Παύλος Αβραμίδης, Αζήτητα – …ένα ποίημα εν είδει μικρού μανιφέστου…

Andrea Kowch, Τhe catch

Andrea Kowch, Τhe catch

Προσέχω πάντα με τι ταχύτητα πάω στα αζήτητα.
Υπάρχει μια γενική κατηγόρια.
Λες και νέα και παλιά γενιά είναι χώρια.
Φαίνεται η ποίηση είναι σταθμός του τραίνου
Ανακοίνωση σε όρια στενά κι εξυπηρετικά.
Πού θα πας, πού θα κατέβεις, πόση ώρα θα περιμένεις. Πόση ώρα περίμενες.

Ό,τι προσπάθειες και να κάνεις τους συντεχνίτες δεν τους φτάνεις.
Σ΄ευχαριστώ χρυσή μου, σ΄ευχαριστώ χρυσέ μου.
Έχουν ανταλλαγεί καμιά δεκαπενταριά Νόμπελ σε μια βάρδια διαδικτύου.
Πρέπει την κολακεία τους να την ξαρμυρίσεις για να τη φας.

Κι όλα ψεύτικα. Σαν τα πλαστικά πιάτα των εξοχικών στην Ανάφη, την Άνδρο και τη Τζια.
Ό,τι τους αρέσει, ειλικρινά λένε
Με γουρλωμένα μάτια. Με εξόφθαλμη επιταγή στον άδικο τον ξένο.

Τους αρέσουν τα αλεξίπτωτα επειδή δεν τους αρέσει να πέφτουν.
Και πώς να πέσουν όταν έχουν βάλει μέχρι τον ουρανό νεκρά ποιήματα.

Αν εγώ είχα σκαρφαλώσει βραδιάτικα στον τοίχο θα΄μουνα κλέφτης.
Αν είχα τελειώσει με άλλου ποιητή το στίχο θα΄μουνα ψεύτης και υποκριτής.
Όμως όταν πας συστημένος στη μάχη ή με μεγάλο στρατό
Δε θα ξημερώσει ποτέ ο ήλιος
Ιδίως αν τρέχει μες τη μέρα κατά μήκος σ΄αυτή τη μεσοράχη
Όταν ελλείπουν οι στιγμές απόγνωσης πάνω απ το χαρτί, τα έναντι της ιστορίας άγχη
Τι να τον κάνεις τον εχθρό
Να σου κρατάει το ζάρι;

Αλλά κανείς τους στο Poetry ή στο Paris Review εκτός των Μεγάλων
Δεν έχει δημοσιευτεί ούτε καν συνεντευξιαστεί
Ούτε σαν όνομα υπάρχει, ούτε σα νύξη μηδαμινή.
Κι είναι 50 χρονών άνθρωποι και βάλε
Μα είναι απασχολημένοι με τα blogs των φίλων τους
Και των ηθικών το μάτι βάλε βγάλε.

Σέρνουν του μέτριου και κενού τον χορό
Που βελτιώνεται μόνο από πεποίθηση
Όλο και δυνατότεροι με τα Ναι τους
Όπως περίπου λέει ο πεθαμένος ποιητής
Ούτε απ΄αυτό το δρόμο πας χαμένος.
Και δε λέω ότι είσαι άχρηστος.
Μόνο τυχαία καλός και πουλημένος.

Για τα ψώνια της ημέρας που έκαναν καθώς και που συνάντησαν
Και τα χιουμοριστικά ποιηματάκια των φίλων τους φυσικά
Που τάχα πρέπει να σωθούν, σαν αίγαγροι.

Άλλη ελπίδα δεν τους μένει για διάκριση.
Οι έλληνες του εξωτερικού και η ξένη αλληλογραφία.
Να πνίξουν τις πρωτότυπες ιδέες και τη θεματολογία.

Μα πώς να τους πάρει στα σοβαρά ο ξένος
Ο αναγνώστης που θα διαβάσει το βιβλίο τους Κυριακή πρωί
Μπροστά στα παγκάκια του καθεδρικού της Αμιέν
Όταν η αγαπημένη λέξη τους είναι το «τεριρέμ».

Που κανείς πια δεν ξέρει τι σημαίνει
Μόνο η Χάρις ή πως-τη-λένε Αλεξίου
(Ζώρζ Μπρασσάνς εσύ δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς,
εσύ δόξασες το στίχο και τη μελωδία
κι έπλενες τα χέρια σου δίπλα στον καμπινέ του στόμφου)
Ή ο τριαντάχρονος ή ο εικοσάχρονος
Που όταν γράφει ποιήματα με τις εκφράσεις τις ηλικίας του
δεν του αρέσει να μένει.

Θυρόφυλλα απροσάρμοστα
Δάκρυα προ καιρού χαμένα
Ίσως για μια πάστα που έπεσε στο καναπέ
Δειλία για τα περασμένα.

Και έχοντας το κεφάλι του υπόπτου στη γκιλοτίνα ανφάς
Αντιδρούν για της ελληνικής ευρυπρέπειας τις απολιμάρες
Αχ βρε ψευτοηθικέ και ψευτοαυστηρέ ακόμα γαργάρα
Από πρόβες με την αόρατη μπέρτα του βασιλιά που΄χεις να κάνεις αφού πας.

Τελικά ο καλύτερος είναι αυτός που έχει πάει τις πιο πολλές διακοπές
Βοηθάει, δε λέω, στη σύσφιξη του ανθρώπινης ουσίας για να μη χύνεται
Σε υπονόμους νυχτερινού ονείρου που η δίκαιη μοναξιά έχει πεταχτεί.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από την ιστοσελίδα του περιοδικού “Βαβυλωνία”: http://www.babylonia.gr/2015/12/26/pavlos-avramidis-azitita/

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Μέρες

reflection-boat

Aπόψ’ αδιάθετο το ραντεβού μας
Μείναμε πες ονειροπόλοι…

Σ’ ακρόγιαλα ανύποπτα του νου μας
Πως μέσα μας αφρίζουν διαόλοι.

Απόψ’ αδιάθετο το ραντεβού μας

Μείναμε, πες, άκαιρο μπόλι…

Στ’ ακρόγιαλα τού ημιθανούς πνιγμού μας

Και πέρα μας μακραίν’ η πόλη.


*Από τη συλλογή “Εφημερόπτερα”, 2015.

Κρίτων Αθανασούλης, Ταξίδι

4989262765_43df6d09e2_b

[ ] Είναι καιρός πιά να το πούμε
πώς τούτο το ταξίδι
θα βαστάξει πολύ,
γιατί οι δρόμοι μας κλείστηκαν
από τα πάθη πού προπορεύονται.
Ταξιδεύουμε και πολεμάμε,
χανόμαστε πολλοί μες στην προσπάθεια,
κι άλλοι νοσταλγούμε ένα τέλος,
γιατί σώθηκαν πια τα τρόφιμα της ψυχής
κι ο ύπνος κρεμάστηκε στα βλέφαρά μας

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρεις

Έργο: Δημήτρης Αληθεινός

Έργο: Δημήτρης Αληθεινός

Δεν υπάρχει καινούργια γλώσσα
ούτε λέξεις αθώες.
Στους τοίχους αποκολλημένοι σοβάδες
και θρυμματισμένα κόκκαλα, που
κάποτε υπήρξαν γροθιές.
Εδώ -και χρόνια- όλα νοικιάζονται
για 99 χρόνια.
Τρεις φορές τα χρόνια του Χριστού
τρεις φορές σταύρωση
-χωρίς ανάσταση-
τρεις εις θάνατον.
Εδώ και χρόνια.

AUTUMN LEAVES

vequinox's avatarManolis

autumn leaves cover

ΡΟΥΤΙΝΑ

Είπες συχνά πως έπρεπε

ν’ αλλάξουμε συνήθειες

είπες θ `ταν καλό

καινούρια αρχή να κάναμε

νέο σκοπό ο κόσμος

πως χρειαζόταν

από της φύσης τα στοιχεία

βοήθεια να λάβει

κι από φίλους κι άσπονδους εχθρούς

μα πάντα καθισμένος

σε πολυθρόνα έμενες

και υποστήριζες πεποίθησή σου

κρατώντας πάντοτες σφιχτά

της πολυθρόνας το χειρομοχλό

ROUTINE

Often you said, we need

to change our habits

a new beginning to commence

new purpose our life needed

help from its elements

from foes and friends

and all along

you stayed sat

in lush recliner and

always you upheld

your beliefs while

tightly in hand

you held

the recliner’s lever

AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

View original post

Fernando Pessoa, Από τα Ασύνδετα Ποιήματα

images

Μου λες πώς είσαι κάτι περισσότερο
από μια πέτρα ή ένα φυτό.
Μου λες πώς αισθάνεσαι, σκέφτεσαι καί ξέρεις
ότι σκέφτεσαι καί αισθάνεσαι.
Λοιπόν οί πέτρες γράφουν στίχους;
Καί τα φυτά έχουν ιδέες για τον κόσμο;

Ναί: υπάρχει διαφορά.
Άλλα δεν είναι ή διαφορά πού νομίζεις.
Γιατί τό νά εχω συνείδηση δεν μέ υποχρεώνει νά έχω θεωρίες γιά τον κόσμο.

Μέ υποχρεώνει μόνο νά είμαι συνειδητός.

“Αν είμαι κάτι περισσότερο άπό μιά πέτρα ή ένα φυτό; Δεν ξέρω.
Είμαι διαφορετικός. Δεν ξέρω τί είναι περισσότερο ή λιγότερο.

Έχω συνείδηση είναι κάτι περισσότερο άπό τό έχω χρ?μα|
Μπορεί καί ναί μπορεί καί όχι.
Ξέρω ότι απλώς είναι διαφορετικό.
Κανείς δεν μπορεί νά άποδείξει ότι είναι κάτι περισσότερο άπό τό διαφορετικό.

Ξέρω οτι ή πέτρα είναι πραγματική κι ότι τό φυτό υπάρχει.
Το ξέρω γιατί υπάρχουν.
Τό ξέρω γιατί οί αισθήσεις μου μου τό δείχνουν. Ξέρω πώς κι εγώ επίσης είμαι πραγματικός.
Τό ξέρω γιατί οί αισθήσεις μου μου τό δείχνουν, αν καί μέ λιγότερη καθαρότητα απ’ δ,τι μου δείχνουν την πέτρα καί τό φυτό.
Δεν ξέρω τίποτε άλλο.

Ναί, γράφω στίχους, κι ή πέτρα δέν γράφει στίχους.
Ναί, έχω ιδέες για τον κόσμο, ενώ τά φυτά δέν έχουν.
Άλλα είναι γιατί οί πέτρες δέν είναι ποιητές, είναι πέτρες.
Καί τά φυτά είναι απλώς φυτά, καί όχι στοχαστές.
Μπορώ νά πώ πώς είμαι ανώτερος τους γι’ αύτό
όπως καί κατώτερός τους.
’Αλλά δέν λέω αύτό: λέω γιά την πέτρα, «είναι πέτρα»,
λέω γιά τό φυτό, «είναι φυτό»,
λέω γιά μένα, «είμαι έγώ».
Δέν λέω τίποτε άλλο. Τί άλλο πρέπει νά πώ;

*Περιέχεται στο βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, σε μετάφραση και επιμέλεια Μαρίας Παπαδήμα. Εκδόσεις Γκούτενμπεργκ, Αθήνα 2014.

Δήμητρα Καραφύλλη, Επτά ποιήματα

Artwork: Adolph Gottlieb

Artwork: Adolph Gottlieb

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

Ήπια, ήπια ποτά
ποτάσα, σαλέπι, πίπερμαν
μάνγκο, Γκόρντονς ντράι τζιν.

Ωραίο το διάλειμμα, μα λίγο
λίγο λικέρ ακόμα – μάμα μία.
Μια ώρα ακόμα Ταρζάν, Γκαμπέν, Γκαμπόρ.
Χολλυγουντιανό φολκλόρ.

Happy End

***

ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Πάνε χρόνια
που έχω διακόψει τις σχέσεις μου
με ενιαύσια αμνοερίφια
σε χωνεμένες θράκες.
Η τσίκνα μάλλον με αηδιάζει
εντούτοις μια τρελλή σκέψη
φώλιασε αναπάντεχα στο νου μου
ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι, καθώς
η γαργαλιστική μυρωδιά
ξεροψημένου κρέατος με σκανδάλισε.
“Λες η γειτόνισσά μου να ξέχασε να κλείσει το γκριλ;”
Βούλιαξα νωχελικά στην αιώρα μου
και με χαμόγελο γλυκιάς προσμονής
γλάρωσα εισπνέοντας το δαιμονικό άρωμα.
Τι κρίμα… Απ’ τη λάρα δεν μ’ έβγαλε
ούτε η σειρήνα της πυροσβεστικής
ούτε το κελάηδισμα του ασθενοφόρου…
Αλλά το κακαριστό γέλιο
της διπλανής μου.
“Στην υγειά μας βρε παιδιά.
Να σκάσουν οι εχθροι μας.
Το τσικινισμένο είναι πιο νόστιμο”.


***

“ΠΙ”

Πάμε Βάρη – Κορωπί
ν’ αγοράσω ένα “Πι”.
Με το “Πι” θα περπατώ
να πηγαίνω στο γιατρό.
Όταν βγαίνω απ’ τ’ αμάξι
με το “Πι” θα είμ’ εντάξει.
Με το “Πι” και το μπαστούνι
θα χτυπάω το κουδούνι.
Στο γιατρό με το μουστάκι
θα κλαφτώ για καροτσάκι
επιγονατίδες, πάτους
με τα χρήματα του κράτους.
Στο σκαλί το τελευταίο
θα ‘μαι έτοιμη για ΚΤΕΟ.

Υποκλίνομαι στο ΙΚΑ
που μου έφτιαξε την προίκα.

***

ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ

Πρόσωπο: Αλαβάστρινο οβάλ
πλαισιωμένο από τούφες πλατινέ, απείθαρχες.
Μάτια: Γαλάζιες δέσμες φωτεινές
που σκίζουν την πυκνή σκιά και διαχέονται
σε λεωφόρους πλαστικών φαντασιώσεων.
Χαμόγελο: Αμυδρό σε χείλη υγρά
πρόθυμα να προφέρουν το όχι σαν ναι.
Κορμί: Λεπτεπίλεπτο, κινέζικο ιδεόγραμμα.
Το πρότυπο της εποχής μ’ ακολουθεί παντού.
Απ’ τα τεράστια πανό, ως τη μικρή οθόνη
σ’ επίμονη προσπάθεια να με προσηλυτίσει.
Ξεφεύγω.

Σ’ ένα βαγόνι του μετρό με περιμένει.
Απέναντί μου, πλάι μου
όρθια, καθιστή, εφαπτόμενη.
Κιτς απομίμηση ελκυστικού πακέτου προσφοράς.
Εγκλωβίζομαι.

***

ΤΟ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ

Τελικός προορισμός μου, εσύ.
Ένα ένα αδειάζω τα σακουλάκια με την κρυσταλλική άμμο.
Απογειώνομαι.
Το σκαφάκι μου
πολύχρωμο συννεφάκι ανάμεσα στα σύννεφα
με οδηγεί κοντά σου.
Θάλασσά μου.
Στη θέα σου σκίρτησα. Μαγνητίστηκα.
Ακαριαία τράβηξα το σκοινάκι
να προσθαλασσωθώ στην αγκαλιά σου.
Βίαιη πρόσκρουση.
Αποτέλεσμα αχαλίνωτης παρόρμησης.
Σε εκατομμύρια μικρόκοκκους κρυσταλλικής άμμου
θρυμματίστηκα.
Στο αδιάσταλτο της άρνησής σου
συντρίφτηκα.

***

ΧΑΜΑΜ

Συχνά
με τη στρόφιγγα του ζεστού στο τέρμα
κάνω το λουτρό χαμάμ…
Ορατότης μηδέν.
Φαντάζομαι πως είμαι σε λίμνη στη μέση ενός λειμώνα.
Τριγύρω εφήμερα λουλούδια με γυαλιστερά πέταλα.
Ζωγραφισμένες μονοκοντυλιές
καθώς ο δείκτης του δεξιού μου γλιστράει
στα ιδρωμένα πορσελάνινα πλακάκια.
Κερκοφόρα πουλιά χωρίς λαλιά.
Ψάρια με φτερά χελιδονιού.
Τρελές πεταλούδες με ασύμμετρα σχήματα
και μακριές κεραίες.
Όταν ανοίγω το φινιστρίνι ν’ αναπνεύσω
τα πετούμενα εξαφανίζονται μαζί με τα λουλούδια
και η λιμνούλα μου παγώνει.
Άλλοτε πάλι
μετά τη διαδικασία δημιουργίας ατμόσφαιρας χαμάμ
χαλαρώνοντας καταμεσής της λίμνης
με το μοσχοσάπουνο
Γιώργος, Μυρσίνη, Χαρά, Όσλο, Αθήνα, Μασσαλία
χαράζω στο λευκό σμάλτο της μπανιέρας…
Μικρά ταξίδια επιστροφής
που τελειώνουν μόλις σπάσει και η τελευταία
ιριδίζουσα αρωματική σαπουνόφουσκα.

***

ΧΟΥΣ ΗΝ

Σ’ έχασα Χουσεΐν, κι αναζητώ
δυο φωτεινές γαλάζιες χάντρες,
τα μάτια σου.
Το ρυθμικό ήχο της ανάσας σου. Λυτρωτικό.
Ψυχούλα, ζωούλα, αγκαλιά μου.
Ώρες μπροστά στο τζάμι να ονερεύεσαι
αυτό που φοβόμουν. Παιχνίδι στο δρόμο.
Πόσα πολλά μου στέρησες,
πόσο ακριβή η ελευθερία.

Ψιτ, ψιτ, μικρέ μου δραπέτη
φωνάζω, σε ψάχνω στη γειτονιά.
Κάτω από αμάξια γονατίζω και προσεύχομαι.
Σε μια κηλίδα καταμεσής του δρόμου αναγνώρισα
το αποτύπωμα του κορμιού σου, Χουσεΐν.

Χους ην.

*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, Αθήνα 2011.

Τρεις σκέψεις | Χρήστος Μαρτίνης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

martinis

1.

μπερδεύω τελευταία το κόκκινο του ήλιου με το αίμα
κι έπαψαν να ριζώνουν μεσα στα χέρια μου λουλούδια
το όπλο της ζωης μου θαμμένο σε συρτάρι
σκουριάζει κάτω από πορτοφόλια κάρτες κέρματα
και τρεις οι σφαίρες του, το αιώνιο ψέμα
της μέρας του θεού, όλα τα βαρετά τραγούδια
που με σκέρτσο τραγουδώ κρατώντας ένα πλαστικό δοξάρι
κι όσα με κόπο και αναίτια στα τόσα χρόνια έμαθα

View original post 139 more words