Rene Char, Κοινή παρουσία

%ce%ba%ce%bf%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%bf-%cf%86%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bf-%cf%83%cf%85%ce%b3%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b5%cf%89%cf%83

Βιάζεσαι να γράψεις
σαν να ‘χες αργοπορήσει στη ζωή
αν έτσι είναι ακολούθησε τις πηγές σου
βιάσου
βιάσου να μεταδώσεις
το μερίδιό σου απ’ το εξαίσιο την εξέγερση την καλοσύνη
όντως έχεις αργοπορήσει στη ζωή
την ανομολόγητη ζωή
τη μόνη τελικά που δέχεσαι να ενωθείς μαζί της
αυτή που σου στην αρνούνται καθημερινά τα όντα και τα πράγματα
που με κόπο της παίρνεις δω και κει κάποια ψήγματα λειψά
μετά από ανελέητους αγώνες
έξω απ’ αυτή τα πάντα είναι γωνία δουλική άδοξο τέλος
αν με τον θάνατο συναντηθείς την ώρα που μοχθείς
δέξου τον όπως ο κάθυγρος σβέρκος καλοδέχεται το στεγνό μαντίλι
γέρνοντας
αν θέλεις να γελάσεις
πρόσφερε την υποταγή σου
ποτέ τα όπλα σου
έχεις φτιαχτεί για πολύ σπάνιες στιγμές
άλλαξε εξαφανίσου δίχως λύπη
για χάρη της γλυκιάς αυστηρότητας
γειτονιά παρακάτω γειτονιά το ξεκαθάρισμα του κόσμου ακολουθεί
αδιάκοπα
αταλάντευτα
διάσπειρε τη σκόνη
κανείς δεν θ’ αποκαλύψει την ένωσή σας.

*Μετάφραση: Ελένη Κόλλια.
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.

Γιώργος Δάγλας, Ποίημα

Ο συνειρμός παίρνει μορφή διαμαρτυρίας.
Οι άλλοι
Υπάρχουν κι άλλοι
που βλέπουν τον ήλιο με ραβδώσεις.

Λένε πως ο Απόλλων αυνανίζεται

ο Δίας ρίχνει βόμβες μολότοφ στις γυναίκες της Ανάφης.

Κι άλλοι

που διαμαρτύρονται για τα επιτόκια

και το πικάπ του γείτονα.

Και λίγοι κρυμμένοι στους μητροπολιτικούς ναούς

και τα πάρκα
που κάθε τόσο

περνάνε μια θηλιά στο λαιμό της κοινωνίας

και κλωτσάνε την καρέκλα.

*Από τις “Καντάδες για ένα δαίμονα”, Φίλντισι, 2014.

Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), Ανάλατα τα βρίσκω κολοκύθια

1462

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Του γκιόνη όποιος λέει πως η φωνή
στης φύσης τη μεγάλη αρμονία
δεν είναι αναγκαία –με συγχωρεί–
μα λέει μια μεγάλη ανοησία…
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
εάν δεν ήταν κι η φωνή του γκιόνη.

Γκιόνη φωνή και αυτά τα στιχουργήματα
είναι, οπού τη νύχτα αντηχάει.
Δεν είναι από εκείνα τα ποιήματα
οπού η Μούσα μας κανοναρχάει…
Και αν κανένας τέτοια τα προσμένη,
Η γνώμη του θα έβγη γελασμένη.

Συμπέρασμα λοιπόν, λεπτό δεν δίνω
τί τύχη θε να λάβουν… Δεν με μέλει,
αν κανένας Ροΐδης… Τον αφήνω
ελεύθερον να ψάλη ό,τι θέλει…
Γιατί πρώτος κι εγώ –μα την αλήθεια! –
ανάλατα τα βρίσκω κολοκύθια.

*Από τη συλλογή «Έργα αργίας», Εν Αθήναις, Τυπογραφείον της Ενώσεως, 1883. Δημοσιεύτηκε εδώ: http://alonakitispoiisis.blogspot.com.au/2008_08_01_archive.html

Νέα Κυκλοφορία: Αντάρτικο²

ceb1cebdcf84ceb1cf81cf84ceb9cebacebf

Κυκλοφόρησε από τις Ελευθεριακές Εκδόσεις Κουρσάλ το ποιητικό βιβλίο των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη – Πανάτσα με τίτλο Αντάρτικο².

Πρόκειται για έναν διάλογο που οι δυο συγγραφείς δημιούργησαν από κοινού και αποτυπώνει τις ποιητικές τους ανταλλαγές. Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά οκτώ διαλόγους, θεματικές ενότητες μιας κουβέντας που με όπλο την κρυπτική γλώσσα της ποίησης προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει το παρόν.

Ο Δημήτρης Γκιούλος είναι συγγραφέας. Έχει, έως σήμερα, εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων. Τα «Δι’ άρλεκιν πάροντι και άλλες καταστάσεις…» (2011) και «Ο τροχός της τύχης» (2015) από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑΔΑ και το «Δώδεκα καρέ» (2012) από τις εκδόσεις Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ.

Ο Κωνσταντίνος Παπαπρίλης–Πανάτσας είναι δημοσιογράφος, παρουσιαστής και αρθρογράφος. Το 2016 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «~» από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ. Παρουσιάζει την τηλεοπτική εκπομπή «Δίγαμμα» στην ΕΡΤ.

Νέα Κυκλοφορία: Αντάρτικο²

Toby Wiliguru Pambardu, Το πρώτο φορτηγό

3f631f38883e214aaa371a1e9acb365f

[Ποίηση των ιθαγενών της Αυστραλίας]

παράξενο πλάσμα
παράξενο πλάσμα
παράξενο πλάσμα
παράξενο πλάσμα
μπορώ να σε δω
μπορώ να σε δω μπορώ να σε δω
ξερνώντας
ξερνώντας
ξερνώντας
κάτω
κάτω
κάτω
μπροστά στη μηχανή
μπροστά στη μηχανή
μπροστά στη μηχανή
μυρωδιά πετρελαίου
μυρωδιά πετρελαίου
μυρωδιά πετρελαίου
ατμός πνέει ψηλά
ατμός πνέει ψηλά
ατμός πνέει ψηλά
μέσα στο παράξενο πλάσμα
μέσα στο παράξενο πλάσμα
μέσα στο παράξενο πλάσμα
οδηγούν
οδηγούν
οδηγούν
πηγαίνει πηγαίνει
πλησίασες
πλησίασες
πλησίασες
πλησίασες
παράξενο πλάσμα
παράξενο πλάσμα
άγριο πλάσμα
φως
φως
φως
είναι η μηχανή
είναι η μηχανή
είναι η μηχανή
τερετίζει σαν γρύλος
τερετίζει σαν γρύλος
τερετίζει σαν γρύλος
έρχεται από πίσω
έρχεται από πίσω
έρχεται από πίσω
βράζοντας και
βράζοντας και
βράζοντας και
δύο μάγοι κάθονται
δύο μάγοι κάθονται
δύο μάγοι κάθονται
κάθονται
κάθονται
κάθονται
γουργουρίζοντας στην κοιλάδα
γουργουρίζοντας στην κοιλάδα
γουργουρίζοντας στην κοιλάδα
πάνω στην κοιλάδα
τώρα μπορώ να σε δω
τώρα μπορώ να σε δω
τώρα μπορώ να σε δω
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
μιλάς μπερδεμένα μιλάς μπερδεμένα
μιλάς μπερδεμένα
αναβλύζοντας και ψεκάζοντας
αναβλύζοντας και ψεκάζοντας
αναβλύζοντας και ψεκάζοντας
πάνω και κάτω
πάνω και κάτω
πάνω και κάτω
κοχλάζοντας
κοχλάζοντας
κοχλάζοντας
τρέμοντας
τρέμοντας
τρέμοντας
κάτω απ’ την καμπυλωτή οροφή
κάτω απ’ την καμπυλωτή οροφή
κάτω απ’ την καμπυλωτή οροφή
κάνοντάς το να γρυλίζει
γρυλίζοντας
γρυλίζοντας
κροταλίζοντας
κροταλίζοντας
κροταλίζοντας
πύρινα κλαριά στροβιλίζονται
πύρινα κλαριά στροβιλίζονται
πηδά
πηδά
πηδά
περιστρέφονται
κλυδωνίζεται
κλυδωνίζεται
τ’ αστέρια τόξο γύρω του
τ’ αστέρια τόξο γύρω του
τ’ αστέρια τόξο γύρω του
μουγκρητά καλύπτουν την κοιλάδα
πίνοντας σκόνη
πίνοντας σκόνη
τραβώντας το φορτίο του
τραβώντας το φορτίο του
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
πύρινες σπίθες
περιστρέφονται
οι πλευρές ετοιμόρροπες βροντούν
οι πλευρές ετοιμόρροπες βροντούν
οι πλευρές ετοιμόρροπες βροντούν
σηκώνει σκόνη
σηκώνει σκόνη
σηκώνει σκόνη
ο βρυχώμενος κομήτης
ο βρυχώμενος κομήτης
ο βρυχώμενος κομήτης
σβήνοντας στον ορίζοντα
σβήνοντας στον ορίζοντα

*Από αφιέρωμα στην ποίηση των ιθαγενών της Αυστραλίας στο περιοδικό ‘Τεφλόν”, τεύχος 3, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010.

uluru

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Le grand écrivain's avatarΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

Α. Τάσσου, ξυλογραφία στη μνήμη των εκτελεσμένων της Καισαριανής

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

5 ΕΠΙΚΑΙΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ζ. δ. αϊναλής

Είκοσι χρόνια τώρα, είκοσι χρόνια χτίζαν το Λαβύρινθο.
Στο μεταξύ ο Μινώταυρος μεγάλωνε στα σκοτεινά.

Προοπτική

Και ξάφνου ανοίγονταν μια ερεβώδης προοπτική

πράγματα που δεν μπορούσες πριν να φανταστείς

που αρνούσουν έστω και να διανοηθείς

τώρα βαδίζαν με το διασκελισμό του γίγαντα αξημέρωτα

(κάτω από κείνο το γιγάντιο Λ που θαρρούσες πως σε

προσπέρναγε

και που δεν καταδέχουνταν απλά να σε πατήσει)

Η νύχτα κάρφων’ εκδικητικά τα νύχια στη συνείδηση

μέχρι να πιάσει κόκαλο

φάσμα

που σέρνονταν ωχρό σε μια ψυχρή σελήνη

Τώρα, εδώ, από λεπτό σε λεπτό

οι εκτελέσεις θ’ ανθίσουν

οι ρυθμικοί βηματισμοί στις υγρές πλάκες

τα γνωστά εκείνα καμιόνια, τα άρματα δρεπανηφόρα

η καμπάνα που θα σημάνει μεσάνυχτα

Ακούστηκε κιόλας το τρομερό παράγγελμα Wstawać

του Κώστα Δεσποινιάδη

Ακούστηκε κιόλας το τρομερό παράγγελμα Wstawać

Φανήκαν κιόλας τα φαντάσματα εφόδου

View original post 418 more words

Ορχάν Βελί Κανίκ, Δύο ποιήματα

orhan-veli15

Ωραίες μέρες

Aυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.
Mια τέτοια μέρα παραιτήθηκα

από τη δουλειά μου στο «Eυαγές Ίδρυμα».
Mια τέτοια μέρα άρχισα το κάπνισμα.
Mια τέτοια μέρα ερωτεύτηκα.
Mια τέτοια μέρα ξέχασα

να φέρω αλάτι και ψωμί στο σπίτι.

Mια τέτοια μέρα επιδεινώθηκε η κατάστασή μου
κι άρχισα να γράφω στίχους.

Aυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.

***

Ο φίλος μου ο Σάμπρι

Ο φίλος μου ο Σάμπρι

πάντα μού πιάνει κουβέντα

τη νύχτα στον δρόμο –

πάντα είναι «τύφλα».

Μου λέει:

«Άργησα για το σπίτι»,

και πάντα κρατάει δύο φραντζόλες
ψωμί κάτω απ’ τη μασχάλη.

*Από τη συλλογή “Ο δρόμος μου είναι πλατεία”, εκδ. Βακχικόν 2011, μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Κ.Π.Καβάφης
, Σπίτι Με Κήπον

10625101_1549209011965371_7948004682918122743_n

Ήθελα να’χω ένα σπίτι εξοχικό

Μ’εναν πολύ μεγάλο κήπο – όχι τόσο

Για τα λουλούδια..για τα δέντρα και

Τες πρασινάδες

(Βέβαια να βρίσκονται και αυτά

Είναι ευμορφότατα)

Αλλά για να’χω ζώα.

Α.. να’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες – οι δυο κατάμαυρες..

Και δυό σαν χιόνι κάτασπρες για την αντίθεση.

Έναν σπουδαίο παπαγάλο να τον αγρικώ

Να λέγει πράγματα με έμφαση και πεποίθησιν.

Από σκυλιά πιστεύω τρία θα με έφταναν.

Θα ήθελα και τρία άλογα

(Καλά είναι τ’ αλογάκια)

Και εξ’ άπαντος τρία τέσσερα απο τ’ αξιόλογα..

Τα συμπαθητικά εκείνα ζώα.. τα γαιδούρια..

Να κάθονται οκνά.. να χαίροντ’οι κεφαλές των.

*”Από τα “Κρυμμένα Ποιήματα”.

Paul Goodman (1911-1972), Τρία ποιήματα

Ο Paul Goodman, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και σπουδαίος ψυχοθεραπευτής, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. Πασιφιστής και αναρχικός, ως πανεπιστημιακός αποτέλεσε σύμβολο του φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του ’60 και οι ιδέες του διαμόρφωσαν το πρόταγμα της Νέας Αριστερός της εποχής. Πρωταγωνιστής στο κίνημα άρνησης στράτευσης κατά τον β’ παγκόσμιο και αναγνωρίσιμη φιγούρα του μαζικού κινήματος μη-βίας που ακολούθησε.
Αφιερωμένος στο ζήτημα των προσωπικών και σεξουαλικών ελευθεριών, πίστευε πως οι κοινωνικοί θεσμοί εμποδίζουν την έμφυτη ανθρώπινη δημιουργία, αλληλεγγύη και μη βία. Συγγραφέας δεκάδων βιβλίων, τα γραψίματά του καλύπτουν ευρύ φάσμα θεμάτων και αντικατοπτρίζουν το ασίγαστο πάθος του για κοινωνική αλλαγή.

———

ΣΗΜΑΙΕΣ, 1967

Πόσο καλά κυμάτιζαν μαζί, δίπλα δίπλα
τα Αστρα και οι Ρίγες, το κόκκινο, το άσπρο και το μπλε μου,
μαζί με τη Μαύρη μου σημαία, το σύμβολο της μη κυριαρχίας
ανθρώπου ή νόμου! Ήταν οι σημαίες της τιμής και
της φύσης που περπατούσαν με το ίδιο βήμα
στο πέρασμα του χρόνου, όταν ο Τζέφερσον καιρό πριν
τις χαιρέτησε και τις δυο και είπε
“προχωράτε, άντρες του Shays (1),
εάν εσείς αποτρέπετε τη στάση και τις ταραχές,
τότε τι αναχαιτίζει η κυβέρνηση;»
Σήμερα
η φαταχτερή σημαία είναι σπουδαία σε όλη τη γη
και της έχουν ράψει μια ακόμα πιο χρυσαφιά μπορντούρα,
μα δεν την τιμώ. Στη δική μας ένωση
βλέπω ένα μικρό
μαύρο κουρέλι μικρής αξίας
και τ’ αγγίζω με παράπονο. Το Χάος είναι Τάξη.

***

ΝΑ ΑΚΥΡΩΣΩ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Να ακυρώσω το έργο της Δημιουργίας,
επιστρέφοντας από την 6η ημέρα στην 1η!

Ένας άνθρωπος μετά από έντεκα ώρες ύπνο
και σεξουαλική συναναστροφή με ζώα.

Ο ορειβάτης παρατώντας την ελατο-ζώνη του
και αναπληρώνοντας τον άνεμο ανάμεσα στα βράχια.

Ο ζωγράφος όταν ζωγραφίζει τη θάλασσα και τον ουρανό
σαν ένα δίεδρο χωρίς καράβια ή βροχή.

Ο φυσικός, χαλασμένο μυαλό και ζωή,
ερμηνεύοντας τα πλάσματα σαν είδη του φωτός.

Να ακυρώσω το έργο της Δημιουργίας,
επιστρέφοντας από την 6η ημέρα στην 1η!

***

ΓΕΥΜΑ

Το συκώτι του Προμηθέα
τηγανισμένο στον ιδρώτα του Σισύφου
είναι το γεύμα που κάτσαμεγια να φάμε.

Οι καρέκλες δονούνται
με την ανείπωτη οργή μας
και το αθώο νερό έχει ξινίσει.

1) Η ένοπλη εξέγερση των Shays (από το όνομα ενός των ηγετών της, του Daniel Shays έλαβε χώρα στη Μασσαχουσέτη μεταξύ 1786 και 1787.

*Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, εκδόσεις Εξάρχεια 2013.

pg_for_twitter

Γεώργιος-Κάρολος Τσιλεδάκης, Δύο ποιήματα και ένα βίντεο

ΔΥΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙΑ ΚΙ ΕΝΑΣ ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ

Δυο κουστούμια κείτονταν
το ένα δίπλα στ’ άλλο
στην ίδια ντουλάπα αντικριστά
για τελευταίο βράδυ
το ‘να λευκό και γιορτινό
στο πέτο έχει σημάδι
κρασιού σταγόνα κόκκινη
ραμφιά από παπαγάλο

Με ναφθαλίνες φύλακες
στο βάθος ξεχασμένο
το γλέντι αναπόλησε
και δάκρυσε με πόνο
τ’ αφεντικό του του ‘λεγε
αφήνοντας το μόνο
τιμή μεγάλη που ήσουνα
σε γάμο φορεμένο

Ένα μαντίλι κόκκινο
στην τσέπη καρφωμένο
παραφωνία έμοιαζε
σαν αίμα μες στο χιόνι
κι ο παπαγάλος έκραξε
στο άσπρο το σεντόνι
μαύρο κουστούμι αφόρετο
να ‘σαι καταραμένο

Τ’ αφεντικό μας πέθανε
σειρά μου να το ντύσω
τζόβενο θα ‘ναι άρχοντας
θα λάμπει μες στο μνήμα
στο τελευταίο του αντίο
με το μαύρο μου το νήμα
την σιτεμένη σάρκα του
για πάντα ας φυλακίσω

Μαύρο εσύ άσπρο εγώ
ποια η διαφορά μας;
Εσύ σε τάφο σκοτεινό
οι κάμπιες θα σε φάνε
κι εγώ σε κάδο βρομερό
μπεκρήδες θα ξερνάνε
ίδιο το τέλος και για τα δυο
κοινή η συμφορά μας

Κουστούμια μην μαλώνετε
δίκιο δεν θα ζητήσω
πανώριος που στεκότανε
λευκοντυμένος ως γαμπρός
τι πένθιμα τώρα ξεπροβάλλει
μαυροντυμένος ως νεκρός
πότε ήταν πιο κομψός;
Δύσκολα ν’ απαντήσω

***

ΜΕΛΑΝΙ ΑΠΟ ΠΟΡΦΥΡΑ

Κάνε τον καγχασμό σου μια ωδή

Θρηνητικό εμβατήριο
τ’ αυτιά σου να χαϊδέψει

Και σε μελάνι πορφυρό
βούτα το πινέλο

Χρωμάτισε την θλίψη σου
το γκρίζο βάφοντας το

Κι αν η μαυροντυμένη μοίρα σου
καλέσει καταιγίδα

Με δάκρυα να σ’ εξαγνίσει
σκουπίζοντας τους ρύπους

Το χρώμα το νωπό
να που ξεθωριάζει

Και πάλι γκρίζο γίνεται
μα μην το ξαναβάψεις

Μελάνι ήταν το αίμα σου

Σιγά-σιγά τελειώνει

*Από τη συλλογή “Όρνια – Λάμιες”, εκδ. CompuMedia