Μεγάλη Παρασκευή -της λάθος ματιάς
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Εσταυρωμένος
γωνιά Τοσίτσα με Πατησίων είναι,
στα σύνορα του Έβρου σταυρώνεται τις νύχτες
στης Κακαβιάς τα χιόνια ποτίζεται όξος μουλωχτά
στο Φαρμακονήσι εξαφανίζεται
Στον Άγιο Παντελεήμονα κουβαλά τον σταυρό του μαρτυρίου
στον Δενδροπόταμο ξεψυχά
στο πάρκο της ΧΑΝΘ με τη σύριγγα στο χέρι ψιθυρίζει
«λαμά λαμά σαβαχθανί»
έξω από τα supermarket και στις λαϊκές αγορές
φορά ακάνθινο στεφάνι
βλέπεις το αίμα στο μέτωπο η όχι ακόμη;
Δεν είναι εκεί στις λαμπάδες, στα προαύλια ναών ο επιτάφιος απόψε
είναι κάτω από το σπίτι σου ο κοιμισμένος άστεγος
δεν του αρκεί να τον προσπεράσεις με το κερί στο χέρι
ούτε κάποια νηστεία σου, θα τον σώσει
Οι ολονύκτιες ψαλμωδίες σου δεν θα βρουν δουλειά στον άνεργο
μήτε οι ευχές με τα λαγουδάκια του πάσχα στο διαδίκτυο
θα αναπληρώσουν τα άδεια μάτια των μεταναστών
θύματα του συμμαθητή δουλεμπόρου
που χαιρετάς στα προεκλογικά σαλόνια
με κατάνυξη
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Άγιος που θα σε σώσει με το θάνατο του
κοίτα προσεκτικότερα, σταμάτα να φοβάσαι
και κοίτα
ίσως να μη σωθείς βεβαίως
αλλά τουλάχιστον θα έχεις
νιώσει το “πρώτο βήμα” τι σημαίνει
κι αν μια Ανάσταση έχει λόγο ύπαρξης
η μοναχά σαν αργία των δημόσιων υπηρεσιών
για μια πενταήμερη εκδρομή στην εξοχή μετριέται.
Έχω αστάθεια πολλών εθνών
στο αίμα.
Κάτι σαν κάστορας
ή σαν Μπακούνιν
και που με τρώει
ολόκληρο μπουκιά-μπουκιά
στον ύπνο.
Το πώς ξυπνώ
είναι στ’ αλήθεια
άξιο θρήνων:
.
ένα κεφάλι-μπόουλινγκ
για έφηβες τσιρ-λίντερς
της Νεμπράσκα
ή για Νατάσσες Σιβηρίας.
.
Ένας καρπός
σε σώμα
στέρφας αχλαδιάς.
.
Ένας μηρός
δίχως λατρεία
σαν Παναγία ξοφλημένη
γιατί η άνοιξη
μάς παραήταν ακριβή.
.
Δεν έχουν σημασία
τα σκορπίσματά μου.
.
Δεν νοιάζεται η άγκυρα
όταν αφήνει γένι
από φύκια.
.
Πάρε τηλέφωνο το Εκάβ.
Πάρε τηλέφωνο την Ανδρομέδα.
.
Τριάντα έξι κι έξι πυρετός
κι όμως νεκρός
προ γενετής
.
αφού τα φίδια
πήρανε ονόματα
σε διασταύρωση ντοκιμαντέρ
και επιστήμης
.
οι αράχνες μου βιάστηκαν
από φοβίες δίποδων αγωνιών
.
τ’ αεροπλάνα είχαν έλικες
απ’ τα ονόματα των εραστών σου
σαν τατουάζ
στο νωτιαίο μυελό.
.
Έπεφτα, έπεφτα
πάντα μου αφήνοντας καπνό
και φλόγες
σε μια Ιάβα
ή όπως κι αν σε λεν.
θα ταξιδεύεις
νύκτες πάνω σε μυρμηγκοφάγους
~
τώρα
πετάς μου λέει ο θεός,
χορεύεις
μέσα μου
κι αν δεν πιστεύεις ρώτα το θάνατο στους περαστικούς,
κάποιοι
ξέρουν από σπόρους.
~
θα χορεύεις,
με τις χιονάτες χήνες
σε καλοκαίρια
~
(alexmil)
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
*Από τα Ποιήματα 1897-1933, εκδ. Ίκαρος, 1984.
**Μουσική: Yann Tiersen “Summer 78”
Εγώ πήγα
Εγώ αφέθηκα
Εγώ αγκάλιασα
Εγώ έχυσα
Εγώ γέλασα
Αυτός έπιασε
Αυτός μεγάλωσε
Αυτός ένιωσε
Αυτός σηκώθηκε
Εγώ ένιωσα
Αυτός ντράπηκε
Εκείνος γέλασε
Εσύ ντύθηκες
Αυτή ντράπηκε
Εγώ θύμωσες
Μαζί φύγαμε
Χέρι πιάσαμε λέξη αφήσαμε
Τραγούδι ακούσαμε
Εκείνος δεν ζήλεψε
Εκείνη ζηλεύει
Αυτός κλειδώθηκε
Εγώ επιθυμεί
Εσύ επιθυμείς
Αυτός θέλει ίσως
Εγώ απαιτώ
Αυτός απαιτεί
Εσύ αφήνεις
Εκείνη τρέμει
Εκείνη τελειώνει
Εσύ χύνεις
Αυτός νιώθει
Αυτός παίζει
Εκείνη δεν παίζει
Εγώ αφορισμός
Αυτός σκληρός
Αυτός αδιάφορος
Μαζί ροή
Μαζί σύννεφο
Δύο άξονες
Χώρια νερό
Χώρια λέξη
Χώρια γράμμα
Χωριστά μουσική
Μαζί αντίφαση
Δύο αντίδραση
Εγώ άρνηση
Εγώ κατάφαση
Εσύ ίσως
Εσύ τελεία
Εγώ ερωτηματικό
Αυτή θαυμαστικό
Εκείνος παύση
Εκείνη παρένθεση
Αυτός αριστερός
Εκείνη ανένταχτη
Μαζί όλοι
Χώρια δύο
Χωριστά ένας
Χωριστά μηδέν
Εκείνη 0-1
Με λόγο μεστό και αναλυτικό και φέροντας τον εξοπλισμό και την οπτική της συγκριτικής λογοτεχνίας, η Μορφία Μάλλη (Αθήνα, 1962) παρακολουθεί την κίνηση των στιλ, στην πλέξη και στη σχέση τους με την κίνηση της Ιστορίας, παραδίδοντας μια μελέτη που εμπλουτίζει την κριτική νεοελληνική σκέψη.
Δεν μας δείχνει απλά με τρόπο εισαγωγικό τι ήταν η beat γενιά στην Αμερική και πώς οραματίστηκε τη λογοτεχνία και τον κόσμο, αλλά προχωρά στη σχέση των ποιητών της με τους νέους της αθηναϊκής «Παράγκας», που ζυμώνονται με τον ρομαντισμό του Παρισινού Μάη και με τα κινήματα της αμφισβήτησης, για να παρακολουθήσει τη διαμόρφωση της beat ποίησης στην Ελλάδα καταγράφοντας τη διάδραση ανάμεσα στις αμερικανικές και τις τοπικές διαστάσεις της beat κουλτούρας.
Για να προετοιμάσει και να απογειωθεί τελικά με την «ανάγνωση» της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου (1944), του «τρελού» ποιητή της Γενιάς του ’70.
Ξεκινώντας από τους πρώτους και συνειδητοποιημένους πειραματισμούς του («Ποίηση», 1969), δείχνει πως ο Πούλιος είχε ήδη χωνέψει −σε αντίθεση με τους υπόλοιπους «μπεάτους»− την ποιητική παράδοση της χώρας και έχοντας ήδη επινοήσει τους ποιητικούς προγόνους του, τον Σεφέρη κυρίως και τον Παλαμά, διαμορφώνει υπό την επίδραση των beat την ποιητική του ιδιοπροσωπία: μια λυρική, ρομαντικά επαναστατική, προφητική των «νέων» κόσμων και τρόπων αντίληψης για να καταλήξει στα ρεύματα του ανατολικού μυστικισμού, λειτουργώντας ως ποιητικός «οδοδείκτης» του μεταφυσικού και του υπερβατικού στοιχείου.
Μια μελέτη που μας βοηθά να δούμε και να απολαύσουμε το αυτονόητο. Πως η κίνηση του μπιτ από ψηλά φαίνεται και λειτουργεί ως μια νεο-ρομαντική πλεύση, ως ένας δηλ. παραπόταμος του μεγάλου αυτού κινήματος, ενώ όταν πλησιάζουμε βλέπουμε ότι πρόκειται για μία γέφυρα, μια αστική πάροδο, που μας περνά από τον ευρωπαϊκό υπερρεαλισμό στον γλωσσοκεντρισμό.
Εκεί όπου αντί του ασυνειδήτου το ποίημα-καλλιτέχνημα γεννιέται από τον τόπο-δίχτυ της γλώσσας −άρα κινούμενο πέραν του «εγώ»− μετατοπίζοντας και εκθέτοντας το σύγχρονο υποκείμενο τόσο στη ρευστότητα των ταυτοτήτων όσο και στο διακεκομμένο, μη ενιαίο των αντιλήψεών του.
Η Μάλλη συμμετέχει στην πλήρωση του κενού που είχε επισημάνει ο Mario Vitti στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (εκδ. Οδυσσέας, 1987), τόσο στη μελέτη της θεματικής, όσο κυρίως της τεχνικής της Γενιάς του ’70, στη σχέση της με τις ποιητικές διαδικασίες της Δύσης, και μας παραδίδει ένα έργο που επιτρέπει στους ομότεχνους και στους φιλέρευνους αναγνώστες να παρακολουθήσουν όχι μόνο την κίνηση των στιλ, αλλά και τη σχέση της Ιστορίας με την «ποιητική πολιτική» στην επαναφορά του poeta vates (ποιητή οραματιστή) που λοξά και από μέσα προμηνύει τα ερχόμενα και αποκαλύπτει τα τρέχοντα με τρόπο διορατικό.
Μια γενιά (βλ. Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Μπάροουζ, Κόρσο, Φερλινγκέτι, Βαλαωρίτης κ.ά.) που ακολούθησε το «αντι-καλλιτεχνικό» αισθητικό κάλεσμα του Μαρσέλ Ντισάμπ κηρύσσοντας την απέχθειά της απέναντι στον αμερικανικό ρατσισμό και παρεμβατισμό, τον καταναλωτισμό και τη συμμόρφωση στους κανόνες, διατρανώνοντας με τις φωναχτές και ποικίλες διαμαρτυρίες τους τη διάλυση της αυταπάτης της διαρκούς προόδου της Ιστορίας, της πολιτικής και της τεχνολογίας, συναντώντας από άλλο δρόμο τους γνωστούς Γερμανούς θεωρητικούς Τέοντορ Αντόρνο και Βάλτερ Μπένγιαμιν.
Ενα όραμα, αυτό των beat, που ανοιχτό και μεταβαλλόμενο στη διαδρομή του, αποτελούνταν −ενδεικτικά− από τις εξής δεσπόζουσες πρακτικές: την απογύμνωση στην αυτο-έκφραση, τη διεύρυνση της αντίληψης μέσω της τεχνικά υποβοηθούμενης διασάλευσης των αισθήσεων και την τέχνη ως τρόπο βίωσης και παράκαμψης της συμβατικής ηθικής. Συνδέοντας την καθημερινή κοινή εμπειρία με έναν τύπο ενόρασης και την αναζήτηση ενός ευρύτερου μεταφυσικού αυτοπροσδιορισμού, που ανάγεται στον «γενάρχη» τους Ουόλτ Ουίτμαν −αλλά και στον Ουίλιαμ Μπλέικ−, στον οποίο μέσω του αθηναϊκού αστικού μετασχηματισμού του «καταλήγει» ο ώριμος Πούλιος.
Ο οποίος, σε αντίθεση με τον Γκίνσμπεργκ, που εξισορροπεί την «καθαγιασμένη λυρική συνείδησή του με την επική ανάγνωση της παραίσθησης», παίζει ισόβια με τα δάχτυλα του ενός χεριού με τους παρατακτικούς μηχανισμούς της εστιασμένης στη γλώσσα ποίησης (language centered poetry) προκρίνοντας την εκδοχή μιας μη γραμμικής επαναληπτικής εξέλιξης, η οποία μέσω των απροσδόκητων μεταβάσεων και μεταβιβάσεων συνθέτει ένα οπισθοβαρές «σύστημα» που εκτοξεύει τον αναγνώστη και τον ίδιο τον ποιητή, ανα-παρθενεύοντας το σύμπαν στην κοσμολογική και στην ιστορικο-πολιτική του έκφανση, το οποίο και λειτουργεί επαναληπτικά στο μέσο του ματιού και του χεριού.
Συνέντευξη στο αλλιώς
Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο
Αντί για πρόλογο αποφάσισα να αφήσω τα λόγια του ίδιου του ποιητή να σας τον παρουσιάσουν μαζί με μιαν αγαπημένη μελωδία…
[βιο-γραφικό]
Γεννηθήκαμε.
Περίπου αφελώς…
ενηλικιωθήκαμε.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια-
προσγειωθήκαμε.
Ατάιστα σκυλιά
έμειναν πίσω μας
οι ουτοπίες.
Ναι, ασφαλώς!
Έχει μια κάποια γνώση
η απόγνωση.
*Πηγή: bibliotheque.gr
Συναντηθήκαμε με τον ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη και συζητήσαμε εφ’ όλης της ύλης.
Πώς είναι να είσαι καλλιτέχνης στην Ελλάδα του 2016;
Φαντάζομαι όπως σε κάθε εποχή, ευαίσθητος παρατηρητής και ταυτόχρονα αποσυνάγωγος. Έχεις να αντιπαλέψεις τη γνωστή Κ.Δ.Ο.Α. (Κτηνώδη δύναμη-Ογκώδη άγνοια), όπως έλεγε και ο Π. Σιδηρόπουλος, που ασφαλώς κλιμακώνεται από την έλλειψη παιδείας και τον ευτελισμό της πνευματικής ζωής.
Διαβάζει ο κόσμος ποίηση;
Ζούμε την υποχώρηση των ανθρωπιστικών επιστημών. Την επικράτηση των αριθμών, των τεχνοκρατών. Έναν καπιταλισμό που τρώει την ουρά του, και αναγεννιέται μέσα από πολέμους, για να στεριώσει ακόμη πιο βάναυσα τα συμφέροντα των λίγων σε βάρος των πολλών. Ίσως φαίνεται παράδοξο, αλλά χρειαζόμαστε περισσότερο την ποίηση όσο το εφιαλτικό αυτό σκηνικό γιγαντώνεται. Τα στατιστικά στην Ελλάδα, ως προς τις πωλήσεις ποιητικών συλλογών, αν εξαιρέσουμε κάποιους πολύ γνωστούς ποιητές, είναι μάλλον απογοητευτικά. Αλλά το παιχνίδι έχει ήδη μεταφερθεί αλλού, στο διαδίκτυο, όπου διαπιστώνεται εντυπωσιακή κινητικότητα.
Το διαδίκτυο έχει βοηθήσει τους καλλιτέχνες ή τους έχει δυσκολέψει μέσα από την υπερσυσσώρευση πληροφοριών;
Και τα δύο. Βέβαια, έδωσε βήμα και χώρο έκφρασης σε πολύ αξιόλογες φωνές, ταυτόχρονα όμως προώθησε και την παραλογοτεχνία και την υποκουλτούρα γενικότερα, ως αντανάκλαση της προβληματικής κατάστασης που γεννά η έλλειψη παιδευτικού προσανατολισμού. Υπάρχει μια αμετροέπεια και μια κουραστική φλυαρία σε όλο αυτό.
Γιατί γράφετε ποίηση;
«Δεν έχω ιδιαίτερα ταλέντα. Είμαι μονάχα παθιασμένα περίεργος», έγραφε ο Αϊνστάιν σε κάποια επιστολή του. Είναι η περιέργεια για τις λέξεις και το πώς μπλέκουν αναμεταξύ τους, συχνά «με τρόπο διαφορετικό των σκέψεων», όπως αναφέρω σε ένα ποίημα. Δηλαδή, ακριβώς αυτό, το αναπάντεχο. Από αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις. Αυτή είναι η γοητεία του ποιήματος.
Τι σημαίνει για σας έρωτας;
Κάτι παρόμοιο. Οι λέξεις όμως έχουν υπομονή. Έχουν μια κάποια μπέσα.
Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος;
Η ομοιομορφία του αμετάκλητου.
Στο ποίημα σας «Κατά μόνας» παρουσιάζετε τον εαυτό σας αθέατο να επιχειρεί μιαν επανάσταση. Πρώτος εχθρός εσείς ο ίδιος. Αισθάνεστε αθέατος στον κόσμο και τι είναι αυτό που θέλετε να αλλάξετε;
Ο καλλιτέχνης, εάν μιλάμε για γραφιά, πρέπει να είναι αθέατος. Δεν λειτουργεί διαφορετικά. Ως πολίτης, δεν μένω αμέτοχος. Αλλά έχω πληρώσει ακριβά τις αυταπάτες μου. Θα ήθελα να εκμηδενιστεί η τυφλή πίστη, ο φανατισμός και ο πόνος που γεννά. Αλλά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον. Βαδίζουμε αντιστρόφως…
Θεωρείτε την ποίησή σας στρατευμένη;
Στη συνείδησή μου, που βρίσκεται εναντίον κάθε αδικίας και καταπίεσης. Δίπλα και μαζί με κάθε άνθρωπο που υποφέρει. Αλλά χρειάζεται και κάτι λίγο πιο χειροπιαστό… Χρειάζεται περισσότερο σκάλισμα πίσω από τα φαινόμενα, πέρα κι από την ίδια την ποίηση. Μια ουσιαστική αποτίμηση των πράξεων.
Τελικά, πού κρύφτηκε το καλοκαίρι;
Κάποιος μας κουβάλησε μακριά του.. Κι είναι ο χρόνος. Θυμάμαι τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων με νοσταλγία. Ήταν πολύ διαφορετικά, πολύ πιο ανέμελα, σε μια εποχή σχεδόν αφελή, αλλά ασύγκριτα πιο απλή και ανεπιτήδευτη. Πράγματι, δεν θυμάμαι τι ονειρευόμουν τότε. Φαντάζομαι… κάτι γοητευτικά αφελές.
Ποιο το νόημα της αυγής;
Και τούτη τη λέξη, δυστυχώς, μας τη λέρωσαν… Υποθέτω, η έκπληξη κάθε καινούργιας μέρας. Αρκεί να μην έρχεται όπως εκείνη της μαρμότας… Να μη βουλιάξουμε στο βούρκο της συνήθειας, της αναβλητικότητας, του εύκολου και του χυδαίου (ακούγεται διδακτικό; το λέω για να το ακούω!).
Η ποίησή σας περιέχει πολλές εικόνες της φύσης. Ποια η σχέση σας μαζί της;
Αγαπώ τη φύση και κυρίως τη θάλασσα. Δεν περνά, ωστόσο, μέσα στο έργο μου Σαχτουρικά, αλλά -ας πούμε- με τον αισθητικό τρόπο ενός υπαιθριστή ζωγράφου. Η επιλογή του «κάδρου» συναρτάται, όπως είναι ευνόητο, με την -εξόχως ευμετάβλητη- ψυχική μου διάθεση.
Θα θέλατε να μας εισαγάγετε λίγο στο ποιητικό σας εργαστήρι;
Οποιοδήποτε τετράδιο ή πρόχειρο χαρτί, οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Διατηρώ μια «εργαλειακή» βιβλιοθήκη, στο πατρικό μου σπίτι, με λογοτεχνικό-φιλολογικό κυρίως προσανατολισμό και αρκετά βιβλία σπουδών. Τη συλλογή «Ευλύγιστες μελαγχολίες», για παράδειγμα, την έγραψα σχεδόν εξολοκλήρου σε εξωτερικό χώρο, στα διαλείμματα του ανασκαφικού έργου, συχνά υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες.
Ποιες είναι οι επιρροές σας;
Οι ποιητές του Μεσοπολέμου, όχι μόνον οι κάπως πιο εμβληματικοί, μα και οι λησμονημένοι τραγουδιστές. Ξεχωρίζω τον Μ. Παπανικολάου. Παλιοί κι αξεπέραστοι μάστορες, επίσης, όπως ο «δάσκαλος» Κ. Βάρναλης. Ο Καρυωτάκης -απαραιτήτως- στην απέριττή του μεγαλοπρέπεια. Ο Αναγνωστάκης, στο πεζολογικό του ύφος, στον αυθόρμητο πολιτικό του προβληματισμό. Σίγουρα, ο σαρωτικός Σουρής, με τον πηγαίο σαρκασμό του, κι ας τον χαρακτήρισαν υποτιμητικά στιχοπλόκο…
Ποια η γνώμη σας για την σύγχρονη Ποίηση;
Οι κριτικοί του μέλλοντος θα έχουν πολλή και απαιτητική δουλειά… Φαντάζει πραγματικά τιτάνια η προσπάθεια πλήρους εποπτείας της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Αν κανείς συνυπολογίσει το γεγονός ότι σήμερα δεν γράφονται κριτικές, αλλά χάδια, στη λογική του «να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι», το συγκεκριμένο έργο καθίσταται δυσκολότερο. Ας μη γελιόμαστε, το 70-80% είναι σκουπίδια (γιατί όχι και ευπώλητα, υπό προϋποθέσεις). Και μεγάλη ευθύνη για αυτό φέρουν οι εκδοτικοί οίκοι, που έπαψαν, σε μεγάλο βαθμό, να «φιλτράρουν» τα γραπτά. Άλλωστε, με ποια κριτήρια; Πόσοι, στα σοβαρά, ασχολούνται;
Πληθυντικός
Οι πληρωμένοι στίχοι
Τα αραδιασμένα λόγια
Οι εκλεκτικές συγγένειες
Τα σόγια
Οι χαλαρές ενότητες
Οι τρυφερές κενότητες
Τα αβέβαια δρομολόγια
Οι αναχωρητές
Οι ανακαινιστές
Τα ιστολόγια
Οι νανουριστικές κοινοτοπίες
Οι φιλαυτίες
Οι ναυτίες
Πώς φαντάζεστε το μέλλον;
Οι μηχανές θα κυριαρχήσουν. Είναι αναπότρεπτο. Η πλήρης εξάρτηση και άρα υποταγή στην τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μακριά. Και δεν το λέω εγώ. Είναι φόβος-πρόβλεψη του Stephen Hawking. Ως τότε, ας χαρούμε όσο μας απομένει.
Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τις τρεις ποιητικές συλλογές, που έχετε εκδώσει;
Για την ακρίβεια είναι έξι. Καλύπτουν μία περίοδο επτά χρόνων (2008-2015). Οι τρεις πρώτες (Διαθέσεις, Ιχθύων λόγος, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες) από το University Studio Press, η τέταρτη (Ευλύγιστες μελαγχολίες) από το Vakxikon.gr, και δυο e-book (Εφημερόπτερα, 24γράμματα και Η ασφαλής ομήγυρη, Αυτοέκδοση). Προτιμώ, όμως, να αφήσω το έργο να μιλήσει για
Ετοιμάζετε κάτι καινούριο αυτή την περίοδο;
Υπάρχει μία πρόσφατα ολοκληρωμένη συλλογή. Βρίσκομαι εδώ και μερικούς μήνες σε συνεννοήσεις για την έκδοσή της. Και μάλλον δεν επιθυμώ να βγάλω άλλη. Ίσως μάλιστα είναι ήδη πολλές.
Θα θέλατε να στείλετε κάποιο μήνυμα στους αναγνώστες σας;
Τους τιμώ και τους ευχαριστώ, όπως και εσάς, για τον πολύτιμο χρόνο που μου διαθέσατε. Ειλικρινά, απόλαυσα τις ερωτήσεις σας. Επηρεασμένος από το αγαπημένο μου τοπίο, βλέπω στο Αλλιώς ένα ζεστό, φιλόξενο λιμάνι, γεμάτο φωνές, μυρωδιές και πολύχρωμα φώτα.
Εμείς σας ευχαριστούμε, για την εξαιρετική συνεργασία. Με ποιο τραγούδι θα θέλατε να κλείσουμε την συνέντευξη;
Με το All The Way to Reno, των REM.
Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!
Όμως
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.
Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστός.
(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).
Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο
καθισιό,
Γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.
Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
Στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που από το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!».
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;».
Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται,
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.
Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό του καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!».
***
ΞΕΣΥΝΕΔΡΙΑΣΜΕΝΟΙ
Μόλις η νύχτα γίνει αυγή,
βλέπω καθημερινά:
κάποιος στη διεύθυνση,
κάποιος στην επιτροπή,
κάποιος στην πολιτική,
κάποιος στη μορφωτική,
στα ιδρύματα ο λαός σκορπά.
Οι χαρτοϋποθέσεις πέφτουν βροχή,
μόλις στο κτίριο περάσεις:
ξεχωρίζοντας καμιά πενηνταριά –
τις πιο σοβαρές! –
οι υπάλληλοι σκορπάνε στις συνεδριάσεις.
Εξανίσταμαι:
«Δεν μπορούν ακρόαση να μου παραχωρήσουν;
Γυρίζω από την τάδε εποχή». –
«Ο σύντροφος Ιβάν Βάνιτς συνεδριάζει –
στην Τεό και Γκουκόνα».
Οργώνεις σκάλες εκατό.
Ο κόσμος σκοτεινιάζει.
Πάλι:
«Παρήγγειλαν να ‘ρθείτε σε ώρα μία.
Συνεδριάζουν:
Μελανοδοχείων αγορά.
Για τον Επαρχιακό Συνεταιρισμό».
Σε ώρα μία:
Ούτε γραμματέας,
ούτε γραμματίνα πια –
άδεια!
Όλοι μέχρι 22 ετών
στη συνεδρίαση της Κομσομόλ.
Έχει νυχτώσει, σκαρφαλώνω ξανά
στο πάνω πάτωμα του εφταώροφου κτιρίου.
«Ήρθε ο σύντροφος Βάνιτς Ιβάν;» –
«Είναι στη συνεδρίαση
του α-β-γ-δ-ε-ζ συνεργείου».
Μανιασμένος
για τη συνεδρίαση
σαν χιονοστιβάδα ορμάω,
άγριες κατάρες στο δρόμο ξερνάω.
Και βλέπω:
κάθονται άνθρωποι μισοί.
Ω διαολόπραμα!
Πού είναι το άλλο μισό;
«Τους σφάξανε!
Τους σκοτώσαν!»
Τρέχω ουρλιάζοντας.
Από τη φοβερή εικόνα σάλεψε το λογικό.
Κι ακούω
Την ηρεμότατη φωνούλα του γραμματέα:
«Βρίσκονται σε δυο συνεδριάσεις ταυτοχρόνως.
Σε μια μέρα
συνεδριάσεις είκοσι
πρέπει να προφτάσουμε.
Έτσι αναγκαζόμαστε να κοβόμαστε στα δυο.
Μέχρι τη μέση εδώ,
και το υπόλοιπο
εκεί».
Απ’ τη συγκίνηση ο ύπνος δε με πιάνει.
Νωρίς το πρωινό.
Με τα’ όνειρο την πρώιμη αυγή προϋπαντώ:
ακόμα
μία συνεδρίαση
για να καταργηθούνε όλες οι συνεδριάσεις!».