Γιώργος Γκανέλης, Θηριοδαμαστές

8432001-lg

Ένα μυστικό μέσα απ’ τα βάθη των αιώνων ακούστηκε
καθώς η γαλήνη της κάμαρας πισώπλατα μας άγγιζε,
χρόνια νεκροί στο ημίφως της Ιστορίας
με σβησμένα τα χνάρια της επιστροφής
κινήσαμε να προσεγγίσουμε τις αντίθετες δυνάμεις
που κυβερνούν τον κόσμο·
έμπειροι θηριοδαμαστές νωχελικών ωρών
πίνοντας τ’ αποτσίγαρα της μοναξιάς
κι ούτε ένας εθελοντής να σηκώσει τα πανιά στο πέλαγος
μονάχα πεδία πολέμου διακρίνονται
βαμμένα με το αίμα των αθώων ψυχών.
Αυτά και άλλα πολλά σκεφτήκαμε σήμερα
που μείναμε κολλημένοι στις καρέκλες του δωματίου
ονειρευόμενοι μια χώρα εξωτική
ενώ έξω τα παιδιά αρρώσταιναν με την ασκήμια
του κόσμου
καθώς τα καράβι ετοιμαζόταν να δραπετεύσει απ’ τα νερά
αυτού του λιμανιού, γεμάτο σημαίες και κίτρινα φώτα
πηγαίνοντας ποιος ξέρει πού· μπορεί σ’ εκείνο το νησί
που είχαμε ακούσει μικροί, ίσως στον Πειραιά ή στο χαμό.
Οι καιροί αναδιπλώθηκαν πια
κανείς δεν προχωράει πρώτος, όλοι στην ουρά
ουραγοί και ιδρωμένοι να μη φαίνονται
κι εσύ ήξερες μόνο να ικετεύεις τους δειλούς
σαν τον αυτόμολο που παραδίνεται στον εχθρό
που έχει χάσει τη μάχη· κι οι νικητές είναι πολλοί
κι οι ψυχές χωρίς σωτηρία, ειδικά τις Κυριακές
περισσότερο τ’ απογεύματα μετά το ποδόσφαιρο
που περιπλανιέσαι μόνος στους δρόμους της πόλης
στα καφενεία με τα θολά τζάμια.
Υποψίες περικύκλωσαν τη νύχτα
εκδρομείς επισκέφτηκαν τα χωριά και τις τύψεις
δυο-τρεις φαντάροι ανεβαίνουν το μονοπάτι το χωμάτινο
φωτιές και ήχοι γαντζώνονται στις παλάμες σου
κι όλα αυτά εντελώς φυσιολογικά σαν το χτύπο του ρολογιού
σαν τον καστανά που πριν ήταν λαχειοπώλης·
σημάδια εξαγοράς και προδοσίας
στα χέρια των ληστών η οροφή του κόσμου
στις φευγαλέες μέρες το άρωμα της άνοιξης
ξανά και ξανά μια υπόσχεση που ναυάγησε
στα άδεια ποτάμια, στα πηγάδια, στα τούνελ
κι η πόλη να ερωτεύεται την ασκήμια της
κι οι ωραίοι θνητοί να μην υπάρχουν
μπαίνοντας προς το δύο χιλιάδες, με πόδια ισχνά
με μάτια θαμπά με τις αξίες παραδομένες
στην εύκολη γοητεία κι οι εραστές πνιγμένοι
στην πλεονεξία τους – είναι πια σύγχρονοι.
«Είμαι μοντέρνα» φώναξες Ελένη (μα και ωραία;)
Εγώ πάντως ζω – τίποτ’ άλλο.

*Από τη συλλογή “Ο σκοπευτής της μνήμης”, εκδ. Στοχαστής, 2013 (σελ.27-28).

A Hundred Gourds 5.2 released

banner_AHG_entry

The 18th issue of A Hundred Gourds, a quarterly journal of haiku, haibun, haiga, tanka and renku poetry, is now available for your reading pleasure.

Please note:
1. AHG will cease publication with our next issue, AHG 5.3, in June 2016.

AHG 5.3, our 19th issue, will be published in June. It will be our final issue, so be sure to send all submissions by the deadline of March 15th. Submissions received after the deadline will not be considered.

2. There will be no renku section in AHG 5.3

We thank Kala Ramesh for her willingness to join the AHG Team as Guest Renku editor for AHG 5.2. This is the last issue of AHG to contain a Renku section. William Sorlien, in his notices to some contributors last year, warned that he may not be able to continue because of other pressing responsibilities. That has turned out to be the case. We wish him well in his future endeavours.

Along with our poetry sections, AHG 5.2 includes:

Feature: Haiku North America 2015 — Schenectady, New York

Jennifer Sutherland reports on the bountiful variety of haiku-related presentations given at the 2015 HNA Conference, which was held in Schenectady, New York, USA. Those many of us who couldn’t be there will appreciate some wonderful glimpses into the ideas and expertise that are shared at HNA Conferences.
Expositions

Ray Rasmussen’s essay, ‘Learning from Two Masters’ explores what might be learned from studying the work and teachings of haibun of two haiku masters who were widely separated in both time and place: Basho, from 17th century Japan and Ken Jones from 21st century Wales, UK.

Brad Bennet and Jo McInerney offer their insights into individual haiku that’ve caught their attention.

Ellis Avery reviews the Genjuan Haibun Contest Decorated Works anthology, Rodney Williams reviews Owen Bullock’s urban haiku and Lorin Ford reviews Rick Tarquinio’s Mostly Water.

Submissions Deadline
The deadline for all submissions to AHG 5.3 (the June 2016 issue) is March 15th. Please check our submissions page for details and editors’ guidelines.

Please take the time to read the AHG submissions page, including each relevant editor’s comments and requirements, and ensure that your submission complies.
Lorin Ford – Haiku Editor, Managing Editor

for the Editorial Team, A Hundred Gourds

http://www.ahundredgourds.com

Ειρηναίος Μαράκης
, Ένα παραμύθι με χαρούμενο τέλος

Φωτογραφία: Μάριος Λώλος

Φωτογραφία: Μάριος Λώλος

“Και δω απ’ τον τόπο που έζησα τη φυγή,

ρίχνω αλάτι στη βαθιά τους πληγή,

τάζομαι πρόσφυγας και σε καλό να μου βγει.”

(Φυσάει κόντρα, Active Member)

για όμορφους ανθρώπους

για τον πρίγκηπα που νίκησε τον δράκο

για χώρες μαγικές, σου λέω ιστορίες

χτενίζω τα μαλλιά σου

κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο

πέρα, μακριά, πλάι στον σιδηρόδρομο

στις έρημες πλατείες, σε υγρά μονοπάτια

άγνωστες φιγούρες βαδίζουν

σε αναζήτηση ελπίδας

είναι πρόσφυγες σου λέω, μετανάστες

κι εσύ θυμωμένη απαντάς

όχι, είναι άνθρωποι μητέρα, άνθρωποι

χωρίς θέση σε μια κοινωνία

που ούτε εμείς έχουμε θέση

σωπαίνω, γυρίζω το βλέμμα στην τηλεόραση

στρατόπεδα συγκέντρωσης, μονάδες καταστολής

σιδερόφρακτοι στρατιώτες

υψώνουν τείχη απέναντι στα αδέλφια μας

νεαρά παιδιά επιχειρούν να αυτοκτονήσουν

αφού με θάνατο μοιάζει η ζωή τους,

τρέμει το χέρι, πέφτει το χτένι, δακρύζω

αντί να κλαις, με μαλώνεις, έλα να βοηθήσουμε

φέρε ψωμί, φέρε ρούχα, φέρε την καρδιά σου

αλληλέγγυοι να σταθούμε

για να γκρεμίσουμε τα σύνορα,

τον δράκο να σκοτώσουμε

βγαίνεις έξω, στον κρύο αέρα

ανεμίζουν τα μαλλιά σου

σ’ ακολουθώ, όλη η γειτονιά στο πόδι

προσφέρει τη φτώχεια της βοήθεια στους εξόριστους,

στα μάτια των παιδιών βλέπω ευγνωμοσύνη

τον τρόμο νοιώθω, την ανησυχία τους,

στα μάτια των γειτόνων πάλι

βλέπω την φλόγα την παλιά

της αντίστασης, της εξέγερσης,

μου πιάνεις το χέρι, χαμογελάς

μαζί θα τον αλλάξουμε αυτό τον κόσμο, μανούλα,

για όμορφους ανθρώπους

για τον πρίγκηπα που νίκησε τον δράκο

για χώρες μαγικές, θα λέμε ιστορίες.

Ειρήνη Γαβριλάκη, Από το “Οι νύχτες πριν”

nixtes

15

Νύχτα της σιωπής και των εσωτερικών ρυθμών
των τριγμών και των μεταμορφώσεων,
των συνεπειών και των αποφάσεων,
της ποίησης της πρώτης λέξης,
του θάρρους, της έκπληξης, της συνενοχής,
ω νύχτα μου.

Νύχτα δική μου και του σύμπαντος,
των ριζικών συστημάτων
και των υπόγειων νερών,
των αστεριών που γεννιούνται και πεθαίνουν
ερήμην των ενδεχόμενων μαρτύρων,
του κυοφορούμενου φωτός,
νύχτα δική μου και του είδους μου.

Νύχτα, λοιπόν,
τέλεση και ενδεχόμενο,
λύση και έλεος του μύθου μου
και του μύθου μας,
αφήγηση και σιωπή,
υπόσχεση και αναίρεση,
μεταφορά κάθε πρόθεσης.

Περπατώντας στα ίχνη σπειρών
από χορδές που επιστρέφουν,
ταξιδεύω μέσα μου και μέσα σου,
με την προσδοκία ν’ ακουμπήσω την ουσία σου
και την ουσία μου
και να εκπλαγώ.

*Μαρία Γαβριλάκη, Οι νύχτες πριν, εκδόσεις Ναυτίλος, Δεκέμβρης 2015.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Ναρκισσισμός σύνθεση

Άτιτλο II

Χειρουργείο με μέσα πρωτόγονα
και αφουγκράζομαι:

«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί
(Κύριε, Κύριε, τα σκοτάδια… τα σκοτάδια)
ελωί, ελωί, λαμά σαβαχθανί
ή ελί, ελωί, λαμά αστάγνα τανί»

στο μεταξύ

ενέσεις κωδεΐνης
και άλλα τροπάρια.

Τις νύχτες:
δαγκώνω το μαξιλάρι.

***

Σύνθεση σε μέτρο ελεύθερο

Ο φόβος του άδειου τοπίου
αντανακλά το λευκό σου περίβλημα.

Γαλάζιος καπνός κρύβει τα μάτια σου
απ’ τη μορφή στον καθρέπτη.

Ο καιρός αλλάζει συνειδήσεις
αλλά όχι συνήθειες.

Συνθέσεις απ’ το τίποτα
είναι η δουλειά σου.

Αλόγιστα ξοδεύεις τους ρυθμούς
του παραπάνω τοπίου.

Παγιδεύεις ιδέες έμμονες
τρώγοντας σάρκες
αποκλείεις δρόμους επιστροφής.

Καίγοντας την ψυχή σου
θερμαίνεσαι.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, εκδ. Άγκυρα 2015.

Federico Garcia Lorca, Τρία ποιήματα

tumblr_m8e9bot3fD1qdrgo9o1_1280

Βγαίνει το φεγγάρι

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
οι καμπάνες χάνονται,
κι εμφανίζονται τ’ απρόσβατα
τα μονοπάτια.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
η θάλασσα σκεπάζει τη γη,
κι η καρδιά αισθάνεται νησί
καταμεσής του απείρου.

Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια
κάτω απ’την πανσέληνο.
Πρέπει να φας
πράσινα φρούτα παγωμένα.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
με τα εκατό όμοια πρόσωπα
το αργυρό νόμισμα
κλαίει στην τσέπη

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

***

Γη

Προχωρούμε
πάνω σ’έναν καθρέφτη
δίχως ασήμι
πάνω σ’ένα κρύσταλλο
δίχως σύννεφα.
Αν οι ίριδες γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν τα ρόδα γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν όλες οι ρίζες
κοιτούσαν τ’ αστέρια
κι ο νεκρός δεν έκλεινε
τα μάτια
θα γινόμασταν σαν κύκνοι.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης.

Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα

Η νύχτα αρνιέται να’ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

Όμως κι εσύ θα’ρθεις με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.

Η μέρα αρνιέται να’ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

Όμως κι εσύ θα’ρθεις
ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.

Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να’ρθουν
για να πεθάνω εγώ για σένα
κι εσύ να πεθάνεις για μένα.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης.

**Από το http://surrealism9.blogspot.com/2010/03/7.html

Wallace Stevens, Πρόλογοι στο τι είναι πιθανόν

10600372_10204393517344094_2552129018064856575_n

Ι                                           

Υπήρχε μια ηρεμία του μυαλού όπως όταν είσαι μόνος σου σε βάρκα στη θάλασσα,
Μια βάρκα που προωθούν κύματα που μοιάζουν στιλπνές πλάτες κωπηλατών,
Σφίγγοντας τα κουπιά τους, λες και ήταν βέβαιοι για τον δρόμο προς τον
         προορισμό τους,
Σκύβοντας προς τα εμπρός και κατόπιν όρθιοι κρατώντας τις ξύλινες λαβές,
Υγροί από το νερό και λάμποντας στην ενότητα της κίνησής τους.
Η βάρκα ήταν φτιαγμένη από πέτρες που είχαν χάσει το βάρος τους και καθώς δεν
         ήταν πια βαριές
Μια ακτινοβολία μόνον είχε μείνει μέσα τους, ασυνήθιστης καταγωγής,
Έτσι ώστε εκείνος που σηκωνόταν μέσα στη βάρκα γέρνοντας και κοιτάζοντας
         μπροστά του
Δεν φαινόταν για κάποιον που ταξίδευε έξω και πέρα από ό,τι είναι οικείο.
Ανήκε στην για τα πολύ ξένα αναχώρηση του σκάφους του και ήταν μέρος της,
Μέρος του κατόπτρου της φωτιάς στην πλώρη του, σύμβολό του, όποιο και αν ήταν,
Μέρος των γυάλινων, νόμιζες, τοιχωμάτων στα οποία γλιστρούσε πάνω από το
         λεκιασμένο με αλάτι νερό,
Καθώς ταξίδευε μόνος του, όπως ένας άνθρωπος δελεασμένος από μια συλλαβή
         χωρίς κανένα νόημα,
Μια συλλαβή για την οποία ένιωθε, με μια καθορισμένη βεβαιότητα,
Πως περιείχε το νόημα στο οποίο ήθελε να εισέλθει,
Ένα νόημα που, καθώς εισερχόταν μέσα του, θα θρυμμάτιζε τη βάρκα και θα
         ηρεμούσε τους κωπηλάτες
Όπως σε ένα σημείο κεντρικής άφιξης, μια προς στιγμήν στιγμή, μεγάλη ή μικρή,
Απομακρυσμένο από κάθε ακτή, από κάθε άντρα ή γυναίκα, και χωρίς να
         χρειάζεται κανέναν.

ΙΙ    
                    
Η μεταφορά ανακίνησε τον φόβο του. Το αντικείμενο με το οποίο συγκρινόταν
Ήταν αδύνατον να το αναγνωρίσει. Από αυτό ήξερε πως η ομοιότητά του εκτεινόταν
Λίγο μόνον και όχι πιο πέρα, εκτός αν μεταξύ εκείνου
Και πραγμάτων πέρα από ομοιότητα υπήρχε αυτό ή το άλλο με πρόθεση
         αναγνώρισης,
Αυτό ή το άλλο μέσα στις περιφράξεις υποθέσεων
Για τις οποίες άντρες διαλογίζονταν το καλοκαίρι μισοκοιμισμένοι.
Ποιον εαυτό, λόγου χάριν, περιείχε που δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί,
Γρυλίζοντας μέσα του να ανακαλυφθεί καθώς επεκτείνονταν οι προσοχές του,
Λες και όλα τα κληρονομημένα φώτα του είχαν ξαφνικά αυξηθεί
Από μια πρόσβαση χρώματος, μια νέα και απαρατήρητη, ελαφρά χρωματική
         αντιπαράθεση,
Την πιο μικρή λάμπα, που πρόσθετε το δυνατό της τίναγμα, στο οποίο έδωσε
Ένα όνομα και προνόμιο πάνω από την κανονικότητα της κοινοτοπίας του –
Ένα τίναγμα που πρόσθετε σε αυτό που ήταν πραγματικό και στο λεξιλόγιο του,
Με τον τρόπο που κάποιο πρώτο πράγμα που έρχεται στα δέντρα του Βορρά
Προσθέτει σε αυτά ολόκληρο το λεξιλόγιο του Νότου,
Με τον τρόπο που το πρώτο μοναδικό φως στον βραδυνό ουρανό, την άνοιξη,
Δημιουργεί ένα καινούργιο σύμπαν από το τίποτε προσθέτοντας τον εαυτό του,
Με τον τρόπο που ένα βλέμμα ή ένα άγγιγμα αποκαλύπτει τα απροσδόκητα
         μεγέθη του.

*Απόδοση: Γιώργος Χουλιάρας.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσι, Δύο ποιήματα

frr


Ελευθερία έκφρασης

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα

***

Επίκαιροι Αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο
το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
πώς να αποχωριστούνε;

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Έι! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

Από την κορυφή ώς τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει 

*Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος.

Γιώργος Δάγλας, Το σίδερο

μια γυναίκα και ένας άνδρας… μια ιστορία.
για την αντιγραφή Α.Ν.Χ

Η Ελένη Γρηγοριάδου σιδέρωνε τα ρούχα της. 

Τα είχε πλύνει για πολλοστή φορά. 

Δεν τα φορούσε ποτέ. 

Είχε χρόνια να βγει από το σπίτι. 

Είχε χρόνια νάχει μια σχέση, να βρεθεί κοντά μ’ έναν άνθρωπο. 

Δούλευε και σιδέρωνε τα ρούχα της. 

Δεν έτρωγε. Δεν κάπνιζε. Δεν έπινε. Δεν ζούσε.
Σκέφτηκα πως κάτι μπορούσε να γίνει μαζί της. 

Ήμουν τρεις μήνες άνεργος.
Τα μαλλιά μου είχαν φουντώσει και μακρύνει 
πολύ.
Κυκλοφορούσα με κάτι πολυκαιρινά δανεικά ρούχα που μούρχονταν λίγο άβολα. 

Οι ταχτοποιημένοι – (ειν’ αλήθεια είχα φίλους όταν είχα και γυναίκα) – σύχναζαν
σ’ ακριβά μπαράκια και μου χτυπούσαν με παρηγοριά την πλάτη. Μια πέτρα
πεταμένη στην θάλασσα η αγάπη τους. 

Σκέφτηκα λοιπόν πως κάτι θα μπορούσε να γίνει. Και οι δυο στο σίδερο και στη
μοναξιά – λέω – κάτι θα γίνει. Η αλήθεια είναι πως με είχε καλέσει κάποιες φορές
στο σπίτι της. Ξάπλωνε στον καναπέ, κι’ εγώ καθόμουν σε ένα μικρό σκαμπό.
Κρατούσε πάντα μια απόσταση ασφαλείας δύο μέτρων. Μια φορά φεύγοντας την
ακούμπησα στον ώμο φιλικά. Ταράχτηκε. Νόμισα πως θα με χτυπούσε.

Μου μιλούσε πάντα στον πληθυντικό. Η σχέση μας προχωρούσε. Άδειαζα ότι
υπήρχε στο ψυγείο της κι’ άδειαζε οτι υπήρχε στην ψυχή της. Ο αδερφός της ήταν
μόνιμος στρατιωτικός μοναδικός της “φίλος” ερωτευμένος με μια ρωσίδα
καμπαρετζού ο μακαρίτης ο πατέρας της απογοητευμένος – χτυπημένος – από την
αριστερά της εποχής του.

Η Ελένη δούλευε πάντα σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο χωρίς ρεπό, χωρίς ζωή χωρίς
έρωτα χωρίς μέλλον. Κάποιες φορές που περνούσα να τη δω, ντρεπόμουν λίγο.
Τα ρούχα μου ήταν τσαλακωμένα. Κι’ εγώ. Κι’ αυτή σιδέρωνε. 

Ήμουν τρεις μήνες άνεργος. Οι φίλοι μου με είχαν ξεχάσει. Δουλειές – ταξίδια –
δημόσιες σχέσεις – κάποιοι έγραφαν ποίηση άλλοι άλλαζαν αυτοκίνητο εγώ δεν
“είχα μάτια να κλάψω”, ούτε και την Ελένη είχα, ούτε ένα σίδερο, να βγαίνω έξω
στο δρόμο, με αξιοπρέπεια. 

Δεν το έβαλα κάτω. Την τελευταία φορά που πέρασα να τη δω έβαλα τις ντροπές
στην άκρη, Ελένη της λέω δεν μπορώ άλλο έτσι τσαλακωμένος μπορείς να μου
βρεις ένα μεταχειρισμένο σίδερο; Περίμενε μου λέει. Πάει στο άλλο δωμάτιο,
γυρίζει με ένα σαρανταπεντάρι στο χέρι.

- Πάρτο, μου λέει. Εγώ δεν μπορώ. Ό,τι κάνεις θάμαι μαζί σου.

Ted Hughes, Οι προσφορές

e43e9657c3733e6cda2eb362d6de7b38

….Όπως στο όνειρο που επιμένει
Απλώς στο απίθανο και διαρκεί
Το ένα δευτερόλεπτο μετά το άλλο,
Και γίνεται ολοένα πιο απίστευτο —
Σαν να γύρισες αργά το πρόσωπό σου και αργά
Να μου χαμογέλασες ανάμεσα στα μάτια, προκαλώντας με
Εκεί, ανάμεσα στους ζωντανούς, να μιλήσω στους νεκρούς.
Δεν φαινόταν όμως να γνωρίζεις τον ρόλο που έπαιζες.
Κι όπως σε όνειρο, εγώ δεν αποκρίθηκα.
Προσπάθησα μόνο να ξεχωρίσω την ανάμνηση
Του προσώπου σου από εκείνο το καινούργιο που φορούσες.
Αν αποβιβαζόσουν στο Τσοκ Φαρμ, είπα στον εαυτό μου,
Θα σε ακολουθούσα σπίτι. Θα μιλούσα.
Θα έκανα μια προσπάθεια ν’ αρπάξω
Αυτή την προσφορά, αυτό το θλιβερό υποκατάστατο
Που μου επιστράφηκε με τον θάνατο, που μου αποκαλύφθηκε
Εκεί στον Υπόγειο — σίγουρα σαν να απαιτούσε
Τον έλεγχο και την επιβεβαίωσή μου.
Φτάσαμε στο Τσοκ Φαρμ. Εγώ σηκώθηκα. Εσύ παρέμεινες.
Ηταν η στιγμή της δοκιμασίας.
Σου αφαίρεσα το πρόσωπο και το έβγαλα
Εξω, στην αποβάθρα, σ’ αυτό το όνειρο
Που αφηγούνταν όλη τη ζωή του Λονδίνου.
Σε παρατηρούσα καθώς απομακρυνόσουν, μεταφερόσουν μακριά
Προς τον βορρά, πίσω στην άβυσσο
Το αληθινό καινούργιο πρόσωπό σου αμετάβλητο, φωτεινό, ανυποψίαστο,
Ορατό για ακόμη κάμποσα δευτερόλεπτα, κι έπειτα χάθηκε
Αφήνοντάς μου το αρχικό κενό
Εκεί όπου ήσουν εσύ πριν, και ξαφνικά δεν ήσουν.
Ολα όμως προσφέρονται τρεις φορές.
Και ξαφνικά καθόσουν στο δικό σου σπίτι.—-

*Από την BIBLIOTHEQUE στο http://www.bibliotheque.gr/article/50825.