Ένα μικρό υλικό που ανθολογήσαμε για τον Άρη Αλεξάνδρου.


|
View original post 441 more words
Ένα μικρό υλικό που ανθολογήσαμε για τον Άρη Αλεξάνδρου.


|
View original post 441 more words
Υπήρχε μια μικρή βουλίτσα
Αγωνία
Γιγαντώθηκε
Συνάντησε μια άλλη βουλίτσα αγωνία
Σε μια περιοχή που άρχιζε από Β
Ενώθηκαν οι αγωνίες
Και όταν η μία συνέχισε τον αγώνα
Κι η άλλη άρχισε να ηρεμεί
Ήθελε να αγωνιά
Ήρθε τότε ένα μπαλάκι κρυμμένο
Αλλά με πολλή αγωνία
Κι άρχισε να αγωνιά
Την ένιωσε η αγωνιούσα αγωνία
Την αγωνία
Αλλά με σύνεση
Άρχισαν να πετάνε βουλίτσες
Η μία αγωνία στην άλλη
Συνεχίστηκε καιρό
Και η αγωνία τους μεγάλωσε
Δεν συναντήθηκαν ποτέ
Κι ας είπαν η μια βουλίτσα στην άλλη
‘Σε θέλω σαν αγωνία για ό,τι όμορφο’
Η ήρεμη αγωνία που λίγο είχε αρχίσει να αγωνιά
Έγινε από βούλα τελεία, πολλά θαυμαστικά,
Παρένθεση και μετά τελεία.
Όταν ηρέμησε για τα καλά
Έγινε το γράμμα
Κυρίως το Α
Από το οποίο αρχίζει η αγωνία
Κι εκεί έληξε το παιχνίδι
Έμεινε το Α
Οι βουλίτσες
Άρχισαν να γίνονται τρίγωνα
Μετά τετράγωνα
Στο τέλος
Κύκλοι
*Το σχέδιο της ανάρτησης ειναι της ποιήτριας.
Η Σουζάνα σε κατεβάζει
Η Σουζάνα σε κατεβάζει
στο τσαρδάκι της στην ποταμιά,
μπορείς κι ακούς τις βάρκες που περνάνε
μπορείς να μείνεις τη νύχτα μαζί της
και το ξέρεις ότι είναι μισότρελη
αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι που πήγες
και σε ταΐζει τσάι και πορτοκάλια
που ήρθανε κατ’ ευθείαν από την Κίνα.
Και τότε ακριβώς που θες να της πεις
πως δώρα δεν έχεις να της δώσεις,
σε μπάζει στη δικιά της γλώσσα
κι αφήνει το ποτάμι ν’ απαντήσει
πως ήσουνα ο εραστής της πάντα.
Και θες να ταξιδέψεις μαζί της,
τυφλός θες να ταξιδέψεις
και ξέρεις πως μπορεί να σ’ εμπιστευτεί
γιατί άγγιξες το τέλειο σώμα της
με το μυαλό σου.
Ο Χριστός ήτανε ναύτης
σαν περπατούσε πάνου στο νερό
κι ώρα βιγλίζοντας πολλή περνούσε
από ένα πύργο ξύλινο μοναχικό
κι όταν στα σίγουρα έμαθε
πως μόνο οι πνιγμένοι να τον δουν μπορούσαν
είπε πάντες ναύται γενέσθων
έως αν η θάλασσα αυτούς ελευθερώσει
αλλά ο ίδιος πολύ πριν ανοίξει
ο ουρανός έγινε κομμάτια
εγκαταλειμμένος, σχεδόν ανθρώπινος,
βυθίστηκε κάτω απ’ τη σοφία σου σαν πέτρα.
Και θες να ταξιδέψεις μαζί του,
τυφλός θες να ταξιδέψεις
και σκέφτεσαι να τον εμπιστευτείς
γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου
με το μυαλό του.
Η Σουζάνα σε παίρνει απ’ το χέρι
στην ποταμιά κάτω σ’ οδηγεί
φοράει κουρέλια και φτερά
από παλιατζίδικα του Στρατού της Σωτηρίας.
Χύνεται ο ήλιος σαν το μέλι
στην Παναγιά του λιμανιού
και σου δείχνει πού να κοιτάξεις
μέσα στα σκουπίδια, μέσα στα λουλούδια
υπάρχουν ήρωες μες τα φύκια
υπάρχουνε το πρωϊνό παιδιά
που σκύβουνε για αγάπη
θα σκύβουν έτσι πάντα
ενώ κρατά η Σουζάνα τον καθρέφτη.
Και θες να ταξιδέψεις μαζί της
και θες τυφλός να ταξιδέψεις
κ’ είσαι βέβαιος πως μπορεί να σ’ έβρει
γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου
με το μυαλό της.
***
Ο λόγος που γράφω
Ο λόγος που γράφω
είναι να κάνω κάτι
τόσο ωραίο όπως εσύ.
Όταν είμαι μαζί σου
θέλω να ’μαι ήρωας τέτοιος
όπως πάσχιζα να γίνω
όταν ήμουνα εφτά χρονώ:
ένας τέλειος άνδρας
που σκοτώνει.
`
***
Ένα πρόσωπο που τρώει κρέας
Ένα πρόσωπο που τρώει κρέας
θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι,
ένα πρόσωπο που δεν τρώει κρέας
θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι άλλο.
Αν σ’ ενδιαφέρουν αυτές οι σκέψεις
έστω και για ένα λεπτό,
είσαι χαμένος.
`
***
Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει
Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει
στο βαθυπράσινο το λόφο πάνω,
έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου
πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.
Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν
μετά τι τους απομένει;
Έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,
γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.
Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες
χωρίς φεγγάρι ή άστρο
έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε
αν φύγει ο ένας μας μακριά.
*Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης.
**Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/33712/index.html
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΚΙΤΡΙΝΟΥ
α. το κίτρινο και το σώμα παρόν
με γλώσσα εμμονή
για φιλιά δηλητήρια
γδυνόταν από χέρια ανδρός ληστή
και σφαζόταν
χωρίς αιματοχυσίες και δράματα
μόνο με οίστρο
σε στρώματα σε χώματα σε χρώματα
σε παλαιούς ανελκυστήρες
σε ποιήματα του Πρεβέρ σε σινεμά του Μπέρκμαν
σε νύχτες άνευ σεμνοτυφίας
κυλιόνταν και φεγγαριάζονταν
γυναίκα και κίτρινο ερωμένο
β. ω πόση η ευτυχία των ιδαλγών εραστών
επί του τετελεσμένου βίου του ρούχου
η μνήμη του σαν όφις ελίσσεται και δαγκώνει
με κίτρινα φαρμάκια με κίτρινα μαλλιά κίτρινο πνεύμα
και κίτρινη ακραία αγάπη σαρκική
γ. το κίτρινο κατευθύνεται
με χείλη κόκκινα από Ισπανικά φιλιά
προς την ασύμπτωτη καμπύλη
του διαφεύγοντος
προς ένα φλογερό μηδέν
αυτό του απόντος σώματος
ατάσθαλου παλαιόθεν
αυτό του διεστώτος ες αεί προς τον ρεαλισμό
ομνύει ύστερα στις αμαρτίες του
και στο σφαγείο
όπου ριγεί και κόπτεται
ως η Γενετυλλίς των Ποιημάτων
***
Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ
α. συγγράφει ποίημα που μόλις
πιάστηκε στην κοιλιά του μυαλού της
– Κύριε αρχιτέκτονα της χλωρίδας κάνε
να φυτρώσουν τα λουλούδια του πάθους
στην καρδιά μας από γέρικο γιασεμί
κάνε το σώμα μας από ηλικιωμένο κισσό
αναρριχώμενο στα μέλη του άντρα
γεράκι αγάπης σαρκοδίαιτο
-ας γίνει είπε ο λόγος του
κι έσκασε μαύρο γαρύφαλλο
ανάμεσα στα γυναικεία σκέλη
όπου ο εραστής μαόνι έσκυψε και το μύρισε
φιλώντας το σεβαστικά
β. έβλεπε
μέσα απ το δάσος κινούμενο δένδρο
τον άντρα να έρχεται με τρυπημένα φύλλα
μύριζε λίμνη
είσαι το ασυνείδητο είπε
και το χέρι της αρωγός χόρεψε
με τις ξυπόλυτες πατούσες του
ως τα φαγωμένα του χείλη
με εκείνα τα φρέσκα ματωμένα ποιήματα
γ. άραγε γιατί να απαγορεύεται
να ερωτεύεσαι ένα ζώο μικρό;
ω οι πόθοι του κίτρινοι πιτσιλωτοί
με κόκκινους ψιθύρους
αποφαίνεται πως ευγενείς της νύχτας είναι
μικροί άντρες από πράσινη γέλη
κι όχι πριγκιπόπουλα από κερί
λιώνουν στο πρώτο εκκλησίασμα της σάρκας
κι όσο απαγγέλει
εκείνο το id την κοιτά ακίνητο
μέσα απ το νούφαρο
***
ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΟΡΝΕΙΟ
α. to σπίτι μας είναι μία κλειδωμένη νύχτα
η μέσα γυναίκα τρομακτική
με βαθυκόκκινο φουρό και ενώτια από δυναμίτη
μιλάει με οιωνούς
απόψε κι άλλοι άντρες του Άδη
θα μαγαρίσουν το φουστάνι της
β. κύριοι αλητεύουν καπνίζουν διαπομπεύουν το βασανισμένο σώμα της ενδεδυμένο ακόμη
πριν τίξει την σάρκα του και γίνει ψυχή
γ. κάτω απ’ την γλώσσα
επί της γλώσσας
η γλώσσα της λειχίας και της ποίησης
είναι το κλειδί της ευτυχίας τους
δεν το γνωρίζουν
δ. είμαστε δώρα
νταν ντιν νταν σήμαντρα σωματικών ειδήσεων
εν ποιήσει γυναίκες νυχτερίδες
κρεμασμένες ανάποδα
απ’ τα σιβυλλικά μαλλιά μας
οιωνίζουμε την μοίρα των κυριών
ε. αθανασία στο ποίημα
η ποιήτρια καταζητείται
τα νύχια της ποίησης βοηθάνε
να χαράξετε ονόματα χαράς
πάνω στους τάφους σας
ζ. η ποίηση φοράει πάντα μαύρα φτερά
και ακριβά μωβ παντελόνια
αντιγράψτε την ποίηση
φορέστε μαύρα φτερά
κι ακριβά μωβ παντελόνια
*Από τη συλλογή “Arcana Lustra – Νεκροταφείο Φορεμάτων”, εκδόσεις Τύρφη.
Jules Laforgue, Μες στο δρόμο
Είναι το πεζοδρόμιο με τα χαμόφυτά του.
Αχρεία αρσενικά, εγκυμονούντα θηλυκά,
Ένα απαρηγόρητο όργανο κρώζοντας τα παράπονά του,
Οι άμαξες, οι εφημερίδες, η ρεκλάμα και οι κραυγές.
Και μπροστά στα καφέ όπου μαραζωμένοι άνθρωποι
Με μάτι άδειο και βουβό τα αψέντια τους χαζεύουν
Παρελαύνει το σμάρι των πορνών με χείλη μπογιατισμένα
Κοστολογώντας τα κάλλη τους των μακάβριων ουρί.
Και η Γη πάντα στις αχανείς στέπες βουλιάζει,
Πάντα, και σε χίλια χρόνια το Παρίσι δε θα είναι παρά
Μια έρημος όπου θα καταφθάνουνε άγνωστα κοπάδια.
Ωστόσο πάντα ονειρευόσαστε, αμόλυντα αστέρια
Κι εσύ θα είσαι τότε μακριά, επίγεια νησίδα,
Γυρίζοντας πάντα, πάντα βγάζοντας τον παλαιό λυγμό σου.
***
Antonin Artaud, Μαύρος ποιητής
Μαύρε ποιητή, ο μυχός μιας μικρής παρθένας
σε στοιχειώνει
ποιητή στυφέ, βράζει η ζωή
και ζεματάει η πόλη,
κι ο ουρανός σουρώνει σε βροχή,
στην καρδιά της ζωής η γραφίδα σου γδέρνει.
Δάσος, δάσος, μάτια βρίθουν
στα πολλαπλασιασμένα κουκουνάρια πάνω·
μαλλιά καταιγίδας, οι ποιητές
καβαλικεύουνε άλογα, σκυλιά.
Τα μάτια λυσσομανούν, συστρέφονται οι γλώσσες
ξεχύνεται μες στα ρουθούνια ο ουρανός
σαν γάλα θρεπτικό και γαλανό·
απ’ τα στόματά σας κρέμομαι
γυναίκες, καρδιές όξινες σκληρές.
***
Roger Gilbert-Lacompte, Διαθήκη
Έρχομαι από μακριά από πολύ πιο μακριά
Από όσο θα μπορούσε κάποιος να πιστέψει
Και τα όρια της νύχτας των ονείρων της πείνας
Ξέρουν μοναχά την ιστορία μου
Με τα νύχια της με τα δόντια της αυτή που είναι παντού Με πόνεσε
Και ειδικά ειδικά το φοβερό λασπερό της βλέμμα
Με πόνεσε
Εάν τώρα κοιμάμαι αγκυροβολημένος στο λιμάνι της δυστυχίας
Είναι που δεν μπόρεσα ποτέ να πω φτάνει
Στην αθλιότητα
Έπεσα στον πάτο του κόσμου
Και χωρίς πυρσό
Βυθισμένος στα έγκατα της λησμονιάς γεμάτης αχρείους οίκτους
Όμορφης μόνο για μένα
***
Gerald Neveu, Κάθοδος
Πικρή μου δροσιά
Στα συσπασμένα στόματα
Μην εγκαταλείπεις
Αυτά τα τρεμάμενα φώτα
Μήτε αυτήν την πυκνότητα
Όπου βλασταίνουν η δίψα
η πείνα
Ίσως μέσα στα στήθη
Ένα ρόδο
Να γρηγορεί για την επακριβή μονοτονία
Των άστρων
Ίσως ένας σκύλος
Ένας θάμνος από παράθυρα
Ίσως μια γυναίκα με μπούστο φωτεινό
Ίσως ένας θάνατος
Και η απαλή κάθοδος στο νερό
Αυτών που γνωρίζουν.
***
Olivier Larronde, Αποδημητικό που ’χει πιαστεί
Νοέμβριος με φτερούγες ταξιδιωτικές
— Όσες βαστάζουνε τα όσα —
Μόνο απ’ τις πτήσεις απομένει αυτό το ιδίωμα
Που πιάστηκε στην πηγή αφήνοντάς την
Που μία της αντάυγεια κρατούσε σε κλουβί
Χαμόγελο κυανό των ανοίξεων.
*Από το βιβλίο “Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές: Απάνθισμα, 13ος – 20ός Αιώνας”, μετάφραση: Ελένη Κόλλια, εκδόδεις Ηριδανός. Το πήραμε http://prografes.blogspot.com
It was the darkest night,
in the heart of the winter;
I looked up and saw a voided sky. No moon,
no star,
not even clouds to weep
on the crusted ice that froze the land,
the river, formed floes on the ocean’s waves.
..
Looking up, I had not seen –
the others
encircling.
A hand grasped my left,
another my right – palms pressed together:
The chain crossed cracks, ditches, sink holes,
lanes, villages,
highways, cities, counties,
countries,
continents.
..
A slow sound silvered, a hum, a murmur,
a buzz, a song, an aria.
We will hold hands in the dead of
winter.
Winter will have its time, but
we will have an early spring –
in spite of it all.
Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα.

Γράφει ο Δημήτρης Βαρβαρήγος //
http://fractalart.gr/michalis-katsaros/
Ποίηση ισχυρή με ιδέες κοινωνικές
Χρησιμοποιώ αυτό το τίτλο που ο ίδιος ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός είχε αναφέρει σε μία του συνέντευξη απαντώντας στην ερώτηση: Τι είναι ποίηση;
View original post 794 more words
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Αισθηματικό τραγούδι
[Ενότητα Αισθηματική ηλικία (1946-1949)]
Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα
να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτό τον παράξενο κόσμο
δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα
που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου
Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου
Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
1. Που να σε φιλήσω να `ναι μόνο για μένα!
2. Σκοτάδι απροσδότητο – ξαφνικό φιλί` κατάλευκη λάμπει η κρήνη!
3. Μετά το τραγούδι η σιωπή. Μετά τη σιωπή η Αγάπη!
4. Σύννεφα βροχής σκεπάζουν το φεγγάρι. Υπήρξε άλλη Αγάπη;
5. Τι να σου δώσω εγώ τι να σου δώσω; Και την ψυχή μου πάρε!
6. Αγάπη αλαφροΐσκιωτη στη σκάλα βήματα δεν άκουσες ποτέ!
7. Γενναίο λουλούδι λέει το σ` αγαπώ με λόγια που τρεκλίζουν!
8. Μην κλαις μη φοβάσαι. Ασύλητος, από σένα θα τελειώσω.
9. Πότε θα ξυπνήσεις να μιλήσουμε;
10. Στα Τάρταρα πάω και γυρίζω: μαύρο αδιέξοδο, κοντινό μου πουλί, ψυχή μου!
11. Δεν έχει παράθυρα, ποιο λένε φως; Πέταξε πέταξε ψυχή μου ψηλότερα!
12. Αν κοπεί το σκοινί θα `ναι καθώς η μέρα λιγοστεύει το φως και τελειώνει.
13. Βραχνό κοκοράκι μέσα στην καταχνιά. Άμυαλό γιατί επιμένεις;
14. Δύο το μυστικό, να πού στεριώνει. Κάλφα της γης, τον ήλιο βγάλε από τη Δύση!
15. Τα φύλλα στα δέντρα χλωμιάζουν. Κει πάνω βλέπω τους ανθούς!
16. Σε φιλώ παντού γαλαξίας να γίνεις! Χωρίζουμε πικρά και τρέχω πίσω να σε φιλήσω!
17. Την ψυχή πως δολώνεις και μέσα σπαρταρά το σπλάχνο! Λησμονιά δεν έχει.
18. Ξύπνησα χαράματα` όλη μέρα καρτερώντας σε δεν έσπασα ποδάρι!
19. Όνειρο, αν όνειρο είσαι, μην ανοίγεις τα βλέφαρά σου!
20. Στην άκρη των χειλιών το μυστικό. Που να το πω; Τρέμω. Το φεγγάρι και το κρασί θα με προδώσουν.
21. Στον Έρωτα πάω όπως και στο Θάνατο: καθαρός, σώμα που το σκούπισε σύννεφο και βροχή.
22. Η Γυναίκα μέτρησε το σπίτι – φωλιά. Τόσο μήκος τόσο πλάτος τόσο ύψος ουρανού, καρέκλες κασέλες κάντρα κιλίμια κρεβάτι, το μαξιλάρι πλάι στ` άλλο, η χαρά πραγματοποιημένη – έβγαλε μια κραυγή, φίλησε τον άντρα τρυφερά και πέρασε πάλι στο δάσος. Το πουλί τώρα κελαηδεί στον κόρφο και στη φυλλωσιά την πράσινη.
23. Πάνω απ` το κεφάλι μου τρία σπαθιά σφυρίζουν: γιατί σκεπάζω μέσα μου πουλάκι τρομαγμένο.
24. Άστρο ψηλά στον ουρανό, λαδάκι της ψυχούλας στα ενύπνιά μου κατοικείς βαθιά κρύβοντας τ` όνειρό μου!
25. Ποτέ μη λησμονήσεις: υπάρχεις και υπάρχω. Σε ομίχλες σύννεφα και καταχνιά να λάμπει ο ήλιος!
26. Γελάς χαρούμενα, πουλί που πάει μέχει τον έβδομο ουρανό. Χαρά βραδυπορούσα και λησμονησμένη τώρα σ` αγκαλιάζω;
27. Κουβέρτα ο τοίχος, παράθυρο το φεγγάρι και καθρέπτης νυχτερινός, μάτια στα μάτια, η Αγάπη.
28. Το λίγο είναι πολύ – και το πολύ ποτέ; Αετός σκίζει τα σπλάχνα από τ` αρχαία χρόνια.
29. Από τη μια φωνή ως την άλλη καρτερώ και συλλογίζομαι το διάστημα: Γεμίζει, φουσκώνει από χίλια δυό, οι γάτες του αδιέξοδου κι ο εγκαταλειμένος σκύλος στην πρώην γειτονιά, κορναρίσματα αυτοκινήτων, σκέψεις από μέσα, τι φορώ και πως τρώω το ψωμί, η μουσική πάλι από το ραδιόφωνο, η κατάρα σα νύφη τυφλή, το τίποτε και το σύμπαν – θα τα εννοήσεις αγάπη;
30. Μελάνια ο καιρός, άγρια καταιγίδα ξεριζώνει το σύμπαν. Ξαφνικά κοπάζει το βούκινο του ανέμου. Μα εγώ νανουρίζω ακόμα το παιδί μου.
31. Θάνατος αν υπάρχει λήθη τεφρή και λησμονιά κακή υπάρχουν και τ` άνθη υπάρχουν και τα όνειρα και η καλή Αγάπη.
32. Η μέρα κρύσταλλο, συναίσθημα γοερό: να κλάψει ή να γελάσει; Απ` την Ανατολή με φτερά σφιγμένα τρυγόνα σιμώνει. Είσαι συ;
33. Ψηλά, πολύ ψηλά πέταξα το νόμισμα άνεμος να το πάρει. Πάλι στα πόδια μου έπεσε γράφοντας: ΑΓΑΠΗ
34. Ένα πρωί ξεκίνησες την Πούλια και τους γαλαξίες να πιάσεις. Τώρα μπορείς όσο ψηλά τακουνάκια να φορέσεις.
35. Από που μπάζω ξέρεις: κακή βροχή μαύρο νερό. Φίλησέ με. Και κλείσε το ρήγμα που βγάζει τον καπνό της ψυχής μου!
36. Τωρινή παπαρούνα είναι για σένα. Κι αυτή που θα φυτρώνει αύριον στον γκρεμό. Κι εκείνη που στις φλέβες, όσο ζω, από χαρά βροντώντας κοκκινίζει.
37. Πίσω βαδίζει ο δρόμος του κρασιού πίσω ο καπνός σταχτής σα βάραθρο μαντρόσκυλου μα πίσω είχαν τα πόδια μας κλαρί και ξόμπλι.
38. Πάντα ήσουνα κλέφτης; Μέλι γλυκό και κατάρα μαζί; Το χέρι απλώνω βιαστικά να πνίξω το μαστό σου.
39. Ψες βράδυ όνειρο είδα: εκεί, στο ξεδοντιασμένο σπίτι του Ανώνυμου, το μικρό γεφυράκι από ξύλο. Και το νερό δεν ήταν βρώμικο, κελάρυζε δακρυσμένο κάτω απ` την κοιλιά του τόξου. Ένα φιλί στον άντρα από τη γυναίκα που έστρεψε για λίγο την κεφαλή πίσω, μετά πήρε τα δάκρυα από το ποτάμι και γύρισε σπίτι.
40. Όποιο και να `ναι το άσκημο μέλλον ευλογημένη να `σαι! Στον κατάλευκο σου κόρφο κελάηδησα σούρουπο και πρωί.
41. Τη νύχτα ασπρίζει η κερασιά ανθισμένη – τρελή, τρελή! αρκεί να `χει λίγο φεγγάρι, λίγο αεράκι, λίγη αγάπη!
42. Σκάψε βαθιά όσο θες, πήδα ψηλά όσο το επιθυμήσεις. Χρυσάφι είναι τα μάτια που θωρείς – τίποτα άλλο.
43. Άλλο αίμα να βροντήσει μέσα σου άλλος ρυθμός να κοκκινίσει` ως το τέλος σπυρί σπυρί, το πουλί στο παράθυρό του, να `χει το φως – ως το τέλος.
44. Για τελευταία φορά αγαπώ στη ζωή` στο πανί αεράκι ( ξέρει που πάει: δέντρα φθινοπωρινά, συστάδα του θανάτου πάλι).
45. Νερό μαύρο σε κατάπιε – η φωνή δεν ακούστηκε. Τρελή επιθυμία να σε δω πάνω από τα νερά, ξύλα καστανιάς τα χέρια σου ν` αγγίξουν και τα βήματα να ενώσουν τον ποταμό. Κείνη την ώρα ησύχαζαν τα σφαγεία αλλά το μαύρο μοσχάρι δεμένο από την κεφαλή, τα μάτια αναστρέφοντας ψηλά, μουκάνιζε απελπισμένο.
– Δεν θα μου πεις καληνύχτα;
46. Σκέφτομαι πως λίγο δεν είναι το μέγεθος του Προσώπου εκείνου που καλύπτει: χρόνια και χρόνια, περισταστικά και γεγονότα, συνεχείς πόνους και κάποιες χαρούλες. Και πως καλύπτοντάς τα, αρνούμενο τύχη και μοίρα και κοινωνικούς προσδιορισμούς τα σβήνει, τ` ανατρέπει, δεν έχουν φωνή, σιωπούν στη γωνιά αποσβολωμένα. Τώρα κυριαρχικά και παντοδύναμα δεν επιτρέπει την όποια άλλη ζωή, πολιορκεί με φωτιές το τροπαίο του, αυτό που παραδομένο στην απεριόριστη αγαθή σύμπτωση, αφήνεται μετρώντας κάποιο μήκος προθανάτου με μουσικές όνειρα και χορούς.
– Πείτε μου λοιπόν τι είναι η Αγάπη;
47. Πάνω από τον ύπνο μου πέρασε το πουλί` δεν ξύπνησα γιατί τ` όνειρο στόλιζε φτερό κεντημένο: της Αγάπης.
48. Πασχαλίζει το αηδόνι στο ρέμα μόλις βραδιάζει` μα τρεις η ώρα της νυκτός πλαντάζει μόνο στη σκοτεινιά, πεθαίνει από αγάπη.
49. Από χτες το απόγευμα έχω να μιλήσω ( με την πέρα φωνή και τη μέσα ). Κάθομαι εδώ και περιμένω δικαιολογώντας καρέκλα – τραπέζι – μολύβι – φως από το πορτατίφ. Τα προσχήματα ως πότε θα σώζουν; Έτσι λοιπόν είναι η σιωπή του κάτω κόσμου; Φωτεινή, ελπίζουσα και απούσα; Ποιός να το πει;
50. Δέντρο που φαίνεται γυμνό, σκοτεινό, καταραμένο. Να βγάλει μια κορφούλα του ψηλά, να ξεμυτίσει από τον Άδη!
51. Βαρύ ρεμπέτικο, μαύρο αδιέξοδο η Αγάπη. Μα να λευκό πουλί σαλεύει μέσα στα κλαριά!
52. Μουσική από ανέγγιχτη μοναξιά, σιωπηλή κοιλάδα` ένα δένρτο μοναχό στο τέλος – θε μου! άδειο το χέρι.
53. Κακές κουβέντς πίσω να πάνε, στον τάφο. Εκεί έρημες να ξεχαστούν. Κρασί, μόνο κρασί στα χείλια κι όταν μεθύσεις πάλι να με θυμάσαι.
54. Στα μάτια σε κοιτώ: κύματα η αγάπη καλπάζει, με λιώνει, χάνομαι. Δεν βλέπωτα χέρια που πνίγονται μήτε το φιλάργυρο που σκοτεινά μετράει τις λίρες. Εκείνοι σκοτώνουν, εγώ αγαπώ.
55. Φιλιά με το δάκτυλο, παντομίμα στα μάτια κλαμένη. Αγάπη του άλλου κόσμου καταποντισμένη, το χαίρε πληγή.
56. Πάλι μπροστά τα συν και τα πρέπει. Τι μέλλει να γίνει και τι να χαθεί… Α, πρέπει να γίνω τιποτένιος, κακός, μοχθηρός, ανεύθυνος, απόμακρος – να χαθώ.
57. Νεκρός` κι όμως υπάρχεις. Πιάσε την ανεμόσκαλα γερά όπως το σύννεφο τη σκιά, όπως και συ, να υπάρχει.
58. Ροή της ακροποταμιάς (σκιάς μυστήριο στους όχτους). Το νερό είμαι και συ – θα το ξεχάσεις; – το λουλούδι αμάραντο.
59. Κεραυνωμένος το κοιτώ λουλούδι στο νερό. Αγάπη μ` έπιασε στο λαιμό με δάγκωσε.
60. Δυό άνθρωποι κλείνουν το σύμπαν: μεγάλη αγκαλιά (τον ήλιο μέσα, το φεγγάρι, τα ποτάμια και τα πουλιά).
61. Μέγας βυθός ταράζει το μέσα της νυχτός, απελπισία σκοτεινή. Ανατολή λεπίδι και πρόσωπο χαράζει – πάνω στα κύματα βαδίζω.
62. Φυσάει ο αέρας ξάστερα, καράβια σκίζουνε τη θάλασσα στα δυό. Στο λόφο χτίζεται τι σπίτι, γιασεμάκι μ` έκοψαν τ` αμύγδαλά σου.
63. Βάθια πράσινα φύλλα, το αγιόκλημα ευωδιάζει. Μια κίνηση αγκαλιάς, μετά φιλί, μετά ο χαμός.
64. Σκληρό αδιέξοδο, δρόμος τυφλός με την πυρά σημαδεμένος. Η αρχή του τέλους των ονείρων; Και πως ν` αγκαλιάσω το κορμί σου;
65. Μείωσε την ένταση, το φως σβήσε` οι ενοχές δεν υπάρχουν στον ηλίθιο ύπνο.
66. Σκοτεινιά βρεγμένη παντού, κρύο ψιλοχαράζει. Έρημος κόκορας, πάνω στ` άχυρα, μάταια την ώρα υπογραμμίζει.
67. Θα βρω τρόπο, πάλι να ξεχαστώ. Να θάψω, ζωντανός, το σώμα μου.
68. Τώρα γνωρίσεις πως ζω, τι φορώ, πως περπατώ, πως πιάνω τον πηλό στα χέρια. Και πως φυσώντας την πνοή το Χάρο ξεστρατίζω.
69. Kακό κι ασήμαντο πετούμενο είμαι` στο χιόνι αλήτης στη φωτιά μαύρος καπνός, άχυρο του αλωνιού λιωμένο.
70. Mάγια δεν ξέρω στο Θεό δεν πιστεύω και πως να εξηγήσω πως κουδουνίζουνε συχνά κοκκινωπά γαρίφαλα στο αυτί μου;
71. Στα γέλια ανάμεσα ο λυγμός – έτσι λοιπόν θα πάμε; Με το χέρι πιάνω το φεγγάρι, το δάκρυ σου με πνίγει.
72. Σκιαγμένη ψυχή τη νύχτα φοβάται συννεφιασμένη – ραμφίζει η αγωνία στα χείλη και φεύγεις πουλί μου.
73. Αγάπη από στάχυα και μετάξι, κόκκινα πορτοκαλιά του δειλινού. Ο ήλιος στο υπόγειο κάτω – λάμπεις πάλι εσύ!
74. Διπλές τριπλές αλυσίδες` στο μέσον πανέμορφο ζώο. Κοιτάζει την Ανατολή βογγάει, μόλις βραδιάζει κλαίει.
75. Θηρίο της διπλής μοναξιάς δεν νυστάζεις ουδέ κοιμάσαι. (Τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα, φίδι δαγκώνει το μυαλό μου.)
76. Λησμόνησε όσα κακά είπα, δεν είναι η ψυχή μου από χολή. Αύριο πεθαίνω. Και ένα λουλούδι στο στόμα μου φυτρώνει.
77. Σήμερα ανθισμένη κερασιά και το φεγγάρι στον ουρανό λευκό. Ας βραδιάζει` στον μαγεμένου Μάη των αιώνων γράψε: σ`αγαπώ!
78. Γενναίος να είσαι! Μη σκιάζεσαι καθώς λαγός στη χαμηλή χλόη. Δες τον αιτό ψηλά, φτερά τρεμοπαίζουν στο φως – σπάνια η Αγάπη!
79. Στην άκρια τ` ουρανού αρμενίζει, επώνυμη κι οριστική. Ανθός ουδέποτε εξαφανιζόμενος, γυναίκα ευτυχισμένη; Ποιός να το πει;
80. Άγριο γιασεμί, ψύχα αμυγδάλου, δόντια που ματώνουν χείλη. Μια κίνηση μνημείου η Αγάπη: το χέρι μου πάνω στο βυζί σου.
81. Όπου κι αν πάμε οικείο τ` αγέρι φίλιος ήλιος και σκοτάδι γνωστό. Στον πάνω κόσμο και στον κάτω δυό σκιές μαζί: ποτέ μόνοι, ποτέ ξένοι!
82. Γλυκιά μου αγάπη, Μαρία αναπνοή στα στήθια σκληρό το ψέμα της ζωής να μοιάζει αλήθεια.
83. Θε μου τι δόξα, τι ηδονή! Το σώμα μου μέσα στο σώμα σου γλυκά δάγκωμα ρώγας, φωνίτσα δροσερή στην πυρωμένη τρέλα του ήλιου!
84. Αγάπη τρελή, πολύχρονη δύο μηνών και, ζεστή, μεγάλη , αντιφατική, γελοία, ωραία σαν κυνηγημένο σύννεφο, κλαίουσα στον ποταμό, χαρούμενη με δυό παλαμάκια, αγωνιούσα, ταξιδεύουσα συχνά, επιστρέφουσα πάντα, το τελευταίο αντίο πάλι, τον ουρανό τρυπώντας και τη γη καταρώμενη, φυλακισμένη σε τέσσερις μικρούς τοίχους, πανελεύθερη, μια κίνηση πουλιών από το Βορρά, χιόνια που λοιώνουν, φιλιά που αχνίζουν τρέμοντας, παλιόπαιδο του δρόμου, νύχτα με σεντόνια λευκά, τέλος γνωστό, ανονόμαστο άνθος σε κρυμμένο λιβάδι, νύχι της πέρδικας φοβισμένο, μωρό κοιμισμένο στο βυζί, υγρασία στα σκέλια, ποτάμι βαθύ, κόκκινη κατάσαρκη μπλούζα, κουρέλι αγαπημένο, καρφί στο μυαλό, βουνό αγέρωχο, κατεβασιά λύκων, αμνοί βελάζουν, φωτιά μεγάλη, δάκρυα που δεν σβήνουν τίποτε, λεύκες ψυχούλες, γκρεμός με αγριοπερίστερα, πουκάμισο φιδιού δεν βρέθηκε, δακτυλίδι αρχαίο, φωνή τώρα στο κάστρο, στάρι που λυγάει στον κάμπο, κρασί σταφυλίσιο, μια πενιά από ούτι, τα πάνω κάτω του κόσμου, τρελή Αγάπη, Εσύ.
85. Τη νύχτα, λοιπόν, θα πολεμάμε να πάει το μαύρο πίσω – ο δρόμος ο φαρδύς κλειστός, στο χώμα δηλητήρια φίδια.
86. Το αγρίμι μην το προκαλείς, βγάλε το αγκάθι από το στόμα, φίλησέ το. Να λάμπει η ταπεινότητα άσπρο φαντασταστικό και τότε τι να φοβηθείς;
87. Πίνω νερό τρώω ψωμί, στον κύκλο των ωρών αναπνέω. Φυλλορροεί το δέντρο μα σε λίγο ανθίζει – έτσι μιλώ έτσι αγαπάω.
88. Στην απέραντη γλώσσα των αισθημάτων τι να σου κάνει ένα φιλί από μακριά;
89. Τ` αστέρια των σκοτεινών αιώνων στα μάτια σου φιλιά μου στα χείλη σου στο λαιμό – αθάνατη Αγάπη!
90. Με τα μεράκια και τα ωραία του κόσμου είμαι. Χόρεψε πολύ να σε χαρώ. Τραγούδησέ μου τον θάνατο.
91. Θάλασσα είσαι – χάθηκες μακριά κύμα το κύμα. Τι μένει από μένα; Όστρακο στεγνό στην άκρη.
92. Έρωτας στον καπνό, δαγκωμένα τόσα τσιγάρα. Σε λίγο στρίβει το μονοπάτι, γιατί να σ` ανταμώσω, γιατί;
93. Αργότερα θα πονέσουμε πιό πολύ, έλα, κόψε το χέρι. Η καρδιά λυγώντας μορφάζει, πόσο θ`αντέξει;
94. Κρύο φιλί λευκό. Είσαι νεκρή ή εγώ πεθαμένος; (Τα χόρτα από την άκρη γέρνουν να με σκεπάσουν.)
95. Σαν την ψιλή βροχή στα πόδια ήρθες νυχοπατώντας. Εκείνου του νερού που λησμονάει, μια σταγόνα σκοτώνει.
96. Το απόγευμα ψηλά πετούν πουλιά για το Βορρά. Τι βλέπουν άραγε, που παν και που τη νύχτα θα περάσουν;
– κάποιο κλωνί στασίδι του ύπνου για το άγνωστο ταξίδι καθώς στα μάτια τους θεούς κοιτούν αυτοκτονώντας.
97. Ψέματα δεν είπα: υπάρχει το κοκόρι, νόμισμα και τρυγόνα. Ψιλόλιγνη λεύκα χαϊδεύει τον αέρα λέγοντας σ`αγαπώ.
98. Νύχτα και μέρα ένα, πνιγμένα τ`άστρα του φωτός και η χλωμή σελήνη, όνειρο και κρασί, καρδιά και νους, τα μπλε και τα λευκά σου μήλα.
99. Βουρκώνει ο καιρός κι όμως ένα δέντρο στολίζεται. Έχει το νερό και το φως, το μυστικό αεράκι, στοχάζεται μακριά – στολίζεται. Θα βάλει τα λευκά άνθη προς συνάντησιν, λυχνάρι της νύχτας και γάλ του Έρωτα και φιλιά στην αιωνιότητα της Γης. Τρέμουλο στην ψυχή. Μαζί με το παμπάλαιο ρήμα καρτερώ.
100. Τσιγγάνικα βαλτόνερα, σύννεφα από κυπαρίσσια θα φύγουν μια νύχτα τρελαμένα, θα χαθούν. Και μόνο εσύ θα `σαι κοντά μου.
101. Σ`αγαπώ γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τα γηρατειά σου – τη χαμένη μου ζωή θέλω να πάρω πίσω.
102. Χαίρονται οι κάργες την ομίχλη τ`ουρανού. Γιατί ρωτάς που είναι η χαρά; Δεν ξέρεις;
103. Σημείο αποχαιρετισμού τρέλα της δαμασκηνιάς ανθισμένη – σαν μόνος στο δωμάτιο με τη νεκρή μου μάνα.
104. Μαζί δεν είναι ψεύτης ο ντουνιάς λέει το πουλί γοερά μα ευθύς σβάρνα το πήραν άνεμοι, χάνεται στη μαυρίλα.
105. Σπάθια στον ήλιο λεπίδι στο φεγγάρι – τέρμα λοιπόν; Κλάψε. Το βραχνό κοκοράκι φωνάζει, ακόμα, σφαγμένο.
106. Όνειρο και ζωή, ζωή και θάνατος – τίποτε νέο παλιό τίποτε. Έλα να σε δω πάλι στα μάτια, να σε φιλήσω.
107. Γρήγορα σκοτεινιάζει γιατί δεν έχω το πρόσωπό σου.
108. Φύλλα που σαλέψανε μετά το φτεροκόπημα του πουλιού. Φύλλα.
*Μάρκος Μέσκος, Άνθη στο καταραμένο φίδι, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998.