Χρήστος Κολτσίδας, Άτιτλο

στην Όλγα, το πουλάκι

Τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου
λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο

Λ. Νικολακοπούλου, Θεός αν είναι

Μπαίνεις στ’ όνειρο, όπως πουλάκι βρίσκει το κλαδί του. Δυο μέρες δεμένη στη μουριά. Πράσινα τα μάτια σου, τα περπατάνε ζώα. Ακούγονται τριξίματα, δέντρα να πέφτουνε με κρότο. Πού είν’ ο άγγελός σου που χαρίζει λουλουδάκια; Πού είναι το καλό παιδί που πάει στο σχολείο; Το κατσικάκι, ο αποκεφαλισμένος κόκορας, η κούνια πάν’ απ’ τους γκρεμούς; Δυο μέρες δεμένη στη μουριά, δυο βράδια η κοιμωμένη στο μαντρί. Να είναι ζεστά, κι έξω να βρέχει. Κι ο Σεραφείμ να ξέρει να μιλάει στο σκοτάδι.

Τι μάτια είναι αυτά;
Δεν είναι δάση, είναι πηγάδια.

Δυο απορίες που γυρνάνε ελεύθερες στον κήπο
και τον κρατάνε ανθισμένο.

Και βγαίνεις απ’ τ’ όνειρο.  

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://mag.frear.gr

Μάτση Χατζηλαζάρου, Χαμόγελα

Λόγια για τη σύγχρονη μουσική επονομαζόμενη “Swing”

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

Μια ανεμώνη τινάχτηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ᾽τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα
Η θάλασσα αναμοχλεύει τ᾽άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.
Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες τα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.
Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

*Από τον τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2021.

Λίνα Βαταντζή, 4×2

i
Αυτό το σταχτί φως της ανήλιαγης μέρας 
όλο πυκνώνει,
ώσπου γίνεται δάσος τη νύχτα,
όταν νιώθω το στέρνο σου.
Αλλά, βρες μου, τη διαφορά 
αίσθησης και πραγματικότητας
όταν διαλύεται το δέντρο μας.

ii
Εμείς μαζεύουμε πευκοβελόνες,
εμείς ρίχνουμε στη φωτιά 
φύλλα χρυσά και λευκά χαρτιά.

iii
 Κοίτα την έκρηξη!

 iv
Όμως, έχουμε μάθει,
έχουμε γίνει πυροσβέστες – 
σιωπηλά περπατούμε, σχεδόν χωρίς ανάσα,
ελάχιστη κίνηση – 
σβήνει η φωτιά.Την αφήνουμε σβηστή.
Έτσι μας έχουν διδάξει.

v
Έτσι διαχειριζόμαστε την συντριπτική ήττα – 
υποχωρούμε
όπως τα άνθη σκύβουν δακρυσμένα
την ώρα της καταιγίδας,
όπως τα φύλλα σκάζουν τρίζοντας
τη στιγμή που πατάμε τη γη – 
παρότι περνάει ο χειμώνας,
παρότι η άνοιξη πάντα επιστρέφει,
εμείς υποχωρούμε.

vi
Και κτίζουμε κόμπους στο λαιμό.

vii
Αυτή η λεπίδα της συγχώρεσης 
δεν είναι ακηλίδωτη πια.
Πόσες φορές έκοψε τις σκιές,
πόσες φορές άνοιξε χαραμάδες;
Το φως παγιδεύτηκε ανάμεσα μας.

viii
Εμείς στεκόμαστε στην ομίχλη,
εμείς προσμένουμε φωτοστέφανα –

παλμός αχνός.

Kamala Das (1934–2009), Words / Λέξεις

All round me are words, and words and words,
They grow on me like leaves, they never
Seem to stop their slow growing
From within… But I tell myself, words
Are a nuisance, beware of them, they
Can be so many things, a
Chasm where running feet must pause, to
Look, a sea with paralyzing waves,
A blast of burning air or,
A knife most willing to cut your best
Friend’s throat… Words are a nuisance, but
They grow on me like leaves on a tree,
They never seem to stop their coming,
From a silence, somewhere deep within…

Λέξεις

Παντού γύρο μου λέξεις και λέξεις
που πάνω μου φυτρώνουν σαν φύλλα
ποτέ δεν σταματούν εκ των έσω
προς τα έξω, μα λέω στον εαυτό μου
πως οι λέξεις είναι μπελάς, πρόσεχε τες
μπορεί να γίνουν τόσα άλλα πράγματα, ένα
χάσμα που τα πόδια του δρομέα σταματούν μπροστά του
η θάλασσα με τα αιώνια κύματα της
μια έκρηξη ψηλά στον αέρα
ή το μαχαίρι που μπορεί να κόψει
το λαιμό του φίλου σου, οι λέξεις
είναι μπελάς μα φυτρώνουν πάνω μου
σαν φύλλα του δέντρου
ποτέ δεν σταματούν να `ρχονται
σαν απ’ τη σιωπή βαθειά μέσα μου

*Translated by Manolis Aligizakis / Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης.

Κωστής Τριανταφύλλου, στην πλατεία

α.
ακόμα και μέσα στον πολύ αέρα
κάθετος στρόβιλος ξεσηκώνεται
να βουίζει τα αγάλματα ξυράφι σκίζει τη νησίδα
και σηκώνεται χημικό νέφος όταν ένας άνανδρος
λέξεις χύμα κι ανάποδες κοντόθωρες
όσο οι ορδές των βαρβάρων κυριαρχούν στον ορίζοντα
ακόμα και τότε που τίποτα δεν είτανε σαφές
βρέθηκες μπροστά μου με ιστορίες από τη ψυχή σου
ρωγμές στα βράχια που κατηφόρισαν τη ζωή σου
τυχαία συνάντηση στον καύσωνα
μέσα σε λευκό καταιγισμό από ακτίνες του ήλιου όλα θαμπά
από την επιδρομή των λέξεων έξεων των άξεστων
όταν χάθηκε αύτανδρος λέξεις
που προσπάθησε να προσδιορίσει στο βυθό αυτής της νύχτας
αναίτια ειπωμένες αλλά με το βάθος της ψυχής του
παλίμψηστο να προβλέπει το μέλλον
για όλους εκείνους που μπορούν στη τρικυμία να σωθούν
μέσα σε παλιρροϊκό κυματισμό το λέει η καρδιά τους
γιατί ο αέρας φουσκώνει την ανάσα τους
και περιμένουν να αποβιβαστούν στον παλιρροϊκό βυθό
αδημονούν ν’ ανακαλύψουν κι αναρωτιούνται
ξεγυμνωμένοι στο καύσωνα η πλατεία στρόβιλος που γυρίζει
σε λέξεις ενάστραπες να συγκολλούνται αλληλουχίες
ξέφρενες και μαγικές
ας μιλήσει πια ο περαστικός!

β.
στη πλατεία κοφτές κουβέντες ακατάπαυστα
ξεσηκώνουν μέγα βόμβο με μακρινές ιαχές
κι έρχονται κι άλλοι
και περνάνε
κι αναρωτιούνται
όλο και κάτι αφήνουν στη πλατεία
και κάτι παίρνουνε μαζί τους
η ανοιχτή συνέλευση διαρκεί ανάταση
για να ανασάνεις επιτέλους
έρχονται καταιγίδες
εκείνη ξέρει
ας μιλήσει λοιπόν!

γ.
μέσα είσαι κι εσύ στη πλατεία
ανταλλάσσοντας στιγμιαίες λέξεις με νόημα στη κόψη
ελεύθερη ποιητική να μη περπατάει στην άβυσσο
περνάει ο κατεδαφιστής με αποφασιστικές διαθέσεις
κι ο ισορροπιστής των ευθύβολων νοημάτων σήμα κινδύνου
στη κεντρική πλατεία της πόλης
υπάρχει πάντα ένας υπόγειος σταθμός ανοιχτός σε όλους
ένα γύρω γύρω στη πλατεία να μεγαλώνει ο στρόβιλος
φυσομανάει
τόσοι και οι άλλοι τότε
στη πλατεία Εξαρχείων δεν υπάρχει τίποτα
τόσοι και οι άλλοι τώρα σε κάθε πλατεία
ανοίγοντας τις λέξεις στα δυό στα τέσσερα στα οχτώ
είμαι έτοιμος βαστώντας ασήκωτη συννεφιά στη πλατεία
δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
μήπως έφτασε η στιγμή;
ο δόλος στην αγορά είχε σχέση με την ομίχλη
όλα για τα μάτια της
δεν τα δίνουμε όλα
δεν τα δίνουμε για τίποτα
γιατί δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
σου λέω πως είμαι έτοιμος για όλα
είμαι πολύ περίεργος απόψε
μα πολύ περίεργος μάλιστα!
δ.
ήταν οι λέξεις που σου ξέφυγαν
που άφησες
αυτό που πήρα ήταν το αύριο
μαζί στα απέραντα ανθρώπινα αινίγματα μέσα
σε λεωφόρους κοσμογονίας
σταυροδρόμια
εδώ στη πλατεία μαζί να κατακτήσουμε
να καταλάβουμε και να μιλήσουμε όλοι μαζί
εδώ τα τρίστρατα οδηγούν
στο αίνιγμα που ζούμε
που κόμπο κόμπο λύνουμε
είμαστε πάντοτε στη διάθεση φίλων και εχθρών
γνωστών και αγνώστων στη πλατεία
ακόμα και μέσα στον πολύ αέρα

*Κωστής Τριανταφύλλου, Πλατεία Άμεσης Δημοκρατίας, 2011.

Peny Delta, Ξενοδοχείο Άντζελα

Στον Γιώργο

Η ακμή του ’70 συνεχίζει να με πληγώνει.
Σουηδοί τουρίστες άφησαν εφημερίδες στην τραπεζαρία.
Σε σκονισμένες πολυθρόνες
θρονιάστηκαν σιωπηλές απουσίες.
Η πισίνα καλύφθηκε από το χρόνο,
το τσιμέντο και τα φυτά.
Αντίλαλοι από γέλια
και παιχνίδια του ανέμου,
επιμένουν να ηχούν εκεί,
που ο χώρος λεηλατήθηκε άγρια.

Πρόλαβα να κρατήσω ένα σπασμένο τηλέφωνο
και δύο συρμάτινες απλίκες.
Δύο σκουριασμένα κλειδιά, δίχως πόρτες.
Μια αλατιέρα γυάλινη,
να νοστιμεύει τη μοναξιά μου.
Κομμάτια στιγμών
στο δοχείο αχρήστων του χρόνου,
οι ευγενικοί, σιωπηλοί μου συγκάτοικοι .

Ίσως αν ήμουν μέρος της ακμής του
πολύ λιγότερο να μπορούσα να το χαρώ.
Σίγουρα δε θα το ένιωθα τόσο δικό μου,
όπως τώρα που η φθορά μου
ακουμπά τη δική του φθορά
και ανταλλάσσουμε,
φωνές, αγάπες, γέλια,
παλιές εφημερίδες,
μνήμες και κορμιά.

*Από τη συλλογή της Peny Delta (Πενη Δουλαβέρα) «Απενθείς», ΑΩ Εκδόσεις, 2024.

ένα έτσι, η Ελλάδα

Φωτογραφία: ένα έτσι

η Ελλάδα είναι ένα χαζό αστείο
που γίνεται καθεστώς
και αναιρεί τον εαυτό του σε δάκρυ

μισώ την Ελλάδα
όχι για αυτό που είναι
αλλά για αυτό που φαντάζεται πως είναι
στις πλάτες μας

η Ελλάδα είναι το βασανιστήριο
με το φτερό στην πατούσα
γελάς, κλαις, τρελαίνεσαι

η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
για αυτό και μόνο
δεν θα ενηλικιωθεί ποτέ της

η Ελλάδα είναι ένα τρομερό
έλλειμμα αυτογνωσίας
με αλλεπάλληλες sold out παραστάσεις

η Ελλάδα έχει σοβαρούς καλλιτέχνες
και γελοίους πολιτικούς

στην Ελλάδα κάθε χριστοπαναγία
είναι ένας ακόμη γρύλος
που παραμένει στα αζήτητα

στην Ελλάδα ο αυνανισμό
είναι τόσο δημοφιλή
που όλοι παντρεύοντα
για σιγουριά

μία είναι η μεγάλη είδηση στην Ελλάδα
η ευημερία της κατσίκας του γείτονα

*Το πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com

«Τα άπαντα» του Φραντς Κάφκα (κριτική) – Ταξικό στοιχείο και εξουσία στο έργο του Κάφκα

Για την έκδοση του τόμου του Φραντς Κάφκα [Franz Kafka] «Τα Άπαντα: Πρόζες – Διηγήματα – Παραβολές – Στοχασμοί» (μτφρ. Χρίστος Αγγελακόπουλος, εκδ. Οξύ). Σκίτσα © Φραντς Κάφκα

Γράφει η Λαμπριάνα Οικονόμου*

Η τάξη και η λογική σε ό,τι αφορά τη ζωή των ηρώων στις πρόζες και στα διηγήματα του Κάφκα προέρχεται από εξουσιαστικές παραδόσεις και η ιδέα της καφκικής κοινωνίας θεμελιώνεται (όπως και η πραγματική κοινωνία) επάνω στη βία, επάνω στο φυσικό δίκαιο που εφαρμόζει ο ισχυρός στον ανίσχυρο. Επομένως, οι πρόζες και τα διηγήματα του Κάφκα είναι βαθιά ταξικά, υπό την έννοια ότι τα διαπνέει μια καθαρή πολιτική θέση: τα διηγήματα του Κάφκα διατυπώνουν απόψεις για το πώς διαχειρίζονται οι άνθρωποι την αντιπαλότητα, ενώ οι πρόζες αποτυπώνουν πώς συσχετίζονται τα άτομα και πώς συνάπτουν συμμαχίες στα πλαίσια των κοινών επιδιώξεών τους. Για τον λόγο αυτό, ενέχουν όλα εκείνα τα στοιχεία που επιτρέπουν στον αναγνώστη μία στοχαστική ματιά στο αξιακό σύστημα του σπουδαίου Τσέχου συγγραφέα, ώστε πρωτίστως να μάθει πράγματα για αυτόν. Όμως, τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τον Κάφκα από τους υπόλοιπους συγγραφείς;

Η ουσία της έκδοσης Τα άπαντα: πρόζες, διηγήματα, παραβολές, στοχασμοί (μτφρ. Χρίστος Αγγελακόπουλος), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ δεν διασφαλίζει ότι αυτά που θα μάθουμε για τον Κάφκα είναι απαραιτήτως σωστά, και αυτό επειδή ό,τι μαθαίνουμε για έναν μεγαλοφυή συγγραφέα ενυπάρχει σε πολλαπλά και συμπλεκόμενα επίπεδα μέσα στο έργο του αλλά και στην άποψη που έχει σχηματίσει ο αναγνώστης για το έργο. Ο αναγνώστης καθώς διαβάζει τις αράδες αναμένει ότι τώρα θα βρει μια απάντηση. Αυτή η τακτική συμπίπτει με τις επικράτειες του ορθού λόγου όπως τον προσδιόρισε ο Καντ. Μα ο Κάφκα απέχει από τον ντετερμινισμό της επιστημολογίας, απέχει από το περίφημο paradigm, διότι θέτει έναν ψευδοορθολογικό άξονα στα διηγήματα και στις πρόζες του, προκειμένου να εμπλέξει την ταξική του θέση με τον μύθο και να την περάσει στον αναγνώστη «από το παράθυρο».

Γι’ αυτό ο Κάφκα ξεφεύγει από ό,τι παραπέμπει σε φορμαλισμό και σε αυστηρή εννοιοθέτηση που ορίζει ο κοινωνικός χώρος. Παρ’ όλα αυτά, εφαρμόζει με συστημικό τρόπο τα ψευδολογικά του συμπεράσματα για τον κόσμο. Μιλάει (με τη μορφή μεταφορών) για την ουσία των όντων καθώς και για την ουσία των πραγμάτων, όχι ως είναι (εξάλλου το οντολογικό είναι, επί της ουσίας, αποτελεί κατασκευή του κοινού νου, καθότι το ον βρίσκεται πάντοτε σε μετάβαση με εξαρχής μετατοπισμένο τον άξονά του) αλλά ως περιγραφές του υλικού που συνιστά το υποσυνείδητο του υποκειμένου.

Εάν ο καλόπιστος αναγνώστης, από συνήθεια, επιδιώξει να εντοπίσει τον επιστημικό φορμαλισμό ώστε να βρει την ουσία στο έργο του Κάφκα –ως θα έκανε με κάθε άλλον συγγραφέα– θα προσπέσει σε έναν σωρό από ασήμαντους απλουστευτικούς συλλογισμούς που πολύ απέχουν από τις λεπτοφυείς περιγραφές του Κάφκα στις οποίες υπάρχει διάχυτο το αίσθημα της ήττας. Για να ταξιδέψει ο αναγνώστης στις λογοτεχνικές επικράτειες του Κάφκα είναι αναγκαίο να αποσχιστεί από το Εγώ και, με ήδη μετατοπισμένο τον άξονά του, να εντοπίζει την αριστοτελική ουσία «το τι και πώς» της γραφής, δηλαδή, όλων όσα συγκροτούν και συνθέτουν τον καφκικό κόσμο. Από κει και πέρα, ασφαλώς, η τελική απόφανση για την «ταυτότητα» του έργου του Κάφκα, ανήκει στον αναγνώστη.

Για να ταξιδέψει ο αναγνώστης στις λογοτεχνικές επικράτειες του Κάφκα είναι αναγκαίο να αποσχιστεί από το Εγώ και, με ήδη μετατοπισμένο τον άξονά του, να εντοπίζει την αριστοτελική ουσία «το τι και πώς» της γραφής…

Στα διηγήματα και στις πρόζες οι ήρωες παρουσιάζονται όπως είναι, όπως δηλαδή φέρουν τις ιδιότητές τους. Συνεπώς, υπάρχει η διάχυτη αίσθηση ότι τα υποκείμενα δηλώνουν τι είναι ή δεν είναι. Και λέω «αίσθηση» διότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τους ήρωες δεν μας ανήκει, είναι περισσότερο μια υπόνοια αντίληψης – με αυτό τον τρόπο μονάχα μπορούμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξη του καφκικού κόσμου, ενός κόσμου δίχως στυλιζαρισμένους τρόπους συμπεριφοράς, δίχως αυστηρά οργανωμένες δομές. Και ο κόσμος αυτός ξεχωρίζει επειδή μας επιτρέπει να αμφισβητούμε την ανθρώπινη ύπαρξη όχι καθεαυτή, αλλά μέσα από την ύπαρξη των «ομοίων».

Τα υποκείμενα-ήρωες ενεργούν σε σχέση με τον γύρω τους κοινωνικό κόσμο, ο οποίος επιβεβαιώνει ή (κυρίως) ακυρώνει την ύπαρξη των ηρώων και την ύπαρξη των ομοίων. Στην περίπτωση που ο κόσμος επιβεβαιώνει την ύπαρξη του υποκειμένου-ήρωα, τότε το υποκείμενο υπάρχει. Στην περίπτωση που ο κόσμος το ακυρώνει, τότε μιλάμε για μη ύπαρξη. Συχνά, η σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο στα διηγήματα της παρούσας έκδοσης είναι διχαστική και αποσχιστική, καθότι μας δίνεται η αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν είναι κάτι αλλά, μάλλον, τίποτα. Κι όμως, η απόσχιση του τίποτα από τον εαυτό τού προκαλεί υπερδιέγερση: το είναι, συχνά, μόλις αρχίσει και αναλογίζεται το νόημα της ύπαρξής του ταράζεται επειδή θέλει να συνδέεται με ό,τι συνιστά τον κόσμο. Και αυτό, επειδή το υποκείμενο-ήρωας, όπως και κάθε υποκείμενο στην πραγματική ζωή, επιδιώκει τρόπους να υπάρχει. Υπό αυτή τη σκοπιά, τα διηγήματα του Κάφκα τα διαπνέει μια πανανθρώπινη αλήθεια: ο κόσμος υπάρχει απέναντι και όχι μαζί με το υποκείμενο. Οι ήρωες θα υποφέρουν, θα αφανιστούν, όμως ο κόσμος θα εξακολουθεί να υπάρχει δίχως αυτούς. Η πίστη του Κάφκα ότι ο κόσμος υπάρχει ξέχωρα από τον άνθρωπο, πιθανόν εδράζεται στο ότι τον Κάφκα δεν τον ικανοποιεί ο κόσμος. Μιας και λοιπόν ο κόσμος είναι μία εχθρική ύπαρξη, οι ήρωες-υποκείμενα συσσωματώνονται ή δημιουργούν συμπράξεις με άλλα υποκείμενα σε ανάλογες κοινωνικά θέσεις ωθημένοι από ένα αίσθημα ελπίδας πως ίσως ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Και εδώ ξεκινά η σύγκρουση: συμφερόντων, οπτικής, σκοπών. Οι ήρωες συσχετίζονται με όμοιούς τους, όμως η συνέπεια αυτής της συσχέτισης τούς καθιστά δυστυχείς ή πονεμένους.

Οι ήρωες θα υποφέρουν, θα αφανιστούν, όμως ο κόσμος θα εξακολουθεί να υπάρχει δίχως αυτούς. Η πίστη του Κάφκα ότι ο κόσμος υπάρχει ξέχωρα από τον άνθρωπο, πιθανόν εδράζεται στο ότι τον Κάφκα δεν τον ικανοποιεί ο κόσμος.

Ο Κάφκα με αφοσίωση και συνέπεια σχεδιάζει έναν λογοτεχνικό κόσμο ο οποίος συνδέει την εξουσία με τη λογική και την προκατάληψη με τον κοινωνικό κανόνα. Ο κόσμος αυτός είναι κατάφωρα εξουσιαστικός και παραλογικός, μολονότι ο Κάφκα κατέληξε να τον πλάσει ακολουθώντας το μονοπάτι της λογικής (δηλαδή την παρατήρηση). Επομένως, ο Κάφκα χρησιμοποιεί τον μύθο ως εργαλείο ώστε να προσδώσει «λογικό» νόημα στον λογοτεχνικό αυτό κόσμο. Μέσα από τις ιστορίες του και με τη χρήση μεταφορών ερμηνεύει κοινωνικά γεγονότα, περιγράφει κοινωνικά φαινόμενα και παίρνει θέση στις συγχρονικές εξελίξεις του πραγματικού του κόσμου. Το έργο του Κάφκα βρίσκεται σε συμφωνία με την αντίληψή του περί κοινωνικής πραγματικότητας, αμφισβητώντας ό,τι συστήνει την «κακή γνώμη» αναγνωρίζοντάς την ως προϊόν ιδεολογικής στρέβλωσης σε ό,τι αφορά τον τρόπο ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων.

Και, ό,τι κοινωνικό ενέχει αντίφαση και αντιπαλότητα‧ επομένως, στον μύθο που συνθέτει ο Κάφκα, τα υποκείμενα-ήρωες των διηγημάτων είναι συνισταμένη αντιφάσεων: η παραίτηση και η βούληση για ευδαιμονία είναι στοιχεία του καφκικού μύθου που κρίνει τον κόσμο από τη σκοπιά της επιβεβαίωσης η οποία φαίνεται να μην επέρχεται – γι’ αυτό στα διηγήματα αυτά υπάρχει διάχυτο το αίσθημα της ματαίωσης και του πόνου.

Κι όμως, η ματαίωση αυτή υφίσταται διότι το υποκείμενο-ήρωας γνωρίζει τι πάει να πει «κοινό συμφέρον». Και το κοινό συμφέρον οι ήρωες του Κάφκα δεν το αντιλαμβάνονται απέναντι προς τους ίδιους αλλά μαζί με τους όμοιους. Γι’ αυτό τον λόγο, το έργο του Κάφκα είναι βαθιά ταξικό. Όμως, τι εννοούμε με τον όρο ταξικός; Ένας σύγχρονος ακαδημαϊκός θα μας έλεγε ότι ταξικό είναι «ό,τι χωρίζεται σε τάξεις που διακρίνονται για τη μεταξύ τους ανισότητα σε μία κοινωνία». Η απάντηση αυτή δεν μας βοηθά να αποσαφηνίσουμε τον όρο ταξικότητα. Μπορούμε όμως να σταθούμε στην ανισότητα, η οποία περιλαμβάνει τα δίπολα χειρότερο – καλύτερο και ανώτερο – κατώτερο. Η ταξικότητα στην πράξη συνδέει με ή αποσχίζει από την κοινωνική εξαθλίωση. Οι ήρωες των διηγημάτων του Κάφκα έχουν κοινές ανάγκες και μοιράζονται την κοινωνική εξαθλίωση ως ένα κοινό σύνολο δράσεων που δομεί και ρυθμίζει τους κανόνες της μεταξύ τους συμβίωσης.

Οι ήρωες των διηγημάτων του Κάφκα έχουν κοινές ανάγκες και μοιράζονται την κοινωνική εξαθλίωση ως ένα κοινό σύνολο δράσεων που δομεί και ρυθμίζει τους κανόνες της μεταξύ τους συμβίωσης.

Στις πρόζες του Κάφκα συχνά, οι εξαθλιωμένοι ήρωές του συσσωματώνονται σε μικροομάδες στην ανάγκη τους να δημιουργήσουν κεντρικές αρχές του υπάρχειν ώστε να επιβιώσουν. Και επειδή τα ανθρώπινα όντα –είτε πραγματικά είτε λογοτεχνικά– ζούμε αγελαία, αδυνατούμε να επιβιώνουμε απροστάτευτοι. Οπότε οι πνευματικές λειτουργίες των ηρώων προσπαθούν και οργανώνονται στη βάση της κοινωνικής ομάδας που φέρει ταξικά χαρακτηριστικά προκειμένου να αποφύγουν τις αντιξοότητες του περιβάλλοντα κόσμου. Όμως, εντός των ομάδων που έχουν κοινά συμφέροντα –δεδομένου ότι αυτές συντίθενται από σχέσεις εξουσίας που συμπιέζουν τους πλέον εξαθλιωμένους των αθλίων– οι ήρωες βιώνουν μοναξιά και απομονώνονται.

Ο Κάφκα έχει επινοήσει έναν λογοτεχνικό ταξικό κόσμο που ελάχιστα απέχει από τον πραγματικό: περιγράφει οργανωμένα συστήματα συμπεριφορών, με άλλα λόγια ένα θεσμικό πλαίσιο την αντίληψη του οποίου έχουν οι ήρωες των διηγημάτων. Μάλιστα, οι ήρωες αυτοί αντιλαμβάνονται ποια άλλα υποκείμενα εντός της λογοτεχνικής επικράτειας του Κάφκα έχουν ίδιους στόχους, ίδιες συνήθειες, αλλά και πώς συγκρούονται τα μεταξύ τους συμφέροντα.

Η σύγκρουση των ταξικά ισοδύναμων οφείλεται στην έλλειψη πόρων ώστε όλοι να καλύψουν τις ανάγκες τους. Όμως, τις ανάγκες τις ορίζει πρωτίστως ο άνθρωπος (ανάγκη για συντροφιά, συνύπαρξη) και δευτερευόντως η φύση (ανάγκη για τροφή). Χαρακτηριστικό του ατόμου είναι η επικοινωνία με ομοίους και το πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να (συν)υπάρχει κοινωνικά ο άνθρωπος με ομοίους του είναι, εκτός των άλλων, η κοινωνική τάξη όπου το άτομο αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πρόσωπο ή/και στην κοινωνική θέση των άλλων. Πρόκειται για τη δημιουργία της ιδέας ότι ένα υποκείμενο βρίσκεται στη θέση ενός άλλου υποκειμένου. Στη βάση αυτής της «αντικατάστασης» προκύπτει η ικανότητα της ταξινόμησης, δηλαδή της διάκρισης ότι ένα υποκείμενο είναι ίδιο, ενώ ένα άλλο, διάφορο. Οι κοινωνικές δομές οργανώνονται στη βάση της ταξινόμησης. Και, για να καλύψει τις ανάγκες του, το υποκείμενο χωρίζει τα άλλα υποκείμενα σε φιλικά (ωφέλιμα) και εχθρικά (επιβλαβή). Επομένως, τα υποκείμενα-ήρωες του Κάφκα –όπως και όλα τα υποκείμενα– επεξεργάζονται βιώματα για να επινοήσουν αφαιρετικές παραστάσεις του κόσμου – τέτοια παράσταση είναι και η εξουσία. Στο σημείο αυτό προκύπτει το ερώτημα: ο μηχανισμός της εξουσίας ποιου τις ανάγκες καλύπτει; Το ζήτημα με την εξουσία είναι ότι αναδιατάσσεται στο ταξινομικό σύστημα των υποκειμένων. Και έτσι, εκεί που θεωρούν ότι την εντοπίζουν, εκεί λανθάνει και διαφεύγει. Η εξουσία είναι ένας ιδιαίτερα πολύπλοκος σχηματισμός, ωστόσο ο σεβασμός ή/και ο φόβος προς τον ισχυρό αποτελεί τη νόρμα της εξουσίας, μια νόρμα που γέννησε τον θεσμό του κράτους (κρατική εξουσία) ο οποίος ασφαλώς καθιερώθηκε στη βάση της συσσώρευσης όποιου πράγματος σπάνιζε.

Ιστορικά, η εξουσία είναι η προσπάθεια των κοινωνικών (ταξικών) ομάδων να διασφαλίσουν τα κεκτημένα τους ή να διευρύνουν τις δυνατότητές τους. Και η βία είναι αναγκαία προκειμένου να διαφυλαχθούν οι όροι ύπαρξης των ομάδων.

Ιστορικά, η εξουσία είναι η προσπάθεια των κοινωνικών (ταξικών) ομάδων να διασφαλίσουν τα κεκτημένα τους ή να διευρύνουν τις δυνατότητές τους. Και η βία είναι αναγκαία προκειμένου να διαφυλαχθούν οι όροι ύπαρξης των ομάδων. Οι πρόζες του Κάφκα ενέχουν στοιχεία από τη γένεση ενός κράτους: πρόσωπα που προβαίνουν σε ηθική αυτοεξόντωση ή σε εξόντωση του ομοίου, ήρωες που επιθυμούν να φέρουν τον κόσμο στα μέτρα τους, ήρωες που υποδουλώνονται, που παραιτούνται. Με άλλα λόγια, ο Κάφκα χτίζει ένα σύστημα εξουσίας που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές επιταγές του λογοτεχνικού αλλά και του πραγματικού του κόσμου, ενός κόσμου με αδιάσπαστους δεσμούς δύναμης εντός του οποίου οι ήρωές του μα και ο ίδιος ο Κάφκα συμβαδίζουν με την κοινωνική αδικία.

Το κράτος λοιπόν, ως οικοδόμημα θεσμικής εξουσίας προκαλεί επισφάλεια στα υποκείμενα και, τα υποκείμενα εξαιτίας της αρπαχτικής τους φύσης εκχωρούν εξουσία στο κράτος προκειμένου να προστατευτούν από την ίδια την επιθετική τους φύση. Έτσι, από τη μία η εξουσία αποσταθεροποιεί τα υποκείμενα-ήρωες και τα «αποβάλλει» από τον εαυτό και τον κοινωνικό τους κόσμο από την άλλη τα υποκείμενα σχηματίζουν το αξιακό σύστημα της εξουσίας ωθούμενα από το κοινωνικό τους φαντασιακό για απόκτηση ισχύος, δίχως να έχουν πλήρη επίγνωση της συνέπειας των πράξεών τους. Επομένως, και η δημιουργία του κράτους –όπως το βιώνουν οι ήρωες του Κάφκα– δεν έχει γίνει εν πλήρη συνειδήσει. Ως αποτέλεσμα, τα υποκείμενα προβαίνουν (στα πλαίσια της κρατικής εξουσίας) σε κρυπτογραφικά ενεργήματα τα οποία περιλαμβάνουν ενστικτώδεις αντιδράσεις, προσπάθειες δέσμευσης, άσκηση βίας. Αυτά τα συγκρουσιακά στοιχεία περιγράφουν τα διηγήματα του Κάφκα και οι ήρωές του είναι τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου που αντιλαμβάνεται ότι στο σώμα του ασκείται διαφόρων ειδών βία. Ακόμη, οι ήρωες στα διηγήματα και στις πρόζες παραιτούνται της ταυτότητάς τους καθότι την εκχωρούν στην εξουσία που τους επιβάλλει κάθε τι το κοινωνικό. Έτσι η ύπαρξή τους μετεωρίζεται στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία – συνθήκη που δημιουργείται ανάμεσα στο υποκείμενο-ήρωα και στις σχέσεις του με τους άλλους (είτε όμοιους είτε διάφορους).

Αυτό που συλλαμβάνει ο Κάφκα και το μεταφέρει λογοτεχνικά είναι σε μεγάλο βαθμό ότι τα υποκείμενα υπάρχουν επειδή η κρατική εξουσία τούς εκχωρεί τη δυνατότητα ύπαρξης και ότι η ταξική θέση σε ρόλο δυνάστη τούς προκαλεί άλγος.

Αυτό που συλλαμβάνει ο Κάφκα και το μεταφέρει λογοτεχνικά είναι σε μεγάλο βαθμό ότι τα υποκείμενα υπάρχουν επειδή η κρατική εξουσία τούς εκχωρεί τη δυνατότητα ύπαρξης και ότι η ταξική θέση σε ρόλο δυνάστη τούς προκαλεί άλγος. Έτσι οι ήρωες, σε αρκετές περιπτώσεις, χάνουν την εσωτερική τους αλήθεια και ό,τι το ταξικό αποκτά ρόλο αξιώματος. Επομένως, στον κόσμο που έπλασε ο Κάφκα υπάρχει ένα «κοινωνικό σφάλμα»: οι ήρωες θεωρούν ρυθμιστή της ζωής τους την κοινωνική τάξη και όχι τον εαυτό τους. Δηλαδή, βιώνουν την ατομικότητά τους μέσα από το πρίσμα ενός ρευστού συλλογικού ασυνειδήτου και αδυνατούν να συντρίψουν τις δομές που τους βλάπτουν φοβούμενοι ότι, εάν αρθούν οι υπάρχουσες δομές, το επερχόμενο κακό μπορεί να είναι δεινότερο. Και ίσως είναι χειρότερο το επερχόμενο κακό… Γι’ αυτό ο καφκικός κόσμος είναι αδιέξοδος, είναι ένας κόσμος συμφοράς και απωλειών, ένα πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο οι ήρωες καταβυθίζονται αποδεχόμενοι τη συνθήκη της σύνθλιψης και της καταστολής ως μοναδικές αλήθειες.

*Η Λαμπριάνα Οικονόμου είναι ποιήτρια, μεταφράστρια και συνεκδότρια των εκδόσεων Κοβάλτιο. Τελευταίο της βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Νικόπολη» (εκδ. Κοβάλτιο).

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/21640-ta-apanta-tou-frants-kafka-kritiki-taksiko-stoixeio-kai-eksousia-sto-ergo-tou-kafka

Θεόδωρος Μπασιάκος, Ένας ποιητής

(Με τον τρόπο του Ν. Σφαμένου)

Αυτός ο ποιητής είναι
άγνωστος
ντιπ στους κύκλους του κέντρου
τις εκδόσεις τα περιοδικά τα φιλολογικά καφέ,
τον ξέρουν όμως καλά κάτι ξεχασμένοι καφενέδες
και τα ταβερνάκια όπου τα τσούζει
με παρέες ωραίες
τον ξέρουν καλά επίσης όλες οι γάτες που συναπαντά
στους βραδυνούς περιπάτους του
οι στίχοι του
κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι
σε φωτοτυπίες
φτηνά πλην όμως σπάνια, πολύτιμα αυτοσχέδια φυλλάδια
τραγούδια γι’ αγίους που δεν έχουν
θέση στον κόσμο αυτό των επιτυχημένων κ.ά. τέτοια –
για τον φίλο μου τον Σφαμένο λέω:
πολύ μούτρο ο Σφαμένος! λεβεντιά ο Σφαμένος! δικός μας!
.
Το άσμα είναι βεβαίως παρωδία ενός παλιού κομματιού του Νίκ. Οι Άγιοι, που λέμε, περιλαμβάνονται στο πρόσφατο φυλλάδιό του, το “Αντιηρωϊκό”, Ιανουάριος 2016 – πάντε βρέστε το, αξίζει.

Ελίνα Αφεντάκη, Δύο ποιήματα

ΑΧΝΗ

Η μάνα έλεγε τα ψώνια της επομένης
κι εγώ σημείωνα.
Ήταν φορές που από το σαπούνι στη ζάχαρη
έπεφτε μέσα σε κάτι σιωπές
πυκνές, άβατες.
Μια μέρα
-έξι χρονών θα ήμουν-
όπως συλλάβιζα “και κα-φέ”
μου έπιασε άγρια το χέρι.
Εσύ όχι!
Τι όχι μάνα;
Μη γίνεις η πέτρα της υπομονής, ακούς;
Κρίμα να σκοτωθούν τόσοι περαστικοί

*

ΜΑΝΑ

Βλέπω τα χέρια της να ξεσπορίζουν τις όψιμες ντομάτες.
Δεν είναι καλές αυτή την εποχή, μα κάνουν για σάλτσα,
λέει.
Με το τσιγάρο στο στόμα
σηκώνεται,
πάει
έρχεται
ποτίζει τις γλάστρες
αλλάζει σεντόνια
ερμηνεύει τα όνειρα.
Με το τσιγάρο δρασκελίζει τις εποχές
ψηλότερη κι απ’ τους ίσκιους
Τρυφερή, μα χωρίς ίχνος ταλάντωσης.
Αν ήταν μουσικό όργανο, θα ήταν κανονάκι,
φτιαγμένο από τριανταφυλλιά.

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, Εκδόσεις θίνες, 2024.