Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Με ύφος Ινδιάνου, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2014

ceb9cebdceb4ceb9ceb1cebdcebfcf85


-Ζαφείρης Νικήτας­-

ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ
O Emile Cioran υποστήριζε, μάλλον προκλητικά, πως ο ιστορικός κάνει δημοσιογραφία σε άλλο αιώνα. Αν κάποιος θελήσει να αποκαταστήσει την μη αλήθεια στην μη τάξη της μη Ιστορίας, ιστορίας με γιώτα μικρό, τότε καθόλου δεν αποκλείεται να βρίσκεται ήδη στα περίχωρα της ποιητικής συλλογής «Με ύφος ινδιάνου» του Κυριάκου Συφιλτζόγλου. Σε κάθε ποίημα της νέας του, τρίτης συλλογής, ο δραμινός ποιητής επανδρώνει μία αποεγγραφή της εγγεγραμμένης ιστορίας, μια απογραφή ερωτηματικών.

ΣΥΝΟΡΙΑΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ

Με ύφος Ινδιάνου
Το πλεονέκτημα κάθε συλλογής που υπάρχει πλήρης διακειμενικού πληρώματος, εμπρόθετης οπτικής και λογοτεχνικού vibrato, είναι ακριβώς αυτό: ευφραίνει καρδία αναγνώστη (αφενός) και λύνει τα χέρια της κριτικής σκέψης (αφετέρου). Έτσι η αμήχανη θεωρία, η δεξαμενή της ορολογίας της, ενεργοποιείται, και συμβαίνει να γίνεται πράγματι η θεωρία, όπως σημειώνει ο αποφθεγματικός Καππαδόκης Γρηγόριος Νανζιανζινός, «πράξεως επίβασις».
Από τις δυνατότητες δόμησης και αποδόμησης λοιπόν, τις οποίες όπως έθιξα προλογικά, ανοίγει εν μια ριπή το «Με ύφος Ινδιάνου», θα εστιάσω σε μία. Θα κάνω λόγο για την παράμετρο της τελετουργίας και ειδικότερα τα ζητήματα μεταιχμιακότητας ή μεθοριακότητας (liminality κατά Arnold Van Gennep και Victor Turner) τα οποία διανοίγει η συλλογή, με εναρκτήριο λάκτισμα το ποίημα με τίτλο Συνοριακό κοιμητήριο.

Το ποίημα αυτό ξεκινά απροσδόκητα, κι ακόμη θα έλεγα παράλογα σχεδόν – κι όπου παράλογα το μυαλό να πάει στο καθ’ όλα ενσυνείδητο, το φλέγμα συγγραφέων που ξέρουν να ξαφνιάζουν στην μετα-Ολοκαυτώματος εποχή, στη γενιά, δυο γενιές μετά από κείνη που κλήθηκε να απαντήσει, αν υπάρχει ποίηση μετά το Άουσβιτς (θυμίζω το ερώτημα / αρνητική θέση ανήκει στον Αντόρνο, 1949), ερώτημα στο οποίο μπορώ προληπτικά να απαντήσω πως ο Συφιλτζόγλου απαντά καταφάσκοντας, προτείνοντας ύφος και τρόπο, κωπηλατώντας προς την diem futurum, την μέλλουσα μέρα της εγχώριας ποίησης.

Πίσω στο ποίημα. Το Συνοριακό κοιμητήριο ξεκινά με ένα κοίλο σημείο στίξης, μια παρένθεση κι εντός της μια λέξη: (ενταφιασμός). Η λέξη, σαν μια απροσδόκητη σκηνική οδηγία, επαναλαμβάνεται στο μέσο του ποιήματος, με την επαναληπτική αίσθηση της πένθιμης κωδωνοκρουσίας. Κι ενδιάμεσα, ανάμεσα στον ήχο και τον απόηχο του κοιμητηρίου ξεδιπλώνεται η τελετή. Γράφει ο Συφιλτζόγλου:

Οι άνθρωποι καμήλες/διασχίζουν τον ορίζοντα των σιταγρών/αποθηκάριοι και σακιά μαζί/δίχως ψαλμούς δίχως δαχτυλίδια/αποθηκάριοι μα πιο πολύ/ένα δελτίο παράδοσης παραλαβής/μέσα στο χρόνο
Και δω η δεύτερη χαμηλόφωνη τυμπανοκρουσία: (επαναενταφιασμός).

Μια πένθιμη πομπή λοιπόν διασχίζει το ορίζοντα, εργατική και συνεπής στον κλειστό της κύκλο, στον ανοιχτό της ορίζοντα. Ο δραμινός ποιητής τραβά το χαλί κάτω από θρησκευτική και πολιτική βακτηρία, με έναν στίχο τόσο ήπιο και πυκνό όπως: «δίχως ψαλμούς δίχως δαχτυλίδια». Περαιτέρω, ο στίχος αυτός από-πλαισιώνει την τελετή από το τελετουργικό της έρεισμα. Ο άνθρωπος καλείται να τελετουργήσει δίχως άμφια, κι όχι πλέον στη σιωπή, αλλά εντός λόγου (σημείωση: παράφραση του στίχου του Ν. Καρούζου «τελετουργώ στη σιωπή δίχως άμφια»).

Η τελετή στην επόμενη ενότητα συνεχίζεται. Αυτή τη φορά δεν είναι «εκείνοι», αλλά «εμείς». Γράφει ο δραμινός ποιητής:

Είμαστε οστά/γερασμένα οστά/τα ίδια που άνθησαν και μαράθηκαν/ σε κρεμαστούς κήπους/είμαστε τα οστά/της ίδιας μας της ανασκαφής/η σκονισμένη στάση είμαστε/μια οποιαδήποτε στάση
Διαβατήρια τελετή λοιπόν χωρίς απέναντι όχθη. Περίπατος χωρίς επέκεινα. Το «Με ύφος Ινδιάνου» θέτει επί τάπητος την παροντική εκκρεμότητα των μεγάλων αφηγήσεων.

ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

Οι διαβατήριες τελετές, όπως μια τελετή ενηλικίωσης, περιλαμβάνουν (κατά Gennep και Turner) τρία στάδια. Πρώτη φάση είναι αυτή του χωρισμού από την κοινωνική δομή (preliminal), δεύτερη φάση είναι η μετάβαση ή μεταιχμιακότητα (liminal) και τρίτη η ενσωμάτωση σε μια νέα δομή (postliminal).

Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής φάσης, της μεταιχμιακής περιόδου, οι πάγιες δομές καταργούνται ή αποδυναμώνονται, και το άτομο ή η ομάδα (ή η ποίηση π.χ. η ελληνική θα προσέθετα εγώ) βρίσκονται σε ένα μετέωρο, οριακό σημείο. Το παλιό status έχει κρημνιστεί, το νέο όμως δεν έχει ακόμη παγιωθεί. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου-αιώρας, όπως θα την ονόμαζα, o Victor Turner υποστηρίζει πως στη θέση της παρελθούσας δομής και πριν την επόμενη, σχηματίζεται μια ενδιάμεση communitas, μία κοινότητα ανθρωπισμού που δεν βασίζεται στην εξουσιαστική ιεραρχία. Σε αυτή την αισιόδοξη πλευρά, έχει αντιταχθεί εξίσου βάσιμα, η άποψη που υποστηρίζει πως η μεταίχμια εποχή είναι λιγότερο μια εποχή μιας αυτοφυούς ισονομίας και περισσότερο μια εποχή τριγμών και ανισότητας.

Η ποιητική συλλογή «Με ύφος Ινδιάνου» του Κυριάκου Συφιλτζόγλου βρίθει από αυτή την αίσθηση του αναπάντητα μεταιχμιακού. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω τα ποιήματα Υπεραστικά λεωφορεία, Μεταναστευτικά πουλιά, Συνοριακή γραμμή, και διαβάζω από το τελευταίο:

Κανείς δεν έφτανε/στην εξώπορτα/κανείς/μόνο στα υπεραστικά λεωφορεία/ομοιοκαταληκτούσαν οι άλλοι/στα σημεία αφίξεων/αναχωρήσεων/στα σημεία που η γεωγραφία/σήκωνε τα χέρια ψηλά/εκεί/άλλαζαν δέρμα/οι άλλοι/εκεί/από σημεία γίνονταν/σήματα/της πιο αδειανής μας/ζωής

Η ανθρώπινη ταυτότητα, όπως την σκιαγραφεί ο Συφιλτζόγλου, είναι μια ταυτότητα ασύνορη και συνοριακή. Ο άνθρωπος, όπως κι ο λογοτέχνης, δεν είναι πλέον κεντρώος της μεθορίου, ούτε μεθόριος του κέντρου αλλά παγοδρομεί σε μια έκταση τόσο ανταρκτική, όσο η άγραφη σελίδα. Η ποίηση του Συφιλτζόγλου είναι γεμάτη από αυτόν τον οριακό κλυδωνισμό, τις βέβαιες αβεβαιότητες, αφού τα ποιήματά του είναι κι αυτά αυτό: in limbo τελετές.

Σημειολογικά και μόνο σημειώνω, πως το ποίημα της συλλογής με τίτλο Αλληλογραφία εξωτερικού που απευθύνεται στον ζωγράφο και εικαστικό Jasper Johns, θα μπορούσε να απευθύνεται εξίσου στον φιλόσοφο και ψυχίατρο Karls Jaspers, του οποίου το προτεινόμενο «άλμα πίστης», δυσκολεύεται σήμερα να ευδοκιμήσει, στη συγχρονική εποχή, μια εποχή τρύπας του μεταφυσικού όζοντος και κλίματος εύφορα αντι-παραδείσιου (: ένα κλίμα που αιτεί οβιδιακή ή άλλη μεταμόρφωση, αυτό όμως δεν είναι της στιγμής).

Χρειάζεται ένα έμπειρο μάτι για να δει μέσα από την καθεστηκυία δομή, τον ησυχαστικό λόγο, την κινδυνολόγο fabula. Κι ο Συφιλτζόγλου διαθέτει αυτό ακριβώς το βλέμμα: υποψιασμένο, όχι καχύποπτο. Η ποίησή του κοφτερή και εγερτήρια. Το βιβλίο του Συφιλτζόγλου συνιστά ένα πόνημα, μία όχι εξ απαλών εργασία. Κι όσο αμφισβητεί τη γλώσσα, άλλο τόσο την ασπάζεται, άλλο τόσο εξελίσσει το προσωπικό του ιδίωμα. Η εμπιστοσύνη του στην τέχνη δεν εκδηλώνεται με όρους καταφυγής αλλά συναγερμού. Και κάθε νέα του συλλογή το αποδεικνύει με τον τρόπο της ars poetica: ως έπος ειπείν, άπταιστα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Turner Victor, The Ritual Process: Structure and Anti-Structure, Aldine de Gruyter, New York 1969.
Van Gennep Arnold, Rites of Passage, Routledge, London 1960.
Συφιλτζόγλου Κυριάκος, Με ύφος ινδιάνου, Μελάνι, Αθήνα 2014.

*Από το http://tapoiitika.wordpress.com/κριτικές/κυριάκος-συφιλτζόγλου-με-ύφος-ινδιάν/

Antonin Artaud, Κάνει πολλή παγωνιά

Φωτογραφία¨Hans Bellmer / Hommage a Antonin Artaud

Φωτογραφία¨Hans Bellmer / Hommage a Antonin Artaud

Κάνει πολλή παγωνιά
όπως όταν
είναι ο
Αρτώ ο νεκρός
που φυσάει.

*Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος. Από τη σελίδα του ή της σιεΝ ανταλΟυ στο facebok.

Μαρία Θεοφυλάκου, Αιχμή

ilias3

Οι αργοτέλευτοι, του Αυγούστου,
οι φρουροί
πλωτοί κι ολόφωτοι
-σα να πηγαίνουν σε γιορτή-
με μπαϊράκια, και κάποτε έναν
κόμπο γόρδιο γερά απ’ το κατάρτι,
μας προσδοκούν
στο τέλειωμα μιας εποχής,
βρεμένη που ανταριάζεται
από παντού με κύμα.

Μας αναμένουν
τα στερνά του τηλαυγούς καράβια
με κάλεσμα δριμύ,
που αναρριχάται
ως αψηλά στη Χώρα επάνω
των έμπλωρων ερώτων μας
και των ανθών μας όλων.

Μες στην αγρύπνια μας
μοσχοβολούν
αυτά τα νυχτοξάρτια,
με πόσα ανεπιτήρητα
λυχνάρια αμποδεμένα,
και αναδεύουν τους καημούς
που είναι να μας έρθουν,
κι αυτοί αφρόδαρτοι
μα από άλλη θάλασσα,
κι αυτή αλμυρή εξίσου.

Θαλασσογραφία
Αν έμοιαζα λιγάκι του πελάγου
τι όμορφα που θα ‘πλεε η ζωή μου!

Θα χόρευα πίσω και μπρος,
εμπρός και πίσω
κι ίσως με σταματούσε μοναχά
το σήμαντρο κάποιου απάτητου καμπαναριού

Θα ‘κανα φίλους καρδιακούς
και κοσμογυρισμένους
όσο μαζί, τόσο και λεύτεροι
να πεταρίζουμε το δείλι

Αν έμοιαζα λιγάκι του πελάγου
τι γρήγορα θα έγειανε η πληγή μου!

Θ’ αποξεχνιόμουν στων ψαράδων τις κουβέντες,
κείνων που ξέρουν να διηγούνται ιστορίες
Χιλιάδες δίχτυα, παφλασμούς
ν’ αφήνω να μου παίρνουν

Θα ’χα ζωή και στο σκοτάδι ακόμα,
μυστήρια θα βύθιζα εντός μου μύρια
κάθε λογής κοράλλια μου
να σου χάριζα κι εσένα

Αν έμοιαζα λιγάκι του πελάγου,
πως δε θα μ’ έσκιαζαν πια και οι φουρτούνες!

Θα ‘κρυβα στο μανίκι μου ένα καντάρι ήλιο
Πότε ψηλά του γαλανού και πότε της αλμύρας
μαζί να κλέβουμε θωριές
με τ’ ακροδάκτυλα μας

Αν έμοιαζα λιγάκι του πελάγου
τι όμορφα που θα ‘πλεε η ζωή μου!

Μα εγώ φέρνω στο βότσαλο
που σέρνεται πίσω και μπρος,
μπρος πίσω
από του κύματος τον τελευταίο αφρό
στην άκρη αυτού του τόπου
Κι είμαι μικρός,
είμαι ανήμπορος το πέλαγο να φτάσω

Θάνος Γώγος, Πόλυ Ντεκόρ Χέδερς

dscf6706-2

iii)
Όπως τα ψάρια συνωστίζονται στην βαλίτσα μου
Και διάγουν την ανθρωπολογία σε κάτι ασήμαντο
Γελά κι εκείνη μαζί τους
Γνέφοντας η στιγμή για τη γη έχει έρθει
Και οι άνθρωποι δεν επιτρέπεται να μιλούν άλλο πια

iv)
Από τον ουρανό που φλέγεται
Μέχρι τη γη που κοιμάται
Ένας κόσμος δεν θα είναι ποτέ αρκετός
Κι αφήνει την φωτιά
Να προσαρμόσει πάνω μας
Όπως μια έρημος
Αγκαλιάζει δυο λουλούδια και τα πνίγει

*Από τη συλλογή ‘Μεταιχμιακή χαρά”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013 (σελ. 29-30)

Μαρία Σερβάκη, Ποιήματα από τον “Οδοιπόρο”

servaki009

ΑΛΛΗΛΟΣΠΑΡΑΓΜΟΣ

Είπε: ίσως μια ύστατη προσπάθεια να τελειώσω μένα θάνατο…
ή κι ίσως πάλι εκείνη η πάντα ίδια, αέναη και σκοτεινή, η πέρα
από το θάνατο, καταγράφοντας εκείνο το από πουθενά ξεκίνημα…
η νοσταλγία… η νοσταλγία της άνοιξης… χώματα της άνοιξης…
ο κρόκος σπάζοντας τη λάμψη του στο φως… Τότε ακούστηκε
Καταγράφω και πεθαίνω… εδώ, εδώ, εδώ… καταγράφω
και πεθαίνω…
Καταγράφω και πεθαίνω…
Πεθαίνω πάλι ακούστηκε
Πεθαίνω πεθαίνω πεθαίνω
Σφύραγε από παντού
Πεθαίνω
Κι είχα πεθάνει από παντού.

Κ’ ύστερα μπήκαν οι άλλοι κι είχαν αρχίσει κι όλας
να σαπίζουν
Ο πιο βαθιά στη μουσική είπε τότε
Ποιος το περίμενε πως οι άνθρωποι θα ξερίζωναν τη γη
τόσο γοργά
Οι άλλοι σώπαιναν μεταίχμιοι

***

Χαμένος μέσα σε κισσούς και σ’ αγιοκέρια
Χρόνια χρόνια πριν
Να προχωρώ να προχωρώ
Γλίστρησε απ’ το σώμα μου το φίδι της ζωής
Τοπία αλλοτινά
Ξεχασμένα
Ποτέ υπαρκτά
Ο χώρος ο κλειστός ο γκρίζος του απέθαντου θανάτου

Πού πάνε; πού πήγαν όλοι αυτοί;
Μυρίζει πτώμα ο θεός

Ακούσαμε τόσα πολλά για τους απέθαντους λες κι ήταν
παραμύθια
Κάποιων κόσμων σκοτεινών
Μα ήταν μόνο οι καημοί κι οι λύπες κι οι αγάπες που είχαν
θεωθεί
Βάραθρα βάραθρα βάραθρα φωτός Αντέχεις;
Τόσο νερό η σιωπή Αντέχεις;
Πού; θυμάσαι πού; όταν θα με βρεις… όταν… όταν
Σα θάμα

Και τότε σκάλισε στον ξεχασμένο δρόμο ο θεός μια πικροδάφνη

Είπαν τότε οι φυλλωσιές
Είναι η άνοιξη;
Και ο θεός
Είναι ο έρωτας;
Ο Οδοιπόρος
Ο Θηρευτής
Και ο Καθρέφτης
Αιώνες αιώνες
Πριν; Μετά;

*Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος”, Εκδόσεις Εκάτη, 2013.

Θεόδωρος Ντόρρος, Δύο ποιήματα από τη συλλογή «Στου γλιτωμού το χάζι»

artistic-surreal-photomanipulation-by-sarolta-ban-08
`

Παλαϊκές συγκινήσεις

Ψωμιού κομμάτι
κι ένα κορμί
απάνω τους τραβούνε την ντροπή μου,
-αυτή το μόνο πού μείνε-
το πιο αληθινό.
Και μάτια, σε στιγμές που ξεμακραίνουν, τεντωμένα.
Με τελετή νεκρώσιμη
δίνουν ζωή στους τοίχους
και μαρτυριον επίσημα οι σκελετοί του πόνου:
τραπέζι και καρέκλα.
Σαν κρεμασμένες γέρικες ψυχές
θα προστατεύουν οι κουρτίνες
το κλάμα που θα γίνετ΄εδώ μέσα,
για κάποιο θάνατο,
για πάντα.
Ανάλλαχτα θα μείνουν όλα
γιατ’ είν’ ο πόνος τους ατελείωτος.
Ούτ’ ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει
το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.
`
***

[6 μ.μ.]

Θα βγούνε.
Πάντα σίγουρα.
Όλες οι μάχες σταματάνε.
Λευτερωμενες ξεπετιώνται,
κάθε μια, αφόβιστες, κι αρχίζουν να μιλάνε.
Είν’ οι ψυχές του δειλινού.
Και λίγο ανάβουνε στο φούντωμα του γέλιου.
Στου πόνου το καμίνι.
Κοντά τους όλοι οι πεθαμοί.

*«Στου γλιτωμού το χάζι». Πρώτη έκδοση Παρίσι, 1930, Δεύτερη έκδοση, Παρίσι, 1931. Τρίτη έκδοση, εκδ. Αμοργός, 1981- Πρόλογος: Αλέξης Αργυρίου-τυπογραφική επιμέλεια: Μάνος Ταξίδης, Τέταρτη έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης, επιμ. Μαρία Αθανασοπούλου, 2005.

Ο Allen Ginsberg για την Ακρόπολη

Ο Allen Ginsberg στην Ακρόπολη το 1961

Ο Allen Ginsberg στην Ακρόπολη το 1961

Η Ακρόπολη όπως κάθε Γολγοθάς
έχει γαλανές τις κόχες των ματιών
μέσα από τις κολόνες ο λαμπερός
γαλανόχρωμος βοριάς
αφήνει ένα κενό για την κόμμωση-μια άδεια

γαλάζια μεταφυσική

περικυκλώνει όλα ετούτα τα κομμάτια

από λαμπερό μάρμαρο

ο αθηναιοντπηας

Επιβάτες που κάθονται στα σκαλοπάτια

του τεράστιου αργοκίνητου λεωφορείου

που στέκεται ακίνητο.

Αξίζει να σε βγάλουν μια τέτοια φωτογραφία

με φόντο έναν μαρμάρινο σκελετό.

*Παρμένο από τη σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook.

Βύρων Λεοντάρης

vequinox's avatarManolis

him

Ποιητικός Πυρήνας
Από την ενότητα «Εκτός»

Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(…να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας…) Να τα καταραστώ…
Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words…
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου…

View original post 612 more words

Γεωργία Τρούλη, Ο ουρανίσκος

PC_GAME_-_DARK_ALLEY

Να λοιπόν που βρίσκομαι στις οπές του ουρανίσκου σου
Με μια μικρή καρφίτσα
Να φτιάχνω δεκαεξασύλλαβες σιωπές και ενατενίσεις
Να τρυπάω τις μικρές φουσκαλίτσες που στάζουν ροή
Και λένε σιελόρροια τον αποφυλακισμό των λέξεων
Να βλέπω το παχυλό κομμάτι γλώσσας και σκέψης
Και να μην μπορώ να σου γνέθω αντιρρήσεις
Κακές αποχρέμψεις- που κάποτε θ’ ακουστεί ο βόμβος
Από την πιο βαθιά ψυχική επάλειψη-

Θα βγούνε στοιχισμένες σε σειρά και η συνωμοταξία
Των κυττάρων θα θέλει νέα ανοίγματα
Το ενδιάμεσο θα χει ακουμπήσει το διαπερατό
Και το διαπερατό τον πυρήνα
Και ο πυρήνας το κέντρο
Και το κέντρο θα είναι το γύρω-γύρω
Όλοι
Καμία εστίαση.Ούτε στο βλέμμα
Αστιγματισμός-Α κεντρο
Για κεντρί θα κρατάω ακόμη σφιχτά την καρφίτσα
Θα ψάχνουν συμβατότητα τα υγρά και η γεύση
Του πικρού του γλυκού και του άγλυκου
Θα αλλάζουν χώρο στη γλώσσα
Θα δημιουργούν και βαθουλώματα σιωπής

Να λοιπόν
Κυριεύσου από την φυλακή σκέψεων που η φαιά ουσία
Κατεβαίνει στα ρουθούνια, στο δέρμα στο σπέρμα
Βάλε τις αυλακώσεις της αποχής να στέκουν κλειδοκράτορες

Βγαίνω από το στόμα σου ανεπαίσθητα αργά
Και ακουμπάω στο λευκό φλοιό των δοντιών που μοιάζουν
Παραπήγματα
Σχεδόν εμπόδια άρθρωσης
Εκεί ενδιάμεσα στέκουν οι σημασίες που δεν θέλουν να βγουν

Και με τον καιρό συρρικνώνουν την υγιή επαναφορά μιας μνήμης
Όλο μυρωδικά
Η πολλή γλυκήτητα βλάπτει-Και η αμάσητη κατάποση
Της πραγματικότητας
Γι’ αυτό έλα να φιληθούμε στο λαιμό δύο κύκνων
Στην μεμβράνη μιας πατούσας παπουτσιών
Που φοράνε οι λωποδύτες
Και όταν θα ανοίξουν τη σήμανση οι σηματοδότες
Θα σκέφτομαι από την αρχή πώς θα μιλήσουμε
Και αν
Μετά θα κοιμηθούμε σγουρά και κατσαρωμένα
Και αλλεπάλληλα πάνω σε ευθύγραμμα σώματα
Σε σεντόνια τυλιγμένα γύρω από τα μάτια και θα λέμε
Δεν βλέπω
Αλλά θα ξέρεις καλά
Και εγώ ίσως
Πως αισθάνομαι δύο
Ανεμίζοντας στον κυκλικό χορό γύρω από τον εαυτό μας
Τα χέρια να ψαχουλέυουν το κόψιμο του αέρα
Και την πυκνότητα- αλλά να μην αγγιζόμαστε
Μόνο εξ αποστάσεως θα ικανοποιούνται οι ανάγκες
Μόνο εκ του ασφαλούς
Θα μας αφήνει το δωμάτιο ολόκληρο διάδρομο
Και πώς να φιληθούμε, αγαπημένε;
Πώς τόση τραχύτητα στο δέρμα της γλώσσας
Και στο γυαλοχορταριασμένο έφηβο συναπάντημα
Τόσο να θυμάται φυγές
Τόσο άλλο να φεύγει
Τόσο να θέλει φόβο γιατί καλά μαθημένος
Ο ασαφής, αυτοδημιούργητος και κάποτε απρόσκλητος
Και τώρα επίτιμος
Και εκ των ων ουκ άνευ

Και μετά πάλι το κύτταρο να αναγεννά την αυταπάτη
Και κυρίως τον έρωτα
Και να αφήνει ανοίγματα- καλά διαμελίσματα
Στα διαμερίσματα όπου θα μπαίνουμε να χορεύουμε
Κραδαίνοντας ο ένας τον στόμφο του άλλου
Και η σταφυλή στο λαιμό-αχόρταγος φρουρός
Δεν θα επιτρέπει ούτε μια λέξη παραπέρα να πάμε
Ούτε μια συλλαβή
Και θα είμαστε ακόμη κυκλωμένοι από εμάς
Το κέντρο θα μετατοπίζει συνεχώς το κέντρο βάρους
Και το ειδικό βάρος της βροχής
Που λέγεται και αυτή ενίοτε
Ακατάσχετη λογόρροια

Μετά θα κοιμηθούμε πάλι πάνω στα σάλια μας
Γιατί θα έχουν υφάνει ολόκληρο γέλιο στο δάπεδο
Και θα ανοίξουμε τον ουρανίσκο
Να βγάλουμε σε σπασμωδικές κραυγές την ησυχία

Το πρωί τα κύτταρα μιας νύχτας που σχεδόν εννιά
Ουρανοί την περίμεναν
Θα συρρικνωθούν στην υπερώα
Και εκεί η εγώ λευκή φαιή
Και κάθιδρη θα κάθομαι
Σαν αναίτιο βάδισμα
Πάνω σε όλα τα πρωινά
Του κόσμου
Συνωστισμένα

Lucifugo, a diavolo in corpo, Χρόνος Ζωής

screen2

Είναι επίσημο πια!
Εχτές τη νύχτα

μετά το Έκτακτο Δελτίο Ειδήσεων

ο Κόσμος των Νεκρών

από τον Άδη

σκαρφάλωσε εδώ

πάνω στη Γη

Επιπλέον χρόνος ζωής θα χορηγηθεί

– μετά τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις

που θα το πιστοποιούν -

στις εγκυμονούσες μανάδες

για να θρηνήσουν τους νεκρούς

που θα φέρουν στη ζωή

Ορισμένες από αυτές
διαμαρτυρήθηκαν στο Κράτος αγανακτισμένες

καθώς, όπως υποστήριξαν,
το θάνατο πάντοτε τον

προσπερνούσαν

στην όλο-τρεξίματα-ζωή-τους

κι έτσι δεν έτυχε, δεν βρήκαν-χρόνο-ποτέ
για να μάθουν-να-θρηνούν

Το αίτημά τους

ικανοποιήθηκε ευθύς αμέσως

από την Επιτροπή των Σοφών

η οποία χωρίς-να-χάσει-χρόνο εκμίσθωσε
με διπλάσιο-επιπλέον-χρόνο-ζωής
ορισμένες από τις έγκυες που υπέβαλλαν
επίσημη πρόταση στο Κράτος

για να κλάψουν πειστικά

στη θέση των αλλονών

Κι έτσι πέθαναν όλοι ικανοποιημένοι
και εμείς συστοιχισμένοι στην ουρά
των άθαφτων νεκρών

κοιτούμε γύρω
με βλέμμα αστυνομικό
μην έρθει κανείς

και στη σειρά

μας κλέψει