Θανάσης Τζούλης, Τρία ποιήματα

page-03

Να βοτανίσω

Να βοτανίσω τη φωνή μου από τους ήχους των νεκρών
και προπαντός από τους ήχους των ποιητών

***

Καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο
με τον Αι – Γιάννη και την ομίχλη του
να κρύβει τ’ απόκρυφα των πεθαμένων

Άλλοι λένε λόγια παλαβά·
Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς
και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά
από τον καιρό του Ρόβα

Απ’ έξω μουλάρια φορτωμένα
που κατηφόρισαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη
πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς
και ζέστη από παλιά χαλκουργεία
που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα

Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια
όταν μένουν μόνα
λένε από μακριά οι πεθαμένοι
Αποθηκεύουν το λίπος τους
για ν’ αντέχουν στην ερημιά
με τα χαμένα μουλάρια

*Από το “Απόγευμα των μύρων” (1977).

***

Στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού

Τη νύχτα που αποκόβονταν το φεγγάρι από το γάλα του
και το αμπέλι μου έπεφτε στο μαλλί του
έβλεπα ένα απολιθωμένο παιδί
να παλεύει με το ποταμόσκυλο γύρω από ένα κόκαλο
ή κάτι σαν τέτοιο από παλιά παράγραφο
που είναι χαμένο το άλλο κείμενο
Στην αρχή τους πήρα για φίλους το λιγότερο
που έπαιζαν γύρω από ένα μαντήλι
ύστερα πήγα να βοηθήσω το παιδί που ήταν χωρίς κεφάλι
κι ανάβρυζαν τα λόγια του από τις πλάτες
δεν ήξερα ακριβώς από πού στάλαζαν
το είδα να φεύγει με το κόκαλο στο χέρι

Είναι η γλώσσα μου ούρλιαζε

και χτυπιόταν σαν το κοτσύφι στο αμπέλι
να σηκώσει κουρνιαχτό γύρω να μην το δουν
κι άνοιγε γούρνα μ’ ένα κουταλάκι
στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού
ή αλλιώς στη χάση του

Γενικών καθηκόντων | Γιώργος Σαράτσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

gsn

[όπως γυρίζει ο ήλιος κι η μέρα σβήνει νωρίς
όπως λογαριάζουμε μ’ επιθυμίες και βλέμματα
κι όπως η Ελλάδα φθινοπωριάζει
μαζί με τα πουλιά και τα δέντρα της]

Αν ακούσεις για επαναστάσεις και τέτοια
καμιά ομοιότητα με τον καιρό σου
Μεταλλασσόμαστε σ’ ό,τι επιθυμήσαμε
όχι με την ψυχή
αλλά με τον φόβο μας

Να προχωρά ο άνθρωπος
χωρίς να βλέπει εμπρός του
και να ‘ναι γοητευτικό το σταυροδρόμι
η ανώνυμη ανάσα
το επιθετικό φως του Νοέμβρη

View original post 42 more words

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Κραυγή δέκατη πέμπτη

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη…

View original post 32 more words

τα τανκς στο μουσείο

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Με τα δανεικά σου φώτα
όχημα εσύ,
της νιότης περιστέρι,
πού χάθηκες;
στα χέρια που εξεγέρθηκαν
αγκαλιασμένα,
στις θάλασσες που σου δίδαξα την άνωση,
το κενό σου πως αναπαράχθηκε πάνω τους,
μυκητιακά;
πως άντεξες τους συναυτουργούς σου
πλέοντες,
σε μια θαμπή φωτιά
που πάγωσε,
σπειρί το σπειρί της μνήμης
την κλεψύδρα;
λησμόνησες που σε κάλεσα να πλάσεις,
την εφηβική μου απόγνωση;
λησμόνησες που υπήρξες,
μια κορδέλα στα μαλλιά,
η αφή των ξωτικών
και το βραχύ τραγούδι των λαβωμένων γλάρων;
Ποιός θα ζωγραφίζει πια στο στέρνο μου,
την αγωνία της πόλης για το ζευγάρωμα
των βράχων;
Ποιός θα βγεί εκεί έξω, να διδάξει τα παιδιά μας
ζωή;
Φορώντας – για πάντα – τούτα τα μεταμφιεσμένα όπλα
στα όργανά μας,
πόσο ελάχιστο έχει καταντήσει πια το φύλο μας!
Στα γαλάζια μας πλούτη
βυθισμένοι,
μα πένητες κι άστεγοι και ημιθανείς,
δεν έχουμε πια καμιάν ανάγκη,
μήτε χειραγώγησης, μήτε καταστολής/
για αυτό τα τανκς τους, εγκαταλείφθηκαν,
στο…

View original post 20 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ποιήματα στη μνήμη των νεκρών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου

Νύχτα που στριφογυρίζουν οι εικόνες

Νύχτα που στριφογυρίζουν οι εικόνες.
Καρτερικές γενιές θέλουν ν’ αποτελειώσουν

το ποτήρι που άφησαν στη μέση.

Θαλασσινό κύμα τ’ ανάστημά τους.

Σφιγμένες γροθιές έτοιμες

των ξεπουλητάδων να πατήσουν το ψέμα.

Ενάντια στο σκοτάδι που μυρίζει.

Μορφές μαύρες, αγριεμένες.

Δεν γνωρίζονται μεταξύ τους.

Η ενότητα στο τραγούδι.

Και τα ματωμένα πουκάμισα

παντιέρες στα οδοφράγματα.

Τραπεζάκια σε φοιτητικά δωμάτια

βάρεσαν εγκατάλειψη.

Πεθαίνουν το ξημέρωμα με το τρίξιμο των σφυριών.
Τυλιγμένα κουφάρια σε τρύπια πανωφόρια.

Κι οι γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο.

***

Το φως πνίγεται

Το φως πνίγεται στη σαπίλα και το κρατητήριο.
Άσπροι τοίχοι με χωρίζουν απ’ την όμορφη νύχτα.
Οι σκέψεις καυτός αγέρας
στο θειάφι της απομόνωσης.
Οδοφράγματα στις ψυχές μας.
Μα θα χτυπήσω το πνεύμα της φθαρμένης προστασίας.
Θα ξεσκίσω την προδοσία στον μακρύ μου δρόμο.
Την καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου
θα μετατρέψω σε συντρίμμια.
Ας πλημμυρίσει η πορεία της ζωής μας
μ’ ανέσπερο φως.
Ας πέσουν οι μάσκες απ’ τα παλιά μας προσωπεία.
Ας εκλείψει ο φόβος του ξεσηκωμού.
Ας ωριμάσει μέσα μας μεγάλο το δέντρο
κι έχουμε πολλούς καρπούς να δρέψουμε…

***

Απόπειρα

Η απόπειρα να ορθωθεί η σκέψη
πάνω απ’ την ανία

κι η μνήμη να υπερβεί

την καρυκευμένη λήθη
μένει πάντα επίκαιρη

ως η μόνη δυνατή επιλογή
στο δρόμο για την Άνοιξη.

***

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα.

Ν’ αναιρέσουμε τ’ απόλυτα σκοτάδια.

Να ηχήσουν τεράστιοι αυλοί.

Ν’ αναδειχτεί ο οργασμός μας

σ’ ένα πανδαιμόνιο φωτός.

Να κολυμπήσουμε σε νερά απύθμενα,

έξω από δίνες κι αφρισμένα κύματα.

Η πανσέληνος να μας στέλνει μουσική από ψηλά.

***

Ήρθε η ώρα της ανατροπής

Ήρθε η ώρα της ανατροπής

με μια εκρηκτική αναθέρμανση ανθρωπιάς.
Ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε

με τονισμούς εξέγερσης.

Δυνατούς σαν καταιγίδα.

Σίγουρους σαν ανατολή.

Μακρινούς σαν άστρα.

Ήρθε η ώρα ν’ αναδείξουμε την ορμή μας
στις πύλες του χρόνου.

*Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν στη δεκαετία του 1980.

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα για το Πολυτεχνείο

Μονότονο εμβατήριο
(εικόνα απ’ το μέλλον)

Μονότονο εμβατήριο
βήματα στρατιωτών βαριά
στους δρόμους της άνεργης πόλης
φοβίζουν τα παιδιά
φοβίζουν τα όνειρα,
κάπου σ’ ένα τoίχο φθαρμένο
ανάμεσα σε σπίτια χαμηλά
κι ατέλειωτους χειμώνες
το παλιό σύνθημα
δονεί τις στέρεες παρατάξεις
«το Πολυτεχνείο ζει…»

***

Δικαίωση
Στη Ν.Κ., για πολλοστή φορά

Μέσα στη νύχτα γεννιούνται οι έρωτες
κρυφοί, φοβισμένοι, ανέστιοι
μέσα στη νύχτα ξυπνάνε τα αισθήματα
γυμνά, πονεμένα, αιώνια
αλλά είναι που το ξ(ημέρωμα)
αντίσταση σηκώνουν μαζική
σε τανκς, χαφιέδες και συνταγματάρχες
ελπίδα δίνοντας στους καταπιεσμένους
ναι, αγάπη μου, μην φοβάσαι
η ελπίδα θα ‘ρθεί
η δικαίωση θα ‘ρθεί
να σπάσει τις αλυσίδες μας
και την Ιστορία να γράψει
πάλι απ΄την αρχή.

***

Γαρύφαλλο

Στο χέρι η σημαία
η οργή στα μάτια σου
ποίημα φτιάχνουν
αντάξιο του πάθους σου
για την ελευθερία.

Στο χέρι ένα γαρύφαλλο
η αγάπη στην καρδιά
τείχος υψώνουν
απαραβίαστο
για τη δημοκρατία.

Νίκος-Αλέκης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

pr2

Το θαύμα

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.

Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας

με τόση ακρίβεια

όλα τα κατσικίσια πράματα.

Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη

αιωνιότητα.
 
***
 
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

είν’ ένας ήλιος πού ‘πεσε στη θάλασσα

είναι

ένας τιτάνιος δίσκος που

παλεύει να γλιτώσει απ’ το νερό
τσιρίζει και
αφρίζει

αφήνοντας φωτός ένα χυμό.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

κυνηγημένο από πόνο κ’ ηδονή στριφογυρίζει

Ανεβο
         
κατεβαίνει βράζει και

σβήνει

βάφοντας το νερό πορτοκαλί.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Ησύχασε
διαλύοντας

το σχήμα του που αντιστέκονταν

ησύχασε

κ’ είναι συμφιλιωμένο πια με το νερό

με τον πνιγμό

με όλα.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

ταξιδεύει τώρα στις φλέβες μου και

χαίρονται

τα αγαθά των βιταμινών

όλοι

οι κάτοικοι

ως τ’ ακρότατα σύνορα του κορμιού μου.
 
***
 
Οι καημένοι οι φίλοι

οι φίλοι∙

δε φτάνει μόνο να εκτιμώ αυτούς τους ίδιους

θέλουν να εκτιμώ και τις γυναίκες τους

θέλουν να κάνω και με τις γυναίκες τους παρέα

δηλαδή

καλά και σώνει θέλουν

συνένοχους.
 
***
 
Επαφή

Κρατημένος απ’ τον

αλουμινένιο

στύλο του αστικού

σ’ άγγιζα με τον πήχη μου στην πλάτη.

Από κει έβλεπα

από κει άκουγα

από κει οσφραινόμουν.

Ήταν παράθυρο εκείνο το άγγιγμα

ήταν πληγή ηδονής κι ήμουν ποτάμι

ηλεκτρισμένου καταρράχτη απ’ όπου χυνόμουν

στο κορμί σου.
 

Yaiza Martínez, Ποιήματα

vakxikon_issue_18_anthologia18

Ήρθε το τίποτα σώμα για να γίνει και, από το μάτι και της γλώσσας την άκρη να γίνει

παραπάνω γη.

Λευκό και ταπεινωμένο
πάνω στα επτά άλογά του μνημονεύει τώρα – εκ νέου, το πρωινό που
στον ιδρώτα στρέφεται και στο όνομα.

Ξέρει ποιος είναι για τον καταμερισμό της δέσμης και τίποτα δεν μπορεί τον χρόνο να του αρνηθεί

ούτε οι τεράστιοι ζαρωμένοι καγχασμοί του

Σίγουρο είναι πως πάνω σε αυτόν που φτύνει τον ουρανό, πέφτει του τρόμου το σάλιο,
αλλά εκείνο έσκυψε προτού προφέρει – δεν περιμένει
να γίνει περισσότερο από το πεπρωμένο μόνο
να συνδυαστεί με εκείνο μέσω της λέξης.

Με κάποιο πλαστικό τρόπο τη γεωμετρία ξελογιάζει
τη διυλίζει πάνω σε μια πορώδη πλάκα
με γράμματα επισταμένως χαραγμένη, στο χέρι
μπροστά από το κρύσταλλο αστράφτει

Αργότερα παραδίνεται για το τίποτα,
και απ’ το μάτι
και της γλώσσας την άκρη

*Από το βιβλίο “Επτά-Οι σκύλοι του ουρανού”, Εκδόσεις Leteo, 2010

***

Μύριζες σαν γριά του κάμπου
και κατοικούσες κρυμμένη ένα χωριό
από όμοια σπίτια.

Εκείνη άρχισε να ανατρέχει
στους άδειους δρόμους φωνάζοντάς σε Μάνα,
αλλά δεν σε συνάντησε, γιατί φυλούσες
τις κραυγές σε κουμπαράδες.

Τώρα πλέκουμε μαλλιά
στο χωριό σου και στη ζωή ανάμεσα

*

Ξεσκεπάστηκαν οι φωλιές,
τελικά τα παιδιά σου θα μάθουν να ακούνε
τις μάχες της σιωπής
όπως
έχεις υφάνει τις μοίρες καθώς ηρεμείς
-από το δέρμα σου σχεδίασες τους δρόμους-.
Τα βήματά μας τώρα πλησιάζουν
στα μπαούλα σου το αυτί,
εσύ σου γράφεις τις ρίζες στα χείλη,
σου βγάζεις απ’ τα κόκαλα τη ζωή,
και στο όνομά σου τεντώνεις
αστέρια ενώπιον του κόσμου.

Ξεγυμνώθηκαν οι κραυγές,
η Γη γεμίζει
από φωνές που φύλαξες
 
*Από το βιβλίο “Η Λίλιθ αναμασά, Συλλογή Ζιγκουράτ”, Ateneo Obrero της Χιχόν, 2002.
 
*Η Yaiza Martínez (Λας Πάλμας ντε Γκραν Κανάρια, 1973), είναι πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Έχει εκδώσει 5 ποιητικές συλλογές και μια νουβέλα. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε εκδόσεις σημαντικών πολιτισμικών φορέων. Είναι επίσης μεταφράστρια και αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Επιστημών και Ανθρωπιστικών Επιστημών «Tendencias21» http://www.tendencias21.net

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, εκδόσεις vakxikon. Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.

Argiris Chionis: The joy of knowledge

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

.

Chionis,Argyris-ICharaTisGnosis-Eikona-05

.

Argiris Chionis

The joy of knowledge

01-W-Century_Mag_Illuminated_W_BarbizonHEN THE FIRST PUZZLEMENT went away, he tried to understand what was happening. Despite the biting, intolerable pain he felt in the middle of his back, he strived to turn his head to see what that ferocious vice that was cutting his body in two was.

He kept losing and regaining his senses and kept trying, until eventually he stopped and remained still looking that strangely woven wire in front of him and that piece of cheese he so desired a while ago but now was looking at it indifferently and considered it distant.

       Time was passing and the vice was penetrating even deeper into his body, as his flesh and bones were surrendering slowly to its tight grip. He felt his entrails sticking together and he had the taste of vomit and blood in his mouth.

       He was losing…

View original post 612 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, Αδιόρατες σκιές

14993540_1002044343256503_769750588463199820_n

Αδιόρατες σκιές
στο παραπέτασμα του χρόνου
καθώς η μετάβαση
ολοκληρώνεται
πανάρχαια
σίγουρη
παντοτινή
η ώρα της σίγουρης απόφασης
η μέρα που μετουσιώνεται σε νύχτα
με τις τελευταίες της αναλαμπές
να αντιστέκονται
αλλά το σκότος να επέρχεται πιο ισχυρό
κάνοντας τις αισθήσεις
να λουφάξουν
ή να διεγερθούν
υπόγεια
αλλά αποφασιστικά
προς το όποιο αύριο…

*Το ποίημα γράφτηκε τη Δευτέρα, 14 Νοέμβρη 2016, ως έμπνευση μετά από παρατήρηση φωτογραφιών από την φίλη Ευαγγελία Τύρλα στη σελίδα της στο Facebook. Οι φωτογραφίες είναι από τη χθεσινή πανσέληνο που όμως στη Μελβούρνη επισκιάστηκε εν μέρει από σύννεφα, παρουσιάζοντας ατό το ανεπανάληπτο θέαμα… Εδώ μια από τις φωτογραφίες.