Καλή μετάφραση δεν σημαίνει απαραίτητα πιστή

Η συνέντευξη της Χριστίνας Λιναρδάκη στην Άτη Σολέρτη για θέματα μετάφρασης στο περιοδικό vakxikon.gr (τεύχος 32)

Συνομιλήσαμε με την ποιήτρια και μεταφράστρια Χριστίνα Λιναρδάκη για το πολύπτυχο έργο της μετάφρασης και όσα μας είπε κρίνονται πολύ ενδιαφέροντα και ουσιαστικά. H κ. Λιναρδάκη επιμελείται σειρά μεταφράσεων σύγχρονων ποιητών στα τεύχη του περιοδικού Vakxikon.gr, ενώ το 2014 κυκλοφόρησε η μετάφραση της ποιητικής συλλογής Φόρεσέ με του Άμαρτζιτ Τσάνταν από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.

Α.Σ.: Έχετε μεταφράσει: Άμαρτζιτ Τσάνταν, Αρίστη Τρεντέλ, Τζων Μπέρτζερ, Ίνγκριντ Γιόνκερ, κ.ά. Θα ήθελα να σας ρωτήσω με τι κριτήρια επιλέγετε συγγραφείς προς μετάφραση;

Χ.Λ.: Επιλέγω να μεταφράσω σύγχρονους δημιουργούς που δεν έχουν ξαναμεταφραστεί και που το έργο τους έχει να μου πει κάτι. Αν λέει κάτι σε μένα, ενδεχομένως να έχει να πει και σε άλλους. Αντίθετα, κείμενα κλασικά, που έχουν μεταφραστεί και ξαναμεταφραστεί, δεν με ενδιαφέρουν. Δεν νιώθω ότι περιμένουν εμένα να τους δώσω νέα πνοή. Μου αρέσει πολύ βεβαίως να διαβάζω μεταφράσεις κλασικών, κυρίως για εκπαιδευτικούς λόγους – διάβασα για παράδειγμα πρόσφατα μια εξαιρετική μετάφραση του Robert Hayden από τον Γιάννη Παλαβό σε γλώσσα εποχής. Όμως ο τρόπος που βιώνω τη μετάφραση είναι ως πράξη επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών τρόπων σκέψης, γραφής και αντιμετώπισης του κόσμου. Αυτή η επικοινωνία με ενδιαφέρει και με ενδιαφέρει ακόμη να γίνεται σε real time, με δημιουργούς που γράφουν τώρα, που αντιλαμβάνονται τον ίδιο κόσμο με εμάς, αλλά με διαφορετικούς τρόπους.

Α.Σ.: Η προσωπικότητα ενός συγγραφέα, ο βίος του γενικά, θεωρείτε πως επηρεάζει τη σχέση του με το μεταφραστή του;

Χ.Λ.: Είναι δώρο για τον μεταφραστή να μεταφράζει έναν συγγραφέα που βρίσκεται εν ζωή. Διότι μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να τον συμβουλευτεί και να ζητήσει διευκρινίσεις – χωρίς αυτές να είναι απολύτως δεσμευτικές, γιατί το έργο από τη στιγμή που θα γραφτεί αποκτά δική του υπόσταση, η οποία είναι ανεξάρτητη από την αρχική πρόθεση του δημιουργού του. Αν ο δημιουργός τώρα έχει διάθεση να συνεργαστεί με τον μεταφραστή ή όχι είναι ένα ζήτημα, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ πολλούς δημιουργούς που δεν θα επιζητούσαν μια τέτοια συνεργασία.

Α.Σ.: Πόσο δύσκολο είναι το έργο ενός μεταφραστή; Πού εντοπίζονται δηλαδή οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει;

Χ.Λ.: Υπάρχουν άπειρες δυσκολίες, διότι το ζήτημα δεν είναι μόνο να εξευρεθούν οι κατάλληλες λέξεις. Το ζήτημα είναι να μπορέσουν να αποδοθούν το νόημα, το ύφος, το στιλ και η δύναμη του κειμένου. Να αποδοθεί η ψυχή του, θα λέγαμε, ακόμη και εις βάρος της ευθείας αντιστοιχίας των λέξεων μεταξύ της γλώσσας-πηγής και της γλώσσας-στόχου. Ο μεταφραστής οφείλει να αναζητήσει τν αρχική πρόθεση του συγγραφέα και να την αναπλάσει – ακόμη κι αν το κείμενο αψηφά τον δημιουργό του, όπως είπαμε νωρίτερα. Από την άλλη, ο μεταφραστής θα πρέπει να προσέξει να μην παίρνει υπερβολικές ελευθερίες: να μένει κοντά στο κείμενο και σε αυτό να επιστρέφει, αυτό να αφουγκράζεται. Το κείμενο, όχι τις εσωτερικές του φωνές.

Α.Σ.: Υπάρχει κάποιο μυστικό για μια καλή μετάφραση;

Χ.Λ.: Καλή μετάφραση δεν σημαίνει απαραίτητα πιστή – το υπονόησα μόλις. Η καλή μετάφραση είναι εκείνη που ισορροπεί σταθερά ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα του κειμένου, ανάμεσα στην πρόθεση του δημιουργού και την ανάγνωση του μεταφραστή, ανάμεσα στον κόσμο που πλάθει το κείμενο και την εσωτερική αναπαράστασή του. Στο σημείο αυτό φθάνει κανείς δύσκολα, μετά από πολλές δοκιμές, ερμηνείες και παρερμηνείες. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο μυστικό. Αλλά, αν υπάρχει, είναι προσωπικό για τον καθένα.

Α.Σ.: Πιστεύετε πως καταφέρνει να παρουσιάσει ένα πιστό αποτέλεσμα στον αναγνώστη ένας μεταφραστής που βασίζεται και μεταφράζει από μια γλώσσα-γέφυρα και όχι από το πρωτότυπο;

Χ.Λ.: Αυτό είναι πολύ σημαντικό σημείο. Πέρυσι, μαζί με τον Ανδρέα Πιτσιλλίδη, επιλέξαμε και μεταφράσαμε ποιήματα του Άμαρτζιτ Τσάνταν. Τα περισσότερα ήταν ήδη μεταφρασμένα μία φορά, στα αγγλικά, από τα punjabi στα οποία ήταν γραμμένα αρχικώς. Η γλώσσα punjabi έχει πολλές αναντιστοιχίες με οποιαδήποτε δυτική: έχει διαφορετική δομή και κάποιες έννοιες απουσιάζουν τελείως. Το πρόβλημα αυτό διείσδυσε στην αγγλική μετάφραση και θα μπορούσε να μας είχε βγάλει από τον δρόμο μας σε σημαντικό βαθμό, αν δεν είχαμε διαρκή επικοινωνία με τον ποιητή ο οποίος μας διευκρίνιζε ξανά και ξανά ορισμένα σημεία. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, όπου η επικοινωνία με τον δημιουργό ενός κειμένου δεν είναι εφικτή, θα πρέπει να επιστρατευθεί κάποιος που η γλώσσα του πρωτοτύπου είναι μητρική του και που γνωρίζει καλά και την ελληνική. Αυτό δηλαδή που έκανα με τα ιαπωνικά χαϊκού που γράφηκαν αμέσως μετά το τσουνάμι και τα οποία μετέφρασα από τα αγγλικά. Συνεργάστηκα έπειτα με μια Γιαπωνέζα φιλόλογο που ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα, η οποία έλεγξε τις μεταφράσεις σε σχέση με το πρωτότυπο. Έτσι, το αποτέλεσμα διασφαλίστηκε όσο γινόταν περισσότερο.

Α.Σ.: Ποιο θεωρείτε πως είναι το μεγαλύτερο δώρο που εισπράττει ένας μεταφραστής μέσα από τη δουλειά του;

Χ.Λ.: Η ικανοποίηση που εισπράττει κάθε άνθρωπος που ολοκληρώνει ένα δύσκολο έργο. Ότι μπορεί να τα καταφέρει, μπορεί να μπει στη φωτιά και να βγει αλώβητος. Ακόμη, ότι έγινε πιο πλούσιος σε γνώσεις, ότι έμαθε κάτι παραπάνω.

Α.Σ.: Πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος το προσωπικό συγγραφικό ύφος του εκάστοτε μεταφραστή να επηρεάσει το προς μετάφραση έργο; Ιδιαίτερα όταν κι ο ίδιος συγγράφει όπως συμβαίνει και μ’ εσάς.
Χ.Λ.: Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και μεγάλος. Όμως ένας καλός μεταφραστής με πείρα διαθέτει συναγερμούς διαφόρων ειδών που τον ειδοποιούν για τέτοιου είδους κακοτοπιές. Γι’ αυτό, άλλωστε, πρέπει να μένει συνέχεια κοντά στο κείμενο, όπως ήδη είπα. Επίσης είναι χρήσιμο να γνωρίζει και το γενικότερο έργο του δημιουργού, να έχει εξοικειωθεί με τον τρόπο που γράφει.

Α.Σ.: Υπάρχει κάποιο λογοτεχνικό είδος, στο οποίο να έχετε μια ιδιαίτερη προτίμηση ή ενδεχομένως και να έχει ασκήσει επιρροή στη γραφή σας;
Χ.Λ.: Αγαπώ την ποίηση. Με συγκινεί η δύναμη που συμπυκνώνεται στη μικρή, ελλειπτική της φόρμα. Γι’ αυτό πάντα στην ποίηση επιστρέφω με διάφορες ιδιότητες: ως μεταφράστρια, ως αναγνώστης, ως κριτικός – παλαιότερα και ως ποιήτρια η ίδια. Γι’ αυτό άλλωστε δημιούργησα και το blog στίγμαΛόγου, το οποίο ξεκίνησε ως αμιγώς ποιητικό και σήμερα έχει ανοιχτεί σε πολλά πεδία. Δεν θα ήταν εφικτό να το διατηρήσω τρία χρόνια τώρα, βέβαια, αν δεν είχα την πολύτιμη βοήθεια του Ηλία Παππά αρχικά και της Κρις Λιβανίου στη συνέχεια, αλλά και όλων όσων μας τιμούν με τα κείμενά τους.

Α.Σ.: Τι μπορεί να σας εμπνεύσει και να σας δώσει κίνητρο για να γράψετε;

Χ.Λ.: Τα μεγάλα –πάντα άλυτα– ζητήματα της ζωής: η αγάπη, ο έρωτας, ο θάνατος, η ζωή, καθώς και η ένταση και τα γιατί που συνδέονται με αυτά. Αλλά και η τριβή μου μαζί τους: το σημείο που με υπερβαίνουν, με μηδενίζουν και με καταργούν ή το σημείο που με εξυψώνουν. Ακόμη, όλες οι αφηγήσεις που λαμβάνουν χώρα μέχρι να συμβεί το ένα ή το άλλο.

Α.Σ.: Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;

Χ.Λ.: Τη βρίσκω απογοητευτική. Θα ήθελα πολύ να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό όσων υποστηρίζουν ότι η πληθώρα των έργων που εκδίδονται ισοδυναμεί με διάθεση ανάτασης ενός λαού, αλλά δεν μπορώ. Το σύγχρονο φαινόμενο που παρατηρείται σε μαζική κλίμακα, όλοι να θέλουν να εκδώσουν ένα βιβλίο πληρώνοντας τα έξοδα και αγοράζοντας ουσιαστικά τον τίτλο του συγγραφέα, είναι φρικτό. Συσκοτίζει το τοπίο τόσο ώστε δεν μπορεί πια ο αναγνώστης να διακρίνει, μέσα στον σωρό, τη δουλειά που αξίζει. Και προσθέτει στο σώμα της λογοτεχνίας δυσβάστακτο βάρος. Είναι κρίμα, πραγματικά, που γίνονται έτσι πλέον τα πράγματα, χωρίς κάποιο φίλτρο από τους εκδοτικούς οίκους και με την κριτική να μη λειτουργεί σωστά.

Α.Σ.: Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο βιβλίο;

Χ.Λ.: Επί του παρόντος, μεταφράζω ποιήματα από την τελευταία ποιητική συλλογή της Αρίστης Τρεντέλ. Πρόκειται για ποιήματα ιδιαίτερα και δυσμετάφραστα, όλο παρηχήσεις, λογοπαίγνια και παραπομπές σε στίχους άλλων ποιητών, όμως είναι για μένα μεγάλη πρόκληση η αναμέτρηση μαζί τους. Έχω μεταφράσει στο παρελθόν και διηγήματα της Αρίστης, σε συνεργασία με τον Τάσο Αναστασίου. Η Τρεντέλ έχει ευαίσθητη γραφή και πολυεπίπεδη, λόγω και της βαθιάς γνώσης της στην ποίηση. Αυτό θα είναι ένα επόμενο βιβλίο και ένα άλλο θα είναι τα χαϊκού για το τσουνάμι, που σας έλεγα πριν. Αλλά θα ήθελα επίσης να μεταφράσω το συντομότερο μια ανθολογία ποιημάτων της Ίνγκριντ Γιόνκερ και είμαι σε διαδικασία αναζήτησης της κόρης της για τα σχετικά δικαιώματα.

Α.Σ.: Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο σημαντικό έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!

Χ.Λ.: Το μόνο που εύχομαι είναι να ξημερώσει ένας καλύτερος κόσμος για όλους μας… Θα ήθελα κι εγώ να σας ευχαριστήσω που επιλέξατε εμένα να συνομιλήσετε, τη στιγμή που υπάρχουν τόσοι καταξιωμένοι, γνωστοί και πολύ αξιόλογοι μεταφραστές με έργο πολλαπλάσιο του δικού μου. Καλή σας συνέχεια σε ό,τι κάνετε!

*Από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/02/blog-post_8.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

**Στο βίντεο η Χριστίνα Λιναρδάκη διαβάζει ένα δικό τηε ποίημα.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Μικρά ιστορικά

561079_10151153919444850_730246967_n

ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

Πάγωσαν όλοι στα φιλολογικά σαλόνια των Παρισίων
όταν ο έφηβος που ήρθε από την επαρχεία
—με συστάσεις ανερχόμενου ποιητή—
έγραψε:

η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά για να λεηλατήσει

Να λεηλατήσει;
μα αυτό ήταν σκάνδαλο!

Η επανάσταση τους είχε γίνει
για ιδέες
λέξεις
και οράματα υψηλά

τόσο υψηλά, που ήταν
—εν πάση περιπτώσει— ταπεινό,

να μιλάς για κολασμένους

***

ΑΜΥΝΕΙΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Καρφώνοντας το σπαθί στην καρδιά
του επίδοξου βασιλιά και πατέρα
ο Βρούτος
κλήθηκε να σώσει την πόλη
—που για καιρό τώρα έρρεπε στην τυραννία—
από τον ίδιο της τον εαυτό.

Γνώριζε πως αυτή η πράξη ήθους
θα λογιζόταν σαν προδοσία
και πως θα ηττάτο κατά κράτος·

αν και ευτυχέστερος των νικητών
θα αυτοκτονούσε

Αυτή είμαι όμως η μοίρα της ελευθερίας
να τιμάται πάντα, και μόνον, από τους προδότες

***

ΜΟΣΧΑ 1944

Στον Winston φάνηκε κάπως κυνικό
έτσι που μοίρασαν τον κόσμο
σε ένα χαρτάκι
«Ας το κάψουμε» είπε

Έκανε κρύο
εκείνο το φθινόπωρο στη Μόσχα
όμως, στο δωμάτιο ζέσταινε το τζάκι
και το μπράντι μέλωνε
τις φλέβες τους

—αχ, πόση ψυχρότητα μπορεί να κρύψει μια φωτιά—

«Ὀχι, κρατήστε το εσείς» είπε, γελώντας
πίσω από το βαρύ του μουστάκι·

ήξερε, ο θείος Τζο
εν τη σοφία του,
πως το χαρτάκι αυτό
θα γινόταν η ντροπή τους

*Αναδημοσίευση από το http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2016/02/blog-post_14.html

Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο, Ποιήματα από το βιβλίο “Εμφανίσεις”

12715265_559647297545293_7302266141783359090_n
 
I

Ονειρεύτηκα πως ήσουν ζωντανός, ραίνοντας τις πληγές δυο ατόμων
Τη σφραγίδα στο δέντρο που καρατομεί τη μητέρα.

Το δόγμα μου έχει διαλυθεί στη γλώσσα του νεαρού Πούφεντορφ.
Τον είδα να πεθαίνει σε αρκετές περιστάσεις, τον φίλησα
Με τα χέρια δεμένα στην όιλ διάλεκτο του ταράνδου, δράττοντας πανικούς Νατουραλισμοί, ταβέρνες που πυροδοτούν το άσμα των πρωτοπόρων:
Η αθλιότητα δεν είναι ένα
ιερό μυστήριο.

Ονειρεύτηκα πως έφτιαξες ξανά ψωμί μες στο γκρεμό & πως το μοίραζες
Ανάμεσα σ’ εκείνους που ξεγύμνωσαν την μάρτυρα Καταλίνα ενώ
Πυροβολούσαμε μία βραδεία ανάβαση στους ουρανούς της ακαθαρσίας.

Πόσες έρημοι ταλάντευσαν την ανέγγιχτη ευτυχία μας.

ΙI

Νοσταλγώ τη λιωμένη ουσία απ’ το κερί των παιδιών
Που ονειρεύονταν κεφάλια στην αποτύπωση.

Το πάτημα θα είναι για όλους ίδιο, ξηρό, απελπισμένο.

Κοίμησέ τη προτού μας λείψει να οργώσουμε καρδιές
Στην ιχνογραφία των φανατικών που συγκαλύπτουν την ενάρετη αγάπη.

III

Πλύθηκα σε ύδατα που άπλωναν χέρια σε αγίους
Βάφτισα άλλα κορμιά, στόματα αδελφικά
Φοράδες που στράφηκαν στις επαρχίες, κόρες που ορκίστηκαν να μετατραπούν
Σε σπίτια βαμμένα πράσινα αλλά που ποτέ δεν επέστρεψαν.

Οι πνιγμένοι του Νερέτβα έκαναν έφοδο στο ποίημα:
Δεν έχει τρικυμία στην αγροικία.  Δεν υπάρχει αφθονία από καρδιές
Μάκτρα κατευνασμένα. Μένει μόνο ένας γερασμένος αρχειοφύλακας που σκαλίζει
Μες στη γη, που γδέρνεται στις όχθες ενός καθρέφτη.

Σβήνω από την όψη & από τις αναγγελίες
Το ραμμένο αίμα των Λαγίδων.

IV

Σταμάτησα να διδάσκω λογοτεχνία στις κόρες του Πόπλερ γιατί
θέλω να γυρίσω να εγκατασταθώ στη φτωχολογιά. Αγγελολογίες, μήτρες απ’ αυτόν που λιθοβόλησε την αγάπη ηχώντας ξερόκλαδα σε αλσύλλια & διαδρόμους, εκθηλύνοντας ένα γάβγισμα, συννεφιάζοντας λίτρα χρηματιστηριακού ιδρώτα.  

Όλες οι τηλεοράσεις της μεγάλης οροσειράς διαλύουν το σύννεφο.
Μαύρες καρδιές από πηλό γκρεμίζονται πάνω στο εθνικό συμπόσιο, μπαλώνουν χαμόγελα επώασης. Αναμεταδίδουν την καθημερινή τελετουργία. Πυροβολισμοί. Η χαίτη του χρηματιστή ξεκολλάει γιατί μένει μόνο μια ζωή στους εχθρούς των σταγόνων της Αμερικής & οι πυρομάντεις μου φωνάζουν δυνατά από το προεδρικό γκαράζ. Μου πετάνε τις σύριγγές τους, τρώνε από το πρόσωπο του πατρός, απ’ το διαβητικό του σώμα αποτελούμενο από Νέον.

Εγώ θα κοιμηθώ στο Λεπροκομείο της Ανατολής γιατί ξέρω πως εκεί, κεκαλυμμένος από τις προσμείξεις των αγγέλων, δεν θα υποφέρουν κατά μόνας τα φαντάσματά μου.

V

Βρέφος με ιερό λείψανο, ακτινοβόλησε στα ξύλα
Τις σημειώσεις σου για την επιγεγραμμένη
Ιερουσαλήμ.

Οι ορφικοί θα σου υπαγορεύσουν τα αινίγματα
Πώς να συλλαμβάνεις τους ενόχους
Ενώ ακονίζεις τη μάχαιρα της εσχάτης Επιφάνειας στη Γη.

Η εικόνα της αναζήτησης είναι υπερβολική:
Σήμερα αποκεφάλισαν το νεαρό μιγά.

Η βραδύτητά του είναι η κατάπτωσή μου.

Ακόμα θυμάμαι με τι ενθουσιασμό έμαθε να ξυρίζεται.
Δάκρυα, ουγγιές που έχουν κοπεί
Στις μυστηριώδεις επαρχίες του δουλεμπορίου.

VI

Γυρίζω στο νησί για να κόψω τα δέντρα
Που προηγούνται αυτού του ποιήματος.

*Ο Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο (1973) έχει σπουδάσει Φιλοσοφία και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική. Έχει εκδώσει σχεδόν 20 βιβλία και έχει βραβευτεί σε διαφορετικά μέρη στην Ισπανία και στη Γαλλία. Ήταν ομιλητής στις 9 εβδομάδες της Ποίησης των Κανάριων Νήσων (Ateneo de La Laguna, 1995, Τενερίφη). Έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες που αφορούν στη λογοτεχνία των Κανάριων Νήσων και της Ισπανίας γενικότερα. Μερικά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά για το τμήμα αγγλικών και αμερικάνικων σπουδών του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ και στα ελληνικά για το ηλεκτρονικό περιοδικό «Βακχικόν».
**”Εμφανίσεις”, 2011.
***Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.

Federico Tavan, Καταραμένη εκείνη η μέρα

1-federico-tavan

Καταραμένη εκείνη η μέρα
που άρχισα να γράφω
όχι γιατί
είναι κακό να γράφεις
αλλά γιατί
ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα
που ήμουν μόνος
κι έκλαιγα
και γι’ αυτό
έγραφα.
*
“Μπουμ”
Εμείς καρφωμένοι
εδώ
γράφοντας ποίηση.
Ξέρω
πως αυτό
δεν είναι ποίηση.
Είναι η ιστορία ενός τρένου.
Ξέρω
πως πάνω σ’ εκείνο το τρένο
υπήρχαν
ένας πλανόβιος
ένας μετανάστης
ένας εργάτης
μια φοιτήτρια
ένας οικογενειάρχης.
Ξέρω
πως ο πλανόβιος
είναι στην ηλικία μου
δίχως δόντια
δίχως μαλλιά
και γελάει και κλαίει
και δεν πάει πουθενά
και δεν έχει βαλίτσα καμιά.
Ξέρω
πως ο μετανάστης
είναι πενήντα τριών χρονών
κι έρχεται από τη Γερμανία.
Ξέρω
πως πάει στη Σικελία
και μες στη βαλίτσα
μία κούτα σοκολάτες.
Ξέρω
πως ο εργάτης
δουλεύει στην Άλφα Ρομέο.
Ξέρω
πως είναι σαράντα δύο χρονών
μες στη βαλίτσα
η τελευταία πληρωμή μισθού.
Ξέρω
πως η φοιτήτρια
είναι πολύ όμορφη
και είναι δεκαεπτά χρονών.
Ξέρω
πως πάει να δει τη Ρώμη,
μες στη βαλίτσα
η φωτογραφική μηχανή.
Ξέρω
πως ο οικογενειάρχης
έχει τα γυαλιά εξήντα δύο χρόνια
έναν εγγονό στο Μπάρι
και μες στη βαλίτσα
«το δείπνο για τα χελιδονάκια του».
Ξέρω
πως περιμένουν κάτι
και γελούν
και το τρένο γελάει
και οι βαλίτσες γελούν
και η δημοκρατία
κρυμμένη κάτω από τις σιδηροτροχιές
όπως πάντα
γελάει.
ΜΠΟΥΜ

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Γιώργος Β. Μακρής, Δύο ποιήματα

DSC06273GIORGOS-MAKRIS-autobiogr-BLOG

ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

***

ΠΡΟΣΕΥΧΗ Ή ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Κάνε, Υπέρτατον Ον,
(…) ώστε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ ή ο Τζακ Κέρουακ
να γίνουν κάποτε Πρόεδροι των ΗΠΑ
(…) και η Τεχνική
να ξαναγίνει
Τέχνη.
Κάνε, Κάνε λοιπόν δέντρα, γατιά και λουλούδια και νέες κοπέλες και σεξ και τραγούδι.

(1967)

Μάτση Χατζηλαζάρου, Δύο ποιήματα

matsi

Απόγεμα

Μαύρη γάτα γυαλιστερή
λάγνα σα μάτι
κατοικίδιο
εσύ ελεύθερο
στην ηδονή έχεις
μιαν ανάσα αλλόκοτη
ήμερη ήμερη ήμερη
η ράχη σου βρίσκει
μες στο δωμάτιο
όλα τα λησμονημένα χάδια

κι αν δοκίμαζα με σένανε
τα ξόρκια μου
κι αν σε ονομάτιζα
Γριγρίτσα μου γυαλιστερή
εσύ ελεύθερη

όχι καλύτερα
να σε πω Γριγρία
γυαλιστερή μου λάγνα
Γριγρία
μαύρη σα μάτι
παίζεις καθώς γράφω
ψευτοδαγκάνεις το στιλό μου
Γριγρία λεβεντιά
ξένοιαστα ζυγώνεις
τη μελάνη ή το λόγο
παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά
μα ποτές το ρήμα πεθαίνω

***

Πρωί

Θυμήθηκε τα γριγριά
που αντιλαλούν και φέγγουνε
σε μεγάλη διαδρομή καημών
από τον εαυτό της
μακριά στα νερά τής Βάρκιζας
όμως έσερνε μαζί έναν στίχο

τα γριγριά αντιλαλούν και φέγγουν

μην επιμένεις εδώ
ισχνή μου λέξη γριγριά
τα γάμμα-ρο και τα γιώτα
δε φωτάνε κανένα βυθό
δε βαράνε γδούπους πάνω στη θάλασσα
μηδέ τα συνερίζεται ο μπάτης
όταν ξεμουδιάζει το πρωινό
και ένα ένα φυσάει
άστρα φάρους και λάμπες
γριγριά
τι με παιδεύεις
φτάνουνε οι θύμησες
αρρώστια είν’ τα λόγια τους
τι με κατατρέχεις
αναβοσβήνεις μπροστά μου
άμα λιγώνουμαι στον καναπέ
φύγε γριγριά φύγε
δε μπορώ άλλο
χάνουμαι

*Από τη συλλογή Κρυφοχώρι της Μάτσης Χατζηλαζάρου (εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951) [με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató]. Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1989). Εμείς τα πήραμε από το http://matsihatzilazarou.wordpress.com

Robert Wood, The New Reality in Australian Poetry

Adelaide-to-Perth-TrainWEB

The generation of Murray is not my generation. The generation of Adamson is not my generation either, nor is it Tranter’s or Kinsella’s. My generation is a new generation in Australian poetry. In this era of the ‘contemporary’, particularly as a political proposition after the end of history, it is a dangerous endeavour to suggest there is a modernist / social realist debate. And while the actors have undoubtedly changed (as has the world and its labels) we can discern two such derivative realities in the newest generation of Australian poets. These poets are working in ‘deformed realism’ and ‘sentimental radicalism’.

I take as foundational in the modernist / social realist debate the division that emerged in World War Two Australia and was later embodied by Katharine Susannah Prichard and Dorothy Hewett in the field of poetry. Of course, one could look to Lukacs and Adorno for similar faultlines, or to Albert Tucker and Neil Counihan, but given my position on Noongar country it is important to see what sediment exists here in and of itself. This then is a genealogical and sociological position, not a search for roots or an importation of culturally sanctioned and accumulated references.

Both modernism and social realism are important unconscious aesthetic influences in today’s new generation of Australian poets. This is simply one way of organising these groups and is a poetics of critique and projection not an inalienable and incontestable truth. If one chose to, one could organise the whole in a different way; for example, somewhat predictably, by authorial identity. I would welcome that if only to see how allegiances shift and groups coalesce around different stories. But authorial identity is a red herring and poor analytical tool at the best of times. It ultimately displays a myopic liberalism in the reigning paradigm of identity politics that focuses on the life rather than the art, and fails to come to terms with the death of the author.

That modernism and social realism haunt Australian poetry, now, seems to me to be in their complicated historical positions, for they have dripped down, leaving not so much inheritors in a strict lineage but rather a spectral presence. This is no doubt due to the elasticity of their original definitions and the catholic breadth of today’s poets. Indeed, the following observation from Martin Duwell’s reference to the ’68 generation seems so outdated that it has no resonance now. He wrote:
Continue reading

Frank O’Hara, Δύο ποιήματα

Ραδιόφωνο

Γιατί παίζεις τόσο ανιαρή μουσική
απόγευμα Σαββάτου, όταν κουρασμένος
του θανατά ζητάω λίγη υπενθύμιση
ενέργειας αθάνατης;
Όλη την
εβδομάδα ενώ σέρνομαι κουρασμένος
από γραφείο σε γραφείο μέσα στο μουσείο
ξεχύνεις τα θαύματα του Γκριγκ
και του Χόνεγκερ σε σακάτηδες;
Δεν είμαι
κι εγώ σακάτης, και ύστερα από μια εβδομάδα
εργασίας δεν μου αξίζει ένας Προκόφιεφ;
Ας είναι, αποβλέπω στον ωραίο μου πίνακα
του ντε Κούνινγκ. Νομίζω πως έχει ένα πορτοκαλί
κρεβάτι, κάτι παραπάνω απ’ ό,τι το αυτί μπορεί να κρατήσει.

**

Μουσική

Αν σταθώ για λίγο κοντά στο Ικουέστριαν
σταματώντας για ένα σάντουιτς με σάλτσα από συκώτι στο Μεϊφλάουερ Σοπ
εκείνος ο άγγελος μοιάζει να οδηγεί το άλογο στου Μπέργκντορφ
και είμαι γυμνός σαν τραπεζομάντιλο, τα νεύρα μου βουίζουν.
Κοντά στο φόβο του πολέμου και στα αστέρια που χάθηκαν.
Στα χέρια μου έχω 35 σεντς μονάχα, δεν έχει νόημα να φάω !
και σιντριβάνια αναβρύζουν πάνω απ’ τις στέρνες με τα φύλλα
σαν τα σφυριά ενός γυάλινου πιανοφόρτε. Αν σου μοιάζει
να έχω χείλη λεβάντας κάτω απ’ τα φύλλα του κόσμου,
πρέπει τη ζώνη μου να σφίξω.
Μοιάζει με μηχανή τρένου εν κινήσει, η εποχή
της ταλαιπωρίας και της διαύγειας
και η πόρτα μου είναι ανοιχτή στα απογεύματα του καταχείμωνου
χιονιού που πέφτει ανάλαφρα πάνω στις εφημερίδες.
Σφίξε με σαν δάκρυ στο μαντήλι σου, τρομπέτα
του απομεσήμερου ! μέσα στης καταχνιάς το φθινόπωρο.
Καθώς στήνουν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στη λεωφόρο Παρκ
θα δω τα ονειροπολήματα μου να περνούν με σκύλους μέσα σε κουβέρτες,
για κάποιο λόγο πριν αρχίσουν όλα αυτά τα φώτα των χρωμάτων !
Μα τέρμα πια τα σιντριβάνια τέρμα και η βροχή
και τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τρομερά αργά.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Από το http://yannislivadas.blogspot.com.au/2008/02/frank-o-hara.html

4782d155-9661-4d1d-b22b-ca3b219f5d00_3

Cornelis Vleeskens, Two poems

Curvature of the mind
Ornate beyond straight thought
Rallies over a Dutch mass like
Noctiluca  effervescing over an
Evening beverage that would spoil
Latte specialists or transient
Inertia plagued by
Solar encroachment

Verily the candescence
Leans like an oblique sheen
Emerging at pace without
Effort or so it
Seems as you take another
Keen lope into the marbled
Entropic margin
New each moment
Sails brightly aloft

Salmon Wind

monosyllabic
                     celibacy!
sounds Cyrillic!
            even at this hour!
                                      but!
your overspeak
is a plague!
yet nature is my period!
HAH!
as if the 80’s
was like making
a herbal tea
among the plankton
and the RUSH!
or were we both
RUSHing somewhere else!
an else like pursed lips!
can you excuse me
if i throw a forest
a kiss!    even
from the distance
you proffer
given now
it is further
than it now
might be!

[from an issue of  Mighty Thin Books]

*Taken from Collcted Works (Kris Hemensley) http://collectedworks-poetryideas.blogspot.com.au/2013/03/i-m-cornelis-vleeskens.html

Luise Kaschnitz, Hiroshima

12743960_1564614680523271_2095438840127373789_n

Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,

Έσυρε να κλειστεί σε μοναστήρι – χτυπά τα σήμαντρα.

Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,

Περνώντας στο κεφάλι του θηλιά πήδηξε απ΄την καρέκλα.
Κρεμάστηκε.

Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,

Κυλίστηκε στην τρέλα, τις νύχτες

Κάνει πέρα τα στοιχειά που αμέτρητα,

Αναστημένα από τον κουρνιαχτό τον κυνηγούν.
Τίποτα απ΄όλα αυτά δεν είναι αλήθεια.
Μόλις πριν λίγο τον είδα
Στον κήπο του σπιτιού του στα προάστια.
Οι φυτεμένοι φράχτες ήταν ακόμα χαμηλοί κι οι τριανταφυλλιές μια σταλιά –
Δεν μεγαλώνουν τόσο γρήγορα για να μπορέσει κάποιος να κρυφτεί
Στο δάσος της λήθης. Ξεχώριζε
Το γυμνό σπίτι καθαρά,
Η νέα γυναίκα δίπλα του
Με ρούχο λουλουδάτο,
Το μικρό κορίτσι που κρατούσε το χέρι της,
Το αγόρι καθισμένο στην πλάτη του
Πάνω από το κεφάλι του ένα μαστίγιο στριφογυρνώντας.
Κι ο ίδιος φαινόταν καθαρά
Στα τέσσερα πεσμένος στο γρασίδι
Με πρόσωπο από τα γέλια παραμορφωμένο,
Γιατί περίμενε πίσω απ΄ το φράχτη ο φωτογράφος: το μάτι του κόσμου.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης. Περισσότερα στη διεύθυνση http://www.poiein.gr/index.php?s=luise+kaschnitz&submit=%CF%CA