Αντιγόνη Ηλιάδη, Ξέρεις ότι αν πιείς θα γίνει ατύχημα

Ξέρεις ότι αν πιείς θα γίνει ατύχημα. Ξέρεις ότι μπορεί να μπλέξεις σοβαρά. Μπορεί να χάσεις χέρια πόδια και το χειρότερο κεφάλι. Μπορεί να πάθεις διάσειση. Ή απλή θλάση. Να σπάσεις δυο-τρία πλευρά. Μη μασάς. Θα ζήσεις ή όχι; Μπορεί να μπεις σε κώμα ή να μείνεις φυτό. Να πάθεις εγκαύματα. Να πιάσει φωτιά το αυτοκίνητο. Άγνωστοι να σου αλλάζουν την πάνα όταν κατουράς ή χέζεις. Να πονάς. Να ουρλιάζεις. Η μορφίνη να φαίνεται σαν ντεπόν. Να μη ξέρεις τι σου γίνεται. Καταστολή στο νοσοκομείο. Το χειρότερο ή το καλύτερο. Ή το καλύτερο. Εξαρτάται. Τροχαίο. Δυστύχημα. Χτύπημα. Μπαμ. Κρας. Λιωμένο ατσάλι. Χαλκομανία. Το αμάξι σμπαράλια. Όλα χάνονται σε μια στιγμή. Μέσα σε λίγα τεράστια δευτερόλεπτα. Δεν κάνει να πίνεις και να οδηγάς. Δεν είπαμε να μην πίνεις καθόλου. Γιατί εμείς θα σου λέμε πότε να πίνεις. Ναι. Εμείς ξέρουμε το καλό το δικό σου. Το καλό όλων. Το αλκοόλ είναι καλό για τα νεύρα. Είναι καλό για τις δύσκολες μέρες. Κάποιες φορές. Λίγο. Έτσι για χαλάρωση. Αν το ελέγχεις. Αν πίνεις με μέτρο. Πάντα το μέτρο. Όμως. Μη γίνεις αλκοολική. Οι αλκοολικοί είναι κακοί και κοινωνικά κατακριτέοι. Περιθωριακοί. Ανώνυμοι. Μυστικοί. Δεν θα γίνεις αλκοολική. Θα πίνεις και θα οδηγάς. Μην πίνεις και οδηγάς. Μην πίνεις. Ποια φταίει στο ατύχημα; Αυτή που ήπιε. Και τι θα γίνει αν εμπλακείς σε ατύχημα; Θα σε κατηγορήσουν. Ασφάλειες και δικαστήρια. Θα είναι ακριβό. Θα κάνεις κακό. Θα τρέχεις από εδώ κι από εκεί. Μπελάδες. Θέλεις; Δεν θέλεις; Ανδρεναλίνη θα έχει μπόλικη. Θα γουστάρεις. Κάποιες στιγμές. Κάποια λεπτά συνειδητότητας. Λεωφορεία στο κενό. Περιστρεφόμενες νταλίκες. Καραμπόλες. Εκκωφαντική ηχορύπανση. Μυρωδιά βενζίνης και καμένου μέταλλου. Κάτι δένδρα. Στο βάθος όχι κήπος.

Το άλλο; Θα είναι κολόνα. Τοίχος. Κάγκελα. Προστατευτικά. Ξεροί κορμοί. Στύλος της ΔΕΗ. Ή κάτι σε άλλο αυτοκίνητο; Κάτι σε ζωντανό ον; Οικογενειάρχης. Νταλικέρισσα. Λεωφορειατζής. Ταρίφας. Νέα οδηγός. Έφηβος. Παρέα. Ζευγάρια. Συγγενείς. Μόνος. Μόνη. Μόνο. Τι θα είναι; Θα ζήσει; Ή θα αποβιώσει με τη μία; Θα είναι λίγο χτυπημένος ή νεκρός; Μπορεί να είχε ένα παιδί, δύο ή τέσσερα ή και εκατό ή και κανένα. Γαμώ τη τύχη μου μέσα. Μπορεί να ζήσει. Μπορεί. Ένα πτώμα. Μπορεί λίγο πατικωμένος. Μπορεί να αναφλεγεί ζωντανός. Είναι επικίνδυνη η αυτανάφλεξη. Και η οποιαδήποτε ανάφλεξη. Πρέπει να απομακρυνθεί από το όχημα. Πρέπει να πάει παραδίπλα. Οι πυροσβέστες θα έρθουν. Δεν είναι εύκολος ο απεγκλωβισμός. Μιλάμε για τόνους. Η αστυνομία. Τα ασθενοφόρα μετά. Θα του κάνουν διασωλήνωση. Μετά τις πρώτες βοήθειες. Μετά το ηλεκτροσόκ. Θα τον βάλουν σε μηχανική υποστήριξη. Προληπτικά. Ελαφρά τραύματα. Σπασμένα πλευρά. Θα κατουράει στην πάπια. Νερό και τροφή χημικά. Χάπια. Φαρμακευτική χαρά. Όλα καλά. Όλα καλά.

Η μεθυσμένη θα ζήσει. Να σε θυμάται. Άνθρωπε που ήσουν από την άλλη πλευρά. Πάντα μεθυσμένη. Σε μπαρ θα πίνει. Όλοι θα έχουν να το λένε. Αυτή φταίει. Αυτή είναι η κακιά. Θα μπει φυλακή. Η φυλακή είναι το παντού μετά. Οπουδήποτε θα είναι φυλακή. Θα πάει σε δικαστήρια. Δεν υπάρχει σωτηρία. Σε μπαρ. Ουίσκι. Ή κοκταίηλς με τζιν. Δεν οδηγά πια. Μην ανησυχείτε. Της πήρανε το δίπλωμα. Δεν έχει άλλα. Ποτέ ξανά. ΧΑ! Ποτέ μη λες ποτέ. Μην οδηγάς μεθυσμένη. Αλλά όχι. Τίποτε δεν θα συμβεί. Τι θα έκανες αν οδηγούσες μεθυσμένη και προκαλούσες ατύχημα; Και τι θα πάθαινε ο άλλος; Δεν ξέρω. Δεν θα δω. Δεν θα μάθω ποτέ. Θα φύγω. Θα πατήσω το γκάζι. Ταχυπαλμία. Πανικός. Θα φύγω. Θα φύγω από το τώρα κι από τη ζωή μου. Είμαι μεθυσμένη. Θα περάσω τη ζωή μου με μορφίνες. Οι τύψεις μου δεν έχουν θεό και προσευχές. Έφυγα. Έφυγα και δεν είδα. Δεν είδα και δεν θα μάθω ποτέ τι έγινε. Τι έγινε; Δεν έχω ιδέα. Δεν ξέρω. Γαμώτο. Δεν ξέρω. Ο μπάσταρδος μπήκε μπροστά μου. Δεν έτρεχε. Είναι περιφερειακός. Γίνονται συχνά ατυχήματα. Είναι δρόμος ταχείας κυκλοφορίας. Τρέχεις. Φοράς ζώνη. Δεν περιμένεις. Υπήρχαν κάμερες; Δεν υπήρχαν. Υπήρχαν πεύκα. Πολλά πεύκα. Νύχτα. Φώτα του δρόμου. Λίγα αυτοκίνητα. Αραιά. Τρέχανε όλοι. Μεγάλες ταχύτητες. Η πόλη είναι τόσο όμορφη το βράδυ που καταντά σιχαμερή. Είναι ένα μεγάλο ψέμα. Γαμώ. Κανείς δεν είναι ευτυχισμένος. Η ευτυχία δεν υπάρχει. Μεθύστε όλες και πατήστε τον διπλανό σας.

Την έδερνε. Την έδερνε πολύ και δυνατά. Κάθε φορά που πίνανε. Ή που δεν πίνανε. Ο έρωτάς τους ήταν το ξύλο που της έδινε. Και την πονούσε. Την χάιδευε. Πρώτα ή μετά. Και την έδερνε. Δεν ήθελε άλλο να συνεχιστεί. Πήγαινε μετά στα μπαρ. Και έπινε. Δεν ήταν δύσκολο να περάσεις την πόρτα του μπαρ. Ήταν ηλίθιος. Την έκανε κομμάτια. Έπρεπε να πας στο μπαρ. Να χαμογελάσεις στον μπάρμαν. Να τον δεις φιλικά. Ή να την δεις. Αν ήταν γυναίκα, ακόμα καλύτερα. Να πιείτε μαζί. Σφηνάκια τεκίλας. Λευκή. Να γελάσετε. Να δείτε τους εαυτούς σας στον καθρέφτη του μαγαζιού παραμορφωμένους. Πόσοι εαυτοί; Πολλοί. Να πείτε κάποιες βλακείες. Για τον καιρό, την οικονομική κρίση, τη σημασία του δημοψηφίσματος. Για τη θρησκεία, για τον θεό, για την ύπαρξη. Και μετά να φτάσετε να κοιτάζεστε. Να σχολιάσετε τους άλλους στο μαγαζί. Την τύπισσα με τα περίεργα ράστα και το τατουάζ κροκόδειλο. Τον γέρο άνδρα που κάθεται πάντα μόνος του στη γωνία και πίνει βότκα ανανά. Τις παρέες που έρχονται κι αυτές που φεύγουν. Αυτούς που χορεύουν σαν να μην υπάρχει αύριο. Και τους μοναχικούς που κάθονται μόνοι στα τραπέζια. Να κοιτάζεστε. Άντε πρέπει να κλείσουν. Είναι υπάλληλοι. Κανείς δεν νοιάζεται για σένα, πρέπει να την κάνεις. Πρέπει να φύγεις. Δουλεύουν. Σε δουλεύουν. Τους πληρώνεις. Σου πουλάνε ποτά και λίγη παρέα. Στα ψέματα. Πρέπει να σηκωθείς. Το κορμί σου να τρέμει. Να πληρώσεις. Άσε φιλοδώρημα. Ήταν καλοί μωρέ.

Η νύχτα είναι παγωμένη. Υγραμένη. Όσο και συ σχεδόν. Πρέπει να θυμηθείς πού πάρκαρες το αυτοκίνητο. Στην αρχαία αγορά; Στα πανεπιστήμια; Ή κάτω; Στο λιμάνι; Πού στο διάολο άφησες το αυτοκίνητο. Μεγάλη κι αδιάφορη Θεσσαλονίκη. Αλλά θα το βρεις. Και στον δρόμο θα περάσεις από στενά σκοτεινά. Από τύχη δεν σε λήστεψαν. Δεν σε παρενόχλησαν. Δεν σε άγγιξε το σκοτάδι. Από τύχη. Καθαρή. Γιατί πρέπει να οδηγήσεις. Πρέπει να φτάσεις στον περιφερειακό. Εκεί που θα διακοπούν όλα. Για μια στιγμή θα γίνει μια μικρή ατομική σύγκρουση. Θα παραπατάς. Θα σου έρχεται μια να κλάψεις. Μια να ξεράσεις. Δεν θα κάνεις τίποτα. Θα κάνεις πως δεν τρέχει κάτι. Θα προσπαθήσεις να κρατηθείς όρθια και ίσια. Όσο γίνεται περπάτα σταθερά. Θα δαγκώσεις τα χείλια σου, μέχρι να ματώσουν. Ο πόνος σε αφυπνίζει. Σε κρατάει ξύπνια. Παρέες ανδρών θα μουρμουρίζουν διάφορα. Θα γελάνε. Μαζί σου. Δεν έπρεπε να βάλεις το μαύρο φόρεμα. Δεν φοβάσαι τίποτα. Δεν σε νοιάζει και πολύ. Κάντε με ό,τι θέλετε. Τι χειρότερο μπορεί να συμβεί. Οι μώλωπες είναι εκεί.

Πρέπει να φτάσεις. Και θα σκέφτεσαι τα Σαββατοκύριακα. Στο σπίτι σου. Που μαζευόταν η οικογένεια που δεν συμπαθούσες καθόλου. Μιλούσαν για τον Χριστό και για τα παιδιά που θα γεννήσουν. Και κάνανε σταυρούς, προσευχές και τρώγανε. Πολύ φαγητό. Το φαγητό δεν ήταν η προτεραιότητά σου. Σού λέγανε να φας. Πώς έγινες έτσι; Βάλε μια μπουκιά στο στόμα σου. Οι αδύνατες δεν αρέσουν στους άνδρες. Όλα για τους άνδρες. Βάψου και λίγο. Χτενίσου. Φτιάξου. Φάε κάτι. Με αυτό θα τη βγάλεις. Φάε μια μπριζόλα. Να στανιάρεις. Το κρέας χρειάζεται. Είναι πολύτιμο και έχει μέσα θρεπτικά συστατικά. Θρεπτικά συστατικά. Η οικογένειά σου. Ένας κι ένας. Είσαι μια ξένη. Αγαπητή η μάνα σου. Πολυλατρεμένη. Μαυροφορεμένη και συνέχεια στωική. Σε όλα είχε μια περίεργη υπομονή. Άρρωστη. Δεν την κατάλαβες τη μάνα σου. Ούτε αυτή εσένα. Σε έκανε να νιώθεις λειψή και μοναχική. Ούτε ένα σίδερο έμαθες, ούτε να σκουπίζεις, ούτε να πλένεις. Ένα πιάτο φαΐ δεν ξέρεις να μαγειρέψεις. Ανεπρόκοπη. Και ποιος θα σε πάρει. Ανοικοκύρευτη που είσαι. Μια μόνιμη γκρίνια. Μια μόνιμη τύψη που δεν έγινες αυτό που σε προόριζαν. Αυτά τα φρικτά γεύματα. Τα Σαββατοκύριακα με συγγενείς. Και η τηλεόραση να παίζει ανοιχτή τα νέα της ημέρας. Πόσοι άνθρωποι δολοφονήθηκαν, πόσοι πέθαναν από φυσικές καταστροφές και σε ποια άκρη του κόσμου γίνεται ο μεγαλύτερος αιματηρός πόλεμος. Με το σόι. Τη φαμίλια. Τους πιο κοντινούς σου ανθρώπους. Όλα αυτά τα πρέπει. Οι κανόνες. Η συμπεριφορά. Τα υποκριτικά γέλια. Η υστερία. Και η σύγχυση. Κι όλα αυτά τα αίματα. Τα κρέατα. Τα πτώματα. Τα νεκρά στα πιάτα. Τα ανοιχτά σαλιωμένα λυσσασμένα στόματα. Τα κοφτερά δόντια. Η φρίκη. Μια τόσο φυσιολογική οικογένεια. Που έρχεται στο φαγητό κοντά. Το φαγητό τη δένει. Δεν έγινες ποτέ αυτό που θέλανε από σένα.

Οι μώλωπες δείχνουν ότι προσπάθησες. Μη στενοχωριέσαι. Πήρες αυτό που ήθελαν. Αυτό που χρειαζόσουν. Πήγες να κάνεις το καλό. Το καλύτερο. Βρήκες άνδρα. Σε πρόσεξαν οι άνδρες. Οι άνδρες είναι ο στόχος. Στους άνδρες να απευθύνεσαι. Τον βρήκες. Ήσουν τυχερή. Στους μώλωπες φαίνεται το πριν και το μετά. Στα ερωτικά σου κλάματα. Στα παράπονα. Και στη μόνιμη θλίψη που είχε στεριώσει πάνω και μέσα σου. Η μοναξιά δεύτερο πετσί σου.

Να βγάλεις τα κλειδιά από την τσάντα. Τώρα. Πρέπει να συνέλθεις. Να είσαι σωστή. Και νηφάλια. Να μιλάς ευγενικά. Να κάθεσαι προσεκτικά. Μην καπνίζεις. Μην πίνεις πολύ. Εντάξει, πιες κάτι. Όχι πολύ. Πρόσεξε πώς κάθεσαι. Σεμνά. Μην προκαλείς. Κοίτα τις άλλες κοπέλες στην ηλικία σου. Χαμογέλα. Λίγο μωρέ. Χαμογέλα πιο πολύ. Γιατί είσαι συνέχεια έτσι. Τα έχεις όλα. Τι θέλεις πια. Το βρήκες το παλληκάρι σου. Είσαι στον σωστό δρόμο. Εντάξει δεν τα κάνεις όλα τέλεια. Δεν είσαι ούτε πολύ κοντά σε αυτό που ονειρευόμασταν. Γιατί δείχνεις τόσο στενοχωρημένη; Θα κάνεις πρόωρες ρυτίδες. Έρεψες. Μήπως είσαι άρρωστη. Πήγαινε σε κανέναν γιατρό να σε δει. Οι γιατροί τα ξέρουν όλα. Θα δεις ότι θα στο πούνε κι αυτοί. Βρες έναν άνδρα. Θα σου κάνει καλό. Φάε κάτι. Το φαγητό είναι υγεία.

Ξέρεις όμως για το ατύχημα. Ατύχημα. Όχι καλό. Μέχρι και ένα μικρό παιδί το καταλαβαίνει. Τα ατυχήματα είναι κακά. Ένα ατύχημα είναι μεγάλη συμφορά. Και δεν συμβαίνουν ποτέ σε εσένα. Μόνο στους άλλους. Οι άλλοι δυστυχούν. Κι εσύ τους κοιτάς. Θέλεις να μάθεις λεπτομέρειες. Να δεις αίμα. Γιατί δεν είσαι εσύ. Είναι οι άλλοι. Και γιατί θες να μάθεις τη δυστυχία. Ακόμα περισσότερα. Τον θάνατο. Ωμό θάνατο. Να τον δεις. Πώς θα είναι. Να φτιάξεις μια εικόνα που θα σε στοιχειώνει τα βράδια πριν κοιμηθείς. Να φτιάξεις την αϋπνία σου με κάτι χειροπιαστό. Όχι. Όχι. Μπορεί να μη γίνει και τίποτα. Μπορεί να τη γλιτώσεις φθηνά. Να μην περάσεις τα κόκκινα. Να περιμένεις τα πράσινα. Και οι άλλοι το ίδιο. Να τρέχεις λίγο, αλλά όχι υπερβολικά. Και στον περιφερειακό όλα να πάνε καλά. Όλα. Να πάνε όπως πάνε πάντα. Πρίμα. Μην πιστέψεις ποτέ ότι ξέρεις τον δρόμο. Ο δρόμος είναι μια άγνωστη γραμμή για σένα. Πήγαινε προσεκτικά. Ο περιφερειακός είναι δύσκολος δρόμος. Στον περιφερειακό γίνονται όλα τα ατυχήματα. Πρόσεχε.

Βρίσκεις το αμάξι. Ανοίγεις τους καθρέφτες. Σου πέφτουν κάτω τα κλειδιά. Γελάς νευρικά. Σπαστικά σχεδόν. Κοιτάς γύρω. Δεν είναι κανείς εδώ. Κάλμαρε. Παίρνεις από κάτω τα κλειδιά. Ευτυχώς δεν βρέχει. Ο δρόμος είναι βρώμικος. Χωρίς λάσπες. Χωρίς λακκούβες. Χωρίς νερά. Ανοίγεις την πόρτα με την τρίτη φορά. Μπαίνεις μέσα. Νιώθεις την οικεία μυρωδιά του αρωματικού έλατου. Πρέπει να το πετάξεις αυτό το αρωματικό. Στο έβαλαν στο βενζινάδικο. Βρωμάει. Σου θυμίζει κάτι μέρες αναμονής σε ιατρεία. Με τον πατέρα σου. Άγιος άνθρωπος. Έγινε πριν πεθάνει. Μέχρι τότε. Ένα κάθαρμα. Στυγνό. Απερίσκεπτο. Ένα ακόμα αφεντικό. Για τη μάνα σου, για τη ζωή σου. Σωστός οικογενειάρχης. Όλα αυτά πόσο πίπες σου φαίνονται. Πόση αηδία. Γιατί δεν είσαι και συ σαν τις άλλες. Γιατί δεν τα δέχεσαι όλα έτσι. Όπως στα σερβίρουν. Στο πιάτο.

Το ξύλο είναι καλό. Το ξύλο θα σου μάθει πράματα. Οι μαμάδες πρέπει να δίνουν στα παιδιά ξύλο. Για να μάθουν. Οι μώλωπες ενισχύουν τη μνήμη. Βοηθούν το πνεύμα. Και την ακράτεια καμιά φορά. Η βία. Ω αγαπητή του κόσμου βία. Σου έρχεται να σκοτώσεις. Να πάρεις τη ζωή κάποιου. Ενός συγκεκριμένου. Θέλεις να τον βρεις. Είναι άνδρας. Παντρεμένος. Με δυο παιδιά. Ήταν εραστής σου. Και κακοποιητής σου. Βιαστής σου. Ο άνδρας της καταπληκτικής ζωής σου. Σε ποιον να το πεις; Ποιος θα το πιστέψει; Θα τον βρεις να υπογράφει. Συμβόλαια. Θα τον βρεις να κάθεται στο γραφείο του και να καπνίζει μανιακά. Λάκι στράικ. Και δική σου επιλογή ήταν. Και συ φταις. Σου χαμογέλασε. Ήσουν μια ασήμαντη σερβιτόρα. Η μάνα σου το έλεγε πόσο ασήμαντη είσαι. Δεν είσαι για τίποτα εσύ. Κι αυτό το αφεντικό. Από την πρώτη στιγμή σε στιγμάτισε. Σε είδε μικρή κι αθώα. Ήθελε να σου βάλει τον πούτσο του και να στον χώσει και να σε γαμήσει. Με το ζόρι.

Πώς θα σε προσέξουν οι άνδρες; Ε σε πρόσεξε. Σου άφησε φιλοδώρημα το διπλάσιο του καφέ του. Ερχόταν κάθε βράδυ Μετά το γραφείο. Σου χαμογελούσε. Σε έλεγε κουκλάρα. Και σου ψιθύριζε κι άλλα στο αυτί. Ήθελε να σε δει. Τι ώρα τελειώνεις τη δουλειά σου. Σε χούφτωνε κρυφά από τα άλλα αφεντικά σου. Άναβε τα τσιγάρα. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να πέφτουν. Είχε πολύ άγχος. Τα δάχτυλά του τριχωτά και κιτρινισμένα. Τα μάγουλά του γύρω από τα χείλη του ρυτιδιασμένα. Το βλέμμα του βαρύ και σκληρό. Πάντοτε σε κοίταζε ευθεία μες στα βυζιά. Ήθελε τα βυζιά σου. Να τα πάρει και να τα γαμήσει. Να γαμήσει τα βυζιά σου ήθελε. Το έβλεπες στα σάλια του που γέμιζαν τα χείλη του. Και συ ήθελες τότε κάτι από αυτόν.
Το έκανε. Του έδωσες την ευχαρίστηση. Δεν έχει σημασία πού και πότε. Έχει; Πολλά έκανε. Του επέτρεψες να τα κάνει. Στην αρχή σου άρεσε. Πες την αλήθεια. Σου άρεσε λίγο. Μην τον κατηγορείς. Δεν φταίει αυτός. Κανείς δεν φταίει. Μόνο εσύ. Είχες έναν πατέρα τέρας. Η πρώτη δεν ήσουν ούτε η τελευταία. Τη μάνα σου την έκανε ταπί στο ξύλο. Έκλαψες λίγο. Θα αλλάξει τίποτα. Έκανες κάτι όταν σε έδερνε ο άλλος ο μαλάκας; Πες μου έκανες. Όχι. Φταις τότε.

Πήγαινε τώρα στα μπαρ και πιες. Μετά οδήγα. Σκότωσε κάποιον. Τον σκότωσες. Δεν ξέρεις. Θα μάθεις. Γιατί δεν σταμάτησες. Γιατί έφυγες. Πόσα χρόνια στη φυλακή. Εγκατάλειψη θύματος. Ένδειξη αμέλειας.

Κατεστραμμένη. Οδηγάς και κοιτάς τον σταυρό στον καθρέφτη. Δεν πιστεύεις στον Χριστό. Είναι αργά να πιστέψεις; Κουνιέται πέρα δώθε. Όλα θολώνουν. Η ζωή σου είναι μια μικρή καταστροφή. Ασήμαντη. Όσο κι ανύπαρκτη για τους πολλούς. Το παρμπρίζ σου είναι θολό. Το καπό έχει βρωμιές πάνω. Το αυτοκίνητο είναι άπλυτο. Είναι ένα αυτοκίνητο συνηθισμένο. Σαν όλα τα άλλα. Παλιό. Στρογγυλωπό. Πολυχρησιμοποιημένο.

Συνεχίζεις κανονικά την πορεία. Δεν σταματάς ποτέ. Όλα θα πάνε καλά. Συνεχίζεις. Κανονικά. Ογδόντα. Ενενήντα. Εκατό. Εκατόν δέκα. Το λαμπάκι της μηχανής ανάβει. Θυμάσαι που σου έφτιαχνε η μαμά σου τα μαλλιά πλεξουδάκια. Ένα από τη μια πλευρά. Ένα από την άλλη. Τα φώτα πορείας είναι πολύ φωτεινά και σε τυφλώνουν. Κανείς δεν λέει αλήθεια. Τίποτα δεν αλλάζει στην πραγματικότητα. Ο μπαμπάς ήταν πάντοτε κακός. Η μαμά πάντοτε τον άκουγε. Έκανε ό,τι της έλεγε. Τίποτα δεν άλλαζε. Όλα μένανε τα ίδια. Και θα μείνουν τα ίδια. Για μια φορά το πιστεύεις. Το επαναλαμβάνεις μέσα σου συνέχεια. Διασωληνώσεις. Εισαγωγές. Εντατικές. Καρδιακές ανακοπές. Εγκεφαλικό μπλακ-άουτ. Παραλήρημα. Τραύματα βαριά. Βαθιά εγκαύματα. Στιγμές νοσηρές. Νοσοκομεία. Λευκά δωμάτια και γιατροί. Οροί. Μηχανήματα. Καρδιογραφήματα. Αίματα. Ο δρόμος ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Δεν υπάρχουν όχι και μήπως και αλλά. Συνεχίζεις να πατάς το γκάζι. Να οδηγάς. Και αυτή ίσως να είναι η μόνη ελπίδα για σωτηρία. Οδηγάτε μεθυσμένες. Ίσως και να υπάρχει ελπίδα. Μην έχετε τύψεις. Παντού κυκλοφορούν νεκρά παιδιά. Δεν θα είναι η πρώτη φορά. Και μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. ΟΛΑ. Να είσαι πάντοτε χαρούμενη. Και να χαμογελάς. Να χαμογελάς.

*Από το http://frear.gr/?p=17236

Homero Aridjis, Τρία ποιήματα

Το αγόρι ποιητής

Ἐρωτήσεις

Πρέπει νὰ καταλήξω ν’ ἀποκοιμηθῶ μὲ Bach
ὅπως ὁ κύριος ποὺ ροχαλίζει στὴ συναυλία
ἐξουθενωμένος ἀπὸ μιὰ μέρα μὲ χρονοδιαγράμματα
ὡράρια καὶ λογαριασμοὺς
ἐξαντλημένος ἀπὸ μιὰ νύχτα σὲ μιὰ παράσταση;

Πρέπει νὰ εἶμαι σὰν τὸν ἔμπορο
μὲ τὸ μαγαζάκι ποὺ χρεωκόπησε
καὶ ποὺ τώρα ἄνεργος
νομίζει ὅτι εἶναι ἕτοιμος πιὰ νὰ πεθάνει;

ἢ πρέπει νὰ εἶμαι σὰν τὸν ἄρρωστο
ποὺ ἀπορρόφησε τὰ συμπτώματά του
μὴν ἀκούγοντας σινιάλα
σταλμένα ἀπὸ τὸ ὑπερπέραν;

ἢ σὰν τὸν θυρωρὸ
ποὺ ἀνοιγοκλείνει τὶς πόρτες γιὰ τοὺς ἄλλους
χωρὶς νὰ παρατηρεῖ ὅτι στὸ σπίτι του
ἀφήνει παραμελημένη τὴν ψυχή του;

ἢ νὰ εἶμαι πάντα αὐτὸ ποὺ εἶμαι
ἕνας ἄνθρωπος τῶν λέξεων;

***

Το Ποίημα

Στον Octavio Paz

Τὸ ποίημα στριφογυρίζει στὸ κεφάλι τοῦ ἀνθρώπου
σὲ κύκλους κοντινοὺς καὶ μακρινοὺς
Ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀνακαλύπτει προσπαθεῖ νὰ τὸ κατακτήσει
ὅμως τὸ ποίημα ἐξαφανίζεται
Ὁ ἄνθρωπος φτιάχνει τὸ ποίημά του
ἀπ’ ὁ,τιδήποτε μπορεῖ ν’ ἁρπάξει
Ὅ,τι ξεφύγει
θ’ ἀνήκει στοὺς ἀνθρώπους τοῦ μέλλοντος

***

Οι έξι αισθήσεις του θανάτου

Ὁ θάνατος ἔχει τὴ γεύση αἵματος στὸ στόμα

μυρίζει σὰν τὸ κενὸ ποὺ σκάει στὴν κοιλιά σου
ἀκούγεται σὰν ἕνα φύσημα ποὺ σκίζει στὰ δύο τὸν ἀέρα
μοιάζει μ’ ἕνα λευκὸ μάτι ποὺ διαλύεται στὸ νερό.

Οἱ αἰσθήσεις τοῦ θανάτου δὲν εἶναι πέντε,

εἶναι ἕξι, ἡ ἕκτη αἴσθηση εἶναι ἕνα ὄργανο παράλογο
ἄμορφο, ἄοσμο, ἀνήκουστο,

εἶναι ἕνα μεθυσμένο τίποτα.

* Ο Homero Aridjis είαι Μεξικανὸς ποιητής, ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Ἔχει ἐκδώσει περισσότερα ἀπὸ 40 βιβλία ποίησης καὶ μυθοπλασίας καὶ ἔχει λάβει πλῆθος βραβείων γιὰ τὸ συγγραφικό του ἔργο καὶ τὴν ἀκτιβιστική του δράση γιὰ τὴν περιβαλλοντικὴ προστασία. Θεωρεῖται ὁ σημαντικότερος ἐν ζωῇ Μεξικανὸς ποιητής.
**Μετάφραση: Ἔλσα Κορνέτη
***Από το περιοδικό “Νέο Επίπεδο”, Νο 41/1, Απρίλιος 2014.

Αθανάσιος Πάσχος, Φλέγεται η γη

Άκου πώς η θάλασσα σβήνει τη φλόγα
Καθώς το κύμα το χαριστικό κυλάει στο κορμί της
Κι αυτός ο συριγμός
Καθώς η νύχτα κλέβει τη ζωή από την ίδια τη ζωή
Είναι πιο περίλυπος
Θυμίσου πώς η κοπελιά μαζεύει το κορμί
Όταν αλαφρύνει και δώσει τον πόθο της να πετάξει
Τότε χάνεται μόνο αυτός που έχει χαθεί
Βαθιά του
Και δεν έχει φωνή να χαρίσει..

*Από τη συλλογή “Ζω ονειρευόμενος”, εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ε. Μύρων, Αερόστατο

Έχω ένα αερόστατο
μέσα μου κρυμμένο
Ίσως κάποιες φορές
το αέριο του είναι ελλιπές
ή ο αέρας μέσα μου βαρύς
και δεν πετά
– ζαρώνει στάσιμο στα χαμηλά.
Βαρίδι γίνεται στα πόδια
και το σέρνω.
Είναι όμως εν δυνάμει πτητικό
Αυτό το αιθεροβάμον υλικό
που κρύβω μέσα μου
με στιλώνει και με κρατά ορθό
όταν απογειώνεται.
Γι’ αυτές τις πτήσεις του
και μόνο
αξίζει το κουβάλημα.

Γιάννης Βούλτος, Πέντε ποιήματα

Τυφλός

Με κοιτάζουν
Μάτια δίχως βλέμμα
Κι εγώ τυφλός
Τις διαβάσεις
Περνώ
Της ζωής
Μονάχος

Στη λήθη

Διάλεξες
του ονείρου τοκογλύφο
να δανειστείς
του φόβου βάλσαμο
Όταν τ’ αστέρια ξεθωριάζανε
στο φως το πρωινό
που μας αντίκριζες

Κουβέντα με το Θάνατο

Μίλησα τη νύχτα
Με το Θάνατο
– Ήρθες για μένα
– Έχεις ακόμα
Αίμα
Στα γραφτά σου
Θα ξανάρθω

Κυριακή στο γήπεδο

Μπήκα στο κατάμεστο γήπεδο
Στην εξέδρα των επισήμων
Παντού σιωπή
Κοιτάζω τριγύρω
Οι φίλαθλοι νεκροί
Οι παίχτες σκοτωμένοι
Τριάντα χιλιάδες κουφάρια
Μόνος εγώ ζωντανός
Άρχισα να φωνάζω
Συνθήματα

Λεωφόρος Εφιάλτη

Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου
Όταν οδηγώντας δε θα ανταμώνεις πια ούτε ψυχή απ’ τ’ άλλο ρεύμα
Τότε θα προβάλλουν δίπλα στα εικονοστάσια τους
Όλοι οι σκοτωμένοι κείνων των δρόμων της ασφάλτου
Καθένας με την αποκρουστική μορφή
Τη χαρισμένη από τη μοίρα του την ώρα του θανάτου
Θα σε χαιρετούν όσοι έχουν χέρια
Θα σου μιλούν όσοι έχουν πρόσωπα
Οι άλλοι που δεν τους έχει μείνει τίποτα
Θα χουν γραμμένο στο οδόστρωμα με αίμα ένα μήνυμα
Για σένα που μπορείς να το διαβάσεις
Για σένα που μπορείς να τους ακούσεις
«οι δρόμοι αυτοί θα είναι πάντα στοιχειωμένοι»
Και πάντα θ’ αντικρίζεις τους νεκρούς
Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου

*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2753

Yiannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

VII

Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλὴ που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Εδώ χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιὰ παρατημένο το κίτρινο πουκάμισο της.
Εδώ χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλὲς πολεμίστρες,
στην ίδια ελιὰ το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ᾿ η φωνὴ του φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει απὸ πίσω σα σκυλὶ αμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Είναι μία σιγαλιὰ απὸ αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια του καλοκαιριού
μία νύστα απὸ νερὸ που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανὰ κοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτὸ μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλὰ πίσω απὸ το πευκόδασο
στεγνώνει…

View original post 980 more words

Θεοδοσία Μαρινούδη, Τρία ποιήματα

Κομμάτια

Έχουν υπάρξει ορισμένα επιπλέον έξοδα
στους υπολογισμούς αυτού του μήνα.
Δεν είμαι σίγουρη από πού προέρχονται
και αν τα έχω καταβάλει.
Ίσως από κάποιες παράταιρες νότες
μιας παρτιτούρας
που επιτέλους δεξιώθηκα
με ανυπολόγιστο κόστος.
Βάρη ετών.
Χιλίων οδύνων.
όλες για μια σπουδή.
Πιάνο για έξι χέρια.
Και τα εξι ακρωτηριασμένα.
Τέσσερα νεκρά και δύο ανάπηρα.
Γαβ και γαβ και γαβ
Γαβ και γαβ και γαβ.
Ελάσσονες σπασμοί πνιγμένοι.
Όλα μου τα όνειρα μαζί σου.

***

Η αφή και η όραση

Τι θέλουν κι αυτές οι καταιγίδες.
Διπλασιάζουν τα τοπία μέσα μου.
Κλεισμένη εδώ μέσα και δεν αλλάζουν οι ώρες.
Εσύ δε γύρισες να με κοιτάξεις.
Όμως εγώ σε ειδα ολοζώντανη μπροστά μου
“Μάζεψε τις κάλτσες σου παιδί μου”.

Αυτό το σπίτι όλο μαζεύει κι όλο απλώνεται.
Άλλες φορές ξετυλίγεται σαν αρχοντικό
μπροστά στα πόδια μου.
Τώρα μπορώ να το κρατήσω στη χούφτα μου.
Τόση πλαστικότητα…
Θα είναι επειδή νόμιζα ότι η αφή είναι πάντα
και άγγιγμα.
Η αφή και το άγγιγμα.
Πώς δεν πρόσεξα
την κυριολεξία των χαδιών.

***

Madame Butterfly

Νόμιζα πως δεν είναι καλή στις μεταμορφώσεις.
Δεν ήξερα να αφήνω τις εικόνες να οδηγούν
στο σώμα..
Δεν μπορούσα να δημιουργώ εικόνες
με το σώμα.

Ήξερα βέβαια να είμαι εδώ.
Διαρκώς, ατελείωτα, ανελέητα.
Που θα πει πως ήξερα να μην είμαι ο εαυτός μου.
Άρα είχα πειστεί πως υπάρχει μία τουλάχιστον
μεταμόρφωση.
Υπάρχει μια μορφή της οποίας έχω υπάρξει
το ακριβές αντίγραφο.
Υπάρχει σίγουρα μια μορφή που έζησα
στον κύκλο του περιγράμματός της.
Ακόμα κι αν ήμουνα Εγώ
Που όλο έλεγα
Εσύ,

Τώρα που τη διέσχισα
αυτή τη λεπτή κόκκινη γραμμή
μπορώ να γίνω πεταλούδα;
Χωρίς να κοιτάξω πίσω πόσα “εγώ” άφησα
για να πετάξω;

*Από τη συλλογή “τα καρφιά από μέσα”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Διέξοδος

Σ΄ένα γραφείο καθισμένος
δεμένος χειροπόδαρα
μ΄αόρατες κλωστές
καθημερινά περνώ το οχτάωρο
της πλήξης και της προσμονής
τίποτα καλό δεν με περιβάλλει
άνθρωποι ή αντικείμενα
εικόνα εγκατάλειψης γύρω
οι συσκευές μισοχαλασμένες
η άνωθεν φροντίδα ανύπαρκτη
τα αναλώσιμα ιδίοις αναλώμασι
πως να μη πλήξεις
πως να μη προσμένεις
την ώρα της αναχώρησης
αφού οι συνθήκες δουλειάς
είναι ακατάλληλες
κι έτσι αυτή χάνει το νόημα της
πότε χωρίς θέρμανση
πάντα χωρίς κλιματισμό
με σώζουν μόνο
τα ταξίδια του μυαλού
όταν βρίσκω την ευκαιρία.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα

Τ’ άγαλμα με το δίκωχο
(Απόπατος περιστεριών)
Ηλίθια ρεμβάζει σε πλατεία
Κι ένας κοπρίτης
Γλύφεται σχολαστικά…
Ενώ διαπεραστικά στριγκλίζουν
Φρένα λεωφορείου
Που μόλις έχω χάσει

***

Τσαλακωμένα μοιράζεται χαρτί
Η κατάνυξη των ημερών
Σε μετάδοση απευθείας.
Υπάρχει ανάγκη για ιερότητα:
Τόσα κρίματα μας βαραίνουν
Τόσα τσαλακωμένα χαρτιά
Τόσα αιτήματα-
Σε λίγα μόλις επεισόδια συμβαίνουν
Όσο δεν άντεξαν να ελπίσουν
Τα ποιήματα.

***

Χιλιάδες μετανάστες
τα ναυάγια
Της λησμονιάς νερό
Σκεπάζει
Χωρίς ονόματα-
Ντόπιοι δουλέμποροι
Διαβεβαιώνουν
Ουδετερότητα

***

Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Μην κάνεις πια τον κόπο να διαλέξεις.
– Βράζει το πέρασμα, ανάσα ακίνητη
Ομίχλη πηχτή, κραυγή γοερή!-
Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Όσο σου γράφει, κοίτα να επιπλεύσεις.

***

Άφησες πια την προκατάληψη
Σκύλα ξοπίσω με μωρά κουτάβια
Κι άνοιξες δρόμο για τη θάλασσα
Πώς σ’ έθελξε έτσι γαλάζια!

*Από τη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2015.

Κώστας Ριτσώνης, Δύο ποιήματα

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Λίγη κόκκινη μπογιά από τις βούρτσες
έχει κατά λάθος στάξει σε βούλες
επάνω σε μια πράσινη μολόχα

Οι πυροσβέστες που έβαφαν στο δάσος
κόκκινες τις αντλίες τους
παραξενεύονται τώρα κοιτάζοντας
το χαμηλό ματωμένο χορτάρι

—Άραγες ποιος της έκανε ζημιά;
Είναι στυφή και οι κατσίκες
δεν την δαγκώνουν
Οι ξυλοκόποι δεν πελεκούν
τα κοτσάνια της
Τώρα χειμώνιασε και τα δάση
δεν πιάνουν φωτιά
Από τι μπορεί ν’ αρρωστήσει μιά μολόχα;

Ύστερα χώνουν πάλι στην μπογιά
βούρτσες και πινέλα
κι απρόσεχτα συνεχίζουνε τό βάψιμό τους

***

ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

I
Tο τσιγάρο βγαίνει μακρουλό απ’ το κουτί
και καταλήγει γόπα στο τασάκι
σα μιά ζωή που τελειώνει στον τάφο
αφού τα όνειρά της έγιναν καπνός

II
Η φωτιά του τσιγάρου
φωτίζει το σκοτάδι
της μαύρης μοναξιάς του καπνιστή

III
Η γεύση του τσιγάρου
κάνει το φιλί πιο κολασμένο

IV
Κοπέλες όμορφες ποζάρουν στις διαφημίσεις
μ’ ένα πακέτο στο χέρι
Ο έρωτάς τους αρχίζει του κουτιού:
χρυσόχαρτα, τσιγαρόχαρτα
σαν πολυτελή εσώρουχα-
μάρκες: Rex, Pallas
σαν πολυτελή ξενοδοχεία—

και ύστερα η πίκρα στο λαιμό

*Από το βιβλίο “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Διαγωνίου, Αριθμ. 41, Θεσσαλονίκη 1982.