Περπατούσα ώρες μέσα στο
μουρμουρητό
της ανθρώπινης ανυπαρξίας
Βλαστημούσα για το χτες,
για το τώρα
χωρίς να ξέρω το αύριο.
Κάπνιζα ταξιδεύοντας στον
κόσμο της μπερδεμένης
και γεμάτης αμφισβήτηση αλήθειας.
Γελούσα κι έκραζα προσπαθώντας
να δώσω θάρρος σ’ αυτούς
που με κοίταζαν.
Σταμάτησα όμως… απότομα!
γιατί το σκοτάδι με είχε ζώσει…
και ο πόνος του δοντιού μου
δυνάμωνε.
Κρίτων Βαλμάς, Προβληματισμός
Και τώρα τι θα κάνεις
Που τελείωσε το ψέμα
Που άναψαν τα φώτα
Που πρέπει δίχως άλλο
να μπερδευτείς αντάμα
Με το μεγάλο πλήθος,
Που πρέπει δίχως άλλο
Να παίρνεις αποφάσεις
Και να τηρείς τους νόμους,
Που πρέπει δίχως άλλο
Να μάθεις να υπάρχεις
Στο ψέμα της αλήθειας,
Που πρέπει δίχως άλλο
Να μπεις μέσα στη μάχη
Και να κρατήσεις όπλο,
Που πρέπει δίχως άλλο
Να κλάψεις, να γελάσεις,
ΠΟΥ ΠΑ ΝΑ ΠΕΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ
Να παίρνεις και να δίνεις
Να ζεις και να πεθαίνεις
Αθήνα 1980
Διαμαντής Μπασάντης, Υδρορροές
κι αν ακόμα με θυμάσαι…
Η βροχή προσπέρασε τις παρόδους,
στάλες, υγρές αντανακλάσεις
– η απουσία σου στις εσωτερικές τσέπες.
Η χτεσινή εφημερίδα, το αμίλητο τηλέφωνο
έστησαν πια τα τελευταία σκηνικά της νύχτας.
Έμεινα μουτζουρώνοντας τα λευκά χαρτιά
– με την σβησμένη φίρμα.
Μια ακόμα απόπειρα στην αυτοκτονία του παρελθόντος.
Ο δρόμος………
για τη φωτογραφία και την κριτική
Ο δρόμος μου μιμείται το χαμόγελό σου.
Ο δρόμος μου έχει αδερφές αναρίθμητες.
Βλέπω εκεί ανθρώπους που είναι αδέρφια
να τον υπερασπίζονται μέχρι θανάτου
και πηγαίνω ανάμεσά τους
να κάνω όπως κι εκείνοι.
GÉRARD NEVEU
Μ.Σαχτούρης , Με Τα Μάτια Κλειστά
Nυχτερινά Σώματα
Καθώς ανάβουν και σβήνουν οι δρόμοι
Τα μάτια σβήνουν κι’ αυτά
Ενώ τα σύννεφα ανακατεύονται και κατεβαίνουν
Κλειστά καφενεία
Δυό άνθρωποι μαζί
Πιο κάτω τρείς άνθρωποι μαζί
Πιο κάτω τέσσερις άνθρωποι
Ένα πρόσωπο ξεχασμένο
Έν’ άλλο χθες απαντημένο
Άτονο απελπισμένο
Δεν το θέλω
Ένα στόμα που ξέρει να βρίσκει
Την πληγή της Ψυχής
Ποιος είναι ο δρόμος
Πρέπει να κάψουμε τα χέρια μας τη Νύχτα αυτή
Των φαντασμάτων και της μαύρης πίκρας.
Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα από το “Ό,τι περιγράφω με περιγράφει”
(Από την ενότητα «Προσωπεία»)
Ο Τζουτζές
Στον Νίκο Ζούδιαρη
«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς
«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.
«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,
χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.
«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,
χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.
«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές
«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.
«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,
δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.
«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,
Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.
(Από την ενότητα: «Ιδεογράμματα Β΄)
Οκτώ χαϊκού
α.
Σκίτσο ο κόσμος και
ανελέητη ο θάνατος
γομολάστιχα
β.
στη Γιώτα Κριτσέλη
Έσβησε ο κόσμος.
Μένει αναμμένη, μόνη
μια ανεμώνη.
γ.
Για ποια εκίνησε
κορφή και σε ποια κοίτη
κατρακύλησε!…
δ.
μνήμη Γ. Κ. Καραβασίλη
Παραπατώντας
έφτασε στον θάνατο·
τον μέθυσε η ζωή.
ε.
Σήπεσαι σώμα
στη σιωπή, στην απουσία
άλλων σωμάτων
στ.
Θεέ μου, τι αόρατο
ναυάγιο που είναι
η έρημη ζωή!
ζ.
Χειμώνας πάλι·
σβηστή η φωτιά του έρωτα
και η καρδιά μου κρύα.
η.
Το είδωλό μου
μέσα στον καθρέφτη
σαν νεκρή φύση.
(Από την ενότητα: «Παίγνια και Σάτιρες»)
*
Αν ο Πενθέας
λεγόταν Νηπενθέας,
ίσως να ‘χε γλιτώσει
τη σφαγή.
*
τω αγνώστω ποιητή
Πέρασε τη ζωή του,
Γράφοντας ποιήματα
Με τη γομολάστιχα.
*“Ό,τι περιγράφω με περιγράφει” -ποίηση δωματίου”, εκδ. Γαβριηλίδης 2010.
Palinodiae: Γράψτε – Συμμετέχετε – Συνδράμετε
Κυκλοφόρησε η “Θράκα” τεύχος 5-6
Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα
Οικογενειακό νεκροταφείο
Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά
η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
τους πεθαμένους
***
Μήκος χρόνου
Στον Μιχάλη Γκανά
Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια
και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά
και εσύ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά
θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.
Εκείνος θα ‘ρχεται απ΄’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα
-ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά-
και συ με τον ανάπηρο σουγιά
θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.
Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης
θα ν’όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς
κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς
στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης
*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο’, Τυπογραφείο “Κείμενα’, Αθήνα 1983. Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://poiein.gr σε επιλογή Σπύρου Αραβανή.
Νότης Γέροντας (Άλλο ένα σύννεφο με παντελόνια…)
Είμαι ένας σκύλος που τρώει σκατά
Όμως είμαι και ήλιος γεμάτος απορρίματα
Έχω στα σωθικά μου τα πρωτόζωα της θάλασσας
Στη σκέψη μου τρέχει η φλέβα της αγαπημένης μου
Όμως σιχαίνομαι τον ουρανό
Αν και σέβομαι τα σύννεφα
Σέβομαι επίσης τις καρέκλες
Και τους καναπέδες
Όλες τις κατσαρόλες μου
Θα τις δώσω στο Θεό
Να βράσει τα ποιήματά μου
Να φάνε ζουμάκι οι άγγελοι
Και θα ανάψω κεράκι στη μνήμη του
Και θα του πάρω
Αεροπλάνο να τριγυρνά αδειανό στον ουρανό








