Ηλίας Λάγιος, Ποιήματα

{..κατανυκτικώς}
.
Σ’ αυτό το διψασμένο το ξενύχτι,
σπαράζω,σαν το ψάρι μες στο δίχτυ.
Το ξέρω.Απόψε θα με σώσει η τέχνη.
Παραμιλώ.Γαμώ την ομορφιά σου.
.
════════════
.
(συλλογή Ασκήσεις Ι — ΙΧ)
.
Τραγουδώ την Αθήνα την ιοστέφανον,το έφηβο Παρίσι,
το Πεκίνο των τριακοσίων γενεών,τη Μόσχα με τα σαμοβάρια της,το σιωπηλό
Τουμπουκτού,το Σίδνεϋ,το γκρίζο Λονδίνο,τη Βαγδάτη λουσμένη μ’ αστέρια,
το Δελχί,τη Βιέννη,το Χαρτούμ,τη Ζανζιβάρη των σουλτάνων,το Κεμπέκ,
την εκπάγλου καλλονής Έδεσσα,την Πράγα,το Κατάρ,την Καμπέρα,τη Λίμα,
το Τόκιο,τη Νέα Υόρκη,την Άρτα
κενοτάφιο και ροδώνα της ανθρωπότητας.
.
Τραγουδώ τον Έκτορα,τον Αλκιβιάδη,τον Κατιλίνα,τον Βρούτο,
τον Ροβεσπιέρο,τον Σαιν Ζυστ,τον Λασάλ,τον Μπακούνιν,τη Λούξεμπουργκ,
τον Βελουχιώτη,τον Γκεβάρα.
.
Τραγουδώ το Νείλο,τον Ευφράτη,τον Αμαζόνιο,το Μιζούρι,τον Άραχθο
το μέγα ποταμό,τις λίμνες,τους ωκεανούς,όλα τα νερά,
τραγουδώ τα δάση,τα βουνά,
παν ορατό και μέγα.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Έρημη Γη)
.
Η νύχτα άπλωσε ξανά,υποταγμένη,εντροπαλή,
και βρόντησεν ο κεραυνός το μέγα γράμμα.
Ε
Επανάσταση: Τι έχουμε προσφέρει;
Σύντροφε,τρανεύει το αίμα την καρδιά μου.
Η ωραία τόλμη μιας ζωής εξεγερμένης
που μια αρχαία φρόνηση ποτέ δεν θ’ αναιρέσει
μ’ αυτή,μόνο μ’ αυτήν,έχουμε υπάρξει
που κανείς δε θα αναφέρει στα παιδιά μας.
Και μόνο εμείς θα ξέρουμε με το τριζόνι νεκροπομπό.
Κι αύριο μια χασισωμένη ανθρωπότητα να δημιουργεί
με το ίχνος των κορμιών μας.
Ε
Έρωτας: Άκουσα τα βήματά σου
ένιωσα το χέρι σου στο χέρι μου.
Με την άρνησή του άλλου,βεβαιώνοντας τη
φυλακή σου.
Με τη μοναξιά του άλλου,σακατεύοντας τη
φυλακή σου.
Μόνο τώρα που πήρε να φεγγίσει,ένα δάκρυ
για μια στιγμή ζωντανεύει τον τρόμο Πηνελόπης.
Ε
Ελευθερία: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
χαρούμενο,στο χέρι που το στρέφει.
Η πρόσκληση ήταν γαλήνια,κι η καρδιά σου
ανταποκρίθηκε
χαρούμενα στην πρόσκληση,κυβερνημένη,
κυβερνώντας
την ύστατη κυριαρχία.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Έρημη Γη)
.
Βγήκα απ’ το αμφιθέατρο.
Ξυπνώντας,πίσω μπρος και πλάι μου τα πλήθη.
Να βγάλουμε τον κόσμο από την τάξη του.
Λύκε,λύκε είσαι εδώ;
Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι,ηυθέμεθλον.
Άνδρ’ αγαθόν περί ή πατρίδι μαρνάμενον.
Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων.
Ξηρά οστά όντα ανθρώπινα,εν αυτοίς σάρκα
ανέδειξα και ψυχήν.
.
Επανάσταση.Έρως.Ελευθερία.
Θάνατος. Θάνατος.
Αθάνατος.
Σύντροφοι.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Μουζικούλες)
.
Ιδού,λοιπόν εγώ,φτασμένος
εκεί που σώθηκαν τα νιάτα μου.Μην έχοντας
τίποτε για δικό μου,μην κατέχοντας
καν υλικά αγαθά.Ν’ αναλογίζομαι το τίμημα
της άλλοτε χαράς.Ζυγίζοντας και κρίνοντας
τις πράξεις και τα έργα μου.
Ζυγίζοντας και κρίνοντας.
Ω σκοτάδι,σκοτάδι,σκοτάδι
στριγγή πνευματική καταχνιά,άναστρε θόλε,ευλογημένη
δύναμη που ήσουν κι όχι πια, φτωχή κι αλλοιωμένη
υπόμνηση της δύναμης,φωνή που υπομένει,
κουλή,ταγγισμένη φωνή,χρυσοκέντητο ξεσκισμένο υφάδι,
γρατσουνισμένη πυρά,λιγδιασμένη πηγή,σταματημένο χάδι,
μαρτυρικό κι ανήμπορο,νέκυιο σημάδι,
ανύποπτη έκταση των χεριών στην οικουμένη.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
ΥΓ
{..κατανυκτικώς}
.
Αναλογίζομαι αν ο Κύριος των δυνάμεων μπορέσει,κάποτε,να με συγχωρήσει.
Γνωρίζω,όμως,ότι εγώ δεν θα συγχωρέσω,ποτέ,Αυτόν.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●▬▬▬▬▬▬▬●
.
*Ηλίας Λάγιος,συγκεντρωτικός τόμος Ποιήματα,εκδόσεις Ίκαρος,2009.

**Αναδημοσίευση από τη σελίδα της Anna Doulia στο facebook.

Κική Δημουλά, Τα «υπέρ» της συνήθειας

Με φόρεσες –σε φόρεσα,
εκλογή μονοφόρι.
Πρώτα απ’ την καλή.
Με γύρισες μετά το μέσα έξω,
είχαν παρατριφτεί οι άκρες και οι μόστρες,
είχαν στραβοστομιάσει κι οι κουμπότρυπες
–θυμίζανε σιωπές ξεχειλωμένες–
απ’ το πολύ το κούμπωνε ξεκούμπωνε
την προφύλαξη, την επιφύλαξη,
τη διαφύλαξη κούμπωνε ξεκούμπωνε
τις ασταθείς των ημερών θερμοκρασίες
στα βαριά της χρονικότητας κλίματα.
Σκιστήκανε κι οι τσέπες,
χώναν εκεί τα ξυραφάκια τους
οι σκέψεις των χεριών.
Πάλι με γύρισες μετά –σε γύρισα
πάλι το έξω μέσα,
σάμπως οι πριν φθορές
να ’χαν στο μεταξύ ξεκουραστεί
και γιάνει,
και μια που το παλιό
δεν έχει πια καλή κι ανάποδη.

Όσο για το πού θα χτυπήσεις
και πού θα χτυπηθείς,
κανένα πρόβλημα.
Ούτε και τούτο έχει πια
όψη κι ανάποδη.
Έχει κι αυτό παλιώσει
–μέσα έξω γυρισμένες
τόσες φορές οι σφαίρες.

*Από τη συλλογή “Το τελευταίο σώμα μου”, Εκδόσεις Κείμενα (1981), Β´ έκδοση Στιγμή (1989).

ANTHOLOGY OF NEOHELLENIC POETRY

vequinox's avatarManolis

Tolis Nikiforou

ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ

Σ’ αγάπησα

σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια

στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα

σε συγκεντρώσεις απεργών

σε διαδηλώσεις φοιτητών

στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας

είναι γραμμένο τ’ όνομά σου

στις προκηρύξεις που μοιράσαμε

στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε

και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ’ αγάπησα, σύντροφέ μου,

η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου

η αγωνία μου σου ανήκει.

ENCHANTED SOUL

I fell in love with you

in the dirty neighborhood, in the factory

and on the colorless surface of cement

behind the street barricade

mixed in the strikes of the workers

during the student demonstrations

in the hallways of the courts

in secret meetings

in the darkness of the night

your name was written

in the fliers we distributed

on the red posters we put up on walls

and in the logs of the police force

View original post 33 more words

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος, Το φράγμα της μνήμης

Η μνήμη δεμένη
σὲ ἕνα κόκκινο μαντήλι.
Ἀκριβὸ κομπόδεμα.
Κρατᾶ μέσα της
βλέμματα καὶ στιγμὲς καὶ λέξεις
σφιχτοδεμένα.
Ἕνα κομπόδεμα κρυμμένο
μέσα στὸν κόρφο.
Ἀκουμπᾶ ἀνεπαίσθητα
στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς καὶ ξυπνάει,
σὰν ἀνοίγεις τὴν πόρτα καὶ στέκεις
στὸ κατώφλι τῆς νύχτας ἀνυποψίαστος,
κάτω ἀπὸ τὸν ἔναστρο οὐρανό.
Εἶναι ἡ στιγμή, ποὺ νιώθεις
τὸ βάρος τοῦ πράγματος:
περπατᾶς μόνος μὲ τὸ δικό σου φορτίο!
Μὲ τὴν πείνα σου καὶ τὴν δίψα σου
τὸ κομπόδεμα αὐγατίζει·
στιγμὲς ποὺ κατατίθενται ἁπαλά
ἡ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη
ἀκριβὰ βλέμματα κρυφὰ φυλαγμένα.
Ὥσπου φτάνει ἕνας καιρὸς
καὶ κάποιο χέρι λύνει τὸ κόκκινο μαντήλι·
τὸ φράγμα ὑποχωρεῖ
–σκύβεις ν’ ἀκούσεις τὴ βουὴ τοῦ χρόνου ποὺ περνᾶ–
σὰν μαῦρο ποτάμι ποὺ κυλάει μὲ ὁρμή.
Ὅλα γλιστροῦν μπροστά,
οἱ στιγμὲς, καὶ τὰ βλέμματα, καὶ οἱ λέξεις πηδοῦν
ἀπὸ τὰ βλέφαρα στὸ κενό.
Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ χέρι ποὺ ἀδειάζει
τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ βιός της;

*Από την ομώνυμη ποιητική συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Οροπέδιο”.

Για μια ανοικτή δημιουργική προσέγγιση της λογοτεχνίας ως γραφή και ως ανάγνωση

Του Κ.Σ.

Ο Φιλήμονας Πατσάκης στο δοκίμιο του «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους. Λογοτεχνία και αυτεξούσιο» επιχειρεί να πλεύσει μέσα στην περιπέτεια της γραφής, της ανάγνωσης και της ερμηνείας των λογοτεχνικών έργων, σ’ ένα ταξίδι που κινείτε ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα και με μια ανοιχτότητα που αποστρέφει το βλέμμα της από κάθε κλειστή ερμηνεία. Που έρχεται σε ρήξη με κανόνες και «επιστημονικές» προσεγγίσεις που αξιώνουν εγκυρότητα λόγο του ρόλου τους και της θέσης τους στο στερέωμα του υπάρχοντος τρόπο σκέψης.

Όντας σε μια τέτοια πολεμική με τις μονοσήμαντες προσεγγίσεις που βασίζονται σε ακαδημαϊκού τύπου κανονικοποίησης της αισθητικής ή της ιδεολογικής της χρήσης, ο Πατσάκης προσπαθεί να αναδείξει την γραφή, την ανάγνωση αλλά και την ερμηνεία ως ανοικτές δυναμικές, δημιουργικές και πολυφωνικές διαδικασίες.

Ακριβώς σ’ αυτές τις πολύμορφες διαδικασίες είναι που εντοπίζει την ικανότητα κάποιων λογοτεχνικών έργων να αντέχουν στο χρόνο και να επιβιώνουν πέρα από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα και τις προθέσεις του ίδιου τους, του συγγραφέα.

Σ’ αυτήν την προσέγγιση όπως θα δούμε παρακάτω μεγάλη σημασία έχει η αυτονομία όχι μόνο του έργου αλλά και των ίδιων των προσώπων που αναδύονται μέσα από αυτό, καθώς τα νοήματα, οι πράξεις και οι προθέσεις των μυθιστορηματικών προσώπων είναι τα ίδια διακυβεύματα τις συνεχής διαδικασίας της ανάγνωσης.

Αναζητώντας λοιπών μια γενεαλογία της ίδιας της γραφής, χωρίς καμία αξίωση αντικειμενικότητας ή επιστημονισμού, ο συγγραφέας επιχειρεί μια περιοδιολόγηση της γραφής και της συγκρότησης της αφήγησης προσπαθώντας να αναδείξει την εμφάνιση αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία και πως αυτή η εμφάνιση συνδέθηκε με τις κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν στην ανθρώπινη ιστορία από τον ύστερο μεσαίωνα και την ανάδυση του καπιταλισμού.

Η παρούσα παρουσίαση του βιβλίου, δεν είναι παρά η περίληψη μιας δημιουργικής ανάγνωσης.
Η εμφάνιση της τυπογραφίας στα μέσα του 15ου αιώνα και η χρήση της καθομιλουμένης γλώσσας έδωσε την υλική βάση για την εμφάνιση της λογοτεχνίας, δηλαδή την δυνατότητα ένα κείμενο να διαδοθεί τόσο πολύ διά μέσω του γραπτού και όχι του προφορικού λόγου και έδωσε έναν κομβικό ρόλο στον συγγραφέα. Είναι όμως η κομβικότητα που αποκτάει το άτομο και οι αγωνίες του μέσα στον αναδυόμενο καπιταλισμό που θα παίξουν τον καθοριστικό ρόλο για την εμφάνιση της λογοτεχνίας. Μια ατομικότητα που αναζητά την ρήξη με το προκαθορισμένο πεπρωμένο, που αμφισβητεί την καθεστηκυία τάξη, αλλά ταυτόχρονα γεμίζει από υπαρξιακές αγωνίες καθώς νιώθει όλο και πιο πολύ την αστάθεια ενός κόσμου που πλέον τίποτα δεν είναι δεδομένο και αιώνιο.

Το βιβλίο επικεντρώνεται σε κάποιους συγγραφείς και μερικές φορές μάλιστα σε κάποια συγκεκριμένα έργα τους. Χωρίς όμως να ξεχνάει να κάνει εκτενείς αναφορές στο ιστορικό πλαίσιο αλλά και την γενικότερη κίνηση των ιδεών των πολιτικών και των φιλοσοφικών ρευμάτων που έρχονται σε αλληλεπίδραση με τους συγγραφείς και το έργο τους. Ο σκοπός δεν είναι να κάνει μια πλήρη παρουσίαση, μέσα από επιστημονικές μεθοδολογίες ή φιλολογικού τύπου αναλύσεις. Αλλά να εστιάσει σε εκείνα τα στοιχεία που ο θεωρεί ότι αναδεικνύουν την υπαρξιακή ένταση της λογοτεχνίας και των διαδικασιών που την συγκροτούν.

Ο Ραμπελέ με τα φαρσικά και μπουφονικά του στοιχεία θα αναδείξει το γέλιο και την σάτιρα ως την δύναμη της υπονόμευσης της εξουσίας. Τα έργα του διέπονται από την εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και την σωματική διάσταση της ευτυχίας. «Ο άνθρωπος δεν γεννιέται αλλά γίνεται» θα φωνάξει ο Γαργαντούα, φέρνοντας μας μπροστά στην δυναμική των ίδιων των πράξεων μας που μας κάνουν αυτό που είμαστε. Ο Ραμπελέ είναι ίσως από τους πρώτους που υπονομεύουν την προαιώνια ενοχή με την οποία μας έχει διαποτίσει ο χριστιανισμός.

Οι αναφορές του Πατσάκη στον Έρασμο, στον Μοντένιο, στον Μακιαβέλι, στον Χομπς, στον Τζον Λοκ, στον Καρτέσιο, τον Τόμας Μουρ και τόσους άλλους γίνονται ακριβώς για να δείξει την ένταση των ιδεών που έχουν έρθει στο προσκήνιο και πως διεκδικούν την θέση τους στην διαμόρφωση του κόσμου των ανθρώπων.

Όμως στην πραγματικότητα το βιβλίο ξεκινάει με μια από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα του τον «Δον Κιχώτη» και τον δημιουργό του τον Θερβάντες. Ξέροντας πολύ καλά ότι ο πρώτος κατάφερε να επισκιάσει τον δεύτερο, ο ήρωας ή μάλλον καλύτερα ο πρώτος αντί- ήρωας ο Δον Κιχώτης έχει σίγουρα μεγαλύτερη φήμη από τον δημιουργό του, το Θερβάντες.

Ο Δον Κιχώτης αυτός ο σιωπηλός πολυλογάς που περιπλανιέται μέσα στις ερημιές αρνούμενος να αποδεχθεί τον κόσμο όπως είναι. Θα σταθεί απέναντι στην εξουσία και την αδικία φτιάχνοντας τους δικούς του κόσμους που όμως τέμνονται και δίνουν τις δικές του ερμηνείες για τον υπαρκτό κόσμο. Ο Δον Κιχώτης δεν στέκεται απλά στις ερμηνείες του αλλά αναλαμβάνει δράση για να διορθώσει όσα θεωρεί λάθος με βάση αυτές. Συντρέχει τους αδύναμους και τους απροστάτευτους είτε έχουν δίκιο είτε άδικο, ακόμα και αν χρειάζεται να έρθει σε σύγκρουσή με την ίδια την βασιλική εξουσία, ακόμα και αν κινδυνέψει να λοιδορηθεί και κατατρεχθεί από αυτούς που βοήθησε. Η τρέλα του είναι μια μορφή διαμαρτυρίας απέναντι σ’ ότι τον καταπνίγει, απέναντι στον ίδιο το θάνατο.

Επιλέγει όχι απλά να θέσει το ερώτημα του «γιατί;» αλλά να δώσει και την απάντηση του «γιατί όχι;» θέτοντας το ζήτημα όχι να ερμηνεύσει τον κόσμο αλλά να τον αλλάξει.

Όμως και λογοτεχνικά ο Θερβάντες με τον Δον Κιχώτη κάνει μεγάλες τομές που ακόμα είναι ζητούμενο για όσους επιχειρούν να μπουν στο ταξίδι της γραφής. Έπαιξε με τις μορφές, την εναλλαγή του αφηγητή, ανακάτεψε τις οπτικές γωνίες, έβαλε σε διάλογο το πραγματικό με το φανταστικό, έκανε πειράματα με τη γλώσσα και τον αφηγηματικό χρόνο, με κορυφαία στιγμή εκεί ο Δον Κιχώτης αναγνωρίζει το ίδιο του το βιβλίο μέσα στο τυπογραφείο. Οι δυο βασικοί του ήρωες, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο δεν είναι κάποιοι στατικοί χαρακτήρες αλλάζουν καθώς συζητούν και εμπλέκονται στις περιπέτειες τους.

Το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσται η ιστορία του Δον Κιχώτη είναι αυτό του λαού, οι χωριάτες, ο πανδοχέας οι μικροαπατεώνας.

Και αν το περιβάλλον που γράφει ο Θερβάντες είναι αυτό της παρακμής της Ισπανικής αυτοκρατορίας η Αγγλία στην εποχή του Σαίξπηρ είναι και αυτή σε μεγάλη ταραχή. Ο «Ελισαβετιανός συμβιβασμός» φέρνει κοντά την αστική και την φεουδαρχική τάξη, οι επιδημίες χολέρας, η οικονομική κρίση και οι λαϊκές εξεγέρσεις αφήνουν το δικό τους στίγμα. Μια ατμόσφαιρα ανησυχίας, απογοήτευσης και κυνισμού είναι διάχυτη.

Ο Σαίξπηρ αγαπάει από παιδί το θέατρο το οποίο από τους περιοδεύοντες θιάσους αρχίζει να απόκτα μόνιμες έδρες. Ο έμμετρος στοίχος δίνει την θέση του στον ανομοιοκατάληκτο ο οποίος δίνει περισσότερο περιθώριο στην ίδια την ερμηνεία. Οι ηθοποιοί αρχίζουν να εξερευνούν την προσωπικότητα των χαρακτήρων που υποδύονται. Περνάμε από τις μεσαιωνικές ηθικολογίες στο ιστορικό δράμα. Το θέατρο διατηρεί την λαϊκότητα του ως τέχνη και μ’ αυτό τον τρόπο επηρεάζει τις απόψεις που κυοφορούνται στην κοινωνία και εισπράττει την εχθρότητα της εξουσίας.

Η ελισαβετιανή τραγωδία που εμφανίζεται αυτή την εποχή διαφοροποιείται από τη αρχαία στο ότι η μοίρα του ήρωα πηγάζει προπαντός από τον ίδιο του τον χαρακτήρα και δεν είναι αποτέλεσμα των αλλαγών της που επιβάλλονταν έξωθεν και άνωθεν όπως στην αρχαία τραγωδία, όπου τα πάντα εξελίσσονται γύρω από μια προεπιλεγμένη σύγκρουση.

Στον Σαίξπηρ οι χαρακτήρες αναπτύσσονται ποικιλόμορφα καθώς συμμετέχουν ενεργά στην διαμόρφωση του περιβάλλοντος και της μοίρας. Στα έργα του ο Σαίξπηρ βασίζεται πολύ στην δημιουργία στιγμών καθημερινότητας οι οποίες δομούν το τραγικό καθώς παράγουν ερωτήματα και αμφισημίες. Έχουμε να κάνουμε με ρευστές καταστάσεις στις οποίες μετέχει ο περίγυρος, οι σχέσεις των πολύπλευρων χαρακτήρων.

Ο Άμλετ στέκει ενεργά αποσβολωμένος από την καθοριστικότατα των στιγμών. Μην μην έχοντας βεβαιότητες, ξανοίγεται στο μοιραίο ταξίδι με πλήρη επίγνωση αλλά και απόγνωση. Ποίος είμαι;
«Να ζει κανείς ή να μην ζει». Κι όμως δεν είναι αυτή η κυρίαρχη απορία στον Άμλετ, το πραγματικά μεγαλειώδες ερώτημα που δεν εκστομίζεται πότε αλλά στοιχειώνει το έργο και από τότε τον άνθρωπο, είναι το πως ζεις. Η απάντηση σ’ αυτό δεν βρίσκεται πουθενά. Τα ερωτήματα τίθενται και οι απαντήσεις υπεκφεύγουν.

Το πλήθος των ερμηνειών του Άμλετ που παραθέτει ο συγγραφέας μέσα στο βιβλίο, όχι για να επικυρώσει την δικιά του ερμηνεία, αλλά για να δείξει την πολυσημαντότητα και την δυναμική τόσο του έργου όσο και της ερμηνευτικής του.

Ο Γκαίτε ζει την εποχή των μεγάλων αφηγήσεων, ζει εργάζεται και σκέπτεται μέσα σ’ έναν κυκεώνα φιλοσοφικού στοχασμού και κοινωνικών αλλαγών. Ο Καρτέσιος, ο Καντ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ο Χέγκελ κλπ είναι το φιλοσοφικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Γκαίτε προσπαθεί να αποδώσει με συναισθηματικούς όρους των φιλοσοφικό διάλογο της εποχής του.

Επηρεάζεται σημαντικά από τον Γιόχαν Χέρντερ, ο οποίος μέσα από την ασχολία του με την δημώδη ποίηση και την λαϊκή τέχνη εισάγει την θεωρία της τέχνης ως επικοινωνία. Το έργο τέχνης δεν έχει την αξία των ιδιοτήτων του αλλά είναι έκφραση ενός ανθρώπου. Για να επικοινωνήσει ο άνθρωπος χρησιμοποιεί λέξεις, όμως οι λέξεις δεν είναι δικά του επινοήματα, αλλά του έχουν κληροδοτηθεί δια μέσου ενός ρεύματος παραδοσιακών εικόνων, Μιλά για την γλώσσα και το έδαφος ως προσδιοριστικούς δεσμούς. Το έργο τέχνης σχετικοποιείται και αποβάλει έτσι την απρόσωπη χροιά και την εξάρτηση από την αιώνια αξία. Κάθε πολιτισμός έχει το δικό του κέντρο βάρους, είναι εξίσου έγκυρος και γόνιμος με κάθε άλλον. Στον Χέρντερ η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει μόνο ένα ιδεώδες ως το καλύτερο δυνατό για τους ανθρώπους φαντάζει αδιανόητη.

Η σχέση του Γκαίτε με τον ρομαντισμό και τον κλασικισμό είναι αντιφατική, τον αποκηρύσσει λέγοντας ότι «ο Ρομαντισμός είναι ασθένεια, το κλασικό είναι υγείες», αλλά ο Βέρθερος είναι ο απόλυτος ήρωας του ρομαντισμού.

Στον Φάουστ η πραγματικότητα διαλύεται σε ένα υποπροϊόν της δημιουργικής βούλησης που αναζητά μονάχα τον εαυτό της. Σε αυτό το έργο αντανακλάτε ανάγλυφα η αμηχανία του ανθρώπου που αναζητά το αιώνιο στο πεπερασμένο, την απόλυτη αλήθεια σ’ έναν κόσμο σχετικοτήτων. Ο Γκαίτε παίρνει έναν μύθο που γεννήθηκε δυο αιώνες πριν και μέσα από αυτόν αναστοχάζεται τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής του, στην γενική πνευματική αναταραχή που έφερε η επικράτηση της θρησκευτικής μεταρρύθμισης. Μέσα από τον Φάουστ έχουμε μια πρώτη υπονόμευση του διαφωτισμού. Ο επιστήμονας Φάουστ, απελπισμένος από την ανικανότητα του να αγγίξει την καθολική γνώση και να εξομοιωθεί με τον θεό διαπιστώνει τη ματαιότητα όλων των γνώσεων.

Δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γιο τους καταραμένους ποιητές τον Μπωντλέρ και τον Ρεμπώ χωρίς πρώτα να κάνουμε μια μικρή αναφορά στον Μπλέικ. Διαβάζοντας τον διακρίνουμε μια αδιαφορία για τους κανόνες, που στον Ρεμπώ θα μετατραπεί σε πλήρη ρήξη με κάθε περιορισμό. Ο κόσμος του Μπλέηκ είναι ο κόσμος της ηχηρής γιορτής μιας γιορτής που τα γέλια έχουν βαλθεί να γκρεμίσουν έναν κόσμο δουλείας, το σώμα αποζητά τη ζωή και είναι διαρκώς μαχόμενο με τον θάνατο.

Σε μεγάλο βαθμό η εξεγερτικότητα των καταραμένων ποιητών σημαδεύτηκε από την εξέγερση της Παρισινής κομμούνας. Το ερώτημα που βάζει η κομμούνα είναι τώρα που η εξουσία έπεσε τι;. Η κομμούνα ήταν η εξουσία που αρνιόταν των εαυτό της. Τα οδοφράγματα είναι ο νέος δημόσιος χώρος της επανάστασης, ο Μπωντλέρ θα τα μνημονεύσει ως τις «μαγικές πέτρες του λιθόστρωτου στοιβαγμένες σε οχυρά». Ο Ρεμπώ θα περιγράψει το επαναστατικό υποκείμενο που αυτοκαταργείται:

«Θα γίνω εργάτης, ιδέα που με κυριεύει όταν εξάψεις τρελές με σπρώχνουν στην μάχη του Παρισιού, όπου τόσοι εργάτες πεθαίνουν ακόμα και αυτή την στιγμή που σας γράφω.

Να δουλέψω τώρα.
Ποτέ μα ποτέ.
Κάνω απεργία»

Η πορεία του Ρεμπώ είναι μια πορεία διαρκούς αυτοαναίρεση, ένας κομήτης μέσα σ’ έναν επιταχυντή, όλα γίνονται πολύ γρήγορα πολύ έντονα, σχεδόν αστραπιαία. Η καταφυγή του στο διάβασμα δεν είναι παρά η διαδικασία για να κουρδιστεί το ελατήριο της εκτόξευσης. Εγκαταλείπει σχεδόν αμέσως κάθε εκφραστική περιοχή που ένιωθε κατακτημένη. Αυτό που τον απασχολεί ήταν η επινόηση μιας όλο και πιο αυθόρμητης μεθόδου γραφής, που η νόηση και η αίσθηση θα λειτουργούσαν ενιαία και παραισθητικά σε μια σχεδόν ενστικτώδη μετατροπή της εντύπωσης σε οραματική ποιητική γλώσσα. Όταν συναισθάνθηκα τα περιορισμένα όρια της λογοτεχνίας άλλαξε ζωή. Έγινε άνθρωπος της δράσης εξίσου παράτολμος και ανορθόδοξος. Αφού οι λεκτικές καινοτομίες δεν μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο σταμάτησε να ασχολείται μαζί τους. Η γοητεία του Ρεμπω είναι η γοητεία της δίχως όρια άρνησης. Η ατομική εξέγερση των ποιητών έστεκε εκθέτοντας μια ύπαρξη παθιασμένη, ονειροπόλα και αντίθετη στην αναδυόμενη πειθαρχεία της αποτελεσματικότητας.

Ο Μπωντλέρ όπως και ο Ρεμπώ κινούνται στο περιθώριο της πόλης, αντιλαμβάνονται πρώτοι τις υπόγειες διεργασίες που συντελούνται στις νέες μητροπόλεις. Την δημιουργία μιας περιθωριακής δύναμης που ίσως και να μπορεί να κουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας. Για τον Μπωντλέρ ο δρόμος είναι το σπίτι του μέσα από την περιπλάνηση ανακαλύπτει την μια νέα ομορφιά. Το Παρίσι δεν είναι γι’ αυτόν απλά ένας καμβάς σύνθεσης των έργων του, είναι το πεδίο σύγκλησης και διαρκούς σύγκρουσης της ζωής με τον θάνατο.

Ο Ρώσικος ρομαντισμός αναδύεται μέσα στο απολυταρχικό τσαρικό κράτος, που είναι ταυτόχρονα και ο φορέας του εκσυγχρονισμού και της προώθησης των καπιταλιστικών σχέσεων στην ρώσικη κοινωνία. Σ’ επίπεδο ιδεών η συγκρότηση του τσαρικού κράτους και της δυτικοποίησης του φέρνει σε αντιπαράθεση τους δυτικόφιλους και τους σλαβόφιλους. Οι δεύτεροι αναδεικνύουν το λαό ως φορέα των αλλαγών και τον βάζουν στο κέντρο των κοινωνικών διεργασιών. Ταυτίζουν την ιδέα της Ρωσίας με τον λαό και τον αναγορεύουν σε μοναδικό φορέα της αλήθειας και εχθρό του κράτους.

Ακριβώς λόγο του τσαρικού καθεστώτος και του αυταρχισμού του οι κοινωνικές ιδέες πρώτα κονταροχτυπήθηκαν στη λογοτεχνική τους αποτύπωση καθώς οι διώξεις απομόνωναν κάθε άλλο λόγο. Η λογοτεχνία αντικατέστησε τη φιμωμένη φωνή μιας ολόκληρης κοινωνίας που πάλλονταν με έντονους ρυθμούς. Αποκατέστησε έναν διάλογο καταργημένο από την εξουσία, έσωσε πνοή σε οράματα και ελπίδες.

Ο Ντοστογιέφσκι είναι καλός γνώστης των ιδεολογικών διαμαχών της εποχής του. Μέσα από την πολυφωνική γραφή του καταφέρνει και τις εντάσσει στο έργο του. Οι ήρωες του αναπτύσσουν μέχρι τέλους την προσωπικότητα τους. Ακόμα και όταν αυτό έρχεται σε σύγκρουσή με τις προθέσεις του ίδιου του συγγραφέα. Όλη η αχανής πληρότητα της ζωής διαπερνά το έργο του.

Δυο γεγονότα σημάδεψαν την ζωή του Ντοστογιέφσκι. Τα παιδικά του χρόνια που τα πέρασε στο πτωχοκομείο που εργάζονταν ο πατέρας του και το ότι στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα και γλύτωσε. Το πτωχοκομείο και τους ανθρώπους που συνάντησε εκεί, τον πόνο και την δυστυχία τους την κουβαλούσε πάντα μέσα του. Τα λεπτά μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα του έδωσαν την εντύπωση μιας αιωνιότητας, μιας απροσμέτρητης αφθονίας.

Ο Ντοστογιέφσκι θα βιώσει το άσβεστο μίσος των δουλοπάροικων απέναντι στην φθίνουσα γαιοκτησία, θα πορευτεί για χρόνια ολόκληρα μαζί με τους σκλάβους και τους κατατρεγμένους. Θα δυστυχήσει και θα πεινάσει.

Γράφει πολυφωνικά διότι ζει μέσα σ’ έναν προσωπικό συγκρουσιακό σύμπαν, αναμετριέται συνεχώς με τις πεποιθήσεις του. Αναδεικνύει τον άνθρωπο πέρα από τον θεό, πέρα από τις ευκολίες μιας στερεής βεβαιότητας, η οποία απουσιάζει όμως από τον ανθρώπινο πόνο. Οι ήρωες του δεν εκφράζουν την θέση του συγγραφέα αλλά τους δικούς τους πόθους τις δικές τους αγωνίες. Δεν δημιουργεί άφωνους δούλους των ιδεών του αλλά ελεύθερους ανθρώπους με άποψη και τη δύναμη να την υπερασπιστούν . Στον κόσμο των συγκρουόμενων συνειδήσεων ο Ντοστογιέφσκι δεν κάνει αξιολογικές κρίσεις αλλά δομεί ισότιμες συνειδήσεις. Οι ήρωες του, αλλάζουν και αυτοί μέσα στην πλοκή του έργου δεν παραμένουν στατικοί και αναλλοίωτοι, είναι εξελισσόμενες οντότητες. Η ίδια η μεταβολή των ηρώων του είναι η πλοκή του έργου.

Η δράση στα έργα του συμπυκνώνεται σε σημεία κρίσεων μεταστροφών και καταστροφών. Οι ήρωες του ζουν στο κατώφλι, στην κόψη, ποτέ με ευκολία ή άνεση. Έχουν το δικαίωμα της επιλογής καλούνται να πάρουν θέση μπροστά στα μεγάλα διλήμματα που μπαίνουν στην ζωή τους.
Ότι επέλεξε να αναδείξει ο συγγραφέα είναι αυτά θεωρεί ότι κινούνται στις ρωγμές των αποριών, στις απροσδιοριστίες και τις ριζικές αμφισημίες. Όμως το πιο σημαντικό κατά την άποψη μου σ’ αυτήν την προσπάθεια είναι η επικέντρωση που επιχειρεί στην ενεργητική ανάγνωση. Μια ανάγνωση που θα έχει την επίγνωση ότι κάθε σελίδα αλλάζει κάτι μέσα μας. Αυτή μπορεί να μετουσιώσει το διάβασμα σε μια κίνηση με απρόβλεπτες συνέπειες…

Ποιήματα | Ειρήνη Καραγιαννίδου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (5)

[ Νύχτες που μύριζαν θάνατο ]

Στα δεκαπέντε μου ή τώρα στα σαράντα / Θα ούρλιαζα με τόσο λίγο πένθος

Ξέρεις, ίσως να μην πράττουμε καλά
που αφήνουμε τις εποχές
να μετρούν την αντοχή μας
Κι επιρρεπείς τόσο δεν είμαστε
για μία τέτοια υστεροφημία
Αφού και οι εποχές βίαιες υπάρχουνε, τόσο που δεν καταλαβαίνεις
για πότε μπαίνουν μέσα σου σαν πολιτεία ολάκερη
ο μαύρος γάτος, ο τσαλαπετεινός και το σπουργίτι,
το παιδικό παιχνίδι που βρίσκει στο πατάρι ο αδερφός
Κι ό,τι κρύβεις στη μνήμη σου
σημαίνει Ψυχοσάββατο
Κι ό,τι απωθείς ποντάρει κι επιμένει σε εξάρες
Έρχεται, είπαν, πρόωρος χειμώνας
Ούτε να κλάψουμε δεν θα ’χουμε καιρό
Ποιος ξέρει αν εκείνοι ή άλλοι κυνηγοί
λόγω βιασύνης ή αφηρημάδας
θάψουνε κάποιον άλλονε
αντί για εμάς.

View original post 330 more words

Γεωργία Τρούλη, Η αίσθηση του πηχτού

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Είμαι λεκτικός θρόμβος
Μοιάζω να έχω ραφτεί στα αγγεία
Κάθε λέξη αφήνει στα αυτιά μου την αίσθηση του πηχτού
Αποσυντονίζομαι εύκολα
Συμπυκνώνομαι με ταχύτητα
Γίνομαι πίδακας ανενδοίαστα
Προκαλώ εμβολή στους αγαπημένους μου πνεύμονες
Ενίοτε δεν αναπνέω κανονικά αλλά ούτε με θόρυβο
Ψάχνω τότε μια σειρά από σημύδες από κυψελίδες
Τραχεία –Μεμβράνη και Τένοντα
Δένομαι εύκολα-Λύνομαι δύσκολα
Δεν προκαλώ πήξη του αίματος
Ούτε αφηγούμαι ροή χωρίς τίμημα
Προκαλώ κορεσμό σε οξυγόνο
Και στον ύπνο παράλυση
Δεν εντοπίζομαι –γίνομαι ο ελάχιστος
Αλλάζω μορφή σαν βουτηγμένη στο νερό πλαστελίνη
Δεν γίνομαι έμμηνος ρύμη αλλά
Θαυμάζω όσους προσφέρονται
Μία άχαρη νύξη προσπαθεί σε όλο το σώμα
Να με εντοπίσει
Διασπώμαι τότε σε μικρά σφαιρίδια σημασίας
Οβάλ –ολοστρόγγυλη -ευθεία
Αναδιπλώνομαι σε στοιβάδες ενός γεωλογικού χρόνου
Που δεν έχω την γνώση
Όταν νιώσω την τριχοειδή υποψία
Για σύνορο δέρμα αφαίρεση ακτίνα
Όριο εξαγωγή και ανάγλυφο
Γίνομαι λεία στρώση νυχιού
Αποδημία πηχτού
Και αγαπώ τις νεροτσουλήθρες

Τάσος Δενέγρης, Η άλλη εκδοχή

Τον Καζανόβα σκέφτηκα

Γέροντα πια

Να τρέχει στο συσσίτιο.

Τα πάλαι ποτέ

Πουδραρισμένα μαλλιά του

Τα παίρνει ο άνεμος.

Την φήμη του μέχρις εμάς

Αυτός δεν την γνωρίζει

Κι ούτε καμιά δεν νιώθει ευχαρίστηση

Απ’ την παλιά ζωή του.

Κι απ’ τη ζωή του των βιβλίων

Γιατί βιαστήκαμε να βγάλουμε συμπέρασμα;

Εγώ τον βλέπω να σκουπίζει με ψωμί την καραβάνα

Κι είναι κι αξούριστος

Σ’ ένα τοπίο Ζάγκρεμπ ή Τεργέστη

Με συννεφιά.

Κι όσο γι’ αυτά που λέτε

Τις ιστορίες για τον Καζανόβα

Εγώ δεν ξέρω.

23 Ιανουαρίου 1980

*Από τη συλλογή “Ακαριαία”, Εκδόσεις Ύψιλον 1985.