Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ «Αναρχία στη Βαυαρία»

4,9,10,11 Νοεμβρίου 22:30, Παράσταση “Κ.Ι.Ν.Η.Μ.Α.” από την ομάδα 1nexistente

Η ομάδα 1nexistente παρουσιάζει το Κ.Ι.Ν.Η.Μ.Α., μια παράσταση βασισμένη στο θεατρικό έργο του
Σε μια χώρα όπου όλα εξελίσσονται κανονικά, όπως και σε κάθε χώρα, το Κ.Ι.Ν.Η.Μ.Α. (Κοινωνική Ιδιοφυής Νίκη Ηλιακού Μηχανισμού Άμυνας), με σύνθημα «Μην πηδάς για να μην πέσεις», αποφασίζει να αλλάξει το παλιό σύστημα και να το αντικαταστήσει με κάτι φρέσκο, νέο και εναλλακτικό.

Απελευθερώνουν την ελευθερία, καταργούν τα σύνορα, την εργασία, τα χρήματα, τους θεσμούς, καθαρίζουν συνειδήσεις…

Πώς θα δεχτεί ο λαός αυτήν την αλλαγή;

Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ

https://www.embros.gr/491011-noembrioy-22-30-parastash-k-i-n-h-m-a-apo-thn-omada-1nexistente.html

Dylan Thomas, Ποίημα του Οκτώβρη

Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό –
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ’ ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ’ όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου” .

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ο Ανθρωπος με το ένα μάτι και το ένα πόδι: Σταθείτε! Σταθείτε!

Στούς δρόμους, όπου τα πρόσωπα σαν βάρος περιττό ΄ναι, τα πρόσωπα λές κι είναι ίδια μοιάζουν, κι ο γέρο -χρόνος μόλις γέννησε, ένα λαγό μεγάλο σα σκαντζόχοιρο: Ανυπόταχτο!
Για γέλια είναι! Μπρός στο πρόσωπο των χρόνων
πού βγήκανε με χέρια και με πόδια,
ο κάθε κάτοικος της γής βουβάθηκε
και η εκδίκηση εφούσκωνε τίς φλέβες,
στα πρόσωπα τών πόλεων,
ποταμια πού ξεχείλιζαν στούς λόφους.
Κι αργά του λεπτοδείχτη
με φρίκη σηκωνότανε η τρίχα
στο φαλακρό τών εποχών κρανίο
και ξαφνικά αρχίσαν μανιασμένα,
ουρλιάζοντας ,πνιγμένα από το βήχα
όλα τα πράματα:να γδύνονται
και να πετάνε τα κουρέλια
τών ονομάτων πού πολύ φορέσαν.
Οι βιτρίνες μιάς ταβέρνας ,
σα νά΄βαλαν το χέρι τους διαβόλοι,
χτυπήσανε στούς πάτους τα μπουκάλια.
Ενός ράφτη πεθαμένου:τα παντελόνια
κίνησαν κι αρχίσανε να περπατούν-
μοναχά τους στούς δρόμους,
χωρίς ποδάρια ανθρώπινα!
Μεθυσμένο,
με στόμα μαύρο ανοιχτό,
τρεκλίζοντας πετάχτηκε
το κομοδίνο έξω.
Ενας κορσές σαν διάβολος
κατέβαινε προσεχτικά μήν πέσει
απ΄την επιγραφή”Robes et modes”.
Οι μπότες αυστηρές καμαρωτές ,
κοκέτες κάλτsες κάνουν νάζια
κλείνοντας το μάτι.
Εγώ πετούσα σαν βρισιά,
με το΄να πόδι στο σοκάκι
να τρέχει πίσω μου για να με φτάσει.
Γιατί με μένανε γελάτε,
γιατί φωνάζετε
σακάτη λεγοντάς με?!-
Εχθροί μου είσαστε,
εσείς οι αποβλακωμένοι,
πού στάζει η φαλάκρα σας
ξύγκι και λίπος!
Σήμερα
σ΄ολόκληρο τόν κόσμο δέν θα βρείτε
κανένα άνθρωπο
με δυό ίδια
κάτω άκρα!

Μαρία Ξενουδάκη, στίχοι

I
Κάνω διάγνωση καθαρή και απροσδόκητη,
ακουμπώ τη ράχη στο τυφλό σύμπαν,
στο μεγάλο φινάλε
τραβώ μαύρη γραμμή αίματος
και ξαναρχίζω να χαιρετώ
το απόλυτο τίποτα.

II
Εφαρμόζω χωρίς επιείκεια
το μέτρο της κριτικής
και θυσιάζω τη ζωή
στο φως και την αλήθεια.

III
Καθορίζω εγώ τον εαυτό μου,
θετικιστής-πεσσιμιστής,
στον ύποπτο ιδεαλισμό στοχεύω,
δραπετεύω απ’ τη ζωη,
εξαπατώ τους φανατικούς
και οπαδούς μου έχω το ευγλωτο τίποτα
και την ερημιά του αγώνα.

*Από τη συλλογή “Αλτρουίτα”, Εκδόσεις Γκοβόστη, 1991.

Χαμόγελο (Ντέμης Κωνσταντινίδης)

greek-translation's avatarΠΟΙΗΜΑΤΑ

Υπάρχω κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό.
Η λάμψη των αστεριών – αντανάκλαση
της ξαφνικής μου ευδιαθεσίας.
Ίσως αυτά τα αστέρια να είναι χαμόγελα
κάποιων παιδιών.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Χαμόγελο: Από τη συλλογή Διαθέσεις (2008)

View original post

Γρηγόρης Σακαλής, Θα πεταχτεί σαν βέλος

Μέρες της φωτιάς
είναι οι μέρες μας
όποιος αδρανεί καίγεται
έρχονται νύχτες εξέγερσης
όποιος δεν το βλέπει
είναι τυφλός
ή έχει συμφέρον
από την ακινησία
ο Χρόνος θα συμπυκνωθεί
μέρες θα μοιάζουν με αιώνες
και το καινούργιο
θα σπάσει το τσόφλι του
θα πεταχτεί σαν βέλος
χωρίς πόνους γέννας
δίχως μεταβατικές περιόδους
που γεννάνε τέρατα
οι άνθρωποι
θα ωριμάσουν με μιας
νέοι θα προπορεύονται
οι προνομιούχοι θα λουφάξουν
στα σπίτια τους
ευχόμενοι την αποτυχία
μα θα ΄ναι αργά γι΄αυτούς
και την κοσμοθεωρία τους.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το Πρώτο Θαύμα

Ούτε από γάμους ξεκίνησαν
ούτε για περισσότερο κρασί ξεκίνησαν.
​
Από οργή ξεκίνησαν.
Από τι άλλο να είχαν ξεκινήσει;
Από τους λυγμούς ενός που δεν φοβόταν
να σταθεί οργισμένος μπροστά σ’ έναν θεό.

Και ανάμεσα στα ίδια του τα δάκρυα
έντεκα λέξεις χώρεσε ο λεπρός:

Όχι να μην μπορούν να με αγγίξουν.
Μόνο εκεί Σε βρίσκω.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Νίκος Βαρδάκας, Δύο ποιήματα

Vincent van Gogh, Τοπίο στη βροχή


Ηλιαχτίδα

Έλα μαζί μου ηλιαχτίδα, να ταξιδέψουμε μακριά
από αυτή την γκρίζα παγίδα. Να πετάμε μαζί, σαν δυο πουλιά
να διασχίζουν τον ουρανό μέσα απ΄τα σύννεφα.
Γελώντας ξένοιαστα να ξεπεράσουμε τα σύνορα της γης
με το διάστημα. Να αντικρίζουμε τους ωκεανούς από ψηλά
και να αγγίζουμε τις κορυφές απ΄τα ψηλότερα βουνά.
Να λιώσουμε χούφτες από χιόνι, και να ποτίσουμε με βροχή
την διψασμένη έρημο. Και όταν στις δυο Άρκτους αφήσουμε
τα όνειρα μας που ζωγραφίζαμε στο χαρτί, έπειτα θα εκτοξεύσουμε
στο άπειρο το παρελθόν κρατώντας μαζί ένα φυλαχτό που αγοράσαμε
από έναν πλανόδιο έμπορο.
Σαν υπόσχεση για το μέλλον, έναν σπόρο που θα σπείρουμε σε κάθε κρύο πλανήτη.

***

Νανούρισμα

Γλυκό μου μωρό σε φυλάνε αγγελούδια
πάνω απ΄την κούνια.
Κάθε σου δάκρυ στο σκουπίζουν γλυκά και
στο κλάμα σου πάνω μου ζεστά σε κρατώ.
Την νύχτα κοιμάσαι, και εγώ από δίπλα στέκομαι.
Καλό ύπνο να έχεις, να μην ξυπνάς και φοβάσαι.

Νότης Γέροντας (1953-2007), Στο μπαλκόνι

Κιγκλιδωτό εσωτερικό μπαλκόνι
Με ζωγραφιές στους ασβεστωμένους τοίχους
Μέσα από το κρυσταλλένιο τζάμι
Βλέπει τη θάλασσα με καρχαρίες γαρύφαλλο στο στόμα
Τον ουρανό ν’ ανεβαίνει από το πάτωμα
Τα σύννεφα να ξεπετιούνται απ’ τις ρωγμές των ξύλων
Μπαλκόνι που η χειρονομία το γεμισε χιλιάδες αποτσίγαρα

Χτίσμα που μετακινείται σε ρόδες απο αρχαία βοϊδάμαξα
Να βρει οικόπεδο κενό και να σταθεί στη θέα
Να δει παιδί κουτσό που παίζει μπίλιες η κουτσό
Νa δει τη μπάλα μόνη της να μπαινοβγαίνει στα δίκτυα
Στημένα πάνω σε κοράλλια που τα βόσκουν ερίφια
Και μύγες να γεμίζουν τα σωθικά του
Σέρνοντας καρφιτσωμένο χαρτί στα φτερά τους

Πεπτικό σύστημα γεμάτο εμετούς απ’ αστέρια
Μέσα τους πλοία φορτηγά
Που τους φουσκώνει τα πανιά
Ηλεκτρικός ανεμιστήρας στημένος στο βυθό
Παλμικά κορίτσια γύρω απο μια κεντρική φιγούρα
Ιμπρεσσιονιστική μανα με μάτια στα μάγουλα
Κόγχες απ’ όπου αναβλύζει αίμα γεμάτο χαρά

Δόντια που πετιούνται εξω από τα κάγκελα
Και τα ταξιδεύουν τα σύννεφα τα σπέρνει η βροχή
Ήλιος στρογγυλό κεφαλοτύρι κολλημένο στο τζάμι
Που σιγά σιγά ανεβαίνει κολλημένος στην εκλειπτική
Περιδιαβαίνοντας όλα τα μπαλκόνια μέχρι την ταράτσα
Όπου λευκές μπλούζες έχουν δέσει πισθάγκωνα
Την ακτινογραφία

Ούρα που τα καταπίνει η σελήνη
Κίτρινος σκορπιός στη χαραμάδα
Περιδιαβαίνοντας όλες τις χαραμάδες
Μέχρι να γίνει ολοστρόγγυλο δηλητήριο
Λεκές πάνω στο άσπρο
Να συρθεί πάνω στην ακτινογραφία
Στημένη σαν πίνακας δίπλα στον υπαίθριο ανελκυστήρα

Κρανίο όπου έχει φωλιάσει
Το μυστηριώδες αιλουροειδές
Πάνω στο πράσινο τέλμα
Και γύρα-γύρα γλάστρες με φυτεμένες γαρίδες
Απέραντες εκτάσεις από σχισμένα φύλλα
Περγαμηνών και δέντρων
Φωσφορίζοντα οστά που αναβοσβήνουν
Τελείες και παύλες

Αλάθητη δημιουργία
Χώμα που κράτησε ο θεός σφιχτά μέσα στη φούχτα του
Αιώνες τώρα από το τέλος
Αιώνες τώρα το κορίτσι στα κάγκελα
Πηγαινοφέρνει έγχρωμα όνειρα με τον υπόγειο σιδηρόδρομο
Και γρατζουνά τα τζάμια
Να αρπάξει το γαρύφαλλο του καρχαρία.

*Από τη συλλογή ‘Ωδές” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Στον ύπνο του Ποιητή”, Εκδόσεις Ηριδανός 2008.