Ο ομφάλιος λώρος ανάμεσά τους, κεραυνός δεν υπάρχει να τον κόψει. Στέρνο πικρό από καταστροφές ηφαίστειο καρβουνιασμένο! Μένουν μαζί χωρίς ανθούς, ούτ’ ένα δώρο. Ο έρωτας είναι ανθρωπινός πιότερο από τη σάρκα και και βαρύς για να τον σηκώσεις. Δεν θέλει τον πολλαπλασιασμό και δεν είναι θρυλικός. Του λέει: Κάνε με ό,τι θες. Μα αν τραβήξεις με τα χέρια σου έναν ζευγά βοδιών, τότε πάλεψε μ’ αυτά.
*
Ad libitum
Η κάμαρα του ρεαλισμού νά τη! Εδώ. Υποσκάπτει και ανοίγει σχισμές με το σιδερένιο εργαλείο που συμπιέζει μέσα έξω, μέχρι να λάβει το κονίαμα. Όλα νομίμως και εγγράφως – τα γραπτά μένουν- και το άπειρο καλά κρατεί! Ύστερα γονατίζω στο πάτωμα, στο κλουβί έχει ακόμα ένα έρμαιο του Θεού. Ποτέ δεν του ξεδιψά αρκετά το σιρόπι και η σάλτσα· δεν σκέφτεται το αύριο. (Εκείνη ήθελε έναν έρωτα αμόρφωτο, επειδή εκεί είναι τα όρια που βόσκει η συνείδηση των βιβλίων.)
*Από το βιβλίο “Οι καλύτερες μου φλέβες – Σύγχρονοι Ιταλοί ποιητές”, Εκδόσεις 24 γράμματα, 20920. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.
Τί ’ν’ αυτά; Στην κασετίνα μου σημύδες φτάνουν μου αγγίζουνε την ωμοπλάτη τα γεννήματα των αγροτεμαχίων. Δε μου φτάνανε αυτά ήρθαν και τα κοπρόσκυλα με γδύσανε στολή κι εκείνο το καλό μου παράσημο απ’ το Λένινγκραντ.
Και θα σκεφτήκανε: τον ξεφτυλίσαμε τελείως τον κόκκινο καραβανά. Με το παγωμένο της γλώσσας μου δέντρο την πέραν της ζωής δροσιά στα χείλη ολόσαρκα είμαι τα υπουργεία που έπεσαν με ορυμαγδό καθώς κουρτίνες μπάνιου.
Ήταν οι γενναίες υποχωρήσεις μας τα διαβασμένα κομποσκοίνια του λαού και τώρα σ’ αίθουσες κλιματιζόμενες οι μετανοημένοι νέμονται τον υδράργυρο του χρηματιστηρίου.
Σύντροφε φαντάρε δικοί μου οι πύραυλοι δική μου κι η ειρήνη δεν τα ’παιξα καθώς τα νήπια ως καμηλοπαρδάλεις πλαστικές. Την τέως κοσμογονία την πίστεψα και την πιστεύω την πίστεψε μαζί και το σκοινί μου.
*Από τη συλλογή Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι, εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2021.
*
Στο σπίτι του ποιητή Ζεράλντ Νεβέ
της Γιώτας Ανδρικοπούλου
Από οίκτο χαμογελάτε Απ’ το βάθος του παγκόσμιου μορφασμού ΖΕΡΑΛΝΤ ΝΕΒΕ
Καημένε σύντροφε Ζεράλντ Νεβέ
Το χαμόγελό σου είναι το αποψινό μου υποστύλωμα
Αυτό το γκρίζο κράσπεδο ανάμεσα στα χείλη σου σαν χαλικόστρωτη προβλήτα με ποντίκια που απομυζούν κι απομυζούν
Αλλά τι όμορφα που σκάει πάνω της το κύμα της αιώνιας κίνησης που πίστεψες ακόμα κι έτσι, με όλα σου τα έπιπλα πεταμένα απ’ το παράθυρο, κομμάτια με τη μέση σου ένα γάμα απ’ τους καναπέδες των ατελιέ και το μάτι γαρίδα στα φιλόξενα ψυχιατρεία που έβρισκες κατάλυμα
Μα και στο δρόμο ξαπλωμένος πάνω στα φύλλα της Ουμανιτέ αυτά τα διαλεκτικά άχυρα
σαν να ήσουν χειροπεδεμένος στο πραγματικό
εκεί στάθηκες πιστός όχι στο μηχανισμό αλλά στην τάξη που σε γέννησε πεισματάρη
επέμεινες με αυτό το άστεγο χαμόγελο δίπλα στους πολλούς μαζί τους παρατημένος
όπως οι θαμμένοι από πολλή αγάπη που γλίστρησε μακριά
*Από τη συλλογή, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2024.
Μαζί θα σαλπάρουμε προς την παγωμένη θάλασσα του Βορρά στη βροχή θα μας θάψουν μια μέρα με βροχή.
[…]
Το σώμα μου: σκοτάδι και κρέας, ίσκιος μες στον ίσκιο, πνιγμένο στο αγάλι του θεού
ορατό και αόρατο στο μέλλον και στο παρελθόν, γεμάτο τρύπες και παγίδες.
Σακούλα, το σώμα είναι μια ετερόφωτη δερμάτινη σακούλα, που φέγγει υπό το φως του φεγγαριού και βάλλεται από όνειρα σαν κοιμάμαι.
Τώρα το σώμα φαντάζει σαν προπάππους, μουγγός κι ανήμπορος με εντολοδόχο το κεφάλι, μου δείχνει το δεκαοχτάχρονο αγρίμι που πολέμησε εδώ.
Μην το λυπάσαι, δεν θέλει λύπη ξεδιάλεξέ το από το κεφάλι και συνέχισε την επιστροφή.
Το κεφάλι είναι αίμα και κοπάδια ηλεκτρονίων, η ιστορία η δικιά σου και η ιστορία του κόσμου, η κόλαση είναι οι άλλοι και η κόλαση είσαι εσύ, ένας βούρκος υπολογισμών που κατέβηκε στη γη.
Το κεφάλι είναι ιδεαλιστική ύλη και υλική ιδέα, μην το λυπάσαι, ξεδιάλεξε το κεφάλι από το σώμα και τη συνείδηση και συνέχισε την επιστροφή.
Η συνείδηση είναι η αυτοκρατορία που σαλεύει ασάλευτη, η αναίσθητη αίσθηση των πραγμάτων, η σκοτεινή ρίζα, η μέγιστη δυναμική κατάσταση ενός ακατέργαστου αποστάγματος σκέψεων και πράξεων θεών σε βρεφική ηλικία που συλλέχτηκαν τυχαία σε μια από τις άπειρες παραλλαγές του Σύμπαντος.
Άκου: κλείσε τα μάτια και πάρε τον δρόμο της επιστροφής σαν να είναι ερχομός, προσπάθησε να μην ανατιναχτείς και κράτησέ τα όλα εντός κάτω από το δέρμα, σαν μικρές προσευχές για τον δρόμο.
Ήρθε η ώρα να κλάψω και να κοιμηθώ, μια αγέλαστη κραυγή πνίγεται στο σκοτάδι, σαν όνειρο που γκρεμίζεται μέσα σε ένα άλλο όνειρο πιο βιαστικό, μήπως είμαι εγώ, όχι.
Η κραυγή μάχεται να ακουστεί μα και η σιωπή καίγεται να μοιραστεί. Είμαι μακριά και δεν καταλαβαίνω νιώθω σαν κατάστρωμα που αντανακλά την κάθαρση στο τέλος του έργου. Η από μηχανής μηχανή που κουνά τα γρανάζια ρίχνοντας κάρβουνο στον βωμό της αιώνιας επιστροφής.
Η στοργή είναι η πιο ιερή μορφή ενέργειας, σαν φτάσουμε τα σύνορα και τα όρια να μη ραγίσουμε, να μη σπάσουμε και να περάσουμε απέναντι, να μη μείνουμε μονάχα ένα καθρέφτισμα.
Ας πιτσιλάει η αλμύρα τις καλύβες μας και ας είναι βαθιά γαλάζια τα νερά που αγναντεύουμε.
Ας είναι πάντα ζέστη η φωτιά και το μπρίκι γερά δεμένο πάνω της και ας είμαστε προστατευμένοι από τα όνειρα και τη βροχή.
Ο ουρανός είναι μεγάλος για να στριμώχνεται στη γη,
ας ξαναφύγουμε για εκεί.
Στον πάτο της πιο βαθιάς πνιχτής κραυγής κρύβεται ο νόστος και βαθιά στο τέρμα κάθε διαλογισμού στέκεται κρεμασμένος ο Ιώβ.
Αντανάκλαση του μύθου στα ξεριζωμένα χώματα πού ‘πάμε πως εδώ θά ‘ναι η πατρίδα αγγίζοντας απαλά, τα χνώτα μας απόδειξη της παρουσίας. Σαν την ζωή που φεύγει αδύνατη η γραφή να δώσει έδωσε πάει’
*
Τρία ποιήματα
Ι. Αν κάτι έχω είναι που δεν θέλω ή δεν μπορώ. Απ’ όλα πιο πολύ η αμφιβολία με τρομάζει. Είναι το ή, το διαζευκτικό, που με την ζωή μας παίζει.
ΙΙ. Εκείνες οι μέρες οι φευγάτες άφησαν σε μας ένα χρέος που μάταια το φορτωθήκαμε μη ξέροντας ούτε από κουμάντο ούτε από κουβάλημα, έτοιμοι, πάντα έτοιμοι, με την πρώτη ευκαιρία σε άλλες πλάτες να το ρίξουμε. Οι μέρες οι φευγάτες δεν υπάρχουν. Οι άνθρωποι πάντα φεύγουν.
ΙΙΙ. Υπάρχουν νύχτες που δεν μπορείς μια κουβέντα να βρεις, να μιλήσεις ή να γράψεις κάτι έστω τοσοδούλι. Η εγκατάλειψη που νιώθεις σαν εκπόρθηση ό,τι πιο ιερού και να σκέφτεσαι πως δεν έχει μείνει ούτε μια κουβέντα, ούτε ένα τοσοδούλι έστω για να λεηλατηθεί…
*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Προσωπείο”, τεύχος 3, Άνοιξη 1988.
η ποίηση είναι ένα ιπτάμενο αλφαβητάριο η ποίηση είναι ο δρόμος των βυθών και των εκρήξεων η ποίηση είναι ομιχλώδες μόρφωμα είναι η ποίηση η ποίηση είναι το απόσταγμα η ποίηση είναι χωρίς χρόνο ζωής η ποίηση είναι σκοτεινός κεραυνός η ποίηση είναι κατασκευή μιας γλώσσας κι έκφραση μιας ιδέας η ποίηση είναι λευκή σελίδα η ποίηση μπορεί να είναι η ποίηση είναι
το ποίημα της ποίησης υπάρχει για την αίσθηση που δίνει το ποίημα που τραγουδάει λέξεις το ποίημα που ανακοινώνει δρόμους και κατοίκους το ποίημα που σκοτώνει βαρετά κείμενα το ποίημα που σκαρφαλώνει στα σύννεφα το ποίημα που ταξιδεύει το ποίημα που ονειρεύεται ποίηση το ποίημα καταιγιδοφόρο νέφος το ποίημα επιδερμίδα πεδίο μαχών το ποίημα μονόλογος μέσα απ΄τα δόντια το ποίημα σ΄αυτό το τίποτα που δεν έχει τέλος το ποίημα που νοιώσαμε μαζί στο κενό
η ποίηση που μας άφησε ο Μιχαήλ το ποίημα του Μιχαήλ
Κατά Μάρκου, κατά Ματθαίου, κατά Λουκά, κατά Ιωάννου
Και είπεν αυτοίς! Ω δύναμις ιερά εξαντλήσεως ζωογόνου! Ω αβάσταγη του πνεύματος ροή θεία! Όταν εβδομηντάχρονη εις γραφείον επάνω εχάνετο, δοσμένη σε αυτό που η άποψις αποκαλεί αύθαδες, χυδαίον, ηθικής κατακραυγή, σε αυτό, που, την φαντασία της ζωης εγείροντας, άδοντας της ψυχής την καλλιέπεια, στην απόλαυση άγει.
* Αλοώσι
Σύννεφα, ροές, ευδίες σ’ αγέρες ευεπίφορους, δένδρα με σιγουριά εκτίθενται, φλοίσβοι στους ψιθύρους γνέφουν, λόφοι την ενατένιση σαγηνεύοντας, γραφών απόηχους υποθάλπουν. Στων καιρών τα σημεία σώφρονες παρεισδύουν, ερμηνείες κυβεύοντας, τον χρόνο σπαταλώντας σε δημαγωγίες νοησιαρχικές ενώ στην μέγγενη, της αίσθησης τον λάρυγγα συνθλίβουν.
Εγωπυροτεχνήματα που σβήνουν ένα-ένα. Ποια δόξα αυτοκρατορική μπροστά στην άγια ταπεινότητα;
Εγωχαρούμενοι με χαίτη αλαζονείας. Γραφή κιμωλίας στον πίνακα της Ιστορίας, που ο σπόγγος την σβήνει, γιατί ο πίνακας δεν είναι σατραπεία.
Στα χέρια σας ο πόλεμος σαν παιδικό παιχνίδι κι ας κείτονται τόσα παιδιά σαν θερισμένα στάχυα. Κι αν έχετε ολόγυρα αόρατους προστάτες, σαν έντομα ανήμπορα είστ’ αιχμαλωτισμένοι.