Διώνη Δημητριάδου, Λέξεις Απόκρημνες – Precipitous Words

Οι «μικρές εκδόσεις» σας καλούν στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Διώνης Δημητριάδου Λέξεις Απόκρημνες – Precipitous Words. Μία ιδιαίτερη δίγλωσση έκδοση, τα πρωτότυπα Ελληνικά ποιήματα της Διώνης Δημητριάδου και οι Αγγλικές μεταφράσεις τους από τον Robert Crist και τη Δέσποινα Λαλά – Crist.

Αθήνα, 24 Απριλίου 2017, 8:00 μ.μ., στη μουσική σκηνή-bar-restaurant «1002 νύχτες», Καραϊσκάκη 10, στου Ψυρρή (150 μέτρα από τον σταθμό Μοναστηράκι, τηλ. 2103317293).

Την παρουσίαση θα κάνουν η Βασιλική Κρυσταλ-λίδου, φιλόλογος, ο Χάρης Μελιτάς, αρχιτέκτων, ποιητής, η Μαριάννα Παπουτσοπούλου, συγγραφέας, μεταφράστρια.

Μαζί μας θα είναι η Διώνη Δημητριάδου, βέβαια, αλλά και οι Robert Crist και Δέσποινα Λαλά – Crist.

Τη βραδιά θα κοσμήσει μουσικά, ως πιανίστας σε αυτήν την περίπτωση, ο και συγγραφέας Δημήτρης Φαρής.

Η Διώνη Δημητριάδου είναι μια ποιήτρια σε αναζήτηση της ανανέωσης – μιας ανανέωσης του οράματός μας για τον κόσμο, της ικανότητάς μας να συλλαμβάνουμε ιδέες, συναισθήματα και αξίες. Είναι μια ποιήτρια του νου και της καρδιάς, που αγωνίζεται για μια αυθεντικά εννοημένη εμπειρία. Έτσι ασκείται σε μια ποίηση που φανερώνει την ίδια τη ρίζα της λέξης ποιητής – αυτός που δημιουργεί από την αρχή γλώσσα και ιδέες ή, όπως η ίδια το θέτει στο «Μόνον Έτσι», σε παραλληλισμό με τον Derrida, αυτός που αρθρώνει το ανείπωτο. Σύμφωνα με αυτά, δημιουργεί μια αναζωογονημένη οπτική σε έναν κόσμο παγιδευμένο σε καθορισμένες αξίες, συμπεριφορές, τακτικές και προοπτικές.

Robert Crist (Ρόμπερτ Κριστ)

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Αθήνα. Αξιοποίησε τις σπουδές της σε ιστορία και αρχαιολογία διδάσκοντας σε δημόσια λύκεια. Γράφει ποιήματα αλλά και πεζά (λογοτεχνικά και δοκιμιακά) και ασχολείται με τα γραπτά των άλλων κάνοντας επιμέλειες εκδόσεων και δημοσιεύοντας άρθρα κριτικής λογοτεχνίας. Συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Η εν λόγω τέχνη από το 1999 ως το 2004. Έχει εκδώσει πέντε βιβλία και έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις, ενώ ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Λεωφόρος Κηφισίας 188, Κηφισιά 14562, Αττική, Ελλάδα
τηλ: +302108084752, +306936903803
e-mail: stamatis.parhas@mikresekdoseis.gr
web site: http://www.mikresekdoseis.gr
facebook: http://www.facebook.com/Μικρές-Εκδόσεις-mikres-ekdoseis-the-small-publishing-house-493908867408200

web page του βιβλίου: http://www.mikresekdoseis.gr/ekdoseis/item/lekseis-apokrimnes-precipitous-words

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Δε γίνονται όλα ποιήματα. Δε μπορούν να γίνουν και δεν πρέπει.

Οι αυτοπυρπολούμενες γέφυρες, το κενό ενδιαίτημα, η ερμηνεία του σκοταδιού, η αυτιστική ετερότητα, το χρόνιο άσθμα, τα λεφτά σου, τα λεφτά μου, κάθε λογής προπαγάνδα, η σαβανώδης ευγένεια, η σύγχυση, η τρέλα που δεν αγαπιέται, το φρόνιμο φως, οι μπάτσοι σε κάθε γωνιά του ματιού σου, ο κλητήρας στο χέρι σου, η πρέζα, τα όπλα, οι κούκλες, το κουμπί της ετυμηγορίας, η αυτόκλητη τιμωρία, το ψέμα που δεν κατανοείται, η αλήθεια που δεν συγχωρείται, ο φθόνος, τα άδεια μας χέρια να παριστάνουν τη γιορτή, η λοιδορία, τα χιόνια που λιώνουν, το χλωμό πρόσωπο του μεσημεριού κι άλλα πολλά..

Υπάρχουν λέξεις που δεν πρέπει να γραφτούν.

Προσπαθώ σκληρά να μη τις γράψω.


View original post

Μάρκος Μέσκος, Τρία ποιήματα

Ο ΣΤΕΡΓΙΟΣ

Το βουνό γονάτιζε νύχτα με το τσεκούρι και χαραυγές
τα ξύλα στην πόλη κατέβαζε με τα μουλάρια.

Στέργιο τον έλεγαν κι είχε πέντε παιδιά –όλα κορίτσια.
Παράλυτος πήγε από κακή ασθένεια και γυναίκες.

Καί τη γυναίκα είχε του σπιτιού
αυτός φωνές και χωρατά καθώς ξεφόρτωνε τα ζώα στην αυλή
κι εκείνη σιωπηλά επιτιμώντας τον
γιατί πουλάει το βουνό τόσο φθηνά
καί χαραμίζει τη ζωή του.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο”, 1973.

***

ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ

Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
τα ξιπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
κόκκινη κλώσα ή στέγη

μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
έμβολο θανάτου στο κρανίο.
Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο”, 1973.

***

XVI

Πέλμα της χήνας φύλλο συκιάς είναι άνοιξη

στο περιγιάλι χάνεις τον λογαριασμό πόσα κύματα φτάνουν

πόσα καράβια αναχωρούν ή γράμματα ή φιλιά

μέρα και φως και μια βαρκούλα δεμένη με το ψάρι στην κοιλιά—
ψέμα τα χρήματα και ψέμα η ομορφιά δούλη του ανθρώπου προτού μαζί του πεθάνει.

Το Μεσολόγγι πιο κάτω ψηλά το φεγγάρι σημαία

το αίμα του πια δεν βροντάει και δεν κοκκινίζει τα όνειρα
κουρέλια της πόρτας δεν εμποδίζουν το κρύο της καρδιάς (άδειο καλάμι,
είπες, φυσώ ήχος θλιβερός)

κύματα κύματα κύμα και λευκός γιαλός — δεν φταίμε

τα πράγματα παίρνουν μακρινές διαστάσεις και

το δέντρο μελαγχολείο βουβά τα πουλιά.

*Από τη συλλογή “Τα ισόβια ποιήματα”. 1977.

Γιώργος Καββαδίας, Στους δρόμους

Χρόνια τώρα βαδίζουμε στην ίδια διαδρομή,
επαιτεία, ληστεία, ψεύτικοι πολιτικοί.
Οι πολίτες κοιμούνται δίχως κάτι να συμβεί,
κι όλοι απλά αναμένουν μία κάποια αλλαγή.
Όμως τα ψέματα τελειώνουν κάποια μέρα,
κι αν δεν πάρεις μέτρα θα φωνάξουν ιερέα.
Τους βολεύει να αδρανείς, να νομίζεις πως ψεκάζουν,
τα «μεσάνυχτα» να μπαίνουν και το σπίτι σου ν’ αδειάζουν.

Φίλε ξύπνα ήρθε η ώρα, τη φωνή σου να υψώσεις,
και τη μάχη που οφείλεις στα παιδιά σου να δώσεις.
Φίλε ξύπνα ήρθε η ώρα η φωτιά σου να μπει,
αυτομάτως, χαλαρά, η αλλαγή δε θα ‘ρθει.

Οδοφράγματα, κουκούλες, η ιστορία γνωστή.
Ξύλο, κλούβες, συλλήψεις, δικογραφία φτιαχτή.
Διαδηλώσεις κι αντιδράσεις, έπειτα καταστολή.
Ασφαλίτες τριγυρνάνε με αμφίεση φτιαχτή.
Μα η φωτιά όλα μαζί της θα τα πάρει,
και το κράτος τους στα τάρταρα θα πάει.
Μόν’ μη φοβάσαι τίποτα και κοίτα πάλι ψηλά,
με το μυαλό στην Άνοιξη τίποτα δεν μας νικά.

Φίλε ξύπνα ήρθε η ώρα, τη φωνή σου να υψώσεις,
και τη μάχη που οφείλεις στα παιδιά σου να δώσεις.
Φίλε ξύπνα ήρθε η ώρα, βήμα πίσω ουδείς,
όπλο πάρε στο χέρι και τον κρότο του να δεις.

Μ’ ανοχή και αποχή όλα μας πήγαν στραβά.
Με τα χέρια στις τσέπες ο τροχός δεν γυρνά.
Έτσι πάρε την τύχη στα χέρια σου ξανά.

Κάνε ομάδες στους δρόμους, σε κάθε γειτονιά,
σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε βιοτεχνία,
σε ό,τι απλά θυμίζει μια μικρή κοινωνία.
Ενωμένους στους δρόμος θα μας δούμε μπροστά,
γιατί ό,τι ατονεί στην αλλαγή τραβά ξανά.

Κι αν στο δρόμο φίλοι πέσουν, αν χαθείς κι εσύ μαζί,
το κατόρθωμα στο χρόνο, επιτύμβια τιμή.
Μία μάχη για το τώρα και το μέλλον στη ζωή,
δεν χαρίζουμε στο κράτος ούτε μια δικιά μας στιγμή.
8/11/2014

*Από τη συλλογή “Δεν ήσουν εσύ για επανάσταση”, εκδόσεις Εντύποις. Για περισσότερα για τον Γιώργο Καββαδία επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http://www.georgekavvadias.gr

No 110 (στο χρόνο το αίμα γίνεται σκόνη)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis


ήμουν με μια αθώα,
με ρόγες μεγαλόκαρδες,
πίσω από τον οβελίσκο των
ηρώων,
αυτή με μανία νεόνυμφης,
εγώ,
ούτε λέξη αφού θυμόμουν μόνο τα γυαλιά της γιαγιάς
μου,
ήξερα μόνο το μήκος και
πλάτος μου,
γυμνός
από τη μέση και μέσα
~
εν τέλει,
την άφησα στην Αθωνος,
βιάζεται
ο χρόνος είπα,
κοίταξε τον τοίχο της και άρχισε να σκαρφαλώνει:
ένας διπλανός πρώτα με αμήχανο
κάτω
κι εγώ,
όπως όλοι δεν ξέρετε,
στην πρώτη
στροφή,
έκανα ότι δεν έπρεπε,
τον παλιά μου αγάπη ξαναθυμήθηκα.
~
(alexmil)

View original post

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Τα βυθισμένα καράβια

Είν’ όνειρα που ανασταίνονται
λαμπτήρες που δεν έσβησαν
Είναι περασμένες αγάπες που μπορούν να ξεδιψάσουν
Από την αλμύρα του πατημένου από το βάρος χώματος
Όλα βυθίζονται ανασταίνονται καμιά φορά από την ίδια τη θάλασσα
Μέσα από ένα χάος βγαίνουν όλα ζωντανά
Και είναι το παιχνίδι αυτό το τυχερότερο
Γιατί όταν ανακαλύπτεις πως χάθηκες
Βρίσκεσαι
Όταν ανακαλύπτεις πως έφυγες έχεις ήδη έρθει
Και μέσα από ένα παραμύθι
Σ’ ένα βιβλίο με κόκκινο κάλυμμα που δεν έχει
Ημερομηνία έκδοσης
Και όπου γράφει απλά τη λέξη Παραμύθια μιας ξεχασμένης γενιάς
Βρίσκεις πως η γενιά αυτή
Είναι η δική σου
Που έσωσες και σ’ έσωσε
Που έγραψε κάτι για το σύνολο των λησμονημένων
Για να γράψεις
Και να ξυπνήσει η σάλπιγγα και να ντυθεί με φωνές που διώχνουν τα ξόρκια
κι αφήνουν τη ζωή να συνεχιστεί
Μέσα από ένα πλήθος πεταλούδων που δεν καψαλίστηκαν
Στο πούσι της κόλασης

***

Ώρες μηδέν…

Και πανδοχεία άδεια από ψυχές…
Η κουφή η θάλασσα
Απέκτησε κι αυτή βάδισμα εδώ και χρόνια
Για όσους την ακολουθούν
Ο Ειρηνικός
Με τα μεγάλα ατέλειωτα αμπάρια
Έχει να σε πάρει στο διάστημα των λέξεων
Οι λέξεις, ξέρεις, έχουν ένα κύμα η κάθε μια
Οι λέξεις, ξέρεις, έχουν ένα κομμάτι ξύλο
Που τις σώζει
Από τον πνιγμό του πλήθους
Όταν αυτό μασάει
Ό,τι του δώσουν
Η κουφή θάλασσα ακούει περισσότερα
Σαν ξεκουράζεται στην άμμο
Γιατί αν ξυπνήσει θα είναι όλα λόγια ναυαγίων
Ο Ειρηνικός έχει σταθμούς που πρέπει να διαλέξεις
Έχει τον αριθμό του μεγέθους του καθενός
Ακόμα και των άστρων που ονειρεύονται
Να γίνουν μια μέρα άνθρωποι
Σαν εσένα και μένα

*Από τη Συλλογή “Το Αρχιπέλαγος”, 2016.
 

Emília Cerqueira, Ένα ποίημα σε τρεις φωνές

Artwork: Juan Miro

E na noite mais negra,
o brilho do meu fogo ilumina-me,
todas as manhãs.
Amo-te. Amo-me.
E venceremos!

On the darkest night,
it is the glow of my fire
what illuminates me,
every morning.
I love you. I love myself.
Venceremos!

Σ’ αυτή την πιο σκοτεινή νύχτα,
είναι η λάμψη της φωτιάς μου
αυτό που με φωτίζει,
κάθε πρωί.
Σ’ αγαπώ.
Αγαπώ τον εαυτό μου.
Θα νικήσουμε!

*Οι τρεις φωνές αντιστοιχούν στις τρεις γλώσσες: πορτογαλικά, αγγλικά και ελληνικά.

Και ο κόσμος θα μιλά

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Όταν πια σταμάτησες να μιλάς
προκειμένου να ακούσεις για λίγο,
κατάλαβες ότι όλος ο κόσμος σιωπά
για να ακούσει μόνο τον εαυτό του
γύρω του.

Και είναι από απελπισία
που ξαναρχίζει πάλι να μιλά.
Και είναι από ντροπή
που ορκίζεται πως δε θα το ξανακάνει.
Και είναι από ανημποριά
που δεν τηρεί τους όρκους του.

Μη θυμώνεις.
Όλοι στέκουμε στον ίδιο δρόμο.
Όλοι, ασχέτως ο καθένας που κοιτά.
Ανίκανοι να δούμε πως όσο ο κόσμος κι αν μιλά,
και αν σιωπά,
και αν μιλά πάλι ξανά,
θα μιλά,
και θα σιωπά,
και θα μιλά πάλι ξανά,
μέσ’ από μας.

img_current_613_121_large

View original post

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Τρία ποιήματα

Τυφλωμένος την υδρωπικία του πάθους

που ο χρόνος ανατινάσσοντας

την υστερόβουλη αναμονή

μέχρι ξανά

που μέρες ξοδεύοντας

τις νύχτες αναπολώντας

που μόνος μακριά

η μέσα μου ματιά σκίζει τα στήθια σου σ’ άλλα χείλη

το φύλλο σου

άπληστα χιλιάδες δάχτυλα διατρέχουνε τον ιδρώτα σου

άλλα

κορμιά

του κορμιού σου φωτιά

αίμα ποτάμι με πονάς

***

Τα μαλλιά σου τώρα βουλώνουν τις τρύπες μου

μέσα στο σίδερο που κατατρώει τη σκέψη μου

το μίσος αρωγός της αγάπης μου

η φωτιά που τα χείλη στεγνώνοντας

με τα δόντια να σκίσω τη σάρκα σου

να βαφτίσω τα χέρια μου μέσα της

το κορμί μου ανάπηρο

ανασυγκροτώντας και καταστρέφοντας

ένα βήμα αβέβαιο

οι βολβοί των ματιών μου

κατάσκοποι

μέσα μου τέρατα κατοικούνε

οι εικόνες σου άγριες

οργασμός

που ο πόνος ευχόμενος

ράπισμα στη σιγή

***

Η ανάσα σου υδρατμοί στο λαιμό μου

που υγραίνοντας

στο δέρμα τα δάκρυα

που το βλέμμα μου κρύβοντας στη μασχάλη σου

μια στιγμή συμφιλίωση

που εμπερικλείοντας το ένα στο άλλο

μόνο κορμί

γυμνό στο γυμνό που εφαπτομένη

η διέγερση νύχτα

να κρέμεται ασύστολη πόλεις δωμάτια

αλγεινή η σελήνη διασχίζοντας

λευκό του κόκαλου φως που ασπρίζοντας

το σπέρμα στα χείλια σου που αχνίζοντας

που το ξημέρωμα εξαγνίζοντας

ψυχρό και σφυρήλατο

δικό σου το αίμα μου

που θάνατο προμηνύοντας

ο ρόγχος το τέλος