Ανέστης Ευαγγέλου, Θηρίο αγαπημένο
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Θηρίο αγαπημένο
[Από την ενότητα Το κακό παιχνίδι]
Θηρίο αγαπημένο, πόσα χρόνια
περάσαμε μαζί, τι νύχτες
και τι αυγές, τι μεσημέρια,
τι απόβραδα.
Τι αίμα ήπιες,
θηρίο μου, τι σάρκα έφαγες,
τι σπλάχνα σπάραξες ζεστά,
αχόρταγο πάντοτε και διψασμένο,
ακόρεστο–
κι εγώ ο τρελός ακόμα σ’ αγαπώ.
Από τη συλλογή Αφαίμαξη, ’66-’70 (1971) του Ανέστη Ευαγγέλου
Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου
Νίκος Βρεττός, Ο ύπνος της ημέρας
Βυθίζομαι αργά στον ύπνο της ημέρας
δίχως όνειρο, δίχως καημό να υπάρξω.
Το σώμα φθαρτό και η ψυχή στεγνώνει
σβήνει ολοένα η αίσθηση του κόσμου.
Οι ώρες περνούν και πέφτει το βράδυ
αύριο ίσως δε θα μπορώ να λυπάμαι.
Περνούν καθώς την έρημο οι καμήλες
μέχρι το τέλος τίποτα δε θα μείνει.
Πηγές και μνήμες μου έξω από τον ύπνο
κι όλο το πάθος για τη γέννησή μου.
…
Είχαν στα μάτια τους μια ήρεμη αγωνία
τη σάρκα ρυτιδωμένη και σκληρή.
Καθισμένοι στις εξώπορτες μιλούσαν
την ώρα που η μέρα χάνει το φως της.
Ποιος μόχθος, ποια πανάρχαια ρίζα
μέσα στην εγκαρτέρηση!
Μηρυκάζοντας αργά τη σοφία του χόρτου
οι αγελάδες γυρνούσαν στους στάβλους
φορτωμένες τον γεμάτο μαστό τους.
Σηκώνονταν ευλαβικά και προσεύχονταν όλοι.
Τώρα τα σούρουπα είναι όλα χωρίς γείτονες
καμιά ευγνωμοσύνη και καμιά εγκαρτέρηση
ένας δε θα σπάσει με τη γροθιά το τραπέζι.
*Από τη συλλογή “Ο ύπνος της ημέρας” (1973).
Ο “αποκαλυπτικός” υπερρεαλισμός του Ζ. Δ. Αϊναλή
Δήμος Χλωπτσιούδης*
Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος
ISBN:978-960-04-4801-6
Ο Ζήσης Αϊναλής είναι ένας ακούραστος καλλιεργητής στη νήσο της ποίησης. Φροντίζει το έδαφος των ελληνικών γραμμάτων δοκιμάζοντας κάθε φορά νέες ποικιλίες που δημιουργούν υβριδικά είδη, πρωτότυπα και ριζοσπαστικά. Αποτελεί μία άοκνη μορφή της νεότερης λογοτεχνικής γενιάς με διαρκή παρουσία μέσα από μεταφράσεις και προσωπικές ποιητικές συλλογές.
Μετά τη «σιωπή της Σίβας» (vakxikon, 2016, α΄ 2011), όπου αξιοποιούσε τη θρησκευτική παράδοση και τον εκφραστικό πλούτο που εκείνη παρέδωσε μέσα από τους αιώνες στη λαϊκή κουλτούρα, κυκλοφόρησε πρόσφατα μία νέα συλλογή («τα παραμύθια της έρημος», Κέδρος, 2017) που συνδέει τη βιβλική παράδοση με τη μεταμοντέρνα ποιητική γραμματεία. Υιοθετώντας το αποκαλυπτικό ύφος ο πρωτοενικός αφηγητής περιηγείται στο χώρο του ονείρου και του εφιάλτη.
Τον αποκαλυπτικό πρωτοενικό αφηγητή είχε ήδη εισηγηθεί από νωρίς ο Διονύσιος Σολωμός. Στο δρόμο αυτό οδεύει και ο Αϊναλής συνθέτοντας τη διαθηκολογική λογοτεχνία με τις σύγχρονες αναζητήσεις και τον υπερρεαλισμό. Ας μην παραβλέπουμε πως η εκκλησιαστική παράδοση τροφοδότησε τη λαϊκή τέχνη και κουλτούρα με πλήθος συμβόλων -εύληπτων στο πέρασμα των αιώνων- και με έτοιμο συναισθηματικό βάρος.
Ο δημιουργός ασπάζεται μία υπερρεαλιστική γραφή που θυμίζει με τον εκφραστικό ριζοσπαστισμό της τους πρωτοπόρους της τάσης. Επιστρατεύει τη σουρεαλιστική μεταγλώσσα ως μέσο αντιμετώπισης του παραλογισμού του ρεαλισμού. Η χειμαρρώδης συνειρμικότητά της μεταφέρει το κοινό του υβριδικού ποιητικού κειμένου στον κόσμο του ά-λογου. Με βάση την πρωτοενική μίμηση του αφηγηματικού υποκειμένου ο Αϊναλής μας ταξιδεύει στη χώρα του ονείρου.
Από τις σελίδες του υβριδικού ποιητικού έργου αναδύεται μία πλούσια ποιητική ειρωνεία. Εκτός από την φόρμα ο Αϊναλής αξιοποιήσει στο έπακρο τη μίμηση με τον πρωταγωνιστή αφηγητή και την ανοικείωση. Και το πρωτοενικό υποκείμενο, κατά το διαθηκολογικό πρότυπο, ενισχύει την παραστατικότητα μέσα στο σουρεαλιστικό πλέγμα. Ταυτόχρονα, η παρουσία του δευτεροενικού προσώπου προσδίδει μία σκηνική διάσταση.
Η υπερρεαλιστική ειρωνεία συντίθεται με την ελεύθερη γλώσσα και την πρόκληση με λέξεις και εικόνες οικείες έως αγοραίες σε μία πρόζα που διεγείρει τις αισθήσεις και τοξεύει εύστοχα το συναίσθημα στην καρδιά του κοινού. Το ερωτικό στοιχείο και η λάγνα προκλητικότητα συνυπάρχουν με ρηξικέλευθες μεταφορές που συγκλονίζουν. Εικόνες από τη φύση αναπλάθονται με τα σουρεαλιστικά πινέλα του Αϊναλή μέσα στην αποκαλυπτική μίμηση.
Εγκαταλείποντας τη μικροαστική γλωσσική ευπρέπεια και την πολιτική ευγένεια “επιτίθεται” στη λογική του ακροατή/αναγνώστη. Υπερρεαλιστικής λογικής μεταφορές, παρομοιώσεις και προσωποποιήσεις δημιουργούν μία ρευστή εικονοποιία που φέρνει το υποσυνείδητο και το ά-λογο στο προσκήνιο.
Σε έναν κόσμο γεμάτο ακατανόητες εικόνες και παράλογη συμπεριφορά, ο Αϊναλής απαντά με τον αποκαλυπτικό σουρεαλισμό. Πλήθος εικόνων και ατομικών ή κοινωνικών στάσεων/συμπεριφορών ξεπηδούν από τα ά-λογα πεζοποιήματά του. Η ταχύτατη εναλλαγή εικόνων, άλλωστε, με τη συχνή αλλαγή μικροπερίοδου λόγου και μακροσκελών περιόδων ενισχύουν τη χειμαρρώδη ροή.
*Αναδημοσίευση από το https://tovivlio.net
ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ /// ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Η ποιήτρια, φιλόλογος και θεατρολόγος Ασημίνα Ξηρογιάννη ανθολογεί 55 σύγχρονους Έλληνες ποιητές και ποιήτριες σε έναν τόμο που περιέχει ποιήματα για το θέατρο και μέσα στον οποίο συνομιλούν διαφορετικές γενιές Ελλήνων δημιουργών. Είναι η πρώτη φορά που μια ανάλογη ανθολογία εκδίδεται στην Ελλάδα και αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο για κάθε ποιητή, για κάθε άνθρωπο του θεάτρου, για κάθε φιλόλογο και για όσους αγαπούν την ποίηση και το θέατρο.
«Πώς ανιχνεύεται οτιδήποτε θεατρικό μέσα σε αυτά τα ποιήματα; Ποιες συνδέσεις με έργα, δημιουργούς και διαδικασίες; Μπορούν το θέατρο και η ιστορία του να χωρέσουν στην ποίηση; Πώς συνδιαλέγονται οι δύο τέχνες;»
(Από το εισαγωγικό σημείωμα της ανθολόγου)
Στην ανθολογία συμμετέχουν με ποιήματά τους:
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Αντιόπη Αθανασιάδου, Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Βασίλης Αμανατίδης, Νάσος Βαγενάς, Νάνος Βαλαωρίτης, Καίτη Βασιλάκου, Γιώργος Βέης, Ιωσήφ Βεντούρας, Χάρης Βλαβιανός, Στέλλα Βοσκαρίδου, Σπύρος Λ. Βρεττός, Αγγέλα Γαβρίλη, Γιώργος Γκανέλης, Εσμεράλδα Γκέκα, Ελένη Γκίκα, Άννα Γρίβα, Γιώργος Γώτης, Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου, Νίκος Ερηνάκης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Μαρία Κουλούρη, Θανάσης Κριτσινιώτης, Φροσούλα Κολοσιάτου, Χάρις Κοντού, Κατερίνα Κούσουλα, Χλόη Κουτσουμπέλη, Στάθης Κουτσούνης, Ελευθερία Κυρίτση, Γιάννης Β. Κωβαίος, Νίκος Λάζαρης, Γιώργος Λίλλης, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αλέξιος Μάινας, Χάρης Μελιτάς, Νεκταρία Μενδρινού, Γιώργος Μοράρης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Άγης Μπράτσος, Χαρίλαος Νικολαΐδης, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Έκτωρ Πανταζής, Όλγα Παπακώστα, Ειρήνη Παραδεισανού, Τίτος Πατρίκιος, Γιολάντα Πέγκλη, Σταμάτης Πολενάκης, Κώστας Θ. Ριζάκης, Νίκος Σκούφος, Αλέξης Σταυράτης, Γιάννης Στίγκας, Γιώργος Τζιας, Θωμάς Τσαλαπάτης
Επιμέλεια: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγέλα Γαβρίλη
Εξώφυλλο: Κυριάκος Γουνελάς
σιγαστήρας
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Ας παρελαύνουν οι λέξεις α-νόητες,
σε τούτη τη ζωή,
που δολώνει τους πάντες
στο μεροκάματο/
κίνδυνος να χαθεί το νόημα δεν υφίσταται:
και το σεντόνι του χρόνου
θα σιδερώνεται,
κι οι άνθρωποι θα βασανίζουν όσο περισσότερους μπορούν
ως να πεθάνουν/
και για όσα αγαπήσαμε
ας μη μιλήσουμε ποτέ/
Και κάθε νύχτα, που με τα μάτια των γαλάζιων σκύλων*
θα διαρρηγνύονται τ’ άραχνα σκότη,
κι από το δέρμα σου
σαν ξύνεις με το νύχι,
θα κυλάει ασπρόφτερο,
ένα βαλσαμωμένο περιστέρι/
κάνε πως δεν είδες.
Έφτασε η στιγμή να γίνει και η ποίηση,
ένας αήθης σιγαστήρας/
*Μάτια γαλάζιου σκύλου: τίτλος διηγήματος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες/
photo: Arthur Tress – Children’s Surreal Nightmare – Dream Collector 13
Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ποιήματα
Κύκλος
Σχίζω το ημερολόγιο,
μη θέλοντας
να διαβώ τις ώρες,
μη θέλοντας
να σκοντάψω στις μέρες
του κύκλου
που με φυλακίζει,
πνίγοντας
ότι ωραίο
φώναξα δυνατά
μέσα μου.
***
Φύλλα φωνήεντα
Φωτίζουν
φυλάγοντας φωτιές,
φρουρούν
φωνές φευγάτες,
φοράνε
φύλλα φωνήεντα,
φτηνά φιλιά
φοβούνται,
φονεύουν
φήμες φαντάσματα,
τα ποιήματα φταίνε!
*Από τη συλλογή “Ενδόγραμμα”, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010. τα δύο ποιήματα και οι φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή Greek Poetics στη διεύθυνση http://greekpoetics.blogspot.com
Κατερίνα Γώγου: “Ελεύθερα επικίνδυνη και ωραία”-Προσεγγίσεις στη ζωη και το έργο της (προδημοσίευση)
Χρήστος Μαυρής*
Αντιμετώπισε αδιαμαρτύρητα την απαξίωσή-της!
Η Κατερίνα Γώγου, ως ποιήτρια, βίωνε καθημερινα την απαξίωση. Εννοω πως οι ομότεχνοί-της αντιμετώπιζαν την ποίησή-της με υποτιμητικη ματια, σε αντίθεση με μία μεγάλη μερίδα Ελλήνων αναγνωστων που αναζητούσαν και αναζητούν συνεχως τα βιβλία-της για να διαβάσουν την ποίησή-της. Και όπως έχει αποδειχθει, οι ανέκαθεν εξοργισμένοι και επαναστατημένοι αναγνώστες έχουν σημαία-τους την ποίηση της Κ. Γώγου, οι δε διαρκως καταφρονημένοι και πονεμένοι άνθρωποι την έχουν, μπορω να ισχυριστω, για γιατρικο και βάλσαμό-τους, γιατι τους προσφέρει ίσως την ψυχικη γιατρεια αλλα και την απαραίτητη ψυχικη ανάταση που χρειάζονται όταν τους βρίσκουν, υποθέτω, δύσκολες στιγμες.
Μεθοδευμένη απαξίωση που η Κ. Γώγου την εισέπραττε με στωικότητα και αδιαμαρτύρητα, ίσως γιατι και η ίδια δεν είχε πιστέψει κατα βάθος στον εαυτο-της και ούτε είχε αντιληφθει την αξία της ποίησής-της και γενικα των γραπτων κειμένων-της.
`
«Εγώ, η Κατερίνα
χωρις ιδιοτέλεια γράφω αυτα.
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας
και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερα πέρασα
χωρις να μ’ ακουμπήσουνε, χωρις να τ΄ ακουμπήσω»
(Νόστος)
`
Και αυτη η απαξίωση προερχόταν πρώτα και κύρια απο τη δικη-της συντεχνία. Δηλαδη απο την ποιητικη γενια που ανήκε ηλικιακα και ιδεολογικα, που δεν ήταν άλλη ασφαλως από τη λεγόμενη ΄΄Γενια του 1970΄΄ ή, όπως αλλιως έχει ονομασθει, ΄΄Γενια της αμφισβήτησης΄΄.
Μάλιστα, όπως αποκάλυψε ο ποιητης Νάνος Βαλαωρίτης στο ντοκιμαντερ ΄΄Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου΄΄, του Αντώνη Μποσκοϊτη, κάποιες ποιήτριες της εποχης-της «δεν την χώνευαν» γιατι «θεωρούσαν χυδαίο το λόγο-της»!
Υπήρξαν, ακόμη, και σημαντικοι ανθολόγοι, με αξιόλογοι προσφορα στα ελληνικα γράμματα, που είχαν περίπου την ίδια πάνω κάτω ηλικία με την ποιήτρια αλλα, όταν ετοίμασαν και εκδώσανε τις ανθολογίες για τους ποιητες της δικης-τους γενιας, δεν καταδέχθηκαν ν’ ανθολογήσουν ούτε ένα στίχο απο την «χυδαία» ποίηση της Κ. Γώγου! Της ποιήτριας που, όπως διαπιστώνω σήμερα, υπήρξε, φύσει και θέσει, το άτομο με το εντονότερο αμφισβητησιακο πνεύμα, απ’ όλους τους ποιητες της γενιας του 1970!
Αυτη η παράλειψη οφείλεται μάλλον στην άγνοια που είχαν οι συγκεκριμένοι ανθολόγοι για την αξία της ποίησής-της και όχι σε οποιουσδήποτε άλλους λόγους. Γιατι, ας μην ξεχνάμε, τα πρώτα χρόνια της παρουσίας-της στα ελληνικα γράμματα, πολλοι είναι οι επαΐοντες που πίστευαν πως η Κ. Γώγου έγραφε μία πρόχειρη, αφελη, ακατέργαστη και γενικα ανάξια για διάβασμα ποίηση. Μια ποίηση που την έγραφε στο πόδι, όπως νόμιζαν, για να εκφράσει κυρίως την οργη και την αγανάκτησή-της για ό,τι την ενοχλούσε και την πλήγωνε στην ελληνικη κοινωνία και όχι για να υπηρετήσει τα υψηλα ιδανικα της ποιητικης τέχνης.
Όμως παγερά αδιάφορη απέναντι στην ποίησή-της στάθηκε και η κριτικη. Γιατι, η ποιήτρια Κ. Γώγου, παρα την αποδοχη-της από μεγάλη μερίδα του αναγνωστικου κοινου, κριτικα εξακολουθει να παραμένει αδικαίωτη και ατεκμηρίωτη, εφόσον μέχρι σήμερα είναι ελάχιστες οι απόπειρες που έχουν γίνει για μία σοβαρη κριτικη θεώρηση όλου του έργου-της.
Η Κατερίνα Γώγου όμως, διέψευσε με τον καλύτερο τρόπο, δηλαδη με τη δουλεια-της, όλα αυτα τα άτομα που στάθηκαν με απαξίωση απέναντι στην ίδια και στην ποίησής-της γιατι, στο σύντομο πέρασμά-της απο αυτη την αλλήθωρη ζωη, κατόρθωσε να δημιουργήσει ποίηση ανυπολόγιστης αξίας, που ξεχωρίζει τόσο σαν τέχνη όσο και σαν φωνη διαμαρτυρίας. Είναι, σίγουρα, ποίηση με ουσία και περιεχόμενο, που διακρίνεται για την αντοχη-της αλλα και για το ασύλληπτο πνευματικο βάθος-της. Γι΄ αυτο και το έδαφος της ποιητικης γραφης-της, αλλα και το υπέδαφός-της, είναι γεμάτα με ποιητικο πλούτο που σε οδηγουν άλλοτε στην ιστορία, την φιλοσοφία και την κοινωνιολογία και άλλοτε στην φυτολογία, τη ζωολογία και την ανθρωπολογία.
Είναι, σε τελικη ανάλυση, μία αρκετα ενδιαφέρουσα ποίηση που σε οδηγει άλλοτε στο αστραφτερο φως και άλλοτε στο πυκνο σκοτάδι, άλλοτε στην ζωοδότρα χαρα και άλλοτε στην ψυχοφθόρα λύπη, άλλοτε στον θείο έρωτα και άλλοτε στον αδέκαστο θάνατο.
Μια πιο αποτελεσματικη διείσδυση στην βαθύτερη ουσία αυτης της ποίησης, που στο σύνολό-της μοιάζει σαν ένα ενιαίο, θα έλεγα εν εξελίξει και κυρίως χωρις οριστικο τέλος ποίημα, θα αποκαλύψει στον αναγνώστη λαμπρες κορυφώσεις αλλα και αδικαιολόγητα χάσματα, γεμάτα σκοτάδι και ανέκκλητο μυστήριο.
Σε αυτες τις λαμπρες κορυφώσεις της ποίησης της Κ. Γώγου ξεπροβάλλουν έντονα και κάποιοι αριστουργηματικοι στίχοι. Στίχοι ξεχωριστοι, αυθύπαρκτοι και αποφθεγματικοι, που μοιάζουν με τις φλέβες των μεγάλων ποταμιων που διέρχονται ανάμεσα στα ελληνικα βουνα, δίνοντας ζωντάνια στις πεδιάδες που διασχίζουν. Θέλω να πω πως κάνουν καταπράσινο το τοπίο απο εκει που κυλάνε τα κρύα νερα-τους, όπως καταπράσινο κάνουν τον κήπο της ελληνικης ποίησης κάποιοι στίχοι-της.
Επαναλαμβάνω όμως, πως το ποιητικο έργο της Κ. Γώγου, στο σύνολό-του, εκλαμβάνεται σαν ένα ενιαίο ποίημα που συνεχως εξελισσόταν. Δηλαδη παρουσιάζει μία οιονει συνέχεια, χωρις όμως να αποκτάει οριστικο τέλος. Θα έλεγα πως είναι σαν μια εισαγωγη στο απέραντο που δεν έχει ακόμη καταγραφει. Αυτο το αδιάρρηκτο δέσιμο όλου του έργου-της, εξάλλου, η ποιήτρια φρόντιζε να μας το υποδεικνύει σε κάθε συλλογη-της είτε τεχνοτροπικα, είτε θεματικα, είτε υφολογικα.
Επιπλέον, στην ποίηση της Κ. Γώγου, διαπιστώνω (θα έλεγα με μεγάλη ικανοποίηση) πως υπάρχει, και είναι έκδηλο, ένα μόνιμο ανθρωπιστικο υπόστρωμα, μέσα απο το οποίο εκπηγάζει και μία αχτίδα φωτος, έστω αμυδρη, αλλα, ταυτόχρονα, ξεμυτίζει και μία αχτίδα ελπίδας, πλανερη κατα την άποψή-μου, για ένα καλύτερο αύριο ή για ένα καλύτερο κόσμο.
Με αυτα τα δεδομένα, σίγουρα, η ποίησή-της είναι ανθρώπινη, στην ανώτατη έννοια του όρου, εφόσον στο επίκεντρό-της είναι πάντοτε ο άνθρωπος, με όλες τις εκφάνσεις της ζωης αλλα και του θανάτου-του.
Η Κ. Γώγου όμως, σε ότι αφορα τα ανθρωπιστικα στοιχεία με τα οποία διαπότισε την ποίησή-της, παρουσιάζεται ως μία αφοσιωμένη μαθήτρια που έκανε βίωμα τις υποθήκες και τις προτροπες ενος απο τους σημαντικότερους διανοούμενους του περασμένου αιώνα. Αναφέρομαι στον Άγγλο αναρχικο συγγραφέα Τζωρζ Όργουελ, τον οποίο φαίνεται πως είχε ως πρότυπό-της ή, καλύτερα, δάσκαλο και οδηγο-της.
Από τον Τζωρτζ Όργουελ, αυτον τον ουμανιστη συγγραφέα, η Κ. Γώγου αφομοίωσε και το σπουδαίο απόφθεγμά-του που λέει «σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος, όχι ζωντανος». Απόφθεγμα το οποίο, απέσπασε απο το εμβληματικο μυθιστόρημά-του που τιτλοφορείται 1984 και στη συνέχεια το εντείχισε, σαν μωσαϊκο, με ιδιαίτερη μαστορια θα έλεγα, στην ποίησή-της. Στην ενότητα ΄΄Μικρα πεζα για…», που περιλαμβάνεται στο τελευταίο βιβλίο-της που τιτλοφορείται Με λένε Οδύσσεια και το οποίο εκδόθηκε μετα τον θάνατό-της, θα γράψει:
`
«Δεν είμαι σοφη ούτε φιλόσοφη. Δεν ξέρω καν αν είμαι ηθοποιος ή ποιήτρια. Γι’ αυτο που είμαι σίγουρη για μένα είναι πως αγαπάω με ερωτικο πάθος τον Άνθρωπο».
`
Και αλλου θα σημειώσει:
`
«…έμαθα που λες το μίσος
να το μετατρέπω, με αστραπιαίο αιφνιδιασμο, σε αγάπη
για οποιονδήποτε εννοούνε οι άνθρωποι εχθρο. Έμαθα
το σεβασμο».
`
Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, στις καλες στιγμες-της, είναι τέτοιας ποιότητας και τέτοιου μεγέθους που, χωρις υπερβολη, και δέκα διδακτορικες διατριβες να εκπονηθουν γι’ αυτη στη σειρα, δεν θα είναι ικανες, νομίζω, ν΄ αναλύσουν το εύρος των θεμάτων με τα οποία καταπιάστηκε αλλα και να αποτιμήσουν σωστα την τέχνη με την οποία εμπλούτισε αυτη την ποίηση. Τέχνη, που ασφαλως ομορφαίνει αλλα και ανεβάζει το ποιοτικο επίπεδο της επαναστατημένης ποίησης και γενικα όλης της ελληνικης ποίησης.
Ας μην μας διαφεύγει, εξάλλου, το γεγονος πως, η Κ. Γώγου, πίστευε πως η ποίηση είναι «δώρο θυσίας», για την ίδια αλλα και για τους υπόλοιπους ανθρώπους, με στόχο την ολοένα και περισσότερο καλυτέρευση του χαρακτήρα-τους και γενικα της ζωη-τους και όχι να την μετατρέπουμε σε μεταφορικο μέσο για να βγάζουμε περίπατο τον αρρωστημένο εγωισμο και τα απωθημένα-μας. Θα διερωτηθει:
`
«Τι θα γινόμουν άραγε, Θεε-μου
αν δεν μου’ χες δώσει δώρο θυσίας
την ποίηση;»
(Με λένε Οδύσσεια)
`
Στίχοι ασφαλως που μας παραπέμπουν κατευθείαν στον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον «ποιητη της αγάπης», όπως εύστοχα τον έχουν αποκαλέσει και συγκεκριμένα στους στίχους του «Αν δε μούδινες την ποίηση, Κύριε,/ δε θάχα τίποτε για να ζήσω», που περιλαμβάνονται στη συλλογη Ο χρόνος και το ποτάμι, που κυκλοφόρησε το 1957.
Δυστυχως, η σκληρη μοίρα-της, όπως και τόσων άλλων σπουδαίων ποιητριων, έμελλε να την οδηγήσει και να την κατατάξει στην «μοίρα των καταραμένων ποιητων», όπως προφητικα και με αρκετο πόνο είχε γράψει στο τελευταίο βιβλίο-της. Εγώ θα πρόσθετα πως κληρονόμησε και ακολούθησε μαρτυρικα την άδικη μοίρα των κατατρεγμένων και καταφρονημένων ποιητριων όλου του κόσμου, θυμίζοντας για την ώρα μόνο τις περιπτώσεις της Άννας Αχμάτοβα και της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, δύο απο τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 20ού αιώνα, που έζησαν τον κατατρεγμο, τον εξευτελισμο και την ταπείνωση στη Σοβιετική Ένωση, τα χρόνια της σταλινικης τυρανίας. Γιατι, αν αναλογισθούμε τη ζωη που ονειρευόταν η Κ. Γώγου, αλλα τελικα δεν αξιώθηκε να τη ζήσει, τη διαρκη καταδίωξη που υφίστατο καθως και τον τραγικο θάνατό-της, δεν μπορούμε ή, καλύτερα, δεν έχουμε δικαίωμα να την κατατάξουμε σε καμία άλλη κατηγορία παρα μόνο σε αυτη «των καταραμένων ποιητων».
*Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/36667/index.html
Αναρχία και Λογοτεχνία – Κυκλοφόρησε
Κυκλοφόρησε από το Πανοπτικόν ο συλλογικός τόμος “Αναρχία και λογοτεχνία” όπου αναρχικοί γράφουν για λογοτέχνες και λογοτέχνες για αναρχικούς
Μετάφραση-επιμέλεια-ανθολόγηση: Ζ.Δ.Αϊναλής, Κώστας Δεσποινιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
Η ανθολογία αυτή, όπου αναρχικοί γράφουν για λογοτέχνες και λογοτέχνες για αναρχικούς, μάς υπενθυμίζει ότι ο Πιοτρ Κροπότκιν έγραψε μια ολόκληρη ιστορία της Ρώσικης λογοτεχνίας, χωρίς ούτε στιγμή να πάψει να ασχολείται με την υπόθεση της Αναρχίας και της ανθρώπινης χειραφέτησης· η πανταχού παρούσα στις επαναστατικές διεργασίες του καιρού της Έμμα Γκόλντμαν έγραψε σημαντικά δοκίμια για τον Τολστόι, τον Ίψεν, τον Γέητς, ο μαρτυρικός Γκούσταβ Λαντάουερ για τον Ντοστογιέφκσι, τον Τολστόι, τον Στρίντμπεργκ, τον Ουίτμαν, τον Όσκαρ Ουάιλντ κ.ά, καθώς και ότι σπουδαίοι λογοτέχνες και συγγραφείς (ο Μιρμπώ, ο Ζολά, ο Μπλοκ κ.ά) έκαναν την αντίστροφη διαδρομή κι έγραψαν δοκίμια για εμβληματικές μορφές του αναρχικού κινήματος, για να μην μιλήσουμε και για σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Γκέρτσεν, όπου τα όρια δοκιμίου και ποίησης συχνά χάνονται στην αριστουργηματική γραφή του.
Οι σελίδες του βιβλίου αυτού μας υπενθυμίζουν ότι η μοίρα των ανθρώπων και των κοινωνιών έχει καταγραφεί λεπτομερώς στην ιστορία της πραγματικής λογοτεχνίας και όποιος θέλει να διερωτηθεί γι’ αυτήν, όποιος θέλει να την αλλάξει, αργά ή γρήγορα θα προσφύγει και στις σελίδες της.








