Γιώργης Παυλόπουλος, Άσκηση

10524658_673953029356114_8789311400474696043_n

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια

Η μορφή του σαν του πνιγμένου

κάτω από το νερό

κυμάτιζε περνώντας ολοένα

μέσα στον καθρέφτη

χωρίς να βουλιάζει

Σιγά-σιγά φανερωνόταν

πιο καθαρά το πρόσωπό του

Ξαφνικά το είδε

να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας

και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει

καθώς χανότανε σβησμένο

σε μια καταχνιά

Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά

πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο

μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης

Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα

ψάχνοντας για το πρόσωπό του

φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του

και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.

Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι

σε μιαν αόρατη σκηνή

χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν

έτοιμος ν’ αρχίσει

υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.


*Από “Το σακί”.

Ειρήνη Γαβριλάκη, Από το “Οι νύχτες πριν”

zygos-miniaies-problepseis-kosta-lefaki-martios-2016_b

16

Η θάλασσα πάλι, των χημικών ενώσεων και
των κυματισμών,
σε παρατάει, επιτέλους, στην ακτή,
βράδυ,
παιδί-με-κουβαδάκι που σκάβει προς τα μέσα
και γύρω,
εκτός χρόνου, αμήχανο.

Η θάλασσα μετά. Αφού το παιδί φύγει
και αφού η παλίρροια σβήσει το ίχνος της προ-
σπάθειάς του να σκάψει.
Μετά που το ίχνος του παιδιού θα έχει γίνει
ανάμνηση
και αβαθής φωλιά μικροοργανισμών.

Η θάλασσα πριν. Πριν έρθει το παιδί,
ίδια με τη θάλασσα που έγινε όταν το παιδί
έφυγε,
γεμάτη θαύματα
και μελλοντικές προσπάθειες παιδιών.
Και προσπάθειες παιδιών
που βρέθηκαν αμήχανα και εκτός χρόνου στην
ακτή,
άλλοτε.

Η θάλασσα μόνο.
Περιέχοντας προσπάθειες και ίχνη,
μηνύματα σε μπουκάλια και ιστιοφόρα
και γυναίκες στην όχθη και ωδίνες και
βλέμματα
και κοχύλια
και προθέσεις ταξιδιών που αναβλήθηκαν
ή άλλων που ήταν σαν να μην έγιναν.

Η θάλασσα πάντα.
Να καθαίρει την αυταρέσκεια όσων σχεδιάζουν
ταξίδια.
Να μετριάζει την ύβρι όσων τα πραγματοποιούν.
Να γελά με αυτούς που σκαλίζουν πλεούμενα ή
υφαίνουν ιστία.

Θάλασσα, ήχος Σειρήνων και ήχος φτερών
που τσακίζονται στον αφρό.
Θάλασσα τριγμός στα σκαριά και γαλάζιο
ηδύποτο
στο ποτηράκι του θεού.

Βάζω στο στόμα μου μια χούφτα βότσαλα,
για να μάθω να προφέρω όλες τις λέξεις
και να σε επικαλούμαι,
όταν το μπλε του ουρανού σε κάνει ανοιχτή
και όταν το μπλε της λύπης σε κάνει μητέρα.

*“Οι νύχτες πριν”, εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη 2015.

“Άγγελοι εκδικητές” του Μεχμέτ Γιασίν (μετάφραση: Ζ. Δ. Αϊναλής)

cover_high

Βάζω αυτό το βιβλίο στα Σφηνάκια ακριβώς επειδή του αξίζει μακροσκελέστατη ανάλυση, την οποία σκοπεύω να κάνω σε σχετικό κείμενό μου που θα υποβάλω στον “Μανδραγόρα”. Επειδή όμως ο “Μανδραγόρας” είναι εξαμηνιαίος και το επόμενο τεύχος θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι, δεν μπορούσα να μη γράψω τώρα δύο λόγια έστω για το συγκλονιστικό αυτό ποιητικό βιβλίο.

Ο Μεχμέτ Γιασίν είναι Τουρκοκύπριος ποιητής. Γεννήθηκε στη Λευκωσία και η ιστορία του σφραγίστηκε από τις κάθε είδους συγκρούσεις που στιγμάτισαν την ίδια την ιστορία της Κύπρου. Στην ανθολογία “Άγγελοι εκδικητές”, που με περισσό μεράκι και ευαισθησία επιμελήθηκε και μετέφρασε ο κ. Αϊναλής, ο ποιητής προβληματίζεται για τις ανθρώπινες (δευτερευόντως και τις πολιτικές) προεκτάσεις του κυπριακού ζητήματος και διερευνά το περιεχόμενο της λέξης “πατρίδα”. Τα ποιήματά του αντανακλούν βαθύτατο πλούτο συναισθημάτων, αλλά και ευρύτατο ψυχικό πλούτο που βρίσκουν διέξοδο σε μια έκφραση χωρίς αναστολές και γεμάτη ειλικρίνεια.

Θεέ μου! Πού μπορώ να πάω και να ουρλιάξω;
Συρματοπλέγματα, περιβάλλομαι από συρματοπλέγματα
κάθε μέρα τα τείχη υψώνονται, τούβλο το τούβλο, κατάτι ψηλότερα.
(…)
Αν αποστείλω τα γράμματά μου “Στη μητέρα μου”,
πού θα πάνε;
Αν γράψω “Κύπρος”… πού;

Γυρνάω γύρω-γύρω κι επιστρέφω από την κάθε διεύθυνση
μέσα σ’  ένα φάκελο με τις άκρες καμένες.

Δεν θα υπερβάλλω αν πω ότι αυτό το βιβλίο μού άλλαξε τον τρόπο που σκέφτομαι για το κυπριακό.

Χριστίνα Λιναρδάκη

*Από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr

mexmet-giasin1

Βύρων Λεοντάρης, συνοικίες

2

Οι πολιτείες της αδικίας είναι κυκλωμένες· τις κυκλώνουν
συνοικισμοί, νεκροταφεία και φυλακές,
βλέφαρα, που έχουν λιώσει από όνειρο και κλάμα,
δάχτυλα πεινασμένα που παλεύουν με τη νύχτα
για ένα φεγγάρι δαγκωμένο,
οι πολιτείες της αδικίας είναι κυκλωμένες…
Όμως κανείς δεν ξέρει πότε γίνονται ηφαίστεια οι πληγές,
πότε οι ανατριχίλες γίνονται σεισμοί
κι ο πόνος ο ανθρώπινος δεν είναι μια εύκολη στιγμή για να
ξελογιαστεί
δεν είναι ούτε καρδιά ούτε συνείδηση για να τον αγοράσετε…
…Όταν κόμπαζε ο θάνατος
τσαλαπατώντας πολιτείες και σπαρτά,
όταν όλες οι πόρτες είχαν κουφαθεί και βουβαθεί,
αυτοί βγήκαν στους ναρκωμένους δρόμους,
βγήκανε να τον αντιμετωπίσουν,
ξέροντας πολύ καλά πως δεν ήταν ένα λουλούδι
να σκύψουν, να το κόψουν και να το καρφώσουν στο στήθος τους.
Έτοιμοι για το μέγα ρίγος,
όρμησαν μέσα σε γρανάζια και τροχούς
να σταματήσουνε το μακελειό,
να στομώσουν την έκρηξη…

Στέλιος Ροΐδης, Η σοκολάτα και το κερί

Roidis COVER

 ISBN: 978-9963-2135-2-8
Αριθμός σελίδων: 88
Διαστάσεις: 23Χ15
Εκδόσεις Straw Dogs
Σειρά Ποίηση
Μάρτης 2016
 
Από το βιβλίο:

ΕΠΟΣ ΜΕ ΜΙΣΗ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

 
Δεν φτάνει που είσαι κατάμονος
Έχεις φορτωθεί και την δυνατότητα από πάνω
 
Κάνεις διατριβή για να την ανοίξεις
Από ποιόν κρύβεσαι
                θα κρυφτείς εκεί;
Πέρασες ένα βράδυ
Περιμένεις να ξανάρθει να του το πεις
Αυτό χάθηκε
Μα περισσότερο εσύ.
Δεν είσαι παρά το αριστούργημα του πιο κακού ποιητή
Μουτζουρωμένος
Μουτζουρωμένο
Τέλειο
Κάτι
για τα βίτσια
ντε
και
καλά
 
Και εάν ξέρεις από
αίμα
 
Δεν ξέρεις από μοίρα.
………………………………………
 
Μετά από ένα διάλειμμα δυο θεατρικών βιβλίων που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2014, ο Στέλιος Ροΐδης επιστρέφει με την καινούργια του – και ένατη στον αριθμό – ποιητική συλλογή. 42 ποιήματα που γράφτηκαν κατά την περίοδο 2012 – 2014 για όσους περίσσεψαν, περιπλανήθηκαν, τρόχισαν το τελευταίο λόγο του φιδιού και μέσα από μια μάζα από κραγιόν χάσανε την ομορφιά πάνω σε ένα μακρύ παραμύθι.  
 
Βιογραφικό:
Ο Στέλιος Ροΐδης γεννήθηκε το 1972 στον Πειραιά. Σπούδασε Θέατρο στον Πειραϊκό σύνδεσμο και στην σχολή Φωτιάδη. Έχει ασχοληθεί με την μουσική, την ωτογραφία, το ψυχόδραμα και με την κινησιολογία πολεμικών τεχνών.
 
Βιβλιογραφία:
Εννέα Μονόλογοι/ ΓΗ, θέατρο, image Dgd 2014
Μια επιτυχημένη σχέση, θέατρο, Vakxikon.gr 2014
Κομμάτια δικά μου, ποίηση, Vakxikon.gr 2012
Ποιήματα για τη γενιά που έμεινε στο σπίτι, ποίηση, Ενδυμίων 2009
Η σιωπή του καλοκαιριού, ποίηση, Έψιλον 2007
Ανοιχτοί χώροι, ποίηση, Έψιλον 2006
Οικοδομή, ποίηση, Έψιλον 2005
Παλιά παπούτσια, ποίηση, Έψιλον 2004
Ο χαρακτήρας του χρόνου, ποίηση, Έψιλον 2003
Μόδα, ποίηση, Οδός Πανός 2002
 
Μπορείτε να κάνετε τις προπαραγγελίες σας στο
email μας και να σας αποσταλεί με αντικαταβολή
Τιμή: 10 € (μαζί με τα ταχυδρομικά έξοδα)
 
Σημείωση: Όποιος δεν επιθυμεί να λαμβάνει ενημερωτικά email των εκδόσεών μας μπορεί να στείλει κενό απαντητικό μήνυμα και θα τον αφαιρέσουμε από την λίστα μας.
 
Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων

  
http://www.strawdogsmagazine.com/

Η γυναίκα σε στίχους του Κ. Π. Καβάφη

dimartblog's avatardimart

Ο Γιώργος Ζεβελάκης, με αφορμή τη φωτογραφία μιας γυναίκας στην Αλεξάνδρεια της εποχής του Καβάφη, επιλέγει για τους αναγνώστες του dim/art καβαφικούς στίχους που μιλούν για τη γυναίκα, διαχρονικά και στους πολλαπλούς ρόλους της: τη διανοούμενη Άννα Κομνηνή που, κατά τον Καβάφη, «την καίει η οδύνη “μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής”», την αυτοθυσία της αφοσιωμένης σπαρτιάτισσας μάνας, την ερωτευμένη γυναίκα που τον φτωχό αγαπημένο της απαρνήθηκε.
Γυναίκα Αλεξανδρεια
 Φωτογραφία γυναίκας στην Αλεξάνδρεια, τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα.
* * *
Οι στίχοι που ακολουθούν, υπαινικτικά και υπόγεια, ιχνογραφούν την εικόνα του Καβάφη για τη γυναίκα — μια εικόνα, διόλου άσχετη με τον τόπο του και την εποχή του.
kav-thumb-large
* * *
Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
«Άννα Κομνηνή»
Μα η υπέροχη γυναίκα τον κατάλαβε
 (είχεν ακούσει κιόλα κάτι διαδόσεις σχετικές)
«Εν Σπάρτη»
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
 «Ἄγε, ὦ…

View original post 46 more words

Λίνα Φι, αλληλεγγύη

πρησμένος ο λαιμός.

κρύο. φωνή. τσιγάρο αγκάθι.

κάτι θα έγινε προχθές. κάτι μεγάλο πάλι.

τίποτα δεν πήραμε μαζί.

μια τσάντα. περηφάνια. ξηρά τροφή.

έτοιμοι.

έτοιμη κι εγώ. λίγος έμεινε ο καιρός εδώ έξω.

δε θα κάνω πίσω. χρειάζομαι τα μάτια τους αλλιώς είμαι τυφλή.

το μυστικό

να μη φωνάξεις.

πάντα στην αρχή επικρατεί σιωπή.

τόσο που μπορώ να ακούσω την καρδιά.

μπερδεύομαι. ερωτεύομαι.

δωμάτια, καπνό, δάχτυλα, σπρέυ

μάτια που ξεχνάω σε ποιόν ανήκουν

όλα τα ερωτεύομαι

και αμφισβητώντας την ιδιοκτησία αγωνίζομαι κι αυτά να
μοιραστώ. κι ύστερα έρχονται οι φωνές.

οικείες σεισμικές δονήσεις

ακριβώς στην ώρα.

ούτε λεπτό νωρίτερα. ούτε λεπτό αργότερα.

μόνο κάτι δευτερόλεπτα ανάσα.
καίει τον εγκέφαλό μας αυτή η ανάσα γιατί τέτοιες στιγμές
ο αέρας είναι φλεγόμενα μικρά ζιζάνια. καίνε τη μύτη, το λαιμό
χοροπηδάνε στο αίμα μας.

κι έτσι πύρινη που βγαίνει η φωνή μας

ποιό πιόνι να σταθεί μπροστά μας;

έπειτα πάλι φέρνουν τους πολλούς

που τους πληρώνουν για να φυτεύουν σπόρους αδικίας στο νωθρό
μυαλό τους. έφτασαν.

αυστηροί.

ποτέ τους δεν ανέπνευσαν το φλογερό αέρα. μα οι σύντροφοι
χαμογελαστοί. περήφανοι. ξέρουν.

κάναμε άλλη μια αρχή.

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”. Η Λίνα Φι συμμετέχει στην DIY ομάδα NAIL, που ανάμεσα στα άλλα έχει ηχογραφήσει και ένα από τα ποιήματα της συλλογής “Οι πύρινοι”, που έχει ανεβεί εδώ.

Φιλάρετος Στεφανάκης, Μεγάλα τραπέζια

sand-181273_640

Μεγάλα τραπέζια
γεμάτα με ψητά και κρασί
χρυσοποίκιλτα κρόσσια
κάθε ένα από αυτό και μια ψυχή
έρμαιο σε ανήθικα συμβόλαια
πώλησης
ερήμην τους.

Μεγάλα τραπέζια
και γέλια ακούγονται πολλά
ψητό κρέας μυρίζει
ανθρώπινο
η διακείμενη ευφορία
στάλες δακρύων σε βρώμικα ποτήρια
από σύμφωνα και συνθήκες
φαντάσματα του παρελθόντος
που στις κεφαλίδες τους πουλήθηκε
η ναρκοθετημένη ελπίδα.

Μεγάλα τραπέζια
γεμάτα από τέρατα
προσκεκλημένα σε μια γλώσσα
ακατάληπτη
μαύρα είναι τα φώτα
σκοτάδι απλώνεται στην αίθουσα
τραγούδια, κατάρες και γητειές
“όλα θα πάνε καλά”
γεμίζοντας μηδενικά
στην τραπεζική πίστη.

Το φαγοπότι μόλις άρχισε
έχει γιορτή απόψε
μοιράζονται χωράφια
φιλέτα και στεγασμένα όνειρα
αμνών
το κοπάδι δείχνει κάπως ανήσυχο,
αλλά και αυτό έχει προβλεφθεί
υπάρχει πάντα ο τρόπος
να βάψει το χώμα με το χρώμα
του κόκκινου ήλιου
που ποτέ δεν ανέτειλε
ξερό το χώμα, άγονο
σε τιμή ευκαιρίας.

Μεγάλα τραπέζια γέμισαν απόψε
και όποιος ζήλεψε τα γεμάτα τους πιάτα
πιάστηκε στην παγίδα
μιας ολάκερης πλάνης
στενάχωρο το ιστόρημα του σύγχρονου ανθρώπου
είναι όλα προβλεπόμενα
σε λίγο θ’ αρχίσει ο χορός.

*Το ποίημα αυτό μου το έστειλε ο ίδιος ο ποιητής. Ωστόσο, δημοσιεύτηκε -μαζί με την εικόνα της ανάρτησης- και εδώ: http://arxigramma.wordpress.com/2016/03/10/840/