Ordeal by Doc Wallace

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

She lies in the dirt road, snubbing.

Wind-blown clouds scurry to a crescent moon,

shadowing her naked legs while

ripped skin bleeds.

Her tear-streaked face studies

the stars and clouds,

a scene almost beautiful

but for the terror of this day.

So tired. She wants to sleep,

to forget.

She wants her mom.

But she is alone

on the cold dirt road

in the middle of vast, flat land.

Slowly she rolls to all fours;

stands on shaky legs.

Moonbeams show her jeans in the dust.

Painfully, she inserts her bloody bare feet

into each pant leg.

Soft cotton brings discomfort.

Now the long walk back

toward the distant lights in

the early evening sky,

toward home. Toward safety.

As long as they don’t come back,

she hopes, glancing furtively

over a bruised left shoulder,

quickening her pace thru pain.

For a whole day they kept her.

Snatched her off…

View original post 98 more words

Giosue Carducci, Φωνή των ιερέων

14495513_1748878015378243_4850322917488717958_n

Ακόμα και σχολή της ευτέλειας και της απάτης
Ήσουν ώ! ναέ “άσυλο καταφρονημένων”, όταν
Τ’ αδέλφια, την πατρίδα σου και το Θεό αρνιόσουν
Και σαν ερμηνευτής του Θεού πήγες με τους τυράννους.
Ώ! Ανόσιοι! Ξένοι στις αγωνίες μας ευλογείτε
Των καταπιεστών μας την αγέλη στα ουράνια,
Και καταριόσαστε τους δυστυχείς στην κόλαση,
που ετόλμησαν να εξεγερθούν ενάντια στους δυνάστες.
Έτοιμοι στου αυτοκράτορα την κάθε ανόσια βία,
Κόλακες της παράνομης και άδικης κατάκτησης:
Ο προφήτης του Θεού ψεύδεται με τη φωνή του κλήρου.
Ω! μέρα θλιβερή της ατιμίας που ανέτειλες
Όταν λάβαρο της σκλαβιάς έγινε ο σταυρός,
Κι έκαμαν το Χριστό πρωταθλητή των τυράννων!

*Από τη σελίδα Spyros Stasei Ekpiptones στο Facebook.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Έτσι κι αλλιώς

without_you_the_party__s_over__by_dibutade

Ένα χαμόγελο πικρό θά ‘χες στα χείλη.
Πίσω από τα βλέφαρα μόλις που θα κρατούσες το δάκρυ,
σκύβοντας ν’ απιθώσεις στα χείλη μου απαλά

το στερνό σου φιλί.

΄Υστερα με αργό, επίσημο βήμα

θα κινούσες να βγείς από την κάμαρη,

αφήνοντας να σέρνεται ελαφρά στο πάτωμα

το μακρύ σου πανωφόρι.
΄Ετσι ωραία τα είχα φανταστεί. Ποιητικά.
΄Ομως γελάστηκα και πάλι. Γιατί,
αφού κατακόκκινη μ’ έβρισες υστερικά,
έφυγες βιαστική,
βροντώντας πίσω σου την πόρτα,
χωρίς να σου περάσει ούτε στιγμή από το νου,
πως έτσι κι αλλιώς,
εγώ τους στίχους θα τους έγραφα.

*Από την ποιητική συλλογή “Εκτός προγράμματος”, εκδ. “Διογένης”, Αθήνα 1991, σελ. 28. Αναδημοσίευση απο τη σελίδα του ποιητή στο Facebook

Epitaph to a Dog

Jim Cox's avatarTimeless Poetry

George_Gordon_ByronLord George Gordon Byron

Near this Spot
are deposited the Remains of one
who possessed Beauty without Vanity,
Strength without Insolence,
Courage without Ferosity,
and all the virtues of Man without his Vices.
This praise, which would be unmeaning Flattery
if inscribed over human Ashes,
is but a just tribute to the Memory of
BOATSWAIN, a DOG,
who was born in Newfoundland May 1803
and died at Newstead Nov. 18th, 1808.

When some proud Son of Man returns to Earth,
Unknown to Glory but upheld by Birth,
The sculptor’s art exhausts the pomp of woe,
And storied urns record who rests below:
When all is done, upon the Tomb is seen
Not what he was, but what he should have been.
But the poor Dog, in life the firmest friend,
The first to welcome, foremost to defend,
Whose honest heart is still his Master’s own,
Who labours, fights, lives, breathes…

View original post 130 more words

Κατερίνα Γώγου – Για πάντα ανάμεσά μας


ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Ανάμεσα σ’ αυτές /λέγω/ τις ξυραφισμένες εγκοπές
όπου οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονοματίζουν
μάτια
εκεί όπου υπάρχει φυτρωμένος ένας μικρός τάφινος + σταυρός
και μια
μεγάλη γυναίκα καταθλιπτική με μαύρα γυαλιά
κι ένα καφέ λουρί σκύλου στο χέρι
σπάνε εκεί τις τελευταίες μέρες μου
μεγάλα σκοτεινά νερά σταλμένα από δυνάμεις σκοτεινές
καλώντας με να προχωρήσω…
Μπρούμυτα πεθαμένοι με σακάκια ανε6αίνουν σταυρωτά
μέσα από τα νερά
τάματα μπούστο πρησμένα
κολλάνε σα πεταλίθρες στο πίσω μέρος του κρανίου μου
εκεί όπου αρχίζει το τριχωτόν μου /πεινάνε
είναι πεινασμένοι όλοι τους /καταλα6αίνετε/ θέλουν να ζήσουν
κό6ουν εδώ πίσω με κοφτερές δαγκωνιές
την τελευταία μου κοινωνική μου άμυνα
αυτό που οι άνθρωποι συνήθισαν να ονοματίζουν
μυαλό μου
γι ‘ αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δεν
φο6άμαι δεν 6λέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαι
είμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσα
θά προχωρήσω.

———————————-

Η ζωή μας είναι σουγιάδες
Σε βρώμικά αδιέξοδα
Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα…
Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω, η Πατησίων.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή
Ξευτίλα – μοναξιά – απελπισία
Κι ανάποδα
Εντάξει δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας
Και καπνίζουμε….
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…

—————————-

Από τα “Τρία κλικ αριστερά…” (απόσπασμα).

Καλημέρα γιατρέ μου.
Μη.
Μη σηκώνεστε. Άλλωστε δεν έχω τίποτα σοβαρό.
Τα γνωστά.
Γράψτε βάλιουμ μαντράξ στεντόν τριπτιζόλ – ξέρετε τώρα εσείς –
Κάντε με κοινωνικό πρόσωπο
βολέψτε με τέλος πάντων με τους ομοίους σας
περάστε με στους χαφιέδες σας
πηδήξτε με αν θέτε
ωραίες οι γκραβούρες στους τοίχους σας.
Τσάκω τώρα στα σβέλτα το χιλιάρικο
και φέρ’ τη συνταγή
γιατί τέρμα η υπομονή μου παλιόπουστε
κι όπου νάναι θα εκραγεί.
Μη. Μη σηκώνεστε γιατρέ μου. Δεν είναι σοβαρό.
Ευχαριστώ.
Καλημέρα σας.

13332744_1722749934674674_392151663428136883_n

E. Μύρων, Οκτώ ποιήματα

flying-with-me

Ορυμαγδός

Κάθομαι και χαζεύω το τασάκι
ώρες ώρες
Φορτωμένο με σκέψεις
κι αποτσίγαρα καθώς είναι,
θυμίζει χωματερή
ή νεκροταφείο
Καμιά φορά ρίχνω
λίγο νερό,
ίσως για να σιγουρευτώ
ότι έσβησαν οι καύτρες
ίσως για να μην ενοχλεί
η μυρωδιά της αποσύνθεσης

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_21.html

Σκήπτρο και λύρα

Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.

Κώστας Καρυωτάκης “Υποθήκαι”

Εκεί ψηλά ελπίζω να γράφεις στίχους και νότες
Ξύπνιος από τη νύστα του βραχνά καταλύτη
Ελεύθερος καβαλάρης στων ονείρων τα μήκη
με αερικά και νεράιδες συνταξιδιώτες

Εκεί δε θα σε κυνηγούν πια για τις επωμίδες
θα έχεις γλυτώσει από τα τετράκρυα χιόνια
Απέναντι στο λογικό θα ‘βαλες ωτασπίδες
ώστε να μην έχει δαιμόνια και τελώνια

Εφηύρες τελικά κείνο ‘κει το παυσώδυνο
για το βάσανο του χρόνου, τον βαρύ κασμά,
που θα ‘κανε το ρυθμό τού κόσμου πιο ρόδινο;

Να περιγράφεις με ρίμα, τον ουράνιο μπασμά
Εσύ, χορευτής του θεϊκού ρυθμού υποφήτης
Τα ψηλά να μαγεύει της τέχνης σου η βαθύτις

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_19.html

Ξόρκι

Θα σκύψω μόνο για να
φιλήσω τον ουρανό
για κανένα άλλο λόγο
για κανένα ιερό χώμα

Κι αν δε μας κάνει,
θα σκάψουμε μέσα του
να βρούμε άλλον,
με καινούργιο χρώμα

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_11.html

Άτιτλο ξόρκι

Κάποιο μπαρουτοκαπνισμένο ξόρκι
μου ‘γνεψε
με στίχους αμόλυντους,
ακέραιους, τρισδιάστατους

Βούλιαξα μαζί του
και ξύπνησα με το φως
της νύχτας
σ΄ένα, σαν όνειρο αναποδογυρισμένο

Όλα φάνηκαν θρύψαλα
κομμάτια ιδεών
πτώματα λέξεων

Όλα γυρνούσαν ξανά
με υπόκρουση το αίμα
στις εσχατιές της μνήμης

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_3.html

”Σε τούτο το χωριό λοιπόν”

Σε τούτο το χωριό λοιπόν
όλοι, στην κόγχη του χρόνου
ακούμε εν είδει δεκτών
το ίδιο σήμα ραδιοφώνου

Το τέλος είναι μη ανακλιτόν
μα όλοι μας παρέα τραγουδούμε
τάχα εν’ άσμα ισοβιτών
σάμπως με ζωή αιώνια δεθούμε

Νέοι, μεσήλικες και γέροι
παρέα ας χορέψουμε
πιασμένοι χέρι- χέρι

σιμά στο καμπαναριό
σαν να μη μισέψουμε
ποτέ απ’ το μικρό χωριό.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_4.html

Άτιτλο

Καβαλάρηδες φασμάτων
πασχίζουμε μ’ ένα δόρυ,
να τρυπήσουμε την
παλαιόθεν πανοπλία του αδιαφόρετου.

Ξεζεύοντας τ’ άλογο,
– μήτε ζυγούς, μήτε χαλινάρια –
να γλυκάνουμε τις θύελλες
να πλατύνουμε τη διαδρομή.
Έχοντας ακούσει όμως
και τις καταρρακτώδεις θύελλες
μα και τις αγνές απλωσιές
του ήλιου, να διαστείλουμε
τη μουσικότητα του αύριο.

Να “παίζει” μέσα μας αλλεοτρόπως
το μέλλον.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/06/blog-post_26.html

Φαντασία

Σαν συμμαζευτούν τα σύγνεφα,
να τους ανοίξουμε μια τρύπα
να πέσουν οι κεραυνοί
πριν ζωντανέψουν.
Να τους γραπώσουμε με τα μάτια,
να δούμε λίγο παραπέρα
Να ξεχάσουμε για λίγο τη φτώχεια της όρασης.
Α! Τι βάλσαμο:
Πόσο μαλάκωσαν τα μάτια,
πόσα καλοκαίρια βλέπουμε
ενώ κοπανιούνται έξω χίλιοι χειμωνες;
Να κρατήσει κι άλλο η μαγεία αυτή…!
Να την κρατήσουμε κι άλλο τη μαγεία αυτή!
Σ’ ένα κηπάκι να τη βάλουμε
να τη φροντίζουμε.
Ποιος ξέρει; μπορεί κάτι να φυτρώσει…

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/06/blog-post_8.html

Κι αν σας φαίνεται σκληρό

Κι αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα
να ξέρατε μονάχα, πόσο ωραιοποίησα τον πόνο.

Πόσο σφιχτά βούλωσα το στόμα μου
να μην ακουστούν ολόκληρες οι κραυγές της γέννας.

Πόσα παγάκια κατάπια
για να μην κάψω το χαρτί με την ανάσα μου.

Πόσο λευκό χρειάστηκα
για να σπάσει το μαύρο
και να σπείρω ορχιδέες
δίπλα στα κοφτερά μου δόντια.

Αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα,
που να βλέπατε
πόσο τραχύ είν’ το βλέμμα
του όταν σας κοιτά
να απορείτε.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/04/blog-post_1.html

Βορτιστικό Μανιφέστο

cover

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Βορτιστικό Μανιφέστο
Εκδόσεις Κοβάλτιο ▪ Οκτώβριος 2016 (α΄ έκδοση)
Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
Αριθμός σελίδων: 48 ▪ Τιμή: €9,54
ISBN: 978-618-82781-0-3

Το «Βορτιστικό Μανιφέστο» δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Blast» (1914) και συγκαταλέγεται στα πιο σημαντικά κείμενα του αγγλο-αμερικανικού μοντερνισμού. Δίνει σάρκα και οστά —τόσο από ρητορικής όσο και από τυπογραφικής άποψης— στη βίαιη εικονοκλασία του βορτικισμού (vorticism), ενός αβανγκάρντ κινήματος στη λογοτεχνία και στις εικαστικές τέχνες, με επίκεντρο το Λονδίνο.

Τα τρία μέρη του «Μανιφέστου» —το οποίο υπογράφεται, μεταξύ άλλων, από τον ποιητή Έζρα Πάουντ, τον συγγραφέα και ζωγράφο Γουίνταμ Λιούις και τον γλύπτη Ανρί Γκωντιέ-Μπρζέσκα— εκφράζουν την αγωνία των μοντερνιστών του Λονδίνου να συναγωνιστούν τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά αβανγκάρντ κινήματα, συνδυάζοντας την ποίηση με την τέχνη της αφίσας.

Τυπογραφικά ανήσυχο, αχαλίνωτα ενεργητικό, φλογερά εκφραστικό, ριζοσπαστικά ατομικιστικό —αν και παράδοξα στραμμένο προς έναν συλλογικό σκοπό— το «Βορτιστικό Μανιφέστο» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των στοιχείων που συνθέτουν την πρωτοποριακή ποίηση του 20ού αιώνα.

Eκδόσεις Κοβάλτιο, Ιφικράτους 64, Αθήνα 116 33
kovaltioeds@gmail.com
http://www.facebook.com/ekdoseis.kovaltio

Αντώνης Αντωνάκος, Οκτώ ποιήματα

11698456_1034236109955172_5398195143189514711_n

ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ

κουβαλάει το μυρμήγκι μέσ’ την τρύπα του

ψίχουλα θεόρατα απ’ την αγορά των σκλάβων

τα αφεντικά κι οι πονηροί παπάδες

το βάφτισαν εργατικό μα είναι τεμπελάκος

ότι θα κλέψει είν’ γι’ αυτό τα λάφυρά του

και το τσουκάλι του δε μένει αδειανό ποτέ

γιατί γεμάτα σπόρους είναι τα χωράφια

και περπατά εδώ κάτω απ’ τον ήλιο

και περπατά στις αμμουδιές

επάνω στα ζεματιστά κορμιά

γλείφοντας την αλμύρα απ’ τα βυζιά

να νοστιμίσει αργότερα τα πλούσια φαγιά

και περπατά και χάνεται

βαθιά μέσα στη νύχτα

και τραγουδά μονάχο του

μέχρι να’ ρθεί να το συντρίψει

η αρβύλα ενός μαλάκα.

ΕΒΙΒΑ

εβίβα άξιοι δολοφόνοι

εβίβα φασίστες του ντουνιά

εβίβα εφοπλιστές βιομήχανοι ρουφιάνοι

σεις που πλουτίζετε σκοτώνοντας παιδιά

εβίβα τεχνοκράτες υπουργοί

καθάρματα ακαδημαϊκοί

χορτάτοι νταβατζήδες

στο καπιταλιστικό παχνί

εβίβα εσύ μικροαστέ

πρεζάκια καταναλωτή

που κάθεσαι μαστουρωμένος

μπροστά απ’ την τιβί

δουλεύοντας όλη τη μέρα σα σκυλί

διαβάζοντας τ’ αθλητικά

βλέποντας ματς την Κυριακή

βίβα εσύ αγρότη μερακλή

που έσφαξες τον κόκορα

και στην πρωτεύουσα έτρεξες

κι αγόρασες κελί.

ΕΙΝ’ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία

σαν να σηκώνεις λίγο τον πέπλο απ’ τα μυστήρια

όταν η πλήξη γίνεται λεηλασία

και πρέπει να ξαναβρούμε τη γύμνια μας

όπως ο εργάτης που σπάει τις αλυσίδες του

και ρίχνεται στη θάλασσα ντάλα μεσημέρι.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου

Τον Οκτώβρη του 17

Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια

Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας

Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια

Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες

Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά

Σαν λύκος μες’ τη νύχτα

Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα

Ο άνεμος κι η θύελλα

Γλείφοντας του κόσμου το κορμί

Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του

Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος

Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού

Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη

Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.

Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει

Νέος ακόμα στο κορμί

Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα

Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του

Φεύγω και

Χαιρετίζω τις γυναίκες

που μέλλονται να γεννηθούν

για να στοιχειώσουνε

τον ύπνο των αρσενικών.

Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις

του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,

των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.

Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με

με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

ΑΧ!

Αχ! οι άνθρωποι
πράγματα αγοράζουν και ξεχνούν.

Καταναλώνουν τα σκουπίδια που παράγουν και ξεχνούν.

Ξεχνούν το σώμα του ήλιου

που σφηνώνει ανάμεσα στων δέντρων τα κλαδιά.

Ξεχνούν το πέπλο της ομίχλης

που ο άνεμος σπρώχνει απαλά
στη φωτεινή πεδιάδα.

Ξεχνούν οι άνθρωποι

τα πουλιά του πρωινού

που κελαηδούν αιώνες τώρα

κρατώντας τον αρχαίο ρυθμό.

Αχ! η ματαιοδοξία πράγματα άχρηστα

τους κάνει να αγοράζουν

πετώντας τα μέσα στο στόμα του κενού

που τους ακολουθεί,

ταΐζοντας το αχόρταγο θηρίο.

Το αβυσσαλέο στομάχι του καιρού.

Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι

τα ένδοξα γαμήσια που τους φέραν στη ζωή.

Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι

τα ένδοξα γαμήσια που τους κρατάνε στη ζωή.

Ω! έρωτα σκληρέ, τραχύ, αλλά με γεύση εξαίσια

εσύ ότι έχουμε για την αιώνια πείνα μας.

ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΔΙΨΑ ΚΟΥΒΑΛΩ

Την άγρια δίψα κουβαλώ

για τα βιβλία που δε γράφτηκαν

την άγρια καύλα

για τα κορμιά που δεν έζησαν

και κάθε τόσο κατεβαίνω στην κόλαση

μαγαρίζω το στόμα μου

με κατάρες και όρκους

γιατί η εποχή αυτή με ταράζει

με την αβρότητα του διανοητή

που την κουκούλα θέλει

να τραβήξει απ’ το παιδί

κι αντί μπροστά

απ’ τα τουφέκια αυτός να βγει ο δυνατός

αγωνιστής κι έντιμος πατριώτης

για να φυλάξει το παιδί

την αστική φυλλάδα υπηρετεί

που ένα ξεροκόμματο του δίνει για φαΐ

γνωρίζοντας καλά πως οι αστοί

τον έχουνε για εμπροσθοφυλακή.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ

Ο πόλεμος έφτασε στα σπίτια μας

φύτρωσε στη γλάστρα μας
ο πόλεμος είναι στο δρόμο μας

στο κρεβάτι μας και το καθιστικό μας

είναι στο παιχνίδι των παιδιών

στο μελάνι των ποιητών

που περιμένουνε τις μάχες

για να γράψουνε τους στίχους

ο πόλεμος μαύρος κότσυφας

του πατέρα μου η μελαγχολία στο βουνό

όπου μια τουφεκιά κάθε βράδυ περίμενε

τα τσακάλια να διώξει, όπου περίμενε

να τελειώσει ο πόλεμος στο σχολείο του

να πάει να διαβάσει τ’ αδιάβαστα βιβλία ξανά

να ξεχάσει τη μήτρα του ζώου που

γεννούσε το θάνατο τα κουφάρια τα μαύρα

που αχνίζαν στον ήλιο που διψασμένες

τα βοσκούσανε σφήκες που περίμενε να στεγνώσει

το αίμα να ζυμώσει ψωμί για το μέλλον

ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα

να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες

να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία

θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν

ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί

να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία

να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος

σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου

μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις

κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

Δεκέμβρης 2008

*Από τη συλλογή “Γλυκόλογα για μολότοφ”. Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από τη δημοσίευση του ποιήματος “Είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία” στο ιστολόγιο Greek Poetics στο http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/08/blog-post_4.html

CITIZENS CIRCUS this coming Thursday, 7-10pm, at the Dancing Dog Café, 42A Albert St., Footscray

Hello there, inviting you to the forthcoming and inaugural CITIZENS CIRCUS, this coming Thursday, 7-10pm, at the Dancing Dog Café, 42A Albert St., Footscray (not far from the station!), for more details, please see attached…. Cheers, jeltje

circus-pdf

how to write poetry today by Richard Hedley Atkinson

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

always
do
it
for
cheap
laughs
at
the
expense
of
someone
disabled
like
Trump
and
that
should
get
a
laugh
and
always
end
on
a
happy
note
and
have
something
in
the
poem
that
says
something
strongly
moral
like
an
old
episode
of
friends
or
even
the
70’s
detective
series
McCloud
which
also
had
lighter
moments
and
he
had
a
serious
look
which
every
poem
should
have
during
the
moral
stuff
for
a
better
world
and
healing
even
for
the
poor
and
disabled
like
what
Trump
is
and
remember
fellow
poets
always
say
inner
lurve
is
ok
but
only
if
you
can
afford
it
or
a
cheap
bottle
of
cider
that
causes
you
problems
as
in
getting
arrested 28
times
or
just
a
black
eye
you
can’t
remember
how
you
got
it
or
just
sad
urination
problems.

View original post