Yannis Ritsos-translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Ritsos_front large

Ο ΠΙΚΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Γέροι και γέροι, με τη μεγάλη αργόπρεπη πανσέληνο,

με τους ψηλούς φανοστάτες πλάι στη θάλασσα. Να φύγουν

δε θα `ταν τόσο δύσκολο άν κάποιος τους ρωτούσε,

άν κάποιος τους κρατούσε να φορέσουν το παλτό τους, άν

ένα παιδί στεκόταν λίγο πλάι τους να κοιτάξει μαζί τους

το πλοίο που απομακρύνεται με τα ήσυχα φώτα του. Οι νέοι

αλλού συχνάζουν, θορυβούν σε κόκκινα ημίφωτα, δεν ξέρουν

το χάρισμα της ίδιας τους της νεότητας, όταν η ωραία γυναίκα

πέφτει απ’ τον έβδομο όροφο στον κήπο, ντυμένη μονάχα

την άσπρη νυχτικιά της ολοκέντητη με μώβ πανσέδες.

BITTER TIME

Old men and old men, with the big waning full-moon,

with the tall lampposts next to the sea. It wouldn’t

have been hard for them to leave if one asked them,

if one helped them put on their heavy coat, if

a child stood next to them for a while to look

View original post 65 more words

Ειρηναίος Μαράκης, Τέσσερα ποιήματα

ο έρωτας της Κυριακής

ο έρωτας της Κυριακής
την αγάπη μου ξεπούλησε
κι ύστερα μνημόνιο υπέγραψε
με δόσεις και χρεώσεις
με όρους επαχθείς
την καρδιά μου σκλαβώνοντας
στις αγορές του κόσμου

***

το τρανζιστοράκι


άκουγε λαϊκά τραγούδια
στο παλιό τρανζιστοράκι
Λεωνίδα Βελή, Κώστα Καφάση
τραγούδια για γράμματα
που γίναν συμφορές
για τσιγάρα που έσβησαν
τα πικρά της δάκρυα,
άκουγε λαϊκά τραγούδια
για άσωτες κι ασώματες αγάπες
σε διαδρομές του πόνου
προσμένοντας, γυμνός
από συναισθήματα
στον θάλαμο του νοσοκομείου
το καλό νέο

***

ελπίδα 


σχολεία χωρίς μαθητές
τετράδια με σημειώσεις
ανοιχτά βιβλία, κίτρινες σελίδες
με το μάθημα της ιστορίας
σελ. 36, Κεφάλαιο Β’, ο Μιλτιάδης
κι η μάχη του Μαραθώνα,
πέφτουν οι σοβάδες
από τους υγρούς τοίχους
μ’ ένα βουβό χτύπημα
σαν αυτοκρατορίες που λένε
το ύστατο χαίρε,
μόνο ο γέρο-δάσκαλος επιμένει
να κρατά ζωντανή την ελπίδα
ποτίζοντας το μικρό γεράνι
στο παράθυρο
που κάποτε του χάρισαν
οι μαθητές του

***

συλλαλητήριο

συλλαλητήριο
κάτω απ ‘ τη βροχή
με του εαυτού μου τη συλλογικότητα
θα κάνω, κι ας γελάνε οι πολλοί
ναι, με τις ιδέες μου κρεμασμένες
σε ανυπόγραφα πλακάτ
που το χρώμα τους ξεπλένει το νερό
με την αστυνομία στο πόδι
ανήσυχη να προστατεύει
τα πορτοφόλια και τις τσέπες σας
μπροστά σε καιρικά φαινόμενα
που αδυνατεί να ερμηνεύσει
και που η κρίση σας φοβάται
αλλά και πάλι θα δικάσει

Θανάσης Κριτσινιώτης, Η Δάφνη βλέπει

Αστέρια και βολβούς ματιών, το στόμα
του σκύλου ανοιχτό όπως καμπάνα
της θλίψης, φυλλώματα δέντρων, λίμνες
που κυματίζουν στον αέρα, κόκκινα
ψάρια να σπαρταρούν στη δύση,
μια μονόφθαλμη γάτα ανάμεσα στα σύννεφα,
ένα γρήγορο, αόρατο τραίνο,
που χάνεται σφυρίζοντας
Παράξενα πουλιά με κεντούν. Πουλιά
με ράμφη κόκκινα, αλλά χωρίς σώμα.
Πράσινα δάκτυλα σαν φιδόχορτο
μʼ αγγίζουν. Κόκκινα στόματα
στο στήθος μου και στους μηρούς.
Στις άκρες των δακτύλων μου,
το σάρκινο κεράσι που δαγκώνεις
Γλιστρώ ανάμεσα στο πλήθος:
Νερό ανάμεσα σε πέτρες, πουλί
ανάμεσα σε κλαδιά.
Το πέπλο των μαλλιών μου
χωρίζει στα δυο το πρόσωπό μου.
Το κρυμμένο μέρος είναι από υδράργυρο.

*Από τη συλλογή “Η Δάφνη και το ποτάμι”, εκδ. Γαβριηλίδης.

Στρατής Παρέλης, Του σφρίγους και του θέρους…

Εξομολόγηση στο πλατύ φύλλο της συκιάς,
Δυο κοτσύφια λαλούν δικαίωση μες τον αέρα,
Οκνηρές σφήγκες κεντούνε το πετσί του σύκου,
Ο ήλιος γέρνει λαχανιασμένος μες το μεσημέρι,
Η Αττική προδίδει και προδίδεται από τους εφιάλτες της,
Ιούνιο δρεπάνι κόβει τις μολόχες ώσπερ του θανάτου,
Ένα άσθμα βαραίνει τον αγρότη του σύμπαντος,
Ευχάριστα γεγονότα σε δυσάρεστο χρόνο,
Θεός που βαριεστημένα κοιτάζει,
Όλα έχουν μια φευγαλέα δύναμη, μονάχα το νερό
Έχει το σφρίγος του ουρανού και κυλά πολυσήμαντο
Μες τους αιθέρες. Τα ποιήματα
Βουίζουν σαν χρυσόμυγες μες την μασχάλη του καλοκαιριού,
Ακροατές άνεμοι σφαδάζουν μες την πεδιάδα,
Διασκεδαστικό φως λύνει τους αρμούς του ηλίανθου,
Σπρώχνονται στα ρηχά οι αυταπάτες,
Ένα κατσίκι τρέμει και χοροπηδά στα βράχια της εντύπωσης,
Γερνάμε και χαμόγελα εννοούνται εκεί που η νεότητά μας τώρα πέρασε και πάει…

Κατερίνα Κανάκη Αξούγκα, Το Λεξικό των Συρραφών

Ύπαρξη συρραμμένη είμαι φίλε
στην συνομοταξία των ανθρωποειδών.
Ένα συνονθύλευμα αταίριαστων θεωριών
που μου διδάξανε παιδί, μια σύνοψη ζωής,
μια συντομία με επεισόδια στα περιθώρια άνευ αξίας
γι΄αυτό μη με συνερίζεσαι.
Συνουσιάζομαι εξάκις του μηνός
σε μια συνάρθρωση σάρκας και οστών
Μην συνοφρυώνεσαι. Τα φρύδια σου χαλάς.
Είσαι συνοχεύς και εσύ αφού
με συγκρατείς με κόπο στα δεσμά.
Θα συγκεφαλαιωθώ σ΄ένα βιβλίο από τα ράφια
που χει δεήσεις λαικές για άφεση αμαρτιών.
Είμαι πιστό παιδί σε κάθε σύνταγμα
κι ας μου παρέχεις φαρμάκι κατά δόσεις και με συνταγές.
Σε συνταυτίζω με τη συντήρηση κι ας συνταράζεσαι ενίοτε
από εκρήξεις μεσ’ τα πλήθη και από ενοχές.
Συντεταγμένη στο κενό του απείρου
σ αποχαιρετώ με μουσκεμένες τις αστροφεγγιές
στη μέσα μου συντέλεια.

16/10/2016

Launch of UNUSUAL WORK No.22

YOU are invited
to the launch of

UNUSUAL WORK No.22!!!!!!!!!!!!!

it will happen on SUNDAY
the 25th of June 2017 at 1pm onwards
at the Evelyn Hotel
351 Brunswick St, Fitzroy VIC 3065

The readers / performers will be
Peter Murphy, Jake Core,
Myron Lysenko +, Anthony Lawrence,
Lauren Lee Williams, Sean O’Callaghan,
t h a l i a & Alan Musgrove, Gig Ryan,
Angelina Stanton, Albert Rotstein, and TT.O.
ENTRY = $10 + free copy of magazine + CD!!!!!!!!!!
SUBSCRIBERS free entrance
Come and celebrate a unique not of poetry, and
MUSIC by POETS!!!!!!!!!!!!!!!!!!

collective effort press
p.o. box 2430 gpo mel vic 3001
Small magazines
the life blood of a great literature
MAKE AN EFFORT

Περί ποιήσεως και άλλων δαιμονίων | Δημήτρης Νικηφόρου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (2)

Δυο στροφές για τον W.B.Yeats

Ω ποιητή, χλωμή η ρέμβη σκύβει
στα χρόνια που αγάπησες τη Μώντι
κι η τρελο-Τζένη το λεπίδι μπήγει
«στον έρωτα, που λιονταριού ’ναι δόντι»

Στις καστανιέτες ο έρωτας χορεύει
σαν φίδι που τη λεία του υπνωτίζει,
μα στο ρυθμό του τακουνιού σαλεύει
του αγκιστροδόντη η ουρά και κροταλίζει.

***

Τρίλια

Φτερούγες διπλοζεύγαρες στους ώμους,
δοθήκαν μου να τραγουδώ στους κλώνους,
αντικριστά με τ’ αηδονάκι της αυγής.
Οι δυο τον άνεμο με βιά σπαθίζουν,
μ’ ανάστροφα οι άλλες φτερουγίζουν
και με βαστούνε χαμοπούλι καταγής.

View original post 215 more words

Τρανσμαγικό σουαρέ με τον ποιητή Ari Banias

Τη Δευτέρα 26 Ιουνίου θα έχουμε τη χαρά να βρίσκεται κοντά μας ο Αμερικανός ποιητής Άρι Μπάνιας, τον οποίον παρουσιάσαμε στο προηγούμενο τεύχος του Τεφλόν.

Στο τρανσμαγικό σουαρέ που θα λάβει χώρα στο Beaver (Βασιλείου του Μεγάλου 46Α, Αθήνα) ο Άρι θα διαβάσει ποιήματα από την πρώτη του ποιητική συλλογή Anybody, καθώς και νέα αδημοσίευτα ποιήματα, ενώ φιληνάδες του Τεφλόν θα διαβάσουν μεταφράσεις των ποιημάτων στα ελληνικά. Θα ακολουθήσει συζήτηση του ποιητή και της μεταφράστριας με το κοινό.

Στη συλλογή Anybody (καθένας/καθεμιά/καθένα/κάθε σώμα) ο Άρι θέτει ερωτήματα σχετικά με το πώς χαράσσουμε και διαχειριζόμαστε τα όρια, τους τρόπους που το αυτός και το αυτή, το εμείς και το αυτοί, το εδώ και το αλλούδιαχωρίζονται, και με τι κόστος πλάθονται οι ταυτότητες και τα εγώ.

Κινούμενος μέσα σε εμβληματικά και φανταστικά τοπία ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με την παραδοξότητα του να είσαι ζωντανός και να έχεις ένα κουίρ, προκλητικό σώμα στο οποίο αδιάκοπα προσδίδεται κάποιο φύλο. Όπου και να κοιτάξει ο Άρι –είτε στα μέρη για ψωνιστήρι στο Σαν Φρανσίσκο, είτε σε μια λίμνη στην πόλη ή σε ένα ελληνικό νησί– συναντά τη φόρτιση που δημιουργείται από την οριοθέτηση και τη σημασιοδότηση, τις υποδηλώσεις του να είσαι αυτό αντί για εκείνο.

Πνευματώδη, τρυφερά και πρωτότυπα, τα ποιήματα του Άρι διαπερνούν τις κατασκευές εκείνες που ορίζουν τις ζωές μας˙ έχουν θάρρος, ένταση και θυμό, μας καλούν να φανταστούμε την τρανς μαγεία μας, να κατοικήσουμε στο περιθώριο, να αναδιατάξουμε την τρέλα. Ο ποιητής αναρωτιέται τι σημαίνει να ζεις, να αγαπάς, να κάνεις τέχνη, ή απλά να φουσκώνεις ένα μπαλόνι σε καιρούς που είναι απεχθείς αλλά και αποκαλυπτικοί, και αν στις ζωές μας μπορεί να υπάρξει ακόμα –αμαυρωμένο, προβληματικό και σίγουρα άνισο– ένα εμείς.

fb event
Ώρα έναρξης: 8.30μμ

***

ΘΕΣΠΕΣΙΟ ΠΤΩΜΑ

Είχα μια νυχτικιά κάποτε, που
έγινε τσούχτρα

έτσι για να τη φορέσω έπρεπε να γκρεμιστώ:
να γρονθοκοπήσω τον εαυτό μου ώσπου να πάρει τη μορφή

που απαιτούσε το περιεχόμενο,
να μαζευτώ σαν βράχος κάτω

από απροσμέτρητη πίεση, όπως όταν
τα ορυκτά μετασχηματίζονται

στο αντίθετό τους.
Όπως όταν φοράς μια νυχτικιά
πάνω από φράκο για χρόνια.

Το να κατουράς το τσίμπημα μιας τσούχτρας
λέγεται πως σε κάνει
να νιώσεις κανονικός ή βασιλιάς.

Όταν ήμασταν μαζί
στο σπίτι δίπλα στη θάλασσα,

υπήρχε ακόμα θάλασσα. Πριν
μείνουν ακυβέρνητα,

φράκο και νυχτικιά
κείτονται νεκρά, στη στεριά εκεί όπου
το κύμα ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και αν

τα πέτα λένε κάτι τότε κάψτην
ώσπου να μείνει ένα ζευγάρι λιωμένα μανικετόκουμπα
που εκείνοι κατουράνε μέχρι να γίνουν κανονικοί.

Αναμένεται
αυτός να τη φιλήσει και να γίνει νυχτικιά.

Τον φοράει
για να τον γρονθοκοπήσει

ώσπου να βουλιάξει, μέχρι να πουν πως είναι
ανώδυνος όπως ένα σπίτι

ή κάποιο παρεμφερές
μαλάκιο που το παρασέρνει το νερό.

***

ΟΙ ΕΥΤΥΧΕΙΣ

Σ’ ένα δωμάτιο περισσότερο κοτέτσι παρά δωμάτιο,
νοικιάζω έναν ανεμιστήρα που νιώθω στο πρόσωπό μου σαν ήχο. Λίγη η κίνηση
απ’ το Σαν Φερνάντο, όνομα βασιλιά που
έγινε πόλη, κοιλάδα, άγιος.
Είμαστε αναγκασμένοι να επαναλαμβάνουμε τ’ όνομά του. Αντ’ αυτού
λέω φραγκόσυκο, ένας κάκτος
που απλώνει τα πολλά όμοια με κουπιά χέρια του
στο χώρο γύρω του. Αχλάδι ούτε για δείγμα.
Παίρνω τη Μαμά να μάθω τι σημαίνουν τα νέα μέτρα λιτότητας.
Μερικά μυρμήγκια στον τοίχο πάνε από το ένα
αθέατο σημείο στο άλλο˙ οι τράπεζες έκλεισαν.
Της λέω να στραφεί στο ανταλλακτικό εμπόριο˙ να ανταλλάξω τι, απαντά.
Ένας γνωστός ποστάρει «Τουρισμός:
ο καλύτερος τρόπος να βοηθήσετε την Ελλάδα»
σαν να λέμε στην καλοπέραση κάθε τουρίστα ευδοκιμεί
μια φιλανθρωπία. Τα μουλάρια συνωστίζονται στα καλντερίμια
φορτωμένα με σταφύλια για το κρασί της επόμενης
χρονιάς, αν επιστρέψουν οι τουρίστες
του χρόνου, κι ελπίζουμε πως θα επιστρέψουν. Λέω εμείς,
αλλά είμαι πιο κοντά στο αυτοί. Μένω προσωρινά
σε μια γειτονιά που έχει πάρει τ’ όνομά της από τους ευτυχείς, ποιοι
ακριβώς ήταν αυτοί;
Γίνομαι κάπως σκληρός με τα φαινόμενα, κάπως σφιχτός, κάπως αδρός, κάπως
φθαρμένος.
Μάλλον πρέπει να κατατροπώσω το μυαλό μου.
Τα τριαντάφυλλα νεκρά λόγω ξηρασίας
επειδή όσοι ζουν εδώ δεν νοιάζονται
και αφήνουν τα τριαντάφυλλά τους να πεθάνουν. Μάλλον
πρέπει να κατατροπώσω την ιδέα
πως κάτι χρειάζεται να κατατροπωθεί.
Κάτι μέσα μου δεν μπορεί να ξεχωρίσει
τι ανήκει. Τα μυρμήγκια
για τα οποία καθετί είναι δρόμος.
Αυτό που ακούστηκε σαν αυλόπορτα που ανοίγει
ήταν το σούρσιμο του ευκάλυπτου πάνω στην τσίγκινη στέγη.
Μια κίτρινη πεταλούδα που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για μένα.
Δεν με ενδιαφέρουν οι βασιλιάδες.

https://teflon.wordpress.com/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82-16-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AE%CF%82/

http://www.aribanias.com/anybody/

Βρασίδας Καραλής, Μερικά λόγια για την χθόνια γλώσσα του Κωνσταντίνου Καλυμνιού

Η νέα συλλογή του Κωνσταντίνου Καλυμνιού «Μητρίδες» θα πρέπει να επιγράφεται Λόγια Πελασγικά αφού αρθρώνεται γύρω από λόγια ασύλληπτα και αδιανόητα που εντοπίζουν το βαθύ χρόνο της εντοπιότητας στην διαχρονική της μνημόνευση. Ο ποιητής όμως προτιμά έναν άλλο τίτλο Μητρίδες που ανοίγει και πάλι για τον αναγνώστη το διαρκές τραύμα της καταγωγής: η μητρίδα είναι η μητέρα χώρα, the motherland, das mutterland, ένα μέρος αρχαιογονικό, η χώρα της μητέρας και η μητέρα της χώρας, η θηλυκή αρχή του κοσμικού μυστηρίου που καλύπτει την γενέθλια υπόστασή μας. «Μητρὶς δέ τοι οὐ πατρίς ἐστιν» γράφει κατά έναν περίεργο τρόπο ο Παυσανίας, ενώ στην ύστερη αρχαιότητα ο νεοπλατωνικός Ιάμβλιχος μιλάει για όσους κατέχονται από έκσταση ως ‘μητρίζοντες’. Η λέξη μητρίδα αφορά το ρήμα είναι, συνιστά την υπαρκτική δήλωση του προσωπικού όντος, αφού είμαστε αυτοί που είμαστε επειδή έχουμε μια μητέρα, μια αρχική εστία. Η ποίηση είναι ο μόνος τόπος όπου το πιστοποιητικό της γεννήσεώς μας υποδεικνύει την οριστική μας οντότητα.
Διαβάζω πολλά χρόνια την ποίηση του Κων. Καλυμνιού. Με εντυπωσίασε η τάση, σχεδόν η ανάγκη του να επεκτείνει τα επιτρεπτά όρια της ελληνικής γλώσσας πέρα από τις συμβάσεις και τις συμβατικότητες της σημερινής γραφής. Από τις πρώτες του συλλογές μέχρι σήμερα ένα γλωσσικό αμάλγαμα συμπιλημένο από λέξεις ετερότροπες και ετερόχρονες, ενσωματωμένες σε μορφές πολύτροπες και ετερολογικές, αρθρωμένες γύρω από αισθητικές πολυειδείς και ετερόρρυθμες, διαμορφώνει ένα καινοφανές γλωσσικό σύμπαν μια παγχρονία του γλωσσικού υποσυνείδητου.
Το γεγονός ότι ο ποιητής είναι άνθρωπος της διασποράς είναι εξίσου σημαντικό αφού απελευθερώνει τον στίχο του από τους γνωστούς συμβιβασμούς των λογοτεχνικών συντεχνιών. Ο ποιητής της διασποράς στέκεται ολομόναχος απέναντι στον απέραντο ωκεανό της ελληνικής και μέσα στο χρόνο που του δίνεται, από τον τόπο που βρίσκεται, προσπαθεί να μετουσιώσει την εμπειρία του σε γλωσσική σημείωση, πολλές φορές χωρίς να ενδιαφέρεται για την προφορικότητα της λαλιάς, του τρόπου δηλαδή που μιλιέται σήμερα στο μητροπολιτικά κέντρα της Ελλάδας.
Ταυτόχρονα, ο Έλληνας ποιητής της Αυστραλίας γράφει διαφορετικά από τον Έλληνα ποιητή της Αμερικής αφού απορροφά ετερρόρυθμες χρονικότητες και γλωσσικές επαφές, ενώ δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει διαλεκτισμούς του τόπου καταγωγής του, αφού σε πολλές περιπτώσεις αυτοί έχουν διατηρηθεί ατόφιοι από την πρώτη γενιά της διασποράς και ακούγονται ακόμα και σήμερα στο ακουστικό του βιότοπο.
Κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, ο Καλυμνιός βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με την πολυδιάστατη διαχρονία της ελληνικής: τον ανεξάντλητο θησαυρό της αρχαίας, την πρισματική πολυσυλλαβία της εκκλησιαστικής υμνολογίας, την αρχετυπική τέλος σημειολογία των δημοτικών τραγουδιών. Όλες μαζί οι παραδόσεις συγκλίνουν στα ποιήματά του και δημιουργούν μια γλωσσική ευφορία που παραπέμπει στον Όμηρο, τον Ησίοδο, τους τραγικούς, τον Ρωμανό Μελωδό, τα ακριτικά τραγούδια, τον Ερωτόκριτο, τα δημοτικά τραγούδια της Ηπείρου αλλά και σε σημερινούς ποιητές.
Γενικά ωστόσο αν υπάρχει μια μούσα αρχετύπων αυτή βρίσκεται και ζει στα ποιήματά του: οι στίχοι απλοποιούνται εδώ βρίσκουν την θέση τους μέσα από πυθαγόρειες γεωμετρίες αποκαλύπτοντας ορφικές κοσμολογίες. Η συλλογή αυτή κορυφώνει και σχεδόν ολοκληρώνει μια ποιητική εξερεύνηση του εαυτού μέσα από την πολυεστιακή εκφραστικότητα της ελληνικής. Ο Καλυμνιός επιχειρεί εδώ μια χθόνευση της γλώσσας του μέσα στην δυναμική πολυφωνία των ηπειρωτικών τραγουδιών, και όπως γνωρίζουμε τα μόνα ελληνικά τραγούδια που είναι πολυφωνικά προέρχονται από την Ήπειρο.
Σαν ιστορικός του πολιτισμού δεν πιστεύω σε ασυνέχειες και ρήξεις. Υπάρχει μια ευδιακριτη μήτρα λόγου σε αυτούς τους πανάρχαιους στίχους
Ζεῦ ἄνα Δωδωναῖε Πελασγικὲ τηλόθι ναίων
Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου, ἀμφὶ δὲ Σελλοὶ
σοὶ ναίουσ᾽ ὑποφῆται ἀνιπτόποδες χαμαιεῦναι, (Ιλιάδα, Π, 233-236)
Μια μήτρα λόγου που αφού διακλαδωθεί και διυλιστεί μέσα σε νέους ρυθμούς και από διαφορετικές ευαισθησίες επανεμφανίζεται σε παρόμοιους μυστικούς στίχους:
«Στίς ἀγρυπνίες / τῆς ἐσωστρεφοῦς γαλήνης, / τό ἀνέγγιχτο κληροδότημα / τοῦ ξεριζωμένου δάσους / σταλάζει στ’ἀνάγλυφα / θηλιές ἀπό ρετσίνι. / Σφίγγουν σιωπές ἐκκωφαντικές / γύρω ἀπό τούς λαιμούς / τῶν δακρυσμένων».
Διαβάζοντας αυτούς τους στίχους, λαμβάνεις αμέσως την πρόσκληση να αφομοιωθείς σε ένα λόγο, σε μια σύναξη λέξεων και ψυχών που διαλύουν τις αποστάσεις και συντέμνουν τον χρόνο. Ανήκουν σε μια ψυχανωδία που θα μπορούσε κάποιος να την εντοπίσει στην προ-ελληνική πελασγική Ήπειρο, σε μια γλώσσα εξορκισμών και μαγγανείας, που σιγά σιγά φωτοδοτείται και διαυγάζεται από την ιστορική περιπέτεια των ανθρώπων που την κατοίκησαν.
Η γλώσσα είναι η ωκεάνεια διάρκεια, η διάχυση του εαυτού στην πολυμορφία των όντων. Από την προσευχή του Ομήρου μέχρι την Αληπασιάδα του Χατζη-Σεχρέτη μας χωρίζει μόνο μια αυλή, και ένα πηγάδι, όπου αντηχούν οι φωνές και οι ευαισθησίες που έζησαν και μαρτύρησαν στα βράχια και τα γκρεμνά του τόπου:
«Με φέρνει η ζούρλια κι ο σεβδάς δυό λόγους να μιλήσω /Κι αρχίνισα το γράψιμον ολίγον να γλενδίσω./ Παίρνω χαρτί και μιρεκέπ με μια χαράν μεγάλη / Διότ’ έχω πόνους ’ς την καρδιάν και λαύρα ’ς το κεφάλι».
Ο Νίκος Εγγονόπουλος θεωρούσε τον Χατζη-Σεχρέτη τον πρώτο Έλληνα σουρεαλιστή ποιητή και τον αρχηγό μιας σχολής με κέντρο τα Γιάννενα, που συνεχίστηκε με τον Ιωάννη Βηλαρά, τον Γιώργο Ζαλοκώστα τον Κώστα Κρυστάλλη, τον Γιώργο Κοτζιούλα, τον Γιωσέφ Ελιγιά κια πολλούς άλλους.
Το έργο του Καλυμνιού έρχεται να συνδεθεί με αυτήν παράδοση λόγου που παρακολουθεί με περιέργεια την ανθρώπινη παρουσία στην φύση και την ανθρώπινη περιπέτεια στην ιστορία μέσα από μια επίκληση στην χοϊκότητα της ζωής, μιας ζωής που την παρασύρουν τα κύματα των εποχών και οι αναστατώσεις των αντιλήψεων.
Ταυτόχρονα, συνεχίζει την άλλη παράδοση της ελληνικής ποιητικής στην Διασπορά, όπως διαμορφώθηκε με την ολοκλήρωση του έργου των τριών μεγάλων εκφραστών της πρώτης γενιάς, του Δημήτρη Τσαλουμά, της Αντιγόνης Κεφαλά και του Σ.Σ. Χαρκιανάκη. Ο Καλυμνιός παίρνει αυτήν ποιητική και την αναπροσανατολίζει, της ξαναδίνει μια χθόνια εντοπιότητα που συγχωνεύει ευαισθησίες, σύμβολα και ορίζοντες. Διαβάζουμε:
«Αὐτοί πού παραμένουν, / θυμοῦνται πάντα / τά ἀλληλοπαθῆ κατευόδια,/ κι ὅταν τούς πνίγει /ἡ βροχή, / κι ὅταν τούς κυνηγάει / ὁ ἀέρας, / κι ὅταν τούς τυφλώνει / τό φῶς τοῦ καντηλιοῦ, / αὐτοί πού περιμένουν, / πετρώνουν / σάν τούς τάφους, / πού τούς ἔσπειραν / γιά νά φυτρώσουν σιτάρι / καί νά τούς θυμοῦνται».
Υποθέτω ότι η λέξη ήπειρος πρέπει να προέρχεται από το άπειρο ή το άπερο, το ατέρμονο και χωρίς σύνορο, γιατί πιο πολύ είναι μια στάση του νου και μια υλική πραγματικότητα, μια μνήμη και μια ανάμνηση, μια διαρκής παρουσία επομένως μέσα στο νου, ένα σύμβολο που φέρνει μαζί. Ο μετανάστης ταξιδεύει στο άπειρο γιατί έρχεται από το χωρίς σύνορο τόπο μιας τοπογραφίας γεμάτη από τραγούδια και σκιές, από ευκλεή πάθη και σκοτεινούς εφιάλτες. Ο Καλυμνιός ζωγραφίζει με τους στίχους του την νοσταλγία και την ευφορία, την μελαγχολία και την αγαλλίαση, τον σκεπτικισμό και την χαρά που νιώθει ο άνθρωπος που βρίσκεται σε μια κατάσταση έντασης σε μια κατάσταση κρίσης καθώς προσπαθεί από την άλλη μεριά της γης να βρει ισορροπίες, να ρυθμίσει τις πράξεις του και να λυτρώσει την αγωνία του.

Τα ποιήματα των Μητρίδων είναι δώρα ανακαίνισης του ποιητικού λόγου και πρέπει να βρουν το κοινό τους στην Ελλάδα, να ακουστούν ως μια καινούργια φωνή χθόνιας συγγένειας. Κορυφώνουν μια περίπλοκη πορεία σύνθεσης και ανασύνθεσης των ποιητικών μέσων και των αισθητικών δηλώσεων που μπορούν να γίνουν μέσα από μια γλώσσα που έχει συνείδηση της καλλιτεχνικής της ιδιοϋφίας. Δεν μιλάνε την αθηναϊκή κοινή όπως έχει διαμορφωθεί από τις εφημερίδες και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Δεν υποκρίνονται ότι ηχογραφούν την καθημερινή λαλιά ούτε αναπαράγουν τον μεγάλο δαίμονα της σύγχρονης γραφής, την προφορικότητα. Αντίθετα διακρίνονται από μια αγάπη για την μορφή και την μορφοποίηση, πράγμα που υποδεικνύει ένα κλασσικισμό, σχεδόν μια αρχαϊκή αυστηρά αρμονία, όπως θα έγραφε και ο αρχαίος τεχνοκριτικός. Οι σύνθετες λέξεις, οι ασυνήθιστες συνάψεις, οι απροσδόκητοι συνδυασμοί δημιουργούν ένα είδος αισθητικού αιφνιδιασμού που παραξενεύει και εμπνέει τον αναγνώστη.
Ο Καλυμνιός μας δίνει μια ποίηση εθνολογική, δηλαδή ένα λόγο για το έθνος χωρίς κορδακισμούς και φωνασκίες, γιατί το έθνος είναι η περιπέτεια άρθρωσης συλλογικών συμβόλων, που μοιράζονται και εξατομικεύονται από συγκεκριμένα πρόσωπα σε συγκεκριμένο χώρο.
Στο ποίημα «Μητρικό» διαβάζουμε:
«Λίγο πρίν ἀπό τήν πόρτα σου / ψοφοῦν οἱ ἀνείπωτες λέξεις / πού ἀπουσιάζουν / ἀπό τά μεγάλα λεξικά./ Καθισμένα σταυροπόδι / στίς βραχύβιες γλώσσες, /τά λόγια ἐκεῖνα / πού εἰπώθηκαν
κάποτε, / τώρα μόνο ἀντηχοῦν / στά ἀπόφωνά τους».
Οι βραχύβιες γλώσσες υπάρχουν εξ αιτίας μιας μακρόβιας γλώσσας, αυτής που ξεκινάει από μια ταπεινή προσευχή των χαμαιεύναι ιερέων και φτάνει σε μας σήμερα στην διασπορά, στην εξακτίνωση του λόγου καθώς αρθρώνει τις ‘ανείπωτες λέξεις’ που κάποια στιγμή αρθρώνουμε όλοι όταν επιθυμούμε να επικοινωνήσουμε μέσα στο χρόνο αλλά και πέρα από αυτόν. Η ποίηση του Καλυμνιού είναι μια ποίηση υπερ-χρονική, μια ποίηση που, όπως πιστεύω, θα νικήσει τον χρόνο και θα λυτρώσει την αγωνία των Ελλήνων της διασποράς, δίνοντας μια ες αεί μαρτυρία της αισθητικής τους συνείδησης.
Η νέα ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Καλυμνιού «Μητρίδες» θα παρουσιαστεί από τον Καθηγητή Νεοελληνικών του Πανεπιστημίου Σύδνεϋ Βρασίδα Καραλή την 9η Ιουλίου 2017 και ώρα 3μμ στον ημιόροφο της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, 168 Lonsdale Street, Melbourne.