Μάρκος Μέσκος, Σκόρπιοι στίχοι από το “Ψιλόβροχο”

hqdefault

Μνημόσυνο

Πέτρες σημάδια νεκρών πατούσαμε στον λόφο. ξάφνου

περίεργος κρωγμός (από την γκορτσιά την πικραμένη;)
Γύρω γύρω η Μπούκα. στα ψηλά βουνά οι σκοτωμένοι αθώοι.

Καίνε χαμηλά κεριά της χλόης η νύχτα καλπάζει αλλά πριν

ο κρωγμός του πουλιού βρισιά στην ηλιόλουστη μέρα.
Στο τέλος είπεν ο Γιάννης: χωρικός προσευχήθηκα εδώ.

μας διώχνει όμως το αίμα. λίγοι αντέχουν.

Πες μου χελιδονάκι πώς σχηματίζεις το λάμδα ανεβαίνοντας τον ουρανό;

Πέσε βροχούλα σιγαλά

με το νερό μαλάκωσε το χώμα
τα ράμφη των χελιδονιών να πάρουν

λάσπη για τη φωλιά τους.

Ένα δάχτυλο ένα φύλλο ένας σπουργίτης

δείχνουν τον άνεμο τον άνεμο τον άνεμο!

Τρυφερά μοσκάρια αντάμωναν στο λειβάδι

πρόβατα ενός μηνού κοιτάζονταν στα μάτια.
(μην άνθρωποι τάχα;).

*”Ψιλόβροχο”, 2000.

Αντώνης Αντωνάκος, Σφυροδρέπανα

sfyro1

1


Είναι αυτό το δάσος από γαμήλια δώρα

Από χαμό και ύπαρξη

Είναι αυτό το σεπτό μπράτσο της

Ανελέητο κάτω απ’ τη μπλούζα

Ένα θηρίο χρόνιας απουσίας

Μιαν ασυνέχεια των απολαύσεων

Γράφω τη νύχτα επιστολές

Τη νύχτα που σωπαίνουν οι συντεχνίες

Και γίνομαι μονήρης

Ένας θεός που τα γαμάει όλα

2

Ξεδιψάστε με ποιήματα

Ρουφήξτε μεδούλι από λάθος σώμα

Κρατήστε ενός σπασμού κραυγή

Μετρήστε την θερμοκρασία αισθημάτων και μη

Διηνεκώς νυμφευθείτε

Μέχρι να καρποφορήσει έξτρα δύναμη η φύση σας

Να μπείτε στον παράδεισο με χίλια

Σχεδόν στοργικά να κατεβάσετε το φερμουάρ

Δίχως σκέψεις

3


Εκεί στην άκρη των χειλιών η επιθυμία

Για να βγάλεις τ’ αγκάθια απ’ το κορμάκι της
Ν’ αφήσεις φιλί σάλιο και έρεβος

Τα ωραία έπεα πτερόεντα ελληνικά

Τα ωραία αλαζονικά νυμφίδια της νύχτας

4


Έχω ένα μαγαζί από σκέψεις

Μια φωλιά από σφήκες

Ένα κομματάκι πιπέρι κάτω απ’ τη γλώσσα

Έχω ένα Βόσπορο συλλογισμών

Κι άλλα ακατονόμαστα είδη

Κι έχω την επικαρπία τόσης τρέλας

Τόσο ποιητικώς ατελεσφόρου υλικού

5


Έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε

Ούτε λίγη αγριότητα μέσα στον καύσωνα

Ούτε λίγη καύλα τον Αύγουστο

Όμορφοι τόποι σαν τα μαλλιά σου

Τα πέταλα του μουνιού που ξεδιπλώνονται και μου δείχνουν το δρόμο

Ω έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε

Ούτε καν το περήφανο κόκκινο της μανίας του έρωτά μου

Ω έμπνευση σε παρωδώ, σε σκώπτω

Να μη χαθεί ο υποτροπιάζων λογισμός του ερωτομανή σε τεχνικές

Μη βγει ο μάστορας μπροστά για ποιητής

Η βέβηλη εισβολή της εμπειρίας

Σκέψεις μεγάλες για τον έρωτα μην κάνω

6


Νύχτα που φωτίζει το χνούδι σου το σεληνόφως

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή στο σύνδεσμο http://dromos.wordpress.com/2014/03/10/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B4%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1/

An Amazing and Powerful Poem by Warsan Shire

emily's thoughts's avatarEmily's thoughts

regugee girl  

Today I would like to share with you this amazing poem. Considering the current situation that takes place in my country and Europe in general as regards the thousand of refugees that running away from their homes,searching for safety and hope, traveling miles on foot to the crossing borders, when I read this poem it touched me deeply. Many of them won’t survive through their journey and probably nobody will return back to their country that violently left due to the war. They have suffered so much so long, we ought to help them as we can. Humanity has to take measures and act efficiently so noone forced to leave his home.

Home by Warsan Shire

no one leaves home unless
home is the mouth of a shark
you only run for the border
when you see the whole city running as well

your neighbors running faster than you

View original post 417 more words

Erma Vassiliou, Flamingos

Unknown

…are words with large wings
parrying through the wetlands of inner peace
the heights of my compassion
breaking my muteness with their colours
writing my verses with their feet

and in the night
I found their lexical steps
on the carpet
on the wall
and here they are
in the frame, composed as a poem
amusing my imagination
with their extravagant stillness
flamingos are reversing my time
sitting in the torso of the night
kneading your name with ground
the ground you touched
the ground you so much love
the deepness of your heart
you avoid to face
they will be up again
when fast asleep I travel to your calls

*From “FLEUR DE SEL He… for sentimental reasons”

Τάσος Λειβαδίτης. Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια

hopper

(απόσπασμα)

Η Ελένη, γυμνή, κυλιέται πάνω στο κρεβάτι, σχεδόν αδιάφορη για τον εραστή
ολότελα άγνωστη για τον εαυτό τους –σα να πάλευε να ξεφύγει το τεράστιο χέρι του Θεού,
που την έσφιγγε. Όταν τέλος, ύστερ’ από μια ολόκληρη περιπλάνηση στην αιωνιότητα,
ξαναγύρισε στο δωμάτιο 27 του ξενοδοχείου, φοβήθηκε απ΄ την ερημιά της
κι ανατρίχιασε. Και πήρε το σεντόνι και σκεπάστηκε.
Ο εραστής συλλογίζεται: «Έτσι κάνουν όλες, ντρέπονται ύστερα».
Δεν ήταν παρά ένας άντρας ατέλειωτα φτωχός, όπως όλοι εκείνοι
που πιστεύουν στον εαυτό τους. Ήθελε να ζήσει
και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ’ τη ματαιοδοξία.
Ενώ πίσω από κάθε τους φιλί, κρυμμένο, παραμόνευε το τέλος
οριστικό και αμετάκλητο
σα μια αριθμητική.

[…]

Κι η κρύπτη της, γυμνή, μοιάζει τώρα μ’ εν’ απόμακρο ρημοκλήσι
πνιγμένο στα χόρτα και τη μοναξιά. Ο άλλος, ο εραστής,
ήταν απλώς ο εραστής –σαν ένα κομμάτι θαμπό ζυμάρι που παίζουν τα παιδιά
φτιάχνοντας ένα σωρό απίθανα σχέδια. Ώσπου τελικά βαριούνται
και το πετάνε. Μα τα μεγάλα, σοφά, μητρικά χέρια μαζεύουν
αυτά τα παιχνίδια απ’ όλες τις γωνιές της γης
και τα σμίγουν με τα’ άλλο ζυμάρι και τα ξαναπλάθουν
σε αιώνιο ψωμί. Και τα παιδιά μεγαλώνουν
τρώγοντας την ίδια τους την παιδικότητα.

[…]

Γιώργος Φιλιππίδης, Από τη “Γαλάζια μηχανή”

dtbook150912

Επιστολή

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα τα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια· τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει· τόσο που καμμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου.

μέλι

Τα πρωινά κοιμάμαι. Δεν έχω όρεξη να ζω άλλο εδώ· ψάχνω για σπίτι (μάλλον όταν θα κατέβεις, θα με βρεις να μένω μόνος μου). Δεν γράφω πολύ, μεθώ όμως τακτικά, περπατώ πολύ, συνήθως μόνος, αράζω σε μπαρ μόνος, κάνω ασκήσεις τηλεπάθειας, αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα). Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο…

θάνατος

Υποκρίνομαι όπως πάντα, φρικάρω με τον εαυτό μου, παραλογίζομαι. Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα. Απλώνω τα χέρια μου στον ουρανό, ζω, δεν ζω, έχω δύναμη, δεν έχω, είμαι ευτυχισμένος,

πυγολαμπίδες

είμαι δυστυχισμένος, είμαι εγώ σε μιαν άκρη του σύμπαντος, είμαι εγώ σκυμμένος πάνω απ’ την άβυσσο, είμαι εγώ ταπεινός και αλαζόνας, είμαι εγώ συρματοπλέγματα γύρω στον πολτό της θάλασσας

τρέλα

«Δεν είναι αυτά για σας
που ζείτε ακόμη με το σώμα σας,
δεν είναι για ακοές που ‘χουν αυτιά από σάρκα»

Το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ στον Άμλετ
ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

Στο σπίτι που μένω είναι τώρα ένα βαθύ βαθύ πηγάδι από πέτρα. Είναι λερό και πάντοτε υγρό. Όταν σκύβω πάνω του, βλέπω κάτω χαμηλά τα σαγόνια του φωτός και νερό που λαμπυρίζει ανατριχιάζοντας το σώμα μου. Αν ποτέ θελήσεις να τα πούμε, σκύψε πάνω απ’ το δικό σου πηγάδι στην Perugia. Αρχίζω να υποψιάζομαι πως όλος ο κόσμος είναι οργανωμένος σ’ ένα γιγάντιο δίκτυο από τέτοια πηγάδια που επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους. Πρέπει να σεβόμαστε τις λεπτές μεμβράνες των νερών, ω, είναι τόσο εύθραυστες, σαν να μην μπορεί να τις απειλήσει τίποτα. Πρέπει να τις σεβόμαστε.

REALITY IS MAGIC

Βγαίνω στην Ιπποκράτους· είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη· πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη πέτρα, πολύ μακριά, μακριά από τα κόλπα των ανθρώπων.

*Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια μηχανή (με ένα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά και πρόλογο του Νάσου Βαγενά), εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000.

Γιώργος Δάγλας, Δύο ποιήματα

421362_354908191203907_100000541862318_1297153_1292240299_n

Η ΜΑΝΑ ΝΥΧΤΑ

Πλησίασε να καταθέσει τον πενιχρό της οβολό
στα πέτρινα χέρια των αγνοούμενων.
Εν μέσω αρχαγγέλων κι ανταρτών.
Με φανταχτερό διάδημα και κόκκινο βελούδο.
Οπλισμένη.
Ξυπόλυτη και ξάγρυπνη.
Πλησίασε ευλαβικά η μάνα νύχτα
κρατώντας την ανάσα στην προσμονή
της έκρηξης.
Πλησίασε κι έβαλε το λαιμό της
κάτω απ’ το λεπίδι των γνωστικών.
“Ας έρθουν τώρα”. Είπε.
“Ας έρθουν οι υπάλληλοι. Ας έρθει η πουτάνα η μέρα.
Από την Ιθάκη ας έρθουν. Κι από την Πέλλα.
Εγώ θα χωθώ, να κοιμηθώ λίγο, εδώ,
στις τσέπες των πουλημένων, των προδομένων,
των σακατεμένων απ’ αγάπη. Ας έρθουν”.
Απομακρύνθηκε. Άφησε πίσω τον τόπο του κρανίου.
Του κρανίου που σήμαινε:
Έτσι θα δοθείς στην κοινωνία. Ούτε λογοτεχνικά άλλοθι,
ούτε έρωτες θα σε σώσουν.
Όπως οι πρωθύστεροι
και οι μετέπειτα θα συρθείς στη δίνη μου.
Στο προσωπικό μου κενό θ’ αφομοιωθείς.
Απομακρύνθηκε.
Πίσω,
Σαν κομμένη ουρά φιδιού, σφάδαζε το πάθος.

*

Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.
Τρίχα ορθή. Αλαφιασμένη στο κεντρικό
πλακόστρωτο της Ρώμης.
Λόγια ακατάληπτα και μυστηριώδη έβγαιναν σαν
αφρός απ’ το στόμα της:
“Στην Αίγυπτο, στην Αίγυπτο. Καίγονται τα
όνειρα.
Λυγίζουν τα λιμάνια, σταυροφόρε. Γουρούνια
διοικούν το θόλο.
Καίγονται τα όνειρα”.
Στις σκήτες. Στις κρύπτες των αλχημιστών. Στην
έρημο και στον πόλο.
Είναι πίσω μου και ουρλιάζει. Με δείχνει μ’ ένα
χέρι κόκκινο
σαν φωτιά. Βγάζει φλόγες. Άνοιξε, γη. Άνοιξε!
(Απαρνημένος και καταραμένος κρύβομαι σ’ αυτή
την πόλη. Εξόριστος
κι ιερόσυλος. Σχεδόν γυμνός και σίγουρα βρώμικος.
Πάντα πιωμένος.
Δεν υπάρχει ταβερνιάρης που δεν με ξέρει, που δεν
μου λέει τον πόνο του κλαίγοντας.
Δεν υπάρχει σκυλί αδέσποτο που δεν μου κούνησε
την ουρά του. Οι πέτρες
δεν θα μ’ ανεχτούν πολύ ακόμα).
Ανακάλυψα την πλήξη των ηρώων. Το μεγάλο
ελάχιστο.
Ύστερα, τον καιρό της παλίρροιας, έγραφα αυτά.
Και ξανά η πτώση των
άδικων χρόνων. Τώρα στη Ρώμη, η ακατάσχετη
επιθυμία της διήγησης.
Έλεγα λοιπόν γι’ αυτή τη γυναίκα-φάντασμα:
Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι», Εκδοσεις Ελλέβορος.

Tonia Andollina, Έχω από καιρό παραιτηθεί

12195780_916874338391275_7497974484937454062_n

Έχω από καιρό παραιτηθεί
της προσπάθειας να ενώσω
τα κομμάτια του παζλ
με την ένδειξη ”απόκρυφα μέρη”.
Όταν την ταίριαζα σε όλους τους εαυτούς,

σε όλες τις ανησυχίες μου

μέσα σε μια μπανιέρα.

Όταν υπήρχαν μυστικά και σημεία μου

που δεν ήθελα να μοιραστώ.

Ξεκινώ δανείζοντας έναν ώμο, έναν αγκώνα,

ένα γόνατο,μια παλάμη,

κάποιο κομμάτι του λαιμού μου.

Μέχρι σαν κισσός να απλωθώ πάνω σας,

κόβοντάς σας την αναπνοή.

Να βγω όταν τα φώτα της σκηνής αναβοσβήνουν.

Σάρκα γυμνή νευρική,

μπήγοντας βελόνες στα μάτια σας,

αφού έτσι κι αλλιώς

θα με τοποθετήσετε σε χαμηλό ράφι

στα μουσεία 
των πρησμένων παντελονιών σας

Άννα Νιαράκη, Από μηχανής θεός

νιαρ1

Στο Louis

Έβαλα πλυντήριο χτες.
Χωρίς πρόπλυση,
με ένα απορρυπαντικό που καθαρίζει στους 40 βαθμούς.
Και μετά έβαλα τα κλάματα.
Είχαμε απομείνει εγώ, το πλυντήριο,
το ψυγείο, η τοστιέρα, η κουζίνα και το καλοριφέρ.
Ευτυχώς, την ώρα που κορύφωναν οι λυγμοί
και οι στροφές του πλυντηρίου,
μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο ο γάτος μου
και νιαουρίζοντας θυμωμένα,
μου είπε να σου πω
ότι είσαι μεγάλη κουφάλα.

*Από τη συλλογή “Τετράδιο Πειραμάτων”, εκδ. Χαραμάδα, 2010. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύοται από το http://greekpoetics.blogspot.gr/2014/05/blog-post_12.html