Μαρία Μήτσορα: Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

mitsoramaria-toakatoikitosoma-eikona-06

Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα

Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα

Στὸν Θ. Κ.

T-[Tay]-SomataΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΒΗΧΕΙ καὶ φτύ­νει. Βή­χον­τας καὶ φτύ­νον­τας ἐ­φευ­ρί­σκει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ δι­α­δρο­μή του, προ­λέ­γον­τας τὴν πτώ­ση τῶν κομ­ψῶν σπι­τι­ῶν, τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἄ­χα­ρες. Ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο θὰ τρῶ­νε στὸ μέλ­λον, ὁ ἕ­νας πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο θὰ κοι­μοῦν­ται, ὁ θά­να­τος στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἀν­τὶ γιὰ τὸ ξε­νύ­χτι τοῦ νε­κροῦ, ἡ ὕ­στα­τη μο­να­ξιὰ τοῦ ἀ­κα­τοί­κη­του σώ­μα­τος στὸ ψυ­γεῖ­ο τοῦ γρα­φεί­ου τε­λε­τῶν.

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χου­με ἀ­κό­μα τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα κι ἡ ἡ­ρω­ί­δα μᾶς εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­νέγ­γι­χτη. Μό­νο ποὺ ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴ βι­α­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν, ἐ­νῶ ἐ­δῶ, στὸ κά­θι­σμα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς νι­ώ­θει τὴν πί­ε­ση στὸν μη­ρό της, μιὰ ζέ­στη τὴν κα­τα­κλύ­ζει σὲ κύ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει, μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση, δὲν πρέ­πει, νὰ κοι­τα­χτοῦν πο­τέ. Θὰ εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί σου γιὰ δύ­ο…

View original post 203 more words

Γιάννης Υφαντής, Τέσσερα ποιήματα

yfant161

ΚΑΠΑ ΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ
 
Κ’ η τσέργα κρεμασμένη σάμπως ζώου αστρικού η δορά·
ή κάπα ενός αγγέλου που τη μέρα γίνεται φωτιές στα σιδεράδικα
του Αγρινίου και τη νύχτα στα λαγκάδια του Αρκτούρου
μ’ ένα ηλεκτρικό ραβδί ποιμαίνει
τα πνεύματα του βουνού.
 
***

ΣΟΜΠΑ
 
Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι τενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
Τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ’γνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α, πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νοιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και
α, Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια ’συ
Θαρρώ με νοιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και ’συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Επάνω στην ταράτσα μου καμώνεσαι
Πως βγάζεις μες απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νοιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α-
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
 Σόμπα
’σε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
’σε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σιδερένιο μυρμήγκιασμα π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.
 
***

Η ΚΙΡΚΗ
 
Σκέφτηκε πως καλό ήταν να ’βγαιν’ έξω· άνοιξε λοιπόν το ψυγείο
ξεκρέμασε τις σάρκες της, τις φόρεσε
κοιτάχτηκε λιγάκι στο φεγγάρι
που ήταν κρεμασμένο εκεί στο έβγα τα σπηλιάς
και κατηφόρισε.
-Πού πάει;
-Έρχεται να σας ρίξει βελανίδια σύντροφοι!
 
***

Ο ΒΑΘΥΣ ΚΗΠΟΣ
 
Και μου ’πε τ’’ άλογο «κατεβαίνουμε; είναι
ένας κήπος βαθύς
με πικρά φιλόξενα δέντρα» και μέσα
στο μαύρο νυσταγμένο φως
τα δέντρα χαιρέτησαν και
«είσαστε από χρόνια εδώ;» τα ρώτησα κι αυτά
«είμαστε από τότε που ο άγγελος
γλίστρησε και χυθήκαμε απ’ το τάση του»
και τα δέντρα στέναξαν κι απ’ το μαύρο
νερό
πετάχτηκ’ ένα στρουμπουλό
φεγγαρόπουλο
που ’χε χορτάσει μάγια κ’ ύπνο και
την παρουσία του αντηχώντας
μια στέρνα μπρος μου άδεια και στεγνή φωνάζει
«κάρφωσέ το
να πιούνε οι μικρές μου παπαρούνες πρι-
όνισέ το
να φάνε τα μαρμάρινα άλογά μου» και
ένα πυρρό πουλί χυμώντας -σαφτ- τρυπά
το φεγγαρόπουλο (τα δέντρα
ανατρίχιασαν σάμπως ένα
κοντάρι να τα κάρφωσε στη ρίζα τους) κι εγώ
μόλις που πρόλαβα να ιδώ τη
γαλάζια πολιτεία των φεγγαριών και
θυμήθηκα
τη σπηλιά στο βουνό όταν έρχονταν
ν’ αράξει το καράβι των
φεγγαριανών
-διαμάντι, ασήμι- και που οι ναύτες του
γελούσαν στανικά για να φωτίσουν
τη γέφυρα· κι άξαφνα
σώπασ’ ο ψίθυρος των δέντρων, ένας άγγελος
έφτασε
κι έβγαλε το πυρρό πουλί απ’ το στήθος του
και το φύτεψε κ’ είπε «εδώ
να μείνεις
να μαραίνεσαι και ν’ ανθίζεις ώσπου να
λησμονήσεις».
 

Νικήτας Καμπάνης, Δύο ποιήματα

unnamed

Για ποιούς ξεσήκωσες τσιτάτα αητέ
Εδώ αλλόκοτα πατούμε πια το χώμα
Εδώ τη λευτεριά ξεχνούμε αντάμικα να πούμε ακόμα
Ζόρικα βράδια όπως την 6η του Δεκέμβρη έχει…
Μια θαρραλέα γουλιά μέσα από του κόμπου τη θηλιά..
μια με βαθιά λιγοψυχιά στο κρίμα
μ’ έχει
Ήλιο με ήλιο..
Έχει ματιές στις γωνιές της πόλης θλιμμένες αράδα..
Γωνιές που στρόγγυλες πια , γίνηκαν πλατείες ολάκερες..
Χαλάσαμε το ζόρι στις γροθιές
Ήταν ανούσια σφικτές έπρεπε να χουν γιόμες
Να γίνουν χούφτες που θα ανοίγουν απροκάλυπτα
και να χωρά μες τις σχισμές τους τη
λαμπρή επετεία.
Δεν ξέρω καν αν την συνήθεια αυτή,
βρεις τα κανιά στο πέρασμα της να
Πλαντάξεις στον χορό..
με ένα μπουκάλι
και να πανί
από τα ρούχα πού χασες εκείνο το πρωί
Μες το κουρείο..
Έχει παντιέρα ζωντανή με ξυρισμένο κεφάλι..
Έχει και ράθυμο μυαλό που δεν ορίζεις.
Έχει ένα αλάνθαστο εγώ και δρασκελιές στο χάλι.
Εδώ αλλόκοτα μυρίζουμε το σώμα πια…

***

863

Υλακή

Περιπλανιέμαι με τις ώρες και σαν να τελειώνει
πάλι αυτό το τρελό γυρολόι του φωτός.
Σαν να’ βλεπα δέκα ουρές δικές μου
ζβουρίστικα ένα πράμα.
Αυτή η πρωτάκουστη είδηση που έκανε πάσα
Με μια γνέψη ένας παλιός συνοδοιπόρος νταής
Σκούζει στα αυτιά μονότονα.
«Υπάρχουν και υπήρξαν χρώματα».
Έτσι ένιωσα μπροστά στο πεζοδρόμιο
Με τα πόδια να λυγούν σαν βέργες.
Έτσι στημένο το βελόνι του να ισχορεί
Μέσα στην γεμάτο τρίχα πέτσα μου,
να ρυθμεί,
να γίνεται νοερός συλλογισμός,
να αντηχεί στα κόκκαλα που κάποτε έκρυβα
μέσα στην θαλπωρή κάποιου καλολουστραρισμένου παρκέ.
Και τώρα, τα κάνει όρεξη
κάθε κάθε πεινασμένη αρσενική ράτσα που με προσπέρασε.
Ήταν όμως μια σκέψη φευγάτη
Γιατί βαθιά κάτω από τον κόμπο του αλήτικού μου
Μαντιλιού, έχω μια ανήσυχη λύσσα,
Έχω μια σταθερά χαράς στους τσαμπουκάδες των δρόμων.
Και φέρμα η τροφή που κυνηγώ με χαραυγή και σούρουπο.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ένοπλες λέξεις

16174820_582471295288900_5630636100395820357_n

Έπαψα να χρησιμοποιώ ένοπλες λέξεις·
τώρα γίνομαι αγέρι
και κατεβαίνω την οδό του Ασημένιου Μαχαιριού.
Εσύ πια δεν υπάρχεις,
για να δεις πως
όλες σου οι προβλέψεις πραγματοποιήθηκαν!
Εγώ είμαι που γίνομαι αγέρι·
και κατεβαίνοντας από τον λόφο Filaret
με ψευδαισθήσεις στέκομαι
έξω από την παλιά εκκλησιά με τις ζωγραφιές.
Τώρα,
γνωρίζω καλά τα αποτελέσματα της έπαρσης
απέναντι στον χρόνο,
τα γυρίσματα του καιρού,
τις υπεκφυγές…
Θέλω να πω
πως ψάχνω μέσα στους βρεγμένους δρόμους
τη μορφή σου
στις σκοτεινές αλέες την ανάσα σου
να την κρατήσω μια στιγμή στις φούχτες μου.
Γυρίζω πίσω
στα φθαρμένα σκαλοπάτια
της οδού Ξενοφώντος.
Γυρίζω,
ανεβαίνω αργά στον λόφο,
με μιαν ένταση στο βλέμμα
άοπλος, χωρίς τις παλιές λέξεις
προσπαθώντας μάταια να εντοπίσω
ένα σου ίχνος μέσα στην νύχτα των ανθρώπων.
Ακούω τις φωνές των παιδιών
καθώς κατηφορίζουν τρέχοντας για να χυθούν
μες στην βουή της Λεωφόρου…
Και όλα τα βλέπω
τώρα καθαρά, μαρμαρωμένος
πάνω στο σκαλί της μεγάλης νύχτας.

Η ποιητική συλλογή «Ιερουργία της Άνοιξης» του Σωτήρη Λυκουργιώτη

16298544_768545183310373_3198960399649845601_n

Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε από τις Ελευθεριακές Εκδόσεις Κουρσάλ η ποιητική συλλογή «Ιερουργία της Άνοιξης». Μέχρι σήμερα έχουν διατεθεί 600 αντίτυπα μέσα από βιβλιοπωλεία, εργατικές λέσχες, στέκια και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους. Το σύνολο των εσόδων από τα βιβλία αυτά διατέθηκαν για την ενίσχυση πολύπλευρων δράσεων αλληλεγγύης για μετανάστες/ μετανάστριες, είτε απευθείας από τους κινηματικούς χώρους (στέκια, καταλήψεις), είτε μέσω των εκδόσεων Κουρσάλ.

Θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες, τις συλλογικότητες και τις αλληλέγγυες εκδόσεις που βοήθησαν στη διανομή.

Ενημερώνουμε ότι έχουν ήδη τυπωθεί άλλα 400 αντίτυπα του βιβλίου. Όποια συλλογικότητα, χώρος ή και άτομο θέλει να διανείμει τη συλλογή, με σκοπό την ενίσχυση σχετικών εγχειρημάτων, μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας στο mail koursal@hotmail.com ή στο τηλέφωνο 6977039473, ώστε να του τη στείλουμε σε όσα αντίτυπα επιθυμεί.

Δεν υποστηρίζουμε φυσικά ότι η αλληλεγγύη είναι αρκετή για να σταματήσει το δράμα των μεταναστών, ούτε, ακόμα περισσότερο, τις αιτίες της μετανάστευσης. Νομίζουμε, όμως, ότι τόσο η κάθε μικρή ή μεγάλη κίνηση αλληλεγγύης, όσο και η ίδια η ποίηση, είναι ενδείξεις για το πώς μπορούν τα πράγματα να γίνουν διαφορετικά.

Ελευθεριακές Εκδόσεις Κουρσάλ

23/1/2017

Georg Trakl, Ποιήματα

kartatrakl
 
Σήψη

Το βράδυ που τα σήμαντρα διαλαλούν ειρήνη
Ξωπίσω είμαι απ’ των πουλιών τα θαυμαστά φτερά,
Που όπως προσκυνητών μακριές πομπές κι ευλαβικές, σε σμήνη,
Σε πλάτη φθινοπωρινά χάνονται λαγαρά.

Συνεπαρμένος απ’ αυτά το λιόγερμα στον κήπο
Τη φωτεινότερη τη μοίρα τη δική τους νοσταλγώ
Κι ούτε που νιώθω καν το ζύγωμα του χρόνου ή δείκτη κτύπο.
Πάνω απ’ τα σύννεφα λοιπόν στις διαδρομές τ’ ακολουθώ.

Χνότο ανέμου σήψης τότε με ταράζει.
Θρηνεί ο κότσυφας μες στ’ άφυλλα κλαδιά.
Σε σκουριασμένο πλέγμα κόκκινο σταφύλι τρεμουλιάζει,

Ενώ μες στον αέρα σαν θανάσιμος  ωχρών παιδιών χορός ανθίζει
Ολόγυρα σε σκούρα στόμια πηγαδιών σαθρά
Γαλάζια μια αστρομαργαρίτα παγωμένη που λυγίζει.

***

Η φρίκη

Μ’ έβλεπα να περιπλανιέμαι σε δωμάτια έρμα.
Έσερναν σε γαλάζια βάθη χορό μανιακό τα αστέρια,
Φθάναν απ’ τα χωράφια των σκυλιών δυνατά ουρλιαχτά,
Κι άγρια με λύσσα χτύπαγε ο νοτιάς της κορφής τα κλαδιά.

Μα ξαφνικά: απόλυτη γαλήνη! Άναμμα πυρετού υπόκωφο
Αφήνει φαρμακερά λουλούδια από το στόμα μου να βγουν
Και απ’ τα κλαδιά όπως από πληγή σταλάζει
Ωχρή αχνοφεγγιά δροσιάς  που πέφτει  κι όπως αίμα στάζει.

Από το πλανερό  ενός καθρέφτη το κενό
Παίρνει ένα σχήμα κάπως και υψώνεται αργό
Το πρόσωπο του Κάιν: ερεβώδες και φρικτό!

Απ’ το παράθυρο κοιτάζει το φεγγάρι σαν στο Άδειο,
Θροΐζει ελάχιστα το βελουδένιο παραπέτο,
Μόνος με το φονιά μου είμαι εκεί και στέκω.   

***

Κατάνυξη

Ό,τι απ’ τον καιρό της νιότης μου έχει διασωθεί:
Η σιωπηλή κατάνυξη, όταν ηχούν καμπάνες,
Όταν μέσα στις εκκλησιές βραδιάζουν οι βωμοί
Και ατενίζω τις γαλάζιες τους αψίδες τις πλατιές κι ουράνιες.

Τις νότες απ’ το Όργανο εκεί τις βραδινές,
Το σβήσιμο το σκοτεινό των ήχων στις πλατείες,
Τον παφλασμό σιντριβανιών ήρεμο κι απαλό
Που ηχεί όπως παιδιών γλυκές κι άγνωρες ομιλίες.

Γαλήνιο σαν σε όνειρο με βλέπω να σταυρώνω
Τα χέρια μου και να ψελλίζω  προσευχές που έχω καιρό να πω,
Το βλέμμα απ’ την αλλοτινή βαρυθυμία ν’ αμαυρώνω.  

Τότε μέσα απ’ τη σύγχυση εικόνων απαυγάζει
Μια γυναικεία μορφή μέσα σε μαύρα πέπλα πένθους ,
Και ένα ρίγος μιαρό από κύπελλο μέσα μου να αδειάζει.   

***

Ψυχή της ζωής

Μαλακά τα φύλλα η σήψη ένα γύρω σκουραίνει,
Σε δάσος μέσα  κατοικεί η σιωπή της πλατειά.
Σαν φάντασμα θα μοιάζει ένα χωριό σε λίγο να γέρνει.
Της αδελφής το στόμα ψιθυρίζει από μαύρα κλαδιά.

Ο μόνος σύντομα θα αλλαξοδρομήσει,
Ίσως ένας βοσκός σε σκοτεινά μονοπάτια.
Σιγά  ένα ζώο από δέντρων τόξα να βγει θα τολμήσει,
Διάπλατα αντίκρυ στο Θείο ανοίγουν τα μάτια.

Αργά το ποτάμι γαλάζιο κυλά,
Διαγράφονται σύννεφων όγκοι το δείλι ΄
Η ψυχή όπως άγγελος κι εκείνη σιωπά.
Εφήμερα πλάσματα καταρρέουν σαν ύλη.  

***

Εκθαμβωτικό φθινόπωρο

Έτσι τελειώνει η χρονιά επιβλητικά
Με ολόχρυσο κρασί και με καρπούς ο κήπος.
Ολόγυρα σιωπούν τα δάση θαυμαστά
Και είναι του μοναχικού ο συνοδός και φίλος.

Είναι τότε που λέει ο αγρότης: αρκετά,
Καμπάνες σεις ηχήσετε  αργόσυρτα το δείλι,
Καλό κουράγιο δώστε μέχρι τέλους σιγανά.
Και χαιρετάνε τα πουλιά που φεύγουν σε ταξίδι.

Είναι η ώρα της αγάπης η γλυκιά.
Μέσα στη βάρκα που το γαλανό ποτάμι κατεβαίνει
Τι όμορφα που στέκουν οι εικόνες  στη σειρά  –
Κι η πλάση είναι σε σιωπή και ησυχία βυθισμένη.

Στις κόκκινες φυλλωσιές με τις κιθάρες…

Με τις κιθάρες μες στην κόκκινη τη φυλλωσιά
Τα κίτρινα μαλλιά των κοριτσιών κυματίζουν
Στο φράχτη, όπου οι ηλίανθοι ανθίζουν
Και μια χρυσή καρότσα μες στα σύννεφα πετά.

Στην ησυχία σωπαίνουν σ’ ένα ίσκιο παχύ
Εκείνοι οι γέροι αγκαλιά σα χαζοί.
Γλυκά την εσπέρα τα ορφανά τραγουδούν.
Σε κίτρινη μπόχα οι μύγες βομβούν.

Πλένουν γυναίκες στο ρυάκι ακόμα.
Τα άσπρα λινά ανεμίζουν κρεμασμένα.
Κι εκείνη η μικρή που αρέσει σε μένα
Στης μέρας έρχεται πάλι το γιόμα.

Από χλιαρό ουρανό σπουργίτια ορμούν
Σε πράσινες τρύπες γεμάτες σαπίλα να μπουν.
Τον πεινασμένο, πως θα φάει, ξεγελά η οσμή
Από μπρούσκο μπαχάρι κι η ευωδιά από ψωμί.  

***

Το βράδυ της καταιγίδας

Ω, οι ώρες του βραδιού οι πορφυρές!
Φέγγουν αχνές στο παράθυρο το ανοικτό και χορεύουν
Κληματαριάς ανάκατες  στριμμένες φυλλωσιές,
Τρομακτικά φαντάσματα  στο σπίτι εμφωλεύουν.

Σκόνη λικνίζεται στην απόπνοια του βούρκου.
Πέφτοντας τρίζει ο αέρας στα τζάμια.
Και όπως κοπάδι από άγρια άτια
Οι αστραπές διασχίζουν στριγκές συννεφιές.

Με θόρυβο σχίζεται της λίμνης ο πάγος.
Και κράζουνε γλάροι δυνατά  στο πρεβάζι
Πυρός καβαλάρης απ’ το λόφο καλπάζει
Κι αναφλέγεται πέφτοντας στο ελατοδάσος.

Οι άρρωστοι στο νοσοκομείο ουρλιάζουν.
Οι φτερούγες της νύχτας βοούν γαλανές.
Και απότομα στάλες βροχής σπίθες βγάζουν
Χτυπώντας σα θύελλα σπιτιών τις σκεπές.

***

Tα κοράκια

Πάνω απ’ τη μαύρη τη γωνιά πετώντας βιάζουν
Το μεσημέρι τα κοράκια και κράζουν ξερά.
Ο ίσκιος τους από μίας λαφίνας το πλάι περνάει ξυστά
Και άλλοτε κακόκεφα  τα βλέπει κανείς να ησυχάζουν.

Ω, πως ταράσσουν τη σιγή την  καφετιά,
Στο χωράφι σα θάμπος που απλώνει,
Όπως  γυναίκα που  βαρύ προαίσθημα πλακώνει,
Και κάποτε ακούγεται η κραξιά

Για ένα ψοφίμι που κάπου μυρίζουν,
Και ξαφνικά προς το βορρά αντιγυρίζουν
Και χάνονται ίδια με πομπή νεκρική
Μέσα σε αιθέρες  που αδηφάγα λαγνεία τους ριγεί.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Δύο ποιήματα

menezes

Επικήδειος*

Στη μνήμη του Jean Charles de Menezes

Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει
το μικρό διάστημα
στο κενό της αστραπής
ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία
δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει
το φωτεινό διάστημα
στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει
το μάτι με πελώριες πρόκες
ο βασανιστής
χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα
παίρνοντας το ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά
το αίμα το χυμένο
τι να το κάνω
βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκέφαλους
μετά θα γράψουμε μιαν αναφορά
να τον τυλίξουμε μέσα
δεν φαντάζομαι να’ χει αντίρρηση
τους εγκέφαλους ωστόσο των ιθυνόντων τους τέμνει
μία μόνο οδός
αριστερά δεξιά κιγκλιδώματα
ανεβαίνεις πάνω
ύστατη βουτιά στο κενό
τι να τις κάνεις τις αισθηματολογίες
οι εκτελέσεις εν ψυχρῴ δεν χωρούν δικαιολογίες

Αθήνα
23 – 27 Ιουλίου 2005

***

gregory

Επικήδειος ΙΙ

Στη μνήμη του Αλέξανδρου-Ανδρέα Γρηγορόπουλου

Ήταν π’ αγάπησες νωρίς το υδαρό λυκόφωτο της λήθης
παρά τη θέληση σου κι έπειτα να βουλιάζοντας
τους θύλακες της μνήμης κι η μαύρη ζούγκλα φυλακή
μια μαύρη άσφαλτος βυθός χαλί βαθύ που να βουλιάζοντας
νύχτα βαθιά μεσάνυχτα και η κραυγή πυρίτιδα να σπάζοντας τον τρόμο

Τώρα μια πυρκαγιά απλώνεται σε δάσος μαύρο νηνεμία
και τα τσακάλια από παντού μέσα από κόγχες χθόνιες
να ουρλιάζοντας μέσα στις στάχτες δρασκελώντας
με μια φωνή οργή το αίμα στον αέρα
κανένας λιόντας βασιλιάς δε θα σκυλεύσει τον νεκρό μας

Κανένα φως εξάρχειο στο πύρωμα του δρόμου

Paris,
13 – 15 Δεκεμβρίου 2008

* To ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη συλλογή «Ηλεκτρογραφία» (2006).

Δηµήτρης Κανελλόπουλος, Τα παλιά καφενεία

10689988_322434237959275_1817461446277410255_n

Τα παλιά καφενεία
µοιάζουν µε ηττηµένους φαντάρους˙
κλείνουν µέσα τους το σκληρό καιρό
ανήµπορα να κρατήσουν κάτι
από τη νιότη τους.
Είναι, τα παλιά καφενεία,
ξεχασµένα λιµάνια
που έχασαν στο χρόνο την υπόληψή τους.
Τα κυριακάτικα απογέµατα
η θλίψη αράζει πίσω απ’ τα θαµπά τζάµια
ξεχνιέται µέσα τους.
Φτηνός καπνός τ΄ αγκαλιάζει.
Ο χρόνος ασάλευτος βυθίζει στη λησµονιά
τις σκιές που πέρασαν’
µικροί εργολάβοι ανυπόµονα καρτερούν
να εκδηλωθεί η ανάγκη των απογόνων.
Τα έχουν έτοιµα τα χαρτιά
τους λογαριασµούς, τα συµβόλαια, τι θα πάρει ο καθένας.
Μπουλντόζες και βαριά µηχανήµατα
χωρίς σεβασµό θα γκρεµίσουν τους καπνούς,
τα χνώτα, τις µνήµες.

Η αντιπαροχή, που παίρνει τις ψυχές µας.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

16114776_376914456018047_4468909977701136679_n

Υποτροπή

Η μόνη καθαρή, πια.

Έμεινα καθαρός εννέα χρόνια,
σταγόνα ποίηση
χωρίς γραφή
ούτε ανάγνωση
ξαφνικά την άνοιξη
υποτροπίασα,
στην αρχή χανόταν
το είδωλό μου από τον καθρέφτη,
όταν άρχισα να συζητώ με τις γάτες
–τα τέρατα παραμονεύουν στο πατάρι–
όλοι ανησύχησαν,
ο γιατρός είπε θα περάσει
φταίνε τα όνειρα
και η Sarah Kane
που με κοιτάζει.

***

Συναντήσεις

Τις προάλλες,
ανεβαίνοντας προς το σπίτι,
συνάντησα το διάβολο.

Καλησπέρα μου είπε:

Εσένα,
σ’ έχω γραμμένο στα κατάστιχά μου.

***

Ταυροκαθάψια

Μπαίνοντας στον λαβύρινθο
στο ένα χέρι πυρκαγιά

στο άλλο ξύλινο σπαθί.

Οι Μίνωες έχουν στραμμένο το πρόσωπο στον τοίχο
και τα αγάλματα λοξοκοιτούν.

Θησέας και Μινώταυρος

κοιμούνται αγκαλιά
με τη Μεγάλη Μητέρα να τους νανουρίζει
διαβάζοντάς τους παραμύθια

από βιβλία με ιερογλυφικά.

Στα μάγουλά τους φυτρώνει φρέσκο το χορτάρι

και από το σώμα τους ανθίζει λεβάντα, αρμπαρόριζα και ελιά
τριγύρω ένα λιβάδι παπαρούνες.

Ψηλά στη Θήρα η Αριάδνη παρακολουθεί
και ετοιμάζει την εκδίκησή της.

*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων” Εκδόσεις Οδός Πανός 2017, η η οποία θα παρουσιαστεί την Τετάτη, 1 Φεβρουαρίου (λεπτομέρειες στην εικόνα της ανάρτησης).

“Η μοναξιά του χρόνου” του Δημήτρη Τρωαδίτη

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b1

Τον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Εκείνο που γνώριζα μέχρι σήμερα για τον δημοσιογράφο και ποιητή, μόνιμο κάτοικο Μελβούρνης από το 1992 είναι η αγάπη του για την ποίηση η οποία εκφράζεται μέσα από το blog http://tokoskino.me το οποίο έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται και που αποτελεί ελεύθερο βήμα για κάθε δημιουργό που θέλει να δημοσιοποιήσει το έργο του.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γράφει ποίηση εδώ και μερικές δεκαετίες, η οποία κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, κυρίως στις σελίδες του blog του.

Δεν γνωρίζω τους λόγους που καθυστέρησε να προχωρήσει στην έντυπη έκδοση των ποιημάτων του, ωστόσο αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 2016 μέσα από τις εκδόσεις Οδός Πανός του ποιητή Γιώργου Χρονά.

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής: Η μοναξιά του χρόνου. Η συλλογή αποτελείται από τρία διακριτά κεφάλαια με τίτλους: «Η μοναξιά του χρόνου», «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» και «Απόπειρες ονείρων».

Το κάθε επιμέρους κεφάλαιο είναι αυτόνομο και θα μπορούσε να αποτελεί από μόνο του μια αυτοτελή ποιητική συλλογή. Τα τρία κεφάλαια συγκλίνουν και περιστρέφονται γύρω από τρεις βασικούς άξονες.

Βέβαια το να σχολιάζει ένας ποιητής το έργο κάποιου άλλου ποιητή είναι δύσκολο έργο, παρόμοιο με τη συγγραφή του ίδιου του ποιήματος και θα δανειστώ τους στίχους από τη σελίδα 17 του βιβλίου για να το περιγράψω:

Να ψάχνεις τις λέξεις
να τις ταιριάξεις στον αφρό
του σκοταδιού τεράστιο φορτίο

Οι τρεις λοιπόν βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή του είναι οι εξής: ι) η κοινωνική επανάσταση η οποία ξεκινάει από το ίδιο το μεμονωμένο άτομο, ιι) η υπαρξιακή αγωνία και ιιι) η ίδια η ποίηση.

Ο πρώτος άξονας είναι πολιτικός, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, είναι η αγωνία για την πορεία της κοινωνίας, των αξιών που συνεχώς φθίνουν, των συνεχώς και περισσότερων ανθρώπων που αποκλείονται και οδηγούνται στο περιθώριο, της μαυροκόκκινης επανάστασης που όλο πλησιάζει αλλά τελικά δεν έρχεται.

Οι άνεμοι μας οδηγούν
τα κουπιά σπασμένα
γδαρμένα τα παλαμάρια
κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια
(σελίδα 2)

η κάθε ευχή μοιάζει
επαναστατικό μανιφέστο
(σελίδα 58)

Όμως ο ποιητής παρά τις ματαιώσεις, τις ιστορικές απογοητεύσεις από την κατάληξη των επαναστάσεων που έχουν ήδη συντελεστεί παραμένει αισιόδοξος και συνεχίζει να προτρέπει μέσα από τους στίχους του στην συνέχιση του αγώνα.

το πολύ βαθύ κόκκινο
με τρελαίνει
γιατί είναι το χρώμα
της ανάτασης
φέρνει στο σχεδόν μαύρο
το χρώμα της ανάδυσης
(σελίδα 60)

μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
(σελίδα 38)

Ο ποιητής δεν θα το βάλει κάτω δεν θα παραιτηθεί αλλά θα συνεχίσει μέσα από τους στίχους του να εμπνέει και να παρακινεί όλους εμάς για την αλλαγή του κόσμου.

Ο δεύτερος άξονας κινείται γύρω από τα αρχέγονα ερωτήματα της ύπαρξης και του σκοπού της ζωής. Ερωτήματα που άλλοτε αναδιατυπώνει και άλλοτε «ερμηνεύει». Πρόκειται για μια πραγματεία της ανθρώπινης φύσης.

Οι λυγμοί είναι αρχέγονοι
το ίδιο κι οι απελπισίες
(σελίδα 4)

Φεύγουμε σαν το όνειρο
ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός
απ’ τη χαραμάδα του χρόνου
αποχωρώντας απ’ τη σκηνή
(σελίδα 40)

Τέλος, ένας καλός ποιητής δεν θα μπορούσε να παραλείψει την ίδια την ποίηση. Αυτός είναι άλλωστε και ο τρίτος άξονας της συλλογής.

οι στίχοι ψαρεύονται
κι ας μας βρίζουν τα ρυάκια
(σελίδα 17)

Δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο
ενώ πονάς αφόρητα
(σελίδα 25)

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη είναι διαυγής, στοχευόμενη άλλοτε στην επούλωση των πληγών και άλλοτε στο ξύσιμο των πληγών. Η λήθη και ο συμβιβασμός δεν περιλαμβάνονται στο «ρεπερτόριό» του. Η κοσμοθεωρία του είναι σαφής. Τα ποιήματά του διαθέτουν ρυθμό και στερεή δομή.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα σχετικά με την ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη και την πρώτη αυτή ποιητική συλλογή του, είναι ότι σε αντίθεση με την πλειοψηφία των πρώτων ποιητικών συλλογών που διαβάζουμε από πολλούς ποιητές, δεν αναγνωρίζουμε εύκολα το παλιό αίμα, τις επιρροές δηλαδή του ποιητή από τους προγενέστερους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ακόμα περισσότερο την βαθιά ωριμότητα της ποίησής του.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2017/01/blog-post_20.html