Γιώργος Λίλλης, Κατακερματισμένη απολογία μες στο σκοτάδι

Emil Nolde, Prophet

Emil Nolde, Prophet

Οι παγωμένες σκιές και η ανάσα.

Που είχε κάνει σχοινί τη φωνή και θηλιά

το άγριο σούρουπο των ματιών·

των ματιών μου το παγωμένο οροπέδιο.

Κι ας ήμουν μόνος

κι ας ήμουν στο σκοτάδι μόνος

το σκοτάδι που από μελάνι γίνεται λέξη κι από λέξη

σπιτάκι μνήμης στη λευκή πεδιάδα

το σκοτάδι που ανοίγει την πορτούλα

πίσω ακριβώς απ’ το θώρακα και μετρά

το υπόλοιπο της ζωής· αν η μπαταρία

αρχίζει να σκουριάζει

κι άλλα τέτοια παρανοϊκά

σαν να ορμούν δέντρα και νερά

πολλά νερά μες το δωμάτιο.

Φοβισμένος τυλίγομαι μέσα·

γιατρεύομαι σ’ ενύπνια που δεν αγαπούν το φως.

Και με κοιτάζουν.

Περιεργάζονται το σχήμα μου, ελέγχουν την πείνα μου για φυγή

καταδυναστεύουν την όραση μου. Μόνο ένα κομμάτι

ουρανό. Κι αυτό όχι κατάδικο μου. Κι άλλοι δίπλα μου νηστικοί και μόνοι

εκλιπαρούν και το μοιράζω λοιπόν το κομμάτι.

Μ’ έχουν πιάσει και φωνάζω βοήθεια

σώστε τα μελάνια μου

σώστε τις σκιές μες τις λέξεις

αφήστε ν’ αφουγκραστώ την ανάσα

την ανάσα μου καθώς βασανίζεται

ν’ ανέβει από τη σπηλιά του λαιμού κι όπως σπάζοντας

να σκορπά φωνή

χιλιάδες τρομαγμένες νυχτερίδες δίχως φεγγάρι σαν σε όνειρο·

μεγάλο τρομακτικό όνειρο:

Το δωμάτιο δίχως τοίχους σ’ ένα λιβάδι.

Μοιάζω με μυρμήγκι στα χέρια

άγριων εφήβων που με γυαλί αντίκρυ

στον ήλιο προσπαθούν να με κάψουν.

Παγιδεύομαι και βγάζω κραυγή, ώσπου

γίνεται από το στόμα μου σχοινί.

Δεν ξέρω που καταλήγει

μα έτσι τεντωμένο πιάνομαι

και με δύναμη σκαρφαλώνω.

Ένα καράβι περιμένει. Πλέουμε

σε μια θάλασσα που στο βάθος τελειώνει.

Ακολουθούν σμήνος ιπτάμενα ψάρια.

Μην έχοντας άλλη εκλογή πέφτω στο νερό

και βρίσκομαι ξαφνικά να κολυμπώ σ’ ένα μπουκάλι.

Φιγούρες ανθρώπων γύρω απ’ το τραπέζι.

Κάποιος δίχως να με προσέξει έτσι όπως πάσχιζα

να κρατηθώ στην επιφάνεια με ρίχνει στο ποτήρι

με πίνει. Βυθίζομαι στο σκοτάδι, ώσπου φτάνω

σε μια ολόφωτη αίθουσα γεμάτη κόσμο.

Δίχως να καταλάβω βρίσκομαι

στην αγκαλιά μιας κοπέλας. Με οδηγεί

σ’ ένα δωμάτιο. Κάτι με τραντάζει ρυθμικά.

Είμαστε ακριβώς στην καρδιά του, ψιθυρίζει.

Βγάζει τα ρούχα και ξαπλώνει

γυμνή πάνω στο κόκκινο. Τη βλέπω να κόβει

προσεκτικά την καρδιά του άτυχου που με κατάπιε

να μου προσφέρει.

Κι όπως τρομαγμένος φεύγω βλέπω.

Γονάτισαν τα σπίτια στις σκιές τους

καταπλακώθηκαν από σκοτάδι.

Παρατηρούσα άναυδος πως

μερικά μην αντέχοντας

την οδύνη του εξευτελισμού αυτοκτονούσαν

με τα καλώδια της ΔΕΗ.

Οι δρόμοι ζωντάνευαν, ασφάλτινα φίδια

ορμούσαν στ’ αυτοκίνητα·

στις ερημιές του αντικρινού λόφου

το τελευταίο δάσος παραδιδόταν στη στρατιά

των κεραιών της τηλεόρασης

δάση πυκνά από σίδερο, φυλλωσιές από ατσάλι

περιμένοντας να φωλιάσουν

τα πρώτα μεταλλαγμένα πουλιά, βγαλμένα

από τα εφιαλτικά όνειρα του Χίτσκοκ.

Κάποια γυναίκα φυλακισμένη

πίσω απ’ το παράθυρο

αποφασίζοντας να θυσιαστεί

παρά να χωθούν βαθιά μέσα της

τα χρώματα που σκορπούσε

το τοπίο πάνω της

έπαιρνε ψαλίδι

και κόβοντας τα μακριά της μαλλιά

τα σκορπούσε

ώσπου λες κι αυτό ήταν

το μοναδικό βάρος που την κρατούσε

ανυψωνόταν και χανόταν.

Η τρέλα καραδοκούσε κάτω από το κρεβάτι μου

τέρατα που είχαν φράξει την είσοδο του δωματίου

ενθρονισμένα…

Βγαίνω απ’ την κρυψώνα σε τοπίο αχανές.

Φοβισμένος πως κάποτε θα έρθουν.

Κι επικαλούμαι το σκοτάδι να τους κάνει να μη βλέπουν.

Το σκοτάδι μου. Και βλέπω. Να μπαίνει

όλη η θάλασσα.

Και να μην πνίγομαι.

Ενυδρεία ασφαλή

ενάντια σε πληγές από πένες αιχμηρές και αιμοβόρες.

Που το ξέρω. Με θέλουν.

Πανεύκολα θα με διαπεράσουν και θα μ’ αφήσουν έτσι

τρυπημένο από παντού όλοι

να βλέπουν.

Και φτάνω. Κι όπως ανοίγω στην τύχη

Διαβάζω σαν σε ημερολόγιο. Και τρομάζω. Είμαι εγώ

τα πρόσωπα κι είμαι

εγώ αυτός που γράφει. Και διαβάζω ό,τι γράφω

δυνατά διαβάζω

και μ’ ακούν

– Ξημέρωσε. Όπως χθες, όπως τόσα χρόνια, τόσους αιώνες. Η νύχτα που πέρασε άφησε πάλι τα σημάδια της πάνω μου. Δεν θα ξανακοιμηθώ. Θα μείνω έτσι από πείσμα ξάγρυπνος μέχρι τέλος. Ξάγρυπνος μέχρι τον ύπνο της νύχτας, του ονείρου και του ίδιου του ύπνου. Κάποτε θα νυστάξουν, κάποτε θα βαρεθούν, θ’ απελπιστούν, και θα κοιμηθούν. Θα το κάνουν. Και θα είμαι ο μόνος που θα το δει. Ξύπνιος και μόνος. Κάνει ζέστη. Κοιτάζω το ρολόι περιμένοντας να χάσει το ρυθμό του για να έρθει το τέλος του χρόνου, των μηνών, των ωρών, των λεπτών, των δευτερολέπτων. Να σβήσει ο χρόνος και να πετρώσω εδώ δίπλα στο παράθυρο με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι. Μπροστά στον καθρέφτη. Μεταίχμιο οι δυο όψεις μου και στη μέση το γυαλί. Που βρίσκομαι; Γιατί είμαι εδώ; Ποιος είναι αυτός που κοιτά μέσα στον καθρέφτη; Πολλοί άνθρωποι σκοτώνονται. Πολλοί τρελαίνονται. Πρέπει να υπάρχει κάποια αιτία για όλα αυτά. Μοιάζω με το τίποτα. Και πως μοιάζει το τίποτα; Ποιος κατοικεί μέσα μου; Μισός θεός, μισός διάβολος ή τι; Είναι δοσμένα όλα λένε οι μυημένοι. Που; Πως; Πότε; Αυτός ο τόπος είναι γεμάτος μυστικά, κρυμμένα, τέλεια καμουφλαρισμένα, καλά προστατευμένα. Μόνο οι άγγελοι μπορούν να τ’ αγγίξουν. Μονάχα αυτοί να μου λένε: «Πιάσε στα χέρια σου την άμμο. Αυτή που τόσα χρόνια κοιμάται σε τούτο το ακρογυάλι. Μπορείς να τη νιώσεις;» με ρωτούν, «μπορείς να την απαριθμήσεις; Πόσο μικρός είσαι για αριθμούς.» Είμαι ανοιχτός σαν τον ουρανό, ανοιχτός σαν τη θάλασσα. Πόσες ζωές μου έχουν μείνει; Χθες, σήμερα, αύριο. Εικόνες δίχως αφορμή. Σάββατο σήμερα. Πως πέρασε τόσο γρήγορα ο αιώνας; Πεταμένες γόπες στο πάτωμα. Ρούχα, παπούτσια, το σεντόνι, το κρεβάτι, η καρέκλα. Ειρωνεία. Ποιος μπορεί να περιγράψει τον εαυτό του χωρίς να πει ψέματα; Μοιάζω με χιλιάδες υπάρξεις, με χιλιάδες αισθήσεις. Κλειδώνω την πόρτα. Αισθάνομαι σαν πέτρα. Ανίκανος για κάθε αντίδραση. Οι βροχές, τα λιοπύρια και οι χειμώνες, με αγγίζουν μα δεν μιλώ. Μπορείς να αισθανθείς την αγωνία μου να κοιτώ, να αισθάνομαι και να μην μπορώ να αντιδράσω; Το νιώθεις; Ευτυχώς που υπάρχουν και τα όνειρα να μας ζωγραφίζουν τα μάτια. Παρόλο που κουράζονται κι αυτά νιώθοντας την ανασφάλεια του κενού…

Στο σκοτάδι μετέωρος. Σαν να ‘χει το φιλμ σταματήσει στο Pause.

Το άγριο μάτι του βορρά πάνω στα τζάμια

κι ακούω μέσα μου ακούω τις κρυφές φωνές να εκλιπαρούν να μην ενδώσω

όσο κι αν τα βέλη ανοίξουν τη σάρκα.

Κι οι τέσσερις τοίχοι. Το αντηχείο του φόβου·

Είναι αδύνατον να προσαρμοστώ στην πραγματικότητα που εισβάλλει

νιώθω το βάρος να με βουλιάζει μέσα στο πάτωμα και να χάνομαι

στις ρίζες του σπιτιού, έτσι που ο Αχέροντας κι όλοι οι νεκρόφιλοι

με περιμένουν μ’ αναμμένα κεριά στην απέναντι όχθη

κι εγώ φωνάζω όχι, όχι, όχι, και βυθίζω τα χέρια στο χώμα κι αυτό ουρλιάζει

σηκώνεται όρθιο και με πετά μ’ όλη τη δύναμη προς το μέρος τους με πετά.

Ώσπου τον βλέπω.

Κοιτάζω γύρω. Όλοι φευγάτοι. Μονάχα αυτός παίζοντας μ’ ένα

χαρώνειο νόμισμα. Ο Τειρεσίας. Και πλησιάζω. Ήρεμος πια.

Σχεδόν γαλήνιος.

« Αν τραυματίσεις το όνειρο βγάζει αίμα;

Ποιες μυρωδιές έχουν κλείσει μέσα τους οι μνήμες;

Όταν οι ήχοι δεν ταξιδεύουν που κοιμούνται;

Τι χρώματα κρύβει ένα πεθαμένο ποτάμι στα χέρια του καλοκαιριού;

Και πως η μυρωδιά και μόνο της βροχής στον αέρα το ανασταίνει ξανά μες το

φθινόπωρο;

Και γιατί όταν πεθαίνει ο άνθρωπος δεν ξαναζωντανεύει όπως το ποτάμι;

Τι τρώει η σελήνη όταν πεινά τα μεσάνυχτα;

Ακούγονται απόηχοι μυστικών φωνών μέσα στον ύπνο σου;

Μπορούν οι λέξεις να κρατήσουν τη γεύση σου μετά το θάνατο σου;»

με ρωτά με απόλυτη σοβαρότητα.

Δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω.

Και μια πικρή γεύση πεθαμένου τριαντάφυλλου

με παίρνει για τη στέγη των χαμένων χαδιών.

Στο σκοτάδι μετέωρος. Μ’ όλα τα εργαλεία της γραφής

Βαθιά μου μπηγμένα. Να βλέπουν τα βροχερά μου

μονοπάτια ως τα κάτω.

Νομιμοποιώντας του απόλυτου μηδενός την επινόηση

στα ήσυχα νερά του ύπνου

μες στο θάνατο·

το κέλυφος μιας νεκρής χελώνας στην ερημιά

και το αντίθετο σκηνικό με το γεράκι να ταΐζει τα πεινασμένα του νεογνά·

το ένδοξο σχεδιάγραμμα της πλοκής της ζωής

και της κατάληξης της.

Κι όπως χορεύει στο στήθος μου ο άνεμος

Βασιλεύουσα σελήνη καλπάζουσα στα νερά αναδύεται χλομή·

το πιο βαθύ μαύρο στα υπόγεια της υπάρξεως

με πλήρη υγρασία τα πνευμόνια μου αιμορραγούν μέλλον

ποτάμι λατρευτικό της ροής

κι άγριο

ανοίγοντας διόδους στο σφαλιστό μου οικόπεδο·

πυκνές τσουκνίδες όνειρα και αγχώδη δευτερόλεπτα

στο κουρδιστό ξυπνητήρι του μυαλού μου.

Έχουν και τα όνειρα ολισθηρότητα. Πέφτουν στην ουτοπία

και δολοφονούνται από την απόλυτη πεποίθηση της βαβυλωνιακής τους διάστασης·

νευρώσεις – Alptraum –

κι όπως σκοτεινιάζει στη θεαματική βιτρίνα μπήγονται

τα πρώτα εικονίδια του μέλλοντος

στου θώρακα μου την περισυλλογή. Το σύνορο

της εκκωφαντικής πραγματικότητας.

Στα όνειρα μου πάντα κατοικεί το υγρό στοιχείο.

Το σώμα

είναι ένα χωμάτινο οχυρό που το διαπερνούν οι άνεμοι

σηκώνεται σκόνη η φωνή

και πέφτει ξανά στις αχανείς εκτάσεις της σιωπής.

Και ξέρω. Οι λέξεις

δεν με σώζουν.

Bielefeld, Φθινόπωρο 2002

***

O Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε το 1974 στη Γερμανία και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στο Bielefeld της Γερμανίας. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το δέμα της νύχτας (1999), Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων (2001), Στο σκοτάδι μετέωρος (2003), και Τα όρια του λαβύρινθου (2008). Το «Κατακερματισμένη απολογία μες στο σκοτάδι» είναι το τέταρτο και τελευταίο μέρος της συλλογής Στο σκοτάδι μετέωρος.

*Από το http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2009/06/blog-post_17.html

Rhie Azzam, For Lebanon

IMG_20150917_164909

I’ve been saying I’m going to write about this for weeks,

but the truth is,

I don’t know if I can

I don’t know how to make beautiful devastation.

See I hear “Lebanon”

I see red stripes and a cedar tree.

They tell me that 60 people were killed in a village outside of Beirut,

I see Aunt Ragida

The first female pharmacist in the history of Lebanon

I see a woman who overcame so much,

broke free from tradition,

and followed her dreams,

I see myself in the mirror at three years old,

she’s in front of me,

wiping her make up off of my face,

laughing, joyous, loving.

They broadcast the score

Israel-29 Lebanon-300

I see Uncle Osmat,

the one I’ve spoken with my whole life,

the one I’ve never met because

he was fighting this battle the year I was born.

I hear his voice, “anuphebic, habiti”

He tells me his home is gone

I see her,

it’s 10:30, it’s been a long day, and all she can think about

is brushing her teeth

14 yrs old,

with a head full of dreams she can never chase,

hearts she will never break,

knowledge she will never share,

in a bomb ridden slumber,

she’s no longer here.

I don’t want more people to die,

I don’t want devastation for my family,

I read about 100,000 people having no place to call home,

and I picture

5 adults, 6 children,

1bed/1bath

over a pharmacy.

The thing is,

there is no solution.

there is no hope

this war on terrorism has cost me my hope

my country is killing my people

and i am more helpless than i have ever been.

and what is war but

terrorism with a bigger budget?

I want to scream, shout, tear the roof off

but what’s the use?

My anger gets me nowhere but angry,

my hate won’t save my heritage

these are all emotions not worth feeling anyway,

because there is nothing i can do to save them

and bitching about it gets me nowhere.

i pray

i pray to Kali, Buddah, Christ, God, Nefertiti, Diana, Lakshmi, Thor, Zeus, Mohammed, Allah, Yaweh, I pray to the god in all of you,

I pray my family lives to see tomorrow,

I pray my cousins will be granted the luxury of life,

I pray my aunt becomes a grandmother,

I pray to God they get through this.

I want the world to see,

I want every executive, vp, banker, homeless, broken hearted, cynic, idealist, poet, artist, musician to see

that this isn’t some nameless, faceless fight,

this is life,

and it deserves better.

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/10/i-wish-id-written-this_23.html

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ποιήματα

1385863_436962753080922_717177922_n

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα
είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων
πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια
ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα
είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων
και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα
δεν είχα γονείς ούτε ιστορία
θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε
και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα.
Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο
στην μέση εκεί του πουθενά
να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια.
Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου.
Κάτι παλιό τότε κατέρρευσε με θόρυβο
και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο.  

***

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΟΡΧΙΔΕΑ ΟΛΟ ΘΑΛΑΣΣΑ

Στον κόσμο του άλλου
μπαίνεις τρυφερά
γυμνός όπως σε Ιερό.
Είναι μια ορχιδέα όλο θάλασσα.
Βρέχεις τα πόδια σου στα βελούδινά της πέταλα.
Χαίρεσαι και φοβάσαι.
Γνωρίζεις.
Πως κάθε ορχιδέα ανοιγοκλείνει στους χτύπους της καρδιάς
είναι μυστική και αρχέγονη
και πως μέσα της αλλάζεις.
Ύστερα από αυτό ποτέ δεν θάσαι ο ίδιος.

***

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Ο ξύλινος κούκλος που άκουγε στο όνομα Πινόκιο
ποτέ δεν τα κατάφερε να γίνει αληθινό αγόρι
έχασε μικρός την μάνα του
τον κατάπιε μία φάλαινα
δεν έμαθε ποτέ του να πενθεί.
Αφού τον έβγαλε από τον Λαβύρινθο
μόνη εγκατέλειψε σε ένα νησί
την Αριάδνη ο Θησέας
«μου έδωσες χαρά και ελπίδα,
γι αυτό αιώνια θα σ’ ευγνωμονώ»
της φώναξε από το καράβι του
κουνώντας το μαντήλι.
«Ηταν μόνο μια στιγμή υπέρβασης»
απολογήθηκε στην Φωνή ο Αδάμ
«άλλωστε Εδέμ σημαίνει ασφάλεια,
ισορροπία και τάξη
κι εγώ ήμουν ανέκαθεν νομοταγής,
αυτήν να διώξετε, την μάγισσα»
και έφτυσε το μήλο του.
«Σε σένα πάντα θα γυρνάω» είπε στην Πηνελόπη ο Κλώνος.
Παρίστανε τον Οδυσσέα ενώ ήταν ένας ακόμα απρόσωπος μνηστήρας.
Πες μου λοιπόν εσύ
που ήσουν κοινωνός του Μυστηρίου
εκείνη την Παρασκευή στο όρος των Ελαιών,
στο αεροδρόμιο πριν από την τελευταία πτώση
πόσα αργύρια εισέπραξες
για εκείνο το φιλί που μούδωσες στο στόμα;

***

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ (ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

Αν φανταζόσουν άλογο;

Θαλασσινό.
Και αν σκάλα;
Στο χείλος του γκρεμού.
Και σπίτι;
Κάπου μαζί.
Και έρωτας;

Αυτό που τελικά δεν ζήσαμε οι δυό μας.

*Από το http://travelling-through-books.blogspot.com/2011/09/blog-post_06.html

Βάσσος Γεώργας, γαλάζιες παρελάσεις

10440901_10205179703668051_4451413909431548493_n

[γαλάζιες παρελάσεις
αρρώστια της γενιάς μου]

μ΄αυτή τη πίστη πως δήθεν κερδίσαμε
επί της ουσίας μια πατρίδα γκρεμισμένη
τέτοιο κακό δεν έχω ξαναδεί να ζηλεύω
ερωτευμένα ζευγαράκια που φιλιούνται
στο δρόμο και να μη τους καίγεται
καρφάκι για τη κοινή γνώμη
και τους καθοδηγητές της
– η ιστορία κοινή παρακαταθήκη
συνείδηση του αθώου ανθρώπου
εκεί που τελειώνει η αλήθεια αρχίζουν
τα μεγάλα λόγια – κι έζησαν αυτοί καλά
και εμείς καλύτερα
στις απλές χαρές της απέναντι πολυκατοικίας
ανάξιος ηδονοβλεψίας επειδή δεν με πιάνουν
τα χάπια για την αϋπνία και τη κατάθλιψη
με όλες μου τις ψυχικές αρρώστιες αγιάτρευτες
να περιφέρονται ο όμηρος ο λόρδος βύρωνας
και ο σολωμός με την επιτήρηση πολλών
δασκάλων του κατακλυσμού του γένους
σε κιτς παρέλαση στην υπό αναμόρφωση
οδό πανεπιστημίου και να ανεμίζουν σε άσφαλτο
μαύρη για αντίθεση κόκκινες σημαίες
σε πανηγύρι προσκύνημα με τη φιλαρμονική
να παίζει κι ενώ το δάσος του καιρού μας
να καίγεται από την απάθεια μου
σε βαθμό σικέ πρωταθλήματος γ’ εθνικής
να τεντώνω τα αυτιά μου μη χάσω ούτε λέξη
από τα μεγάφωνα και τις προεκλογικές ομιλίες
μαλάκα οπαδό σήμερα που με κατάντησαν
με ανύπαρκτο το εισόδημα να χαίρομαι
τον ηττημένο απ΄την άγνοια βίο μου

Fernando Pessoa, Γράμματα στην Οφέλια

gramofel180

Του Διονύση Μαρίνου

Fernando Pessoa, Γράμματα στην Οφέλια
Εκδ. GUTENBERG
Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα

Ο ποιητής γυμνός, ερωτευμένος, τσακισμένος

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ με τη Λουίζ Κολέ. Ο Τζέιμς Τζόις με τη Νόρα. Ο Χένρι Μίλερ με την Αναΐς Νιν. Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ με τη Μαίρη Γουέλς. Ο Πάμπλο Νερούντα με τη Ματίλντε Ουρούτια. Και φυσικά ο Φερνάντο Πεσσόα με την Οφέλια Κεϊρός. Ποιο ένστικτο (ταπεινό, σκαμπρόζικο, φιλοπερίεργο ή, μήπως, σκανδαλοθηρικό) μας προκαλεί να σκύψουμε στην ιδιωτική σφαίρα των συγγραφέων και να σκαλίσουμε τις κρυμμένες πτυχές των βίων τους – ιδιαιτέρως εκείνες που αγγίζουν τη ρόδινη περιοχή του έρωτα;

Υπό τον κίνδυνο τούτη η οξυμμένη περιέργεια να προκαλέσει πλείστες όσες απομυθοποιήσεις για την εξιδανικευμένη εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας, τα τοτέμ λογοτεχνίας, αίφνης, εμφανίζονται τρωτοί, ανθρώπινοι, ηδυπαθείς, κόλακες, κοινοί ερωτιδείς αλλά και πνευματώδεις, ρήτορες του μεγάλου –και ιδανικού– έρωτα, έμφοβοι μπρος στην απόρριψη, τρομαγμένοι στην πιθανότητα το σώμα να υποσκελίσει την πνευματική εργασία τους.

Στα «Γράμματα στην Οφέλια», ο Φερνάντο Πεσσόα δεν είναι ο γνωστός Πεσσόα αλλά ούτε και κάποιος ετερώνυμός του. Ίσως, δίχως να το επιδιώκει, όντως, μέσα από αυτές τις επιστολές προς μια γυναίκα, να εμφανίζεται ένας… ενδιάμεσος ετερώνυμος του Πορτογάλου. Αδιαμόρφωτος ακόμη, νεφοσκεπής, περιδεής αλλά και παιγνιώδης ταυτοχρόνως.

Η επιστολική (και όχι μόνο) σχέση του Πεσσόα με την κατά πολύ μικρότερή του Οφέλια είχε διάρκεια 16 χρόνια και είναι χωρισμένη σε δύο βασικές περιόδους. Η πρώτη είναι των ρόδων και του… μελιού και η δεύτερη του ρήγματος και του αποχωρισμού. Και στις δύο, όμως, ο μέγιστος ποιητής έχει αποστερηθεί το στεφάνι της ποιητικής του δόξας και εμφανίζεται… γυμνός, σωματικός και πλήρης συναισθημάτων. Αν και το ερωτικό στοιχείο δεν είναι ξένο στην ποίησή του, εντούτοις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «ερωτικός ποιητής» – τουλάχιστον με τη συμβατική ερμηνεία του όρου. Σε αυτές τις επιστολές, ωστόσο, ο Πεσσόα αφήνει έναν χείμαρρο ερωτικών καλεσμάτων, ακκισμών στα όρια της παιδικότητας και ιμερικών τόνων που δεν περιμένει κανείς να ξεχυθούν από έναν άνθρωπο με τη δική του εκκεντρική ιδιοσυγκρασία. Εντέλει, είναι ο ίδιος ο Πεσσόα, ένας άλλος, ή κάποιες φορές και ο ετερώνυμός του, Άλβαρο Ντε Κάμπος (αυτός ο σκληροπυρηνικός μηχανικός), που μετέχουν στο ερωτικό γαϊτανάκι. Ο Πεσσόα είναι ερωτευμένος, υποδύεται τον ερωτευμένο, παίζει με τα συναισθήματά του αλλά και με εκείνα της Οφέλια.

Μα, κι εκείνη, αν και δεν είναι πνευματώδης και δεν θα μπορέσει ποτέ να αφουγκραστεί το ηφαιστειώδες ταλέντο του αγαπημένου της, μετέχει του παιχνιδιού, ως ένα σημείο, με ανυπόκριτο πνεύμα. Ναι, φτάνει στο σημείο να συνομιλεί με τον «ανύπαρκτο» Άλβαρο Ντε Κάμπος, να τον εχθρεύεται και να προσπαθεί να αμυνθεί υπέρ του αγαπημένου της Νινίνιο/ Φερναντίνιο. Το όνειρό της είναι να παντρευτεί τον Πεσσόα, να ζήσουν μαζί κάτω από την ίδια εστία, να ακολουθήσουν μια συμβατική ζωή ως ένα συνηθισμένο ζευγάρι ερωτευμένων. Στο μυαλό της έχει δημιουργήσει μια «κουκλίστικη» εκδοχή στην οποία ο Πεσσόα, φευ, δεν θα μπορέσει ποτέ να ανταποκριθεί. Όντως, κάποια στιγμή η σύγκρουση με τον… άλλο του εαυτό θα αποβεί μοιραία για τη σχέση. Ο Πεσσόα δεν είναι άνθρωπος των συγχρωτισμών και της αμοιβαιότητας των αισθημάτων. Η μόνη σχέση που παραμένει μέσα του αδιασάλευτη είναι αυτή του δημιουργού, του ποιητή. Ακολουθώντας το πεπρωμένο του, δεν μπορεί να αποχωρήσει από τη σχέση, αφήνοντας την Οφέλια μόνη με τη ραγισμένη καρδιά της. Μέσα από μια σειρά καθημερινών συμβάντων, ερωτικών διαχύσεων, πληγωμένων κατηγοριών, αγαπητικών υποσημειώσεων, συμβουλευτικών παραινέσεων (μην πίνεις, του λέει εκείνη – να τρως, της λέει ο άλλος) και άλλων πολλών αποκαλύψεων, διαγράφεται ο κύκλος της σχέσης του Φερνάντο με την Οφέλια και, υπό διαφορετική οπτική γωνία, βλέπουμε τον ποιητή μέσα από τον άνθρωπο αλλά και τον άνθρωπο που είναι ταγμένος σε μια μόνο θωπεία: σε αυτήν της ποίησης.

Η μετάφραση ανήκει στην Μαρία Παπαδήμα, η οποία συγγράφει και ένα άκρως κατατοπιστικό επίμετρο για την ερωτική (έως σεξουαλική) πτυχή της ποίησης του Πεσσόα. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα και συγκροτημένη ανάλυση που συμπληρώνει την παρούσα έκδοση και εξηγεί γιατί τούτες οι επιστολές ενδέχεται να είναι κάτι παραπάνω από μια προσέγγιση από την… κλειδαρότρυπα, αλλά να φωτίζουν αυτό που πραγματικά ήταν και έμελλε να γίνει ο Πεσσόα στα κατοπινά χρόνια.

*Αναδημοσίευση από το http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1396_2268

Mirrors, bits & pieces

I Christina's avatarLetter Cravings

In the anger that grows inside,
in the happiness that shines and moves skies,
it’s you.
In your worst moment, in your best moment,
in your biggest fear, in your greatest joy,
it’s you.
And if in the darkness, you see colors,
and if in the love, you can’t find light,
it’s only you.
Either you flee, either you fight,
either you trust your own gut
and you choose that there is more for you to be
than simply right (!?)
or you just go with the flow
and wherever that will go, will go,
it’s all on you, it’s only you
that gives the meaning onto the phrases,
that fills the space and turns the pages
that remain blank by each presence
you haven’t witnessed by yourself
because others, and all the others,
are only real
because we are real, ourselves.
And if it weren’t for us to see,

View original post 69 more words

Θεόδωρος Μπασιάκος, 3 ρομάντζες σε μι μπεμόλ…

Θεόδ. Μπασιάκος

ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ…

Άρα

υ π ά ρ χ ω

σ’ αυτήν εδώ την κάμαρα

ένα φως τρεμάμενο αχαμνό

σ’ αυτήν την πόλη

σ’ αυτό τ’ αστέρι

σ’ αυτό τον έναστρο ουρανό

σ’ αυτό το σύμπαν 

το άπειρο

που ολοένα διαστέλλεται και διαστέλλεται

μες στο προαιώνιο τίποτα

και δεκάρα δεν δίνει αν υπάρχω / και σε σκέφτομαι
και δεκάρα δεν δίνει για την υπαρξιακή μου ανατριχίλλα

απόψε

(χίλια τόσα κοσμοτέρμινα μετά το ξακουστό BIG BANG

άλλα τόσα πάνω-κάτω πριν το big buff).

ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ

Είναι πόχω πουλήσει την ψυχή μου στο Διάβολο

μ’ αντάλλαγμα τί άλλο τη νιότη

την ατελείωτη νιότη

στο θλιβερό ετούτο δωμάτιο

με τα βιβλία και με τα τσιγάρα

με τ’ αλλόκοτα όνειρα

ακατανόητα ολωσδιόλου για τον μέσο αστό

με ξεκούμπωτο πουκάμισο και σηκωμένα μανίκια

εντελώς ανοιξιάτικος

με σένα στην αγκαλιά μου

με τ’ αγγούρια 

(τουρσί)

κι’ αυτά στο πρόγραμμα μέσα

με τη ζωή μπροστά μου όλη κι’ όλη δική μου

όλη δική μας, αγάπη μου.

ΡΟΜΑΝΤΖΑ
(ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ)

Δες!

Στο φεγγάρι φύτρωσ’ ένα λουλούδι

Όμορφο σαν την αγάπη μας

ή σαν μια επανάσταση

(π.χ. τον Μάη του ’68 ή τον Ισπανικό εμφύλιο…)

Ίσως σύντομα μαραθεί, δεν αντέχουν τα λουλούδια

στο φεγγάρι…

Αφού φύτρωσε όμως

θα πει πως μπορεί να υπάρξει ζωή στο φεγγάρι.

Αφού αγαπιόμαστε
κι’ αφού οι λαοί ξεσηκώνονται

θα πει πως μπορεί να υπάρξει ζωή και στη γη. Μπορεί.

(και μια ρομάντζα… ματζόρε:)
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ

Ι.
Χρυσοκοντυλιά πάνω σε όμπρα

το φεγγαρόφωτο της γρίλιας πάνω στη γυμνή σου πλάτη.

Στο κωλομέρι σου το σπέρμα μου ωσάν δάκρυ / σε εικόνα θαυματουργή.

Ιδωμένη από πίσω η αγαπημένη μου – ίδια η Παναγιά κλπ. κλπ.

ΙΙ.

Τ’ αστέρια στον ουρανό

Οι λέξεις στο χαρτί

Τα χύσια στα σεντόνια –
όλα την αγάπη μου τραγουδούν.

Αργύρης Μαρνέρος, Ποιήματα

consent-is

Όχι σ’ αυτούς που τύφλωσαν τον ουρανό
και κάνανε τον ήλιο μας ζητιάνο
Όχι σ’ αυτούς που τραγουδούν τους πόνους μας
πάνω σε χαλασμένο πιάνο.

Κανένας δεν θα τολμήσει
να σου περάσει αλυσίδα στο πόδι
αν δεν του δώσεις την ευκαιρία
να σου πάρει να σου πάρει τα μέτρα.

Οι περισσότερες Κυβερνήσεις
Χρειάζονται την αντιπολίτευση
Για να δικτατορεύουν δημοκρατικά.

Αυτός που είναι κακός μαθητής
της ιστορίας δεν έχει δικαίωμα
να γίνεται δάσκαλός της.

ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΑΣΥΛΟ

Σταματήστε
Τους φώναξα
Η πόρτα που χτυπάτε
Είναι κληρονομιά
Πανάρχαια
Σταματήστε
Τους φώναξα
Θα καλέσω το 100
Χαχανιτά
Χτυπήματα
Μ’ αξίνες και λοστούς
Σκέπασαν τη φωνή μου
Σταματήστε
Τα πριόνια κόβαν κιόλας
Τις κλειδαριές
Σταματήστε τους φώναξα
Κι άκοιξα όλες τις βρύσες
Να τους πνίξω.

ΠΑΥΛΑ

Κάθησε κάτω
Και γράφε
Κάνε κατάλογο
Κάθε γράμμα
Και μιά λέξη
Στο Φ
Μου είπαν να βάλω
( – )

Μα υπάρχει τους είπα
Μπορούμε να γράψουμε

ΦΩΣ

Μέσ’ το σκοτάδι
Με έπνιξαν
Όπως όπως
Δίπλα στην παύλα
Ανοίξανε παρένθεση

ΦΩΣ (Άχρηστη πολυτέλεια).

Εγώ συνέχισα.

Φ Καρφί μέσα στο στόμα
Ω Άγρυπνο μάτι
Σ Αναγκαστικό σιωπητήριο

Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΘΕΟΣ

Μου πρόσφεραν ένα θεό
Καμωμένο από γυαλί
Και μου είπαν προσκύνα
Προσπάθησα
Να συζητήσω να μάθω
Και μου είπαν προσκύνα
Αρνήθηκα γέλασα
Έκλαψα πικράθηκα
Και μου είπαν προσκύνα
Τότε άρπαξα το ομείωμα
το πέταξα στη γη

Και τό ‘κανα κομμάτια
Μέσα σε κάθε κομμάτι
Ένας μικρός θεός
Μέσα σε κάθε θεό
Ένα χαμόγελο
Μέσα σε κάθε χαμόγελο
Η εικόνα του εαυτού μου
Έπεσα και προσκύνησα

Τους μικρούς θεούς μου
Κ εγώ παρέμεινα
Ο ένας
Ο μοναδικός

Ποίηση στο issuu.com

photo_large

Για όποιον ή όποια ήθελε να δει συγκεντρωτικά τα ποιήματά μου, παλιά, νέα ή όπως αλλιώς, όσα από αυτά τουλάχιστον περιλαμβάνονται σε συλλογές, μπορούν να το κάνουν εδώ:

http://www.issuu.com/dimitristroaditis

Εδώ θα ανεβαίνουν στο εξής όλες οι επερχόμενες, μελλοντικές συλλογές.