Μαρία Θεοφιλάκου, Ποιήματα από τη συλλογή “ΑΝ(ΩΝΥΜΑ”, εκδ. Δωδώνη

%CE%91%CE%9D%5B%CE%A9%CE%9D%5D%CE%A5%CE%9C%CE%91

Δύσκολες ανατολές

Ανασαίνουμε νύχτα
ελεύθεροι, γιατί είναι μοναξιά
σε κάθε μας τυφλό βήμα,
τρεκλίζον
Κλείνουν τα θέατρα
Θεριεύουν οι σκιές
Οι αλήθειες αλαλάζουν στα βουνά
και πεινασμένες κατεβαίνουν προς την πόλη

Ανασαίνουμε νύχτα
Σφικτά ταμπουρωμένα σώματα
μα είμαστε πιο πάνω από τις σάρκες·
κείνες δεν είναι παρά μια αφορμή
Τα αγρίμια ας κοπιάσουν,
μας γνωρίζουν
Στα πόδια μας εμπρός
θε να κουρνιάσουν

Ελεύθεροι, γιατ’ είναι μοναξιά
από τη διαλεχτή
που αρνείται τις κρυψώνες
και σκίζει των αυλών τα δηλητηριασμένα ρόδα,
έτσι εισπνέουμε τη νύχτα
πηκτή στο λάρυγγα
στο χνώτο όμως ρημάδι
και βγάζουμε το πρώτο φως

***

Η Πόρτα

Με το πρώτο σκοτάδι που θα πέσει
θα ονειρευτώ μια πόρτα δίχως τοίχους
κι απ’ όπου θέλω εγώ θα την περάσω
ενώ ένα μάτι αγριεμένο θα κοιτάζει

Ξύλο γδαρμένο,
το χρώμα σε σημεία ξεφτισμένο,
θε να βαστά αυτή τους δρόμους όλους
και πίσω της κι εμπρός της

Καιρό άμα σηκώσει
πάνω της το κορμί μου θα γαντζώσω
τόσο που σα μαρμάρινο να μοιάζει
να μη γνωρίζω αν έφτασα ή αν αρχίζω

Με το πρώτο σκοτάδι που θα πέσει
και πριν οι τοίχοι να υψωθούν προλάβουν
θα ονειρευτώ μια πόρτα μες στο δρόμο
που αλλιώς θα ‘πρεπε μόνη να αλλάξω

***

Σελήνη

Τις Κυριακές μου εδώ και το ταλάντεμα διστάζει
εμπρός στην παγερή μαχαίρα της σελήνης
Κόσμος με βήματα ελαφρά διαβαίνει,
μα είν’ ένα πέλαγο κουτσό, δίχως ακτή, που μένει

Να ’ναι το φως του απόβραδου
κάποιο σημείο ζοφερό που μ’ αποδοκιμάζει
Ή κάποια ωδή στην αμεροληψία του
για τα έργα μου, που διόλου δεν το μέλλουν

Νύχτες ασπρόμαυρες ζυγώνουν στα σκαλιά μου
Κι εγώ σαν τρίξει φονικά ο σύρτης
θα ξέρω πριν τις δω στο ημίφως
αδέρφια ότι είν’ των πλουμιστών φαιδρών

Πως ό,τι ήταν έρχεται και ό,τι είναι μισεύει
Όπως αργόσυρτα σημαίνουν οι καμπάνες
Στην χάση του έναστρου και των ανθρώπων
Στο γιόμα εδώ του ετερόφωτου

***  

Ο ξένος

Μοιράστηκα μαζί σου μια σιωπή
που ‘χε ακουμπήσει στα χείλη του γκρεμού
σ’ ένα άδροσο λίκνο
προτού να γεννηθούν οι λόγοι,
ούτε σωστά ούτε παράδοξα,
σα μια φυγή να μας περίμενε εκεί
Ξέχωρα και τους δυο,
χαμένους
Κι όμως μαζί

Εσύ δεν τρόμαξες εμπρός στ’ άγνωρο βλέμμα,
και δε φοβήθηκα βουβά να σε κοιτάξω
σα μια φυγή να μας περίμενε εκεί
 πιο κάτω όπου βουλιάζανε τα στερεότυπά τους
 λέξεις, αβρότητες
οι τόσες στριγκλιχτές μιλιές
που αρθρώνονται κι ορθώνεται
η μαύρη τρύπα της ψυχής

Εγώ κι εσύ σιωπήσαμε
όπως σηκώνει άγκυρες το πλοίο που σαλπάρει
όπως ψυχραίνονται οι ταξιδευτές
το χάραμα που αρχινούν το όργωμα των τόπων
Κατά πώς να ‘ταν φυσικό ανάμεσά μας

Μοιράστηκα μαζί σου τη σιωπή
που ‘χε περάσει από φεγγάρια ποθητά,
χείλια απόρθητα,
κι έφερνε γνώση κι ιστορίες μύριες,
μια υποψία συμβατού
και μια ντροπή των όσων κουβαλούσε
Κι όμως δεν έφυγε κανείς

Είναι που πήγαμε βουβοί προς τη φυγή μας,
εγώ κι εσύ,
και δεν καλύψαμε τα μάτια,
γι’ αυτό μπορώ και περπατώ γοργά τον κόσμο όλο,
μ’ ένα τριαντάφυλλο κλειστό,
με μια πατρίδα

***

Βικτώρια

Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου
Ούτε και τέρμα ν’ αποθέσω τα μπαγκάζια μου
Όλο τ’ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά ξανακυλάνε
Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν
μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη,
ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα
Κι εσύ αν είσαι φίλος
κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις
Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο,
αν φεύγει,
είμαστε μόνοι.

Κυριάκος  Συφιλτζόγλου, Στο σπίτι του κρεμασμένου, εκδόσεις “Θράκα”, 2015

Kiriakos_cover (515x800)

*Στη σειρά “ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ” #29, Γράφει και παρουσιάζει ο Αντώνης Ψάλτης.

Η βιογραφία των “επώνυμων”  και διάσημων ανθρώπων πάντα απασχολούσε τους υπόλοιπους. Είτε με μια αδιάκριτη περιέργεια, είτε με την αίσθηση ότι η γνώση λεπτομερειών του βίου θα συμπλήρωνε το παζλ της εικόνας, πιστεύοντας ότι έτσι θα εισχωρήσουμε στα άδυτα της ψυχής τους, και ότι πιο βαθιά και ουσιαστικά θα κατανοήσουμε το έργο τους. Πιθανώς να συμβαίνει, αλλά δεν γίνεται να βασιστούμε απόλυτα σε τέτοιες πληροφορίες που ενίοτε ακυρώνουν ολοκληρωτικά και άδικα το δημιούργημα.

Κάπως έτσι έχουμε να συνοδεύουν τα τυπωμένα έργα (λογοτεχνία, φιλοσοφία, πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφίες) και τα λοιπά δημιουργήματα των ανθρώπων της τέχνης και της (ας το πώ έτσι συμβατικά) φιλοσοφίας, οι επιστολογραφία τους, τα ημερολόγιά τους (συνήθως σε μετα θάνατον έκδοση), αλλά και ασήμαντες, ουσιώδεις ή όχι λεπτομέρειες από τον προσωπικό τους βίο. Γιατί, για παράδειγμα, να ασχολούμεθα και με τον έρωτα του Νίτσε που ήτο και έρωτας του Βάγκνερ, και να υποστηρίζουμε (ίσως και αναληθώς) ότι αυτή η ερωτική διαφορά και ρήξη της φιλίας να συντέλεσε (εκτός των άλλων) στο να γαρφεί το “Νίτσε εναντίον Βάγκνερ”.

Τα παραδείγματα είναι άπειρα. Όπως συχνά συμβαίνει το να γνωρίζουμε δια ζώσης έναν άνθρωπο, το έργο του οποίου εκτιμάμε, αλλά ο ίδιος ως καθημερινή φιγούρα να μας απογοητεύει.
Το 2004 ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός θα μας δώσει μια εκτενή συλλογή εξακοσίων εξήντα έξι (διαολεμένο black humor του ιδίου του Βλαβιανού) πικάντικων πραγματικών περιστατικών υπό τον τίτλο “britannica” (που ειπώθηκαν ή συνέβησαν) και αφορούσαν λογοτέχνες (κυρίως, αλλά όχι μόνο) όλης της υφηλίου και ανεξαρτήτου χρονολογίας. Έτσι θα πληροφορηθούμε και θα γελάσουμε με μια πλευρά των ανθρώπων έργα των οποίων θαυμάζουμε, κατανοώντας ότι ή επίπεδη σοβαροφάνεια και η αστική ευγένεια δεν είναι αναγκαστικο (ως διαβατήριο) ίδιον των ανθρώπων της τέχνης. [Ένα από τα πολλά και απολαυστικά επεισόδια που καταγράφονται στην “britannica” είναι η ειρωνική απάντηση του Σολωμού ότι δεν γνωρίζει κανέναν ποιητή Σούτσο, όταν ο δεύτερος με την ποιητική του ιδιότητα αιτούνταν να γνωρίσει τον πρώτο.]

Αντίθετα καλλιτεχνικές και προσωπικές εμμονές, μανίες, κακεντρέχιες, συμπλεγματικές συμπεριφορές και ιοβόλες απόψεις περικυκλώνουν και συμπληρώνουν την αλλοπρόσαλη εικόνα τους. Αυτά κι άλλα πολλά από τον απέρνατο θόλο της πραγματικότητας. Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου στο βιβλίο του “Στο σπίτι του κρεμασμένου” θα επιχειρήσει ένα αντίστροφο βήμα. Θα συνθέσει, δηλαδή, φανταστικά μικροεπεισόδεια, θα εμπλέξει ανθρώπους που χρονικά και τοπογραφικά δεν θα γινόταν να βρεθούν ποτέ μαζι, θα στείλει αποκόμματα επιστολών ο ίδιος σε άλλους, με άλλα λόγια θα συνθέσει μια φανταστική “μεταμυθολογία” (συγχωρήστε μου την φτιαχτή αυτή λέξη) των ανθρώπων – δημιουργών που (προφανώς) από λίγο ως πολύ τον απασχόλησαν.

Αντί λοιπόν να αποκαλύπτονται οι δημιουργοί μέσω πραγματικών περιστατικών, καλούνται να ανταποκριθούν σαν μαριονέτες στη μελάνι του συγγραφέα (αυτά τα πραγματικά ονόματα! Χάϊντεγκερ, Μπένζαμιν π.χ.) ως ήρωες εγκλωβισμένοι σε μυθοπλαστικά περιστατικά. Δεν προτίθεται ο Συφιλτζόγλου να εισχωρήσει με αυτό το λογοτεχνικό κόλπο στο ενδότερον του χαρακτήρα τους, λες και είναι ένας ψυχαναλυτής. Τα κείμενα του Συφιλτζόγλου στο “σπίτι του κρεμασμένου” δεν λειτουργούν ως “ντιβάνι”. Τα μικροπεριστατιά του βιβλίου σκηνοθετούν ένα πεδίο “λογοτεχνικής” βολής. Εκεί ο Συφιλτζόγλου θα περιγελάσει τους ήρωές του, θα τους χλευάσει, θα τους απευθυνθεί με αγάπη, με στοργή, θα τους προστατέψει από τις φτηνές “λογοτεχνικές φήμες” που εν είδει θαυμασμού τους περιβάλλουν και πολλά άλλα που θα τα διαπιστώσετε εντός του κειμένου Εν τέλει και ως εκ τούτου του σκηνοθετημέτου πυροβολισμού ο συγγραφέας αντί να αναρρωτηθεί [προς πιθανό παραδειγματισμό] για το τι έπραξαν οι εκάστοτε ήρωές του στην αληθνινή ζωή τους, θα αναρρωτηθεί για τον νόημα και την ουσία της ίδιας της δημιουργίας αλλά και για την καθημερινή υπαρξιακή και πρακτική συνέπεια (μέσα στο πολύπλοκο) του καθενός εξ’ ημών που επιθυμούμε να εγγραφούμε ως πολίχνεις του παγκόσμιου χάρτη της τέχνης.

Δεν είναι αναγκαίο αυτό το παιχνιδιάρικο πείραμα του Συφιλτζόγλου να οδηγεί στα δικά μου συμπεράσματα. Μπορεί ο συγγραφέας να μην είχε κάτι (οτιδήποτε) κατά νου, μπορεί απλώς να ήθελε, όπως το πρώτο “σπάσιμο” στις μπάλες στο μπιλιάρδο να ανακατέψει τυχαία μια τράπουλα προσώπων και συμβάντων και να αφήσει τον κάθε αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, να χτίσει τις δικές του σκέψεις. Μια εξ’ αυτών είναι και το κείμενο που διαβάζετε τώρα.

Η γραφή του Συφιλτζόγλου, όπως πάντα, υπαινικτική, ονειρική, σαρκαστική, μα πάντα με συνέπεια ρυθμού και εκπάγλου γλωσσικής λάξευσης, απλώνει το σεντόνι των “μικρού μήκους” αφηγήσεών του στο χαρτί έτσι ώστε γρατζουνιά καμία να μην πονέσει τα μάτια του αναγνώστη, αλλά να εισβάλλει στη σκέψη του καθενός ως σκλήθρα (ανα)στοχαστικού φωτός. 

The Poets I loved

vequinox's avatarManolis

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Το απροσδιόριστο χρώμα

Τα χέρια σου δίχως αφή
δεν ταξιδεύουν στον αιθέρα πια,
του ορίζοντα ν’ αγγίξουνε την κόχη.
Εδώ, στο θάμπος του μεσημεριού,
σταμάτησε ο χρόνος
τα σύνδεντρα ντυμένος σάρκας μεστής
σε άμμο μετουσιωμένης,
σκορπίζοντας ολόγυρα
εκείνο το απροσδιόριστο χρώμα,
που όσο φυσά ο άνεμος
γίνεται όλο και πιο λευκό,
τόσο λευκό, όσο τα κρίνα.

Από τη συλλογή Η νύχτα γεννιέται υγρή (1997)

View original post

Μιχαήλ Μήτρας, Δύο ποιήματα

Pelargoi

ΕΠΑΦΗ
την αγγίζει όταν αγγίζονται αγγίζει

αγγίζονται αγγίζεις τον αγγίζει

και με αγγίζει όταν αγγίζονται

αγγίζομαι αγγίζει όταν αγγίζει

αγγίζονται αγγίζονται την αγγίζει

με αγγίζει όταν σε αγγίζω και

αγγίζει αγγίζονται όταν την αγγίζει

αγγίζονται αγγίζεις όταν αγγίζεις

με αγγίζεις όταν σε αγγίζω με


*** 

Έργο Πάμπλο Πικάσο

Έργο Πάμπλο Πικάσο

ΜΕΤΑΦΟΡΑ

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας

και γυναίκα

σε κόκκινο

δωμάτιο


*Από το βιβλίο «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, 1982-2002, εκδ. Απόπειρα, 2004.

Στέλλα Δούμου, Οδυνηρό Φως

1934613_10153943077067369_8483213833055583095_n

{σαν σήμερα. Που έραψες τον χρόνο πίσω σου..} 



Mε φωτεινά δάχτυλα

τάματα ήλιου
τρυπούν το ζάμπλουτο μαύρο

της τιμωρημένης κάμαρας.

Τιμωρημένη

γιατί κράτησε αδιάφο
ρη
το σώμα του πατέρα

σιωπηλό και παγωμένο που

παρά τα κλάματα και τις ικεσίες

δεν άλλαζε κατάσταση.

Ώστε τα λόγια και οι ματιές

χτυπούσαν σε κάτι σκληρό

και ξαναγύριζαν ορφανά

και άχρηστα φέρνοντας

πόνο οξύ και ασίγαστο.

Στη θύμηση

αυτής της σκληρής και

απαρηγόρητης εικόνας

τα φωτεινά δάχτυλα

του μικρού σώματος του ήλιου

δεν σχεδιάζουν στο σκοτάδι της

κρύας κάμαρας

παρά τη μορφή του πεθαμένου πατέρα

που του ξεσκεπάσαμε το πρόσωπο

μόνον όταν το αυγινό φως

μας πρόσταξε πως ήρθε η ώρα

να πιστέψουμε ότι αυτό το

παγωμένο ξύλο

δεν πρόκειται ξανά ν’ ανθίσει

μακάρι όλο το φως του κόσμου

να το βρέξει.
.


*Από τη συλλογή “Χαμηλές Οκτάβες” εκδ. Φαρφουλάς, 2013. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο http://doumoustella.wordpress.com

Έρμα Βασιλείου, Η επόμενη μέρα από τις πυρκαγιές (και ένα ποίημα)

468212-medium

Με αφορμή τις Πυρκαγιές του Μαύρου Σαββάτου της 7ης Φεβρουαρίου 2009 στην επαρχιακή Βικτώρια (έξω από τη Μελβούρνη) το άρθρο μου αυτό δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα του Σίδνεϊ την ίδια χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ στη μνήμη όσων χάθηκαν τη μέρα εκείνη τόσο άδικα (173 ψυχές) αλλά και όσων τραυματίστηκαν (414 άτομα).
Θυμόμαστε πάντα το μεγάλο ηρωισμό του Αυστραλού προς τον συνανθρωπό του. Τη μέρα αυτή κάναμε όλοι μια ευχή να μην υπάρχει ποτέ όμοιά της, να μην υπάρχει άλλη ίδια. Επίσης, το άρθρο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “Έργα του Νότου”.

epa03527647 Unfamiliar territory.....A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria  Jan. 8, 2013. The fire has been contained.  High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state.  EPA/JULIAN SMITH

epa03527647 Unfamiliar territory…..A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria Jan. 8, 2013. The fire has been contained. High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state. EPA/JULIAN SMITH

Η τηλεόραση και τα υπόλοιπα Μέσα Ενημέρωσης είχαν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που πλησίαζε. Μα ο καθένας κρίνει μόνος του πότε θα πρέπει να τα εγκαταλείψει όλα για τη ζωή του. Γιατί ζωή είναι αυτή που βλέπει κανείς μπροστά του, αλλά κι αυτή που μένει πίσω του. Είναι και ο χρόνος μεγάλος μάρτυρας σε όλα αυτά. Βιάζεται, και δεν είναι διαθέσιμος πάντα σύμφωνα με το βηματισμό του καθενός. Και κείνη τη μέρα, χρόνος και άνεμος, φωτιά και κόλαση βάδιζαν αντάμα. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν και αγκάλιασαν διπλά, γερά ό,τι έβρισκαν. Και έμεινε η απορία, η έκπληξη και ο πόνος στα συντρίμμια. Πότε! …Πότε πρόλαβε η φύση να δείξει αυτό της το πρόσωπο; Πότε ένα αυστραλέζικο μαγευτικό τοπίο γίνηκε στάχτη; Και μια αγνή εικόνα της υπαίθρου, μια οικογένεια της κόκκινης, παιδεμένης γης έγινε μνήμη; Και σκέφτεται κανείς να μετρήσει παραπάνω…μα…πότε μπορεί μέσα σ’ αυτό να χαθούν τόσο γρήγορα, τόσο αστραπιαία…ανθρώπινες ψυχές…όντα από το ζωικό βασίλειο…η φύση όλη, το βιος, οι ελπίδες, τα όνειρα. Πότε πεθαίνει ένα δέντρο όρθιο, και μια φρεσκοφυτεμένη γλάστρα φωνάζει βοήθεια; Ο θάνατος είναι θάνατος αλλά μπορεί να έρθει πιο γλυκός…ποτέ στη φλόγα μέσα. Πότε φοβούνται τα κατοικίδια και μένουν πίσω, στον αφέντη τους, να μοιραστούν το φόβο του θανάτου μαζί… Η κόλαση γίνεται μεγαλύτερη όταν προχωρά η ίδια σε σένα!

Και βγαίνουν μέσα από τη φωτιά ζωντανά πρόσωπα, με κοκκινόμαυρο χρώμα με ρούχα που η φωτιά άρπαξε…και καραδοκεί να βάλει μεμιάς στο στόμα της…Με το μαρτύριο της αγωνίας στο πρόσωπο, τη δύναμη της ζωής να ζήσει στα μάτια τους…η μάχη ολόρθη για τη γη του ανθρώπου του γενναίου Αυστραλού, που πάλαιψε να την δαμάσει, να την κτίσει με πράσινο χρώμα να έρχονται μαζί, κόποι και πουλιά να τραγουδούν τη δόξα της. Και να η γη τώρα, η κόκκινη να παίρνει πιότερο το χρώμα της φωτιάς.

Γιατί…δεν υπάρχει σκληρότερος τρόπος να περιγράψει κανείς τις φλόγες από το αποτέλεσμά τους, τη στάχτη.  Και για τη στάχτη δεν υπάρχουν περιγραφικά, εκτός από το χρώμα της.

Όλα όσα πορεί να θυμηθεί η ψυχή και να πονέσει την περιγράφουν

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα της 7ης Φεβρουαρίου, και η μεθεπόμενη, όπως θα ξημερώσουν κι άλλες. Και μέσα από την εικόνα της τέφρας που βράζει και αχνίζει ακόμα στάχτη, φάνηκαν τόσες άλλες, δυναμικές εικόνες, που ανασαίνουν την ψυχή, δίνουν φτερά στην καρδιά. Άνθρωποι ν’ αναζητούν τους δικούς στα πύρινα τείχη, να βαδίζουν στη λάβρα του αέρα, που δεν ξεχώριζε τη μέρα εκείνη από τη λάβρα της φωτιάς, να ψάχνουν στις φλόγες με ατσαλένια θέληση να βρουν το γείτονα, να χάνουν αδιάφορα πολύτιμες στιγμές για να σώσουν τα κατοικίδια ζώα  τους, να τα ευθανατίζουν ορισμένοι για να μην παρατείνουν τον πόνο τους, με κίνδυνο να χαθούν μαζί τους, να θυσιάζονται για τον δικό, να παγιδεύονται στις γλώσσες της καταστροφής… και ηλικιωμένα ζευγάρια να περιμένουν χέρι με χέρι το τέλος της ζωής τους, παγιδευμένα σ’ ένα γκαράζ με σιδερένια πόρτα, όπου οι φλόγες ούτε το σίδερο θα φοβηθούν για να χωθούν.

Ξένοι να γίνονται δικοί για σωτηρία. Αυτή η αγάπη είναι ο εχθρός της φλόγας. Από το δράμα στον ηρωισμό είναι το θαύμα της ζωής.
 
Η έννοια της εφήμερης ζωής που ζούμε τόσο έντονα σήμερα είναι περισσότερο μέρος μιας ομιλίας του άμβωνα. Δεν πρόκειται εδώ ωστόσο για τη γραμμή της ζωής και όσα θα φέρει ο τελειωμός της στον παράδεισο. Πρόκειται για την ίδια τη γραμμή που περνάει αυτή την ώρα από την κόλαση. Πρόκειται για αυτό που κάνουμε το κάθε εκατοστό της ζωής μας, και που σ΄ αυτό μας παίρνει τόσο εύκολα  η αυτοθυσία.  Κι αυτή την καλή σχέση με τον γείτονα, αυτή τη θυσία, την γνωρίζουν πολύ καλά οι Αυστραλοί. Το mateship, που μοιάζει, μέσα από τη λέξη αυτή, μεγαλύτερο από το friendship.
 
Με δύναμη πνεύματος, ράντισαν και πάλι το χώμα που άφησαν πίσω οι φλόγες. Με δάκρυ ή με πικρό χαμόγελο, η δύναμή τους ορθώθηκε πυρίμαχη, ανεξάντλητη. Θα επιστρέψουν, είπαν οι περισσότεροι, θα κτίσουν και πάλι εκεί που τους πήρε η φωτιά το βιος. Στα κέντρα όπου συνάζονται για να σταθούν στα πόδια τους, η δύναμη του πνεύματος είναι φλόγα που ανασταίνει περισσότερο εμάς που δεν είδαμε το πέρασμα της κόλασης της 7ης Φεβρουαρίου αλλά το νιώσαμε στις πράξεις των συνανθρώπων.
 
Οι θηριωδίες της φύσης έχουν ένα τέλος, όχι όμως και αυτές των ανθρώπων. Και είναι με πληγές που επιστρέφει κανείς πάντα στα ενθύμια του νου για να σκεφτεί τι προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.
 Συχνά, μπροστά στην τηλεόραση, ή ακούγοντας το ράδιο, είναι για να πάρουμε δύναμη από όσους έζησαν το κόκκινο φιλί του θανάτου. Μα ακόμα και τότε, ορισμένοι από μας δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
 
Η μέρα που δεν αφήνει κανείς την σκληρή εμπειρία να γίνει απλά μια κακή θύμηση, η μέρα που ανασταίνεται η στάχτη, αυτή είναι η επόμενη μέρα. Η μέρα που θα ραντίσουμε με ό,τι μπορούμε τη γη εκείνων που την έχασαν. Η επομένη μέρα από τις πυρκαγιές  είναι ακόμα για να σώσουμε.  

Κι όμως η μνήμη φλογίζει ακόμα, θυμίζει ένα θόρυβο που έρχεται, πλησιάζει…και ακόμα και στον ύπνο μας τρίζουν τα δέντρα τα δόντια από φόβο…Ένας Ξυπόλυτος Ήλιος γραμμένος σαν ποίηση στα τετράδια μιας ποιήτριας, έρχεται να ζητήσει καταφύγιο στις σελίδες με πόδια ματωμένα με καρδιά λυγισμένη ζητώντας συγγνώμη για τη δύναμη…τη Δύναμη, τη Φύση. Και τον καλωσορίζουμε σαν άνθρωπο στο κατώφλι με νερό κι ένα κρύο βρεμένο ρούχο στο μέτωπο…κι έτσι μόνο…αγαπώντας τον άνθρωπο όλα σβήνουν όταν πρέπει…όλα διορθώνονται όσο μπορούμε, ακόμα και η συμβολική γραφή που δεν αντέχουμε να γίνεται η κυριολεξία της θεριστικής μηχανής των στοιχείων και ο χαμός του κόπου και της ζωής των δικών μας αδελφών στη ΓΗ, όπου γης.
και δρόσου ξεκούραση

Κάτι στη μνήμη του Brian Naylor, δημοσιογράφου του Καναλιού 9 που χάθηκε εκείνο το Σάββατο με τη σύζυγό του, αλλά και για όλες τις ψυχές που πέταξαν την ίδια μέρα μακριά μας!

Ξυπόλυτος Ήλιος

Η λύρα του Νέρωνα
Φοβίζει
Μαζί με φλόγες οι νότες
Περνούν και κροταλίζουν σε άλλους αιώνες
Φεύγει το μαύρο σύννεφο
Μείναν οι προσευχές
Εσύ κι εγώ σωσμένοι
Εσύ κι εγώ χωσμένοι
Και υπεύθυνοι στη μάχη, έτοιμοι για τη μεγάλη δραπέτευση
Που επιστρέφει στη ζωή
Σίδερα λαμαρίνες
Τέφρος
Τάφρος
Αέρας σκοτεινός
Που αποφάσισε ν’ αλλάξει τα ρούχα μας
Σήμερα
Αλλάξαμε μια χειραψία επί τέλους
Στο Kinglake
Στο Marysville
Με πονεμένα χέρια, με σάρκα να μένει ανοικτή
Αν κι ένωσαν για πάντα οι πληγές τις πληγές της
Και προχωρήσαμε μαζί με τον Ξυπόλητο Ήλιο
Και προχωράμε, με φωτιάς βάδισμα
Και δρόσου ξεκούραση!

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

Κατερίνα Γώγου//Katerina Gogou

vequinox's avatarManolis

gvgou

TROY AVENUE 35A

My house, like yours
intrudes into the houses of others
since the roads are so narrow
and there are so many people.
Sometimes I feel we sleep in the same bed
since we are almost glued together
we use the same brush to brush our teeth
and we eat the same food.
Only when you go
you leave behind your dirty dishes
it can’t be explained otherwise
that the sink is always full.
It doesn’t matter though.
I do what I can
to show how much I love you.
For this I put on the fake moustache
and I go out to the rain with a fan
that your children will laugh.
Only I beg of you don’t gossip about us
and leave my Myrto alone.
She was born as she looks:
sad.

ΤΡΟΙΑΣ 35 Α

Το σπίτι μου όπως και το δικό σας
μπαίνει στα σπίτια…

View original post 321 more words

Στάθης Ιντζές, Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση της Αλεχάνδρα Πισαρνίκ

images

1.    ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1.1.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ ΜΕ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Για να προσεγγίσουμε τις αφιερώσεις και τις επιγραφές τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ στην ποίησή της, χρειάζεται να κατανοήσουμε τη σχέση της με το κίνημα του Υπερρεαλισμού, που γεννήθηκε στο Παρίσι, αλλά και τη σχέση τής ίδιας με τη Γαλλία. Τα γράμματα τής Πισαρνίκ μαρτυρούν ότι κατά το διάστημα που έζησε στο Παρίσι, έμαθε τα απαιτούμενα γαλλικά ώστε να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της πόλης. Είχε ήδη συνείδηση της ελευθερίας του πνεύματός της, «του αμαρτήματος να είσαι ποιήτρια, να έχεις αφήσει μόνη τη μητέρα σου»1. Από τα 18 της, ονειρευόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να ζήσει το όνειρό της ως ποιήτρια «Ω! πόσο θέλω να ζω αποκλειστικά για να γράφω!»2. Κάπου αλλού αναφέρει για το Παρίσι: «Είμαι ερωτευμένη με αυτήν την πόλη»3. Έγραψε, αργότερα, για τα χρόνια που έζησε στο Παρίσι: «η μοναδική περίοδος της ζωής μου που γνώρισα την ευτυχία και την ακμή ήταν εκείνα τα τέσσερα χρόνια στο Παρίσι»4. Μέρος εκείνης της ευτυχίας συνίστατο στο ότι μπόρεσε να διαβάσει υπερρεαλιστικά βιβλία στον τόπο όπου το ρεύμα αυτό διείπε τη λογοτεχνική έκφραση και την παραγωγή  λογοτεχνικού έργου και όχι από τα ένα-δύο βιβλιοπωλεία τού Μπουένος Άιρες, όπως το Galatea, που ήταν το πιο ενημερωμένο αναφορικά με τα γαλλικά κείμενα. Τα αναγνώσματά της έγιναν ο τόπος στον οποίο ήθελε να ζει. «Τα αγαπημένα ποιήματα είναι σαν μια πατρίδα»5.
Το Παρίσι δημιουργήθηκε από τους συγγραφείς και τους στοχαστές του. Ο τρόπος ζωής και οι ελευθερίες που προσέφερε σε έναν ποιητή αυτή η πόλη ήταν για την Αλεχάντρα το «υπερρεαλιστικό όνειρο» που ήθελε πάντα να ζήσει. Έζησε στο Παρίσι από το 1960 ως το 1964, όπου εργάστηκε για το περιοδικό Cuadernos και μερικούς γαλλικούς εκδοτικούς οίκους. Δημοσίευσε ποιήματα, κριτικές και μετέφρασε Αρτώ, Μισώ, Σεζάρ και Μπονφουά.
   

1.2.    ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ

–    8 Ιανουαρίου, Παρίσι, 1961

«Στον δρόμο Gay-Lussac ένα παλιό αυτοκίνητο γεμάτο από χαρτόκουτες. Καθισμένος ανάμεσά της, ένας ηλικιωμένος λευκής επιδερμίδας, μαύρο πανωφόρι και μαύρο καπέλο, πρόσωπο όμορφο και λυπημένο. Συλλογίστηκα ότι κανείς, πέραν εμού, δεν γνωρίζει ότι είναι λυπημένος μέσα σε ένα πολύ παλιό αυτοκίνητο σε έναν έρημο δρόμο. Αλλά ξαφνικά είπα στον εαυτό μου: ‘’Κι αν αυτός ο άνδρας δεν υπάρχει, αν δεν υπήρξε;’’ Πλησίασα και πράγματι, δεν υπήρχε κανείς».

–    15 Οκτωβρίου, Μπουένος Άιρες, 1964

«Η μοναξιά τού καθενός. Να μην είσαι αντικείμενο των βλεμμάτων. Να κοιτάς και μερικες φορές να σε κοιτούν. Να χρησιμοποιείς τα μάτια. Όρια. Να μην γράφεις, να μην σε απασχολεί να γράφεις. Να μην παριστάνεις τον Φλωμπέρ. Σε καταλαβαίνει. Αυτή που δεν καταλαβαίνει είμαι εγώ».

1.3.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

–    ΤΟ «ΧΡΕΟΣ» ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ

Η απόσταση που κράτησε από τον κλασσικό υπερρεαλισμό εξηγείται από το γεγονός ότι ο υπερρεαλιστικός κύκλος του Παρισίου τη δέχτηκε μόλις στις αρχές του 1960, όπου και πήρε την απόφαση να ζήσει εκεί. Η Πισαρνίκ όχι μόνο διάβαζε κλασικά υπερρεαλιστικά κείμενα, όπως το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μπρετόν Nadja (1928), αλλά και απορρόφησε την ακμάζουσα κριτική διαπλάθοντάς τη σε κριτικό τού υπερρεαλισμού. Επιτέθηκε στον Μπρετόν για το «απελευθερωμένο ασυνείδητο» που διακύρησε. Η Πισαρνίκ δεν μπόρεσε να απελευθερώσει το ασυνείδητό της καθώς χαρακτήριζε τον εσωτερικό της κόσμο σκοτεινό, απειλητικό και μη προσβάσιμο. «Όχι, οι λέξεις δεν συνθέτουν τον έρωτα συνθέτουν την απουσία»6. Έτσι, τον πιο κρίσιμο ρόλο στο έργο της θα τον έπαιζε το αποκρυφιστικό στοιχείο στον χαρακτήρα του Μπρετόν. Η Πισαρνίκ απορρόφησε τα στοιχεία που συνέθεταν τον υπερρεαλισμό την εποχή που εκείνη βρισκόταν στο Παρίσι, δηλαδή τη δεκαετία που οδήγησε στον θάνατο του Μπρετόν το 1966.
Η Πισαρνίκ, ως αναγνώστρια, ταυτίζεται τόσο έντονα με αυτό που διαβάζει κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μεταμορφώνεται σε αυτό και υποφέρει από τις συνέπειες. Στο ημερολόγιό της σημειώνει για το «χρέος» της απέναντι στον Μπρετόν « Ίσως είναι εκείνο που ποτέ δεν μου έμαθε και παρόλο αυτά είναι εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω μου»7.

–    ΑΝΡΙ ΜΙΣΩ Ή «Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ»

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ, επηρεασμένη από το κίνημα του Υπερρεαλισμού, με τις αφιερώσεις και τις επιγραφές στο έργο της, θέλει να δείξει στον αναγνώστη ότι και η ίδια διάβαζε. Και διάβαζε κυρίως υπερρεαλιστές συγγραφείς. Μέσω τού Οκτάβιο Πας, γνώρισε και μελέτησε τον Ανρί Μισώ, ο οποίος ήταν γνωστός ως ο πιο αυθεντικός υπερρεαλιστης, γιατί αρνήθηκε να εισχωρήσει στο κίνημα του Μπρετόν το 1920. Η Πισαρνίκ έγραψε ένα δοκίμιο για τον Ανρί Μισώ ως παρουσίαση για τον βιβλίο του Passages, 1963. Βλέπει τον Μισώ ως «μεγάλο θεραπευτή» και τη γραφή του ως γιατρειά για τη ψυχική διαταραχή. «Η καλύτερη ποίηση του αιώνα μας» έγραψε για τον Μισώ τοποθετώντας τον στο ίδιο ύψος με τον Ρεμπώ και τον Λουτρεαμών. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι κάτι σαν εξορκισμός, ένας όρος που η ίδια κουβαλά στην ποίησή της, των δικών του δεινών και εμμονών.

–    ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Για να αντιληφθούμε τη θέση των Λατινοαμερικάνων λογοτεχνών στον Παρίσι εκείνη την εποχή, αξίζει να σημειώσουμε ότι η Πισαρίνκ υπαινισσόταν ότι η ίδια «ήταν και δεν ήταν υπερρεαλιστής» κάτι που ίσχυε και για τους υπόλοιπους Λατινοαμερικάνους λογοτέχνες που ζούσαν στον Παρίσι την ίδια εποχή.

1.4.    ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

σκίτσο της ποιήτριας

Πολλές είναι οι αναφορές ζωγράφων στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ (βλ. Κεφάλαιο 3). Η ίδια, πίσω στο Μπουένος Άιρες, επέδειξε ένα ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και σπούδασε πλάι στον υπερρεαλιστή Αργεντίνο, με καταλανικές ρίζες, Juan Battle Planas.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτή η εξέλιξη επηρέασε αποφασιστικά τον τρόπο που η ποιήτρια θα έγραφε, αργότερα, τα ποιήματά της. «Ευφορία βλέποντας τα κάδρα του Ενρίκε Μολίνα (βλέπε Κεφάλαιο 2, αφιέρωση στον Ενρίκε Μολίνα). Η υπερρεαλιστική ζωγραφική μου αρέσει όσο τίποτα στον κόσμο. Μου αρέσει και με ηρεμεί».8

το κείμενο αποτελεί μέρος της μελέτης
“Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές 
στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ”
 του Στάθη Ιντζέ

Συνεχίζεται…

*

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 1

1(Ημερολόγια, σελ 442)
2(Ημερολόγια, σελ. 27 και 64). 
3(Αλληλογραφία, σελ. 68)
4(Αλληλογραφία, σελ. 288)
5(Αλληλογραφία, σελ. 175)
6(Αλληλογραφία, σελ. 304)
7(Ημερολόγια, σελ. 422).
8 Pizarnik, Alejandra: Op. cit., 1992, Buenos Aires, 1964, 8 Ιουλίου, σελ. 261

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της “Θράκας” στο σύνδεσμο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/01/1.html

Antonin Artaud, Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

Le grand écrivain's avatarΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

02

Antonin Artaud

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

(Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής)

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού, βγαλμένου ούτε λίγο ούτε πολύ από εφτά-οχτώ αιώνες αστικής παιδείας[1], ακριβώς διότι μίσησα βαθιά τόσο τον πολιτισμό αυτόν όσο και την παιδεία που τον υποστηρίζει. Ήλπιζα να βρω εδώ μια διαφορετική, μια ζωτική μορφή παιδείας, αλλά δεν βρήκα τελικά παρά το κουφάρι της παιδείας της Ευρώπης, το οποίο η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να προσπαθεί να ξεφορτωθεί.

Υπάρχουν, αναμφίβολα, αρκετοί άνθρωποι, τόσο στην Ευρώπη γενικά όσο και στη Γαλλία ειδικά, που έχουν επίγνωση του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ριζοσπάστες κι εγώ θέλω να συγκαταλέγω τον εαυτό μου ανάμεσα τους. Θα ήθελα, όμως, το πρόβλημα της επανάστασης [που θέτει αναπόφευκτα ο ριζοσπαστισμός], να το θέσω με έναν τρόπο απόλυτο και, αν όντως θέλουμε να δώσουμε στον όρο το πραγματικό του περιεχόμενο…

View original post 2,351 more words

Η πισίνα των αναρτήσεων

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ's avatarΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

pisina

Εδώ είναι ο λάκκος του ζευγαρώματος των ανήσυχων ψυχών. Εδώ ρίχνουν τις βουτιές τους όλα τα εγκλωβισμένα θηρία. Ο ηλεκτρισμός μας φέρνει πιο κοντά. Η επαφή μας πυροδοτείται απ’ την ταχύτητα της σύνδεσης. Εδώ μέσα σ’ αυτή τη μήτρα του δούρειου ίππου της επιθυμίας, αρχίζουν να ξιφουλκούν τα κορμάκια που δεν αγγίζονται, με αναρτήσεις. Φωτογραφίες, εξυπνάδες, σχόλια, στίχοι, άρθρα, κακίες, καλοσύνες, στριγκλιές, μα κυρίως ο νάρκισσος εαυτός που όλο και ναρκισσεύεται.

Η φιλία αρχίζει και τελειώνει με το πάτημα ενός κουμπιού. Η ευχαρίστηση είναι προγραμματική. Δικτυώνομαι άρα υπάρχω. Πάντα εγώ ο βασιλιάς της μοναξιάς μέσα στο πανοπτικόν μου ενδιαίτημα. Μπορώ να συζητώ ξεβράκωτος με έναν άγνωστο απ’ την Αυστραλία, να ανεβάζω τραγούδια, να παίρνω κεφάλια, να σχολιάζω, να το παίζω έξυπνος, καλός ή κακός. Μπορώ να βλέπω πόλεμο χωρίς γρατζουνιά, να παίρνω μάτι όμορφες εργάτριες του σεξ τζάμπα και παστρικά, μπορώ να θαυμάσω λίμνες, θάλασσες, ποτάμια, βουνά.

Μπορώ να ξεσπαθώσω…

View original post 201 more words