίζοντας τα χωρατά μου
και στου τρένου τα πολύχρωμα βαγόνια
χάνω τα ίχνη από τα βήματα μου.

***

Απόγνωση

Ό,τι δε γνώρισα από σένα
σα να μου το ‘χες τάξει
θα γίνει φυλακή δίχως επισκεπτήριο.
Το σταμπωτό φουστάνι μου
ακουαρέλα δανεική
χρώμα θα χάσει και χλωμό
απ’ τα χέρια μου θα πάρει.
Λύτρωση το χάραμα δε φέρνει,
η ανάσα είν’ ακόμα πορφυρή
μα εγώ στέκω πάλι απέναντι σου
και ζητώ να σ’ αγαπήσω πιο πολύ.


***

Αποχαιρετισμός

Εσύ που γύρευες την αλήθεια σου
και τον κορεσμό δεν τον πιστεύεις
τώρα γιατί φεύγεις;
Εδώ είμαι…
τα κύτταρα ενώνω
και την ανθρώπινη μορφή
για σένα αποκτώ.
Τα λίγα ‘όχι’, εκείνα τα πολύτιμα
αυτά μόνο κρατώ
και τα κουτάκια μου διασπώ
μάζα αγάπης που ορμώ
σε ολοκλήρωσης κενό.
Ό,τι δεν είμαι αντανακλώ
γυάλινο πρίσμα, ρόδου χρώμα
αυτό είμαι κι εγώ.
Μπορείς αν θες να φύγεις
γιατί το μέσα σου αγαπώ
απλά που δεν με γνώρισες
γι αυτό μόνο πενθώ.


***

Ερωτικό

Απόψε θα χορέψω για σένα!
Θα χορέψω μέχρι το πρωί.
Η μουσική ζωή θα δώσει στα νεκρά μου μέλη
και θα ξυπνήσω όλη τη γειτονιά να δει το θαύμα.
Απόψε θα φωτίσω για σένα τις γκρίζες μας κολώνες
πειρατικοί σταθμοί θα παίζουν το χορό μου.
Απόψε θα ζηλέψω για σένα!
Θα ζηλέψω με πάθος όνειρα μεγάλα
θα γίνω θεατρίνα και
στο σανίδι της ψυχής σου
θα δώσω την πιο γλυκειά παράσταση.
Και τα λουλούδια του κοινού
στο χώμα θ’ ακουμπήσω
να βλαστήσουν εκεί τα άνθη της χαράς μου
και να σου προσφέρουν τον πιο φωτεινό κήπο!
Απόψε θα πεθάνω για σένα!


***

Θύμηση

Έτσι έφυγα μακριά σου
ώσπου η φωνή μου βράχνιασε.
Έγιναν θρήνος τα τραγούδια
… έπειτα σιωπή.
Μα μέσα στο στείρο πια σκαρί μου,
άδειο από ζωή, άδειο κι από φόβο,
στα γερασμένα κύτταρα μου
θυμάται ακόμα το μυαλό
δυο χέρια που αγάπησα
κι ένα παιδί που ρώταγε όλο απορία:
Μπαμπά γιατί αυτή η γυναίκα κρατά λευκά στεφάνια;


***

Το ανδρικό γινάτι

Τι με κοιτάς;
Δεν έχω πια φωνή να τραγουδώ μαζί σου…
Τετράδιο το πρόσωπο μου
γεμάτο βρόχινες γραμμές
με λέξεις ανορθόγραφες
στο χρόνο αλλοιωμένες.

Φοβάμαι το περπάτημα τη μέρα.
Τους αστικούς δρόμους έκανες ναρκοπέδια,
τις άσπρες τους γραμμές τεντώνεις με αφέλεια
κι εγώ τραβάω λάθος μονοπάτι
σαν σου προσφέρω λάφυρο
το ανδρικό γινάτι.

*Από τη συλλογή “Οι μικροί άνθρωποι”, (2003), εκδ. Δωδώνη.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Στον Μάριο Χάκκα

Η εξουσία σε συνθλίβει, σου στερεί τα όνειρα
δεν έχεις πια βούληση επιλογής, δεν έχεις τίποτα
είσαι μια κενή σελίδα στο καλάθι αχρήστων
που θα φορτωθεί σε κάποιο απορριμματοφόρο.
Η φωνή σου μια παροπλισμένη κραυγή
σ’ έναν πόλεμο με χαμένες μάχες.

Κι όμως αντιστέκεσαι ακόμα
διεκδικώντας τη φετινή άνοιξη
που πρόβαλε μέσα απ’ το δάσος της Καισαριανής
ρίχνοντας πάνω στα ερείπια λίγο φως.

***

ΑΠΑΘΕΙΑ

Ν’ αρχίζεις το πρωί με χαμόγελο
είναι πια μια πολυτέλεια
να τελειώνεις το βράδυ με λυγμό
μια αναγκαστική συνήθεια.
Να είσαι ο εαυτός σου δύσκολο
να κρύβεσαι πίσω από σκιές θεμιτό.
Έχουν αλλάξει οι ρόλοι
μας έχουν καθυποτάξει οι μέτριοι
κι εμείς θεατές των εξελίξεων.

Φτάσαμε στα πρόθυρα του τίποτα
με υποσχέσεις χωρίς προστατευτικό κάλυμμα.
Οι ουρανοί διάτρητοι, το μέλλον αβέβαιο.
Κι οι τουρίστες στο Σύνταγμα
με το σακίδιο στον ώμο ν’ απορούν
βλέποντας επαίτες στους δρόμους
να εκλιπαρούν για βοήθεια.

Η απάθεια είναι μια ακόμη ήττα.

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2014.

Μαρία Σερβάκη, Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος”

12065748_438363473022028_7411074967835621250_n

Χωράφι με χαμομήλια Μετά η βροχή
Επαίτης των αστεριών ο αυτοεξόριστος
Εσύ εσύ που περπατάς με τους νεκρούς αιώνες τώρα
περπατάς με τούς νεκρούς
Ήχοι ήχοι που με κυνηγούν
Ο θάνατος μας αποδομεί, είπε ο Οδοιπόρος. Ο θάνατος είναι
η μαγεία της ζωής
Συντέλειες οστών πνεύματα της πέτρας
Ήχοι ήχοι ήχοι
Ο θάνατος είναι η σαγήνη της ζωής
Το μόνο που ελπίζεις είναι πως κάποτε θα γλιστρήσεις κατά εκεί

***

Η χώρα αυτή που δεν είναι πια η πατρίδα μας
Θυμήσου
Όρθροι και λιβανωτά καμπάνες
Πρόσωπα ψίθυροι πρόσωπα αναφιλητά
Χλωμές αυτοκρατόρισσες καλόγριες
Τάματα μαυρισμένα από κεριά
Θυμήσου θυμήσου
Μεσουρανήματα αρπαχτικά αποθεώνοντας ορίζοντες
Γη μου ω γη μου
Κρίμα μου
Φωνή μου
Κι ω τώρα ω τώρα
Κατεδαφισμένη ένα παραστράτημα των καιρών
Και πού ο θρύλος σου ψυχή μου γυρισμός

***

Βρίσκομαι κάπου… Βρίσκομαι πού; Κι άραγε; πού αλλού
στο χρόνο;
Τούτος ο χρόνος, ο χώρος τούτος, η σιωπή;
Χαρτιά… βιβλία, χειρόγραφα, φυλλάδια… Σκόνη, μαύρη σκόνη,
σκόνη παντού… Το φως ελάχιστο. Κάποτε το φως δυναμώνει.
Δεν υπάρχει τίποτα εδώ μέσα ζωντανό… πότε πότε κάποιος
έρχεται…
δεν τον βλέπω μα τον αισθάνομαι… πάντοτε ο ίδιος…
κάπου κοντά μου μοιάζει να στέκεται…
Πού τέλος πάντων βρίσκομαι;

*”Ο Οδοιπόρος”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Ευτυχία Παναγιώτου, Ποιήματα από τη συλλογή “Ο μέγας κηπουρός”

Shepard Fairey, Eye alert  cream6

Shepard Fairey, Eye alert cream6

——————-ανείπωτες λέξεις
———————

φοβάμαι την κουκουβάγια στο λαιμό σου
τ’ ανείπωτα λόγια, πριν απ’ τον πυρπολισμό
τις αναβάσεις μας σε ράφια σαν βιβλία,
διανοητικές διαδρομές, ερωτευμένων ματιές,
κι όλα τα όνειρα που ξυπνούν τα βράδια,
περιπλανώμενες γάτες.
————–
τα λόγια που ηχούν σαν βδέλλες
τα «έτσι είν’ η ζωή», τα «τι να κάνουμε»
τα υγρά χαρτομάντιλα, τα σκισμένα γράμματα
τις φωτογραφίες τις ζεστές και τις κινούμενες
μνήμες, μνήμα·
το αξημέρωτο αύριο
——————
η σκουριασμένη κουκουβάγια στο λαιμό σου
το σπάραγμα των ονείρων μου
η κατακρεούργηση της γυναίκας
εντός μου: θύμησες θέλω θάνατος
—————–
η σκιά μου.
——————–
—————-τόκος
——–

λυπημένο μακιγιάζ παραπατάει στον καθρέφτη μου.
αλήτες, ξεβγαλμένα χρώματα από τούφες μαλλιών.
η επέκταση του μαύρου γίνεσαι το φευγαλέο βήμα
από δέρμα σε νεροχύτη γλίστρησες – βρώμικο νερό.
——————
ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ’ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.
—————
ποτέ το πρόσωπο μου δεν θα μείνει καθαρό.
——————

*Από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/03/13/panagiotou/

—————-ο μέγας κηπουρός

Στον Μίλτο
παραλογίζεται τα βράδια ο κηπουρός μου.
σπείρει λέξεις στο χώμα
θάβει λέξεις κάτω απ’ το χώμα.
λέξεις λαβωμένες, πρώτα τις χτυπά
τις δένει έπειτα χωρίς φόβο
οίκτο ποτέ του δεν νιώθει γι αυτές,
κλαίνε σπαράζουν σκούζουν καταριούνται
– λέξεις είναι –
τις βουβαίνει.
το καταφέρνει το αίμα.
δεν είναι ο κηπουρός μου αυτός.
—————–
σπείρει το θάνατο
με σπέρνει θάνατο
γίνομαι θάνατος.
—————-

———————-μα εσύ ήσουν φτιαγμένος γι αγάπη
———————
έκλαιγες στην πόρτα μου σαν το τελευταίο του δρόμου σκυλί,
να σ’ αγαπήσω ήθελες για λόγους αρχής.
σ’ είχα αγαπήσει, στην αρχή, από έλλειψη, μετά ήρθαν οι τύψεις.
ο οίκτος άνοιγε την πόρτα να σ’ ακούσει, μετά μιλούσε ο θυμός
που γινόμουν ίδιο κουρέλι στη μοκέτα να σκουπίζω τα αίματά σου.
η καρδιά σου, σβούρα, σε περιφέρει σ’ ένα θάλαμο αερίων.
είσαι θολωμένος πάλι απ’ το πιοτό, πάλι χυμένος είσαι σ’ ένα στίχο.
παραμορφώνεσαι.
——————-
είχες φρέσκα λουλούδια στο βάζο της ύπαρξης το τεράστιο.
———————
η τελευταία φορά που σ’ είχα δει ήταν σε μια φωτογραφία.
κράταγες τσιγάρο, φόραγες χαμόγελο, γύρω σου στοίβες βιβλία,
πολλά βιβλία και σημειώσεις πολλές σημειώσεις.
—————-

*Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε το 1980 στη Λευκωσία. “Ο μέγας κηπουρός”, το πρώτο της βιβλίο, κυκλοφόρησε το 2007.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποίημα

migrants-630_0

Κύματα ρίγη
κρατημένες ανάσες-
φουσκωτό σκάφος.

Ο προβολέας
φωτίζει ένα μέρος-
σκυφτά κεφάλια.

Ανάμεσά τους
παιδάκια που κοιμούνται-
κλειστά μπουμπούκια.

Έχει κανένα
νόημα τ’ ανθρώπινο;
Αναρωτιέμαι.

Μαρία Πασχαλίδου, Οικογενειακό τραπέζι

Teflon's avatarΤεφλόν | Ποιητικό Σκεύος

ο πατέρας στη κεφαλή
όλοι σιωπηλοί
ηρεμία και αγάπη
αγάπη πολλή
να φας αγάπη
μέχρι η κοιλιά σου να χορτάσει
για το καλό σου
παιδί μου
σπλάχνο μου
ζωή μου

ο σκύλος παρακολουθεί
τι ευτυχισμένη στιγμή
πόσο θα ήθελα το πιάτο μου
να εκσφενδονιστεί
στον απέναντι τοίχο
με τις φωτογραφίες από τις διακοπές
το 1994
θυμάμαι λίγα
σα να μην ήμουν εκεί
και όμως ήμουν
μητέρα

View original post 73 more words

από τα μαλλιά

nullapoenasinelege's avatarsine_lege

11224372_925604850842663_3032113991148043313_n

τύλιξε τα χέρια του ήρεμα γύρω από το λαιμό
άναψε το προτελευταίο τσιγάρο
πόσο μακριά του φάνηκε τώρα το περίπτερο
πόσο μακριά ήταν όλα τα περίπτερα της πόλης
καθώς η ανάσα του λιγόστευε
θυμήθηκε τις τελευταίες τους κουβέντες
υπόσχομαι της είχε πει
να κλαίω όταν θα κλαις
και υπόσχομαι ακόμα
να συνεχίσω να κλαίω όταν εσύ θα γελάς
εκείνη δεν απάντησε
της ξέφυγε μόνο ένα πνιγμένο χαμόγελο
άλλαξε το σταθμό στο ραδιόφωνο
ανακάτεψε τα παγάκια στη λεμονίτα της
κι ύστερα ντύθηκε αργά και βασανιστικά
τελευταία τους κουβέντα το πνιγμένο της χαμόγελο
κι έτσι τώρα εκείνος τύλιξε τα χέρια γύρω από το λαιμό
άφησε ένα τελευταίο τσιγάρο άκαπνο να τον θυμίζει
και αποφάσισε να φύγει έτσι πνιχτά
όπως έφυγε χθες εκείνη
με το άρωμα που αφήνει στον αέρα ένα χαμόγελο πνιγμένο
και με την κραυγή που αφήνει στο δωμάτιο μια απόγνωση πηχτή

φωτογραφία: niwse

View original post