Βγάλε το σομπρέρο αν το έχεις βγάλε τα μαλλιά που σε εγκαταλείπουν βγάλε το δέρμα τα εντόσθια τα μάτια και φόρεσε μια ψυχή αν τη βρεις
*
Κανείς δε μας λέει
Κανείς δε μας λέει πώς να στρέψουμε το πρόσωπο στον τοίχο και να πεθάνουμε ήσυχα όπως το έκανε ο γάτος ή ο σκύλος του σπιτιού ή ο ελέφαντας που πορεύτηκε για να ψυχομαχήσει έτσι όπως οδεύει κάποιος για μία αναπόφευκτη τελετή λικνίζοντας τα αφτιά του στο ρυθμό που ανάσαινε η προβοσκίδα του μόνο στο ζωικό βασίλειο υπάρχουν παραδείγματα τέτοιας διαγωγής να κοντοσταθείς να πλησιάσεις να μυρίσεις ό,τι έζησες και να στρέψεις το πρόσωπο απλά να στρέψεις το πρόσωπο
*
Διάλογος
Εκείνος ανοίγει το στόμα είναι κόκκινο από μέσα εκείνη ανοίγει τα μάτια ο κερατοειδής της είναι λευκός σαν τη σελήνη ήρεμη είναι η κερατοειδής σελήνη μόλις που φωτίζει τα αγαπημένα ούλα μέσα σιωπηλά με το στόμα κλειστό στα σκοτεινά κατοικούν οι δύο
*
Δικαιοσύνη
ήρθε το πουλί και καταβρόχθισε το σκουλήκι ήρθε ο άνθρωπος και καταβρόχθισε το πουλί ήρθε το σκουλήκι και καταβρόχθισε τον άνθρωπο
*Από το “Canto villano” (1972-1978).
*
Να πεθαίνεις κάθε μέρα
να πεθαίνεις κάθε μέρα και λίγο περισσότερο να κόβεις τα νύχια τα μαλλιά τις επιθυμίες να μάθεις να σκέφτεσαι τα μικρά και τα απέραντα πράγματα τα πιο μακρινά κι ακίνητα αστέρια στον κηλιδωμένο ουρανό σαν ένα ζώο που φεύγει τον ουρανό τρομαγμένο από μένα
Η μέρα ήταν φυσικά υπέροχη κι εσύ έλαμπες όπως πάντα σαν το πιο εκτυφλωτικό όνειρο μέσα σε γιορτή
Εγώ ανέκαθεν υπήρξα τυφλός τώρα όμως πράγματi δεν είχα ανάγκη από μάτια αφού το δικό σου φως ασφαλώς θαυμάσια με οδηγούσε
Πώς συνέβη όμως και ενώ όλα ήταν τόσο υπέροχα βρίσκω τον εαυτό μου τώρα εδώ ανασηκωμένο στο κρεβάτι να κοιτάζει εκστατικός τη φωτογραφία μιας όμορφης γυναίκας κι απαρηγόρητος να κλαίει;
* Μαζί Όποτε βλέπω τον ουρανό σκέφτομαι ότι τον βλέπεις κι εσύ
Κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό στην ίδια Γη τόσο χωριστά κι όμως τόσο μαζί
Your love was like moonlight turning harsh things to beauty, so that little wry souls reflecting each other obliquely as in cracked mirrors… beheld in your luminous spirit their own reflection, transfigured as in a shining stream, and loved you for what they are not.
You are less an image in my mind than a luster I see you in gleams pale as star-light on a gray wall… evanescent as the reflection of a white swan shimmering in broken water.
Η αγάπη σου ήταν σαν το φεγγαρόφωτο μετατρέποντας τα σκληρά πράγματα σε ομορφιά, έτσι ώστε οι μικρές πονηρές ψυχές να αντανακλούν η μια την άλλη λοξά όπως σε ραγισμένους καθρέφτες… έβλεπαν στο φωτεινό σου πνεύμα τη δική τους αντανάκλαση, μεταμορφωμένη σαν σε ένα λαμπερό ρεύμα, και σε αγάπησαν γι’ αυτό που δεν είναι.
Είσαι λιγότερο μια εικόνα στο μυαλό μου παρά μια λάμψη Σε βλέπω σε λάμψεις Χλωμή σαν το φως των αστεριών σε έναν γκρίζο τοίχο… φευγαλέα σαν την αντανάκλαση ενός λευκού κύκνου… που αστράφτει στο διαταραγμένο νερό.
Κι αν κοιμηθώ; Στο ιδανικό αυτό δωμάτιο της λήθης; Με το άγαλμα του σώματός σου στο κέντρο; Τα αντικείμενα ακαθόριστα Κι ένα θραύσμα μόνο της μνήμης; Ακρωτηριασμένο το φως. Χωρίς καιρό. Στην εποχή μιας σελήνης Υποθετικής. Σε διάσταση με τον ήλιο. Κι αν κοιμηθώ; Κενή κι εγώ Από την υπόστασή μου; Ποιος θα υπολογίσει τότε τον ύπνο. Των πραγμάτων. Των εμπειριών. Όλων των απουσιών μου στο τέλος;
*
ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ
Έχω μεταχειριστεί το όνειρο Αυτού του δωματίου πολλές φορές. Πότε στις σκιές Υπολογίζοντας Ιδέες χρωμάτων Άλλων ιδεών. Πότε στις γωνίες Τις υποψίες μου Ότι κι εσύ έχεις υπάρξει εδώ. Στο κρύσταλλο των παράθυρων Ραγίζοντας κάθε καθαρότητα. Χωρίς την καθημερινότητά μου. Έχεις κι εσύ μεταχειριστεί αυτό το όνειρο; Είναι απόρρητος ο δικός σου καιρός. Σαν κάποιο περιεχόμενο απόγευμα Στο τελευταίο απόγευμα του κόσμου.
φτύνουμε στα λασπόνερα κολυμπάμε στα βαθιά νερά μιλάμε με τον εαυτό μας αποκλειστικά και μόνο η ανάκριση γίνεται σε βάθος στα χέρια κρατάμε ένα τίποτα τείνει να γίνει ένα τραυματικό κενό ωστόσο ο καιρός είναι καλός οι καταιγίδες πέρασαν κι ο ορίζοντας τρέμει θεσπέσια οι ουρανοί γεμίζουν μυστήριες βουές κι εμείς από μικροί φαινόταν ότι θα μεγαλώσουμε
Αργή, αργή η ώρα μέσα μου αντηχεί… Αργή, αργή, αργή αργή και νυσταλέα η ώρα διαλύεται… Όλα τόσο άχρηστα! σαν θνησιγενή από θεού μάταια – τόσο μάταια… Ένα όνειρο που νοιώθει ότι υπάρχει ερήμην του… Ναυάγιο το δειλινό ώρα της pietà… όλα αχλύ και συμβεβηκός…. Ώρα κενή και χαμένη βιωμένη και αποτεφρωμένη (ποιο βράδυ με κατέχει;). Γιατί αργός απέναντι της, τόσο αργή στο κάλεσμα της, να αισθάνομαι την αγνόηση; Γιατί με παγώνει η ίδια η σκέψη ότι ονειρεύομαι έναν έρωτα;
Εδώ κανείς δεν κοιμάται τις νύχτες Η θάλασσα είναι τώρα μια Βίβλος που κανείς δεν ανοίγει Και η παλίρροια φέρνει στο πιάτο μας ανθούς αλατιού από αίμα Όμως όποιος βλέπει ακόμα όνειρα ξέρει πως τα κοχύλια έχουν κρατήσει το όνομα της χώρας που είναι αόρατη στον χάρτη.
Τα παιδιά χόρτασαν με μαρμελάδα σε ψωμί από σταρένιο σύννεφο Ύστερα έπαιξαν ανάμεσα στις πορτοκαλιές κι έγιναν σκιά Όταν πέφτει σκοτάδι μετράνε drones αντί για ουρές αστεριών Σαν ξημερώσει ρωτάνε τους γονείς τους: Πού είναι η γειτονιά μας Τι απέγινε το σπίτι μας.
Λίγο πιο πέρα κάποιος γράφει με το αίμα του σε απομεινάρι τοίχου: Πάνω απ’ τους ανοιχτούς τάφους μας ο αέρας κρατά τη σιωπή του θεού σαν ανάσα.
Ο αδερφός μου στο χιόνι Ο πατέρας μισός πίσω απ’ τους βράχους μισό φεγγάρι κι άνεμος μαύρος καλπάζοντας Έρχετ’ η μάνα διάφανη με τα κλαδιά πάνω στους ώμους Μη φοβάσαι, μου κάνει Το χώμα είναι να το πατούμε να ξαποσταίνουμε να ζωντανεύουμε την ορμή μας ώς την ανάληψη Μου ανακάτωσε τα μαλλιά, χάθηκε Ανεβαίνει η λίμνη τυλίγοντάς τα όλα στο βάθος, βουβά Τους κλείνει τα βλέφαρα
*Από τη συλλογή “Φόδρες της νύχτας”, Καστανιώτης, 1996.
A rectangular Bulova (1), my Zadie (2) called a dress watch, I wore it for years, and though it gave the wrong time I treasured the sense of community it offered, the beauty of certain numerals — the seven especially, the way it leaned into its subtle work and never changed, and signified exactly what it was and no more. In dreams I learned that only the watch and the circle of ash trees surrounding me, and the grass prodding my bare feet, and of course my nakedness were necessary, though common. Just surrendering my youth, I still believed everything in dreams meant something I could parse to discover who we were. As I write these words in sepia (3) across a lined page I have no idea why they’ve taken the shape I’ve given them, some cursive, some not, some elegantly articulated, others plain, many of no use at all. They go on working as best they can, like the Parker 51 (4) that spent its coming of age stumbling backwards into Yiddish or the Bulova that finally threw up its twin baroque arms in surrender to the infinite and quit without a word. The Parker still works and is never to blame. On good days it works better than I, and when it leaks it leaks only ink, never a word best left unsaid. As a boy I would steal into Zadie’s bedroom, find the watch in a velvet box, wind it, hold it to each ear — back then both worked — to hear its music, the jeweled wheels and axles that kept time alive. There is still such joy in these tokens from back of beyond: the watch, the Parker pen, the tiny pocket knife he used to separate truth from lies, the ivory cigarette holder — a gift, he claimed, from FDR (5) who mistook him for a famous Russian violinist. I could call them “Infinite riches in a little room” or go cosmic and regard them as fragments of a great mystery instead of what they are, amulets against nothing.
Ένα ορθογώνιο Bulova, που η Zadie μου, το αποκαλούσε ρολόι για επίσημες περιστάσεις, το φορούσα για χρόνια, και παρ΄ ότι έδειχνε λάθος ώρα, εκτιμούσα την αίσθηση της κοινότητας που μου πρόσφερε, την ομορφιά ορισμένων αριθμών — ειδικά του επτά, τον τρόπο που έκλινε στη λεπτή του λειτουργία και δεν άλλαζε ποτέ, και σήμαινε ακριβώς αυτό που ήταν και τίποτα περισσότερο. Στα όνειρα έμαθα ότι μόνο το ρολόι και ο κύκλος από φλαμουριές που με περιβάλλει, και το γρασίδι που τσιμπάει τα γυμνά μου πόδια, και φυσικά η γυμνότητά μου, ήταν απαραίτητα, αν και κοινά. Αφού παραδόθηκα στη νεότητά μου, εξακολουθούσα να πιστεύω ότι όλα στα όνειρα σήμαιναν κάτι που μπορούσα να αναλύσω για να ανακαλύψω ποιοι ήμασταν. Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις με σέπια σε μια γραμμωτή σελίδα, δεν έχω ιδέα γιατί έχουν πάρει τη μορφή που τους έχω δώσει, μερικές με καλλιγραφικά γράμματα, άλλες όχι, μερικές κομψά διατυπωμένες, άλλες απλές, πολλές χωρίς καμία χρησιμότητα. Συνεχίζουν να λειτουργούν όσο καλύτερα μπορούν, όπως το Parker 51 (3) που πέρασε την ενηλικίωσή του σκοντάφτοντας πίσω στα Γίντις ή το Bulova που τελικά σήκωσε τα δίδυμα μπαρόκ χέρια του παραδίνοντάς τα στο άπειρο και παραιτήθηκε χωρίς λέξη. Το Parker εξακολουθεί να λειτουργεί και δεν φταίει ποτέ. Στις καλές μέρες λειτουργεί καλύτερα από μένα, και όταν στάζει στάζει μόνο μελάνι, ποτέ μια λέξη που καλύτερα να μείνει ανείπωτη. Όταν ήμουν μικρός, έμπαινα κρυφά στο υπνοδωμάτιο της Zadie, έβρισκα το ρολόι σε ένα βελούδινο κουτί, το κούρδιζα, το κρατούσα σε κάθε αυτί —τότε δούλευαν και τα δύο— για να ακούσω τη μουσική του, τους κοσμημένους τροχούς και τους άξονες που κρατούσαν ζωντανό το χρόνο. Αυτά τα ενθύμια από το μακρινό παρελθόν εξακολουθούν να μου προκαλούν μεγάλη χαρά: το ρολόι, το στυλό Parker, ο μικροσκοπικός σουγιάς που χρησιμοποιούσε για να ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα, το ελεφαντένιο πούρο — ένα δώρο, όπως ισχυριζόταν, από τον Ρούσβελτ, ο οποίος τον μπέρδεψε με έναν διάσημο Ρώσο βιολιστή. Θα μπορούσα να τα αποκαλέσω «Απέραντα πλούτη σε ένα μικρό δωμάτιο» ή να γίνω κοσμικός και να τα θεωρήσω θραύσματα ενός μεγάλου μυστηρίου αντί γι’ αυτό που είναι, φυλαχτά ενάντια στο τίποτα.
Είναι πιο εύκολο να απέχω από το να αρνηθώ. Είναι πιο εύκολο να μην είμαι από το να εξηγήσω ποιος είμαι. Είναι πιο εύκολο να μην απαντήσω από το να τους δείξω το φεγγάρι. Είναι πιο εύκολο να σφίξω τα δόντια από το να αφεθώ. Είναι πιο εύκολο να κλείσω τα μάτια από το να διασκεδάσω. Είναι πιο εύκολο να γλιστρήσω από το να δεχτώ την φιλοφρόνηση. Είναι πιο εύκολο να φύγω από το να επιστρέψω ο ίδιος. Είναι πιο εύκολο να πνίγω από το να καταπιώ την γλώσσα σου. Είναι πιο εύκολο να καώ από το να περιμένω την άνοιξη. Είναι πιο εύκολο να χαθώ από το να γυρίσω πίσω. Είναι πιο εύκολο να κλέψω από το να σου πω την αλήθεια. Είναι πιο εύκολο να λείψω από το να δηλώνω παρόν. Είναι πιο εύκολο να σβήσω από από το να γράψω το όνομά μου. Είναι πιο εύκολο να τραγουδήσω από το να σε πείσω. Είναι πιο εύκολο να ξεχαστώ από το να πάρω ότι μου ανήκει.