Χριστούγεννα
κρατούμενοι
σ΄ανήλιαγα κελιά
θα κόψουν την πίτα
την Πρωτοχρονιά
ο ευρών αμοιφθήσεται
θα έχει διπλή μερίδα
φαγητό και γλυκό
μια βδομάδα απαλλαγή
απ΄τις αγγαρείες.
Χριστούγεννα
κρατούμενοι
σε μικρά δωμάτια
σε απρόσωπες πολυκατοικίες
άνεργοι και μη
φτώχεια, εξαθλίωση.
Χριστούγεννα
σε κελιά ή δωμάτια
μικρή η διαφορά
η φτώχεια
μηδενίζει την ελευθερία
την ώρα
που ο πλούτος κομπάζει
και επιδεικνύεται.
ΚΑΙ Η ΒΡΟΧΗ η φθινοπωρινή πέφτει
το χώμα αναδύει χρωματισμένες ευωδιές.
Μαζί και τα καφεκίτρινα φύλλα των δέντρων πέφτουν.
Σώματα γυμνά.
Η μελωδία ακούγεται
καθώς τα φύλλα παρασύρονται
στου ανέμου την απανωτή πνοή.
Εποχών διαδοχή.
***
Εικόνες
ΜΗΝΥΜΑΤΑ διακριτικά στον αχό της αυγής,
αναλογίζομαι την πραγμάτωση των ονείρων μας
αλαργινή στιγμή,
τα όνειρα ταξιδεύουν στην αστροφεγγιά
Ο νους τρέχει
κρουνός εικόνων.
Ο γλάρος κάνει ελιγμούς πάνω από το τρεχαντήρι.
***
Αιωνιότητα
ΕΚΑΝΕ δύο τρεις γύρους
ήρθε και κάθισε στο χέρι μου
μια πεταλούδα,
βαθύ το μπλε επάνω της
λες και την είχε βάψει ο ουρανός.
Το πλάσμα αυτό με το ανυποψίαστο πέταγμα
πλησίασε έναν άνθρωπο
για μια στιγμή.
Πόσης διάρκειας;
Απροσδιόριστο.
Ίσως μια αιωνιότητα.
***
Δέσμιοι
ΠΥΡΑΚΤΩΜΕΝΗ η ζωή μας
και δεν τολμήσαμε το άλμα
την υπέρβαση του εαυτού.
Φοράμε ακόμα τα προσωπεία
κατοχή ψυχής.
Κρατήσαμε στερεότυπους ρόλους
αρνούμενοι τη λύτρωση του αυτοσχεδιασμού.
***
Διάχυση
ΠΡΩΙΝΟ
τα πουλιά καλημερίζουν τον ερχομό της ημέρας
το φως απλώνεται
με τα λιγοστά σύννεφα θα παίξει κρυφτό ο ήλιος.
και εμείς τελούμε
τις πράξεις που διαχέονται στου χρόνου το πέρασμα.
***
Ομίχλη
ΞΗΜΕΡΩΜΑ
ομιχλώδες τοπίο.
Αχνοφαίνονται τα δέντρα και οι κορυφές των βουνών
στα σοκάκια του χωριού οι πρώτοι διαβάτες της δουλειάς.
Ένα σκυλί αλυχτάει μέσα στην παγωνιά,
σου φέρνει ρίγος.
Ομιχλώδεις και οι σχέσεις.
Διστακτικά τα βήματα.
***
Ακατανόητο
ΚΑΘΟΣΟΥΝ με απλανές βλέμμα
σαν να χανόσουν στην απεραντοσύνη του κόσμου,
σιγυψιθύριζες
αλήθεια
το παραμιλητό σου σε συγκλόνιζε
σαν να ήθελες να ονοματίσεις το ακατανόητο.
Σε τι ταξίδια χάνεται ο νους σου;
Ποια μέρη απάτητα επισκέπτεσαι;
Κρυφά είχες φύγει
να μην τρομάξεις τα πουλιά.
***
Αστέρια
ΟΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ αόρατοι διαβαίνουν.
Ίσως αναζητούν ένα χαμόγελο στην κίνηση του κόσμου.
Πουλιά ξενιτεμένα.
Τις νύχτες μένουν ξάγρυπνοι
με τα άστρα συντροφιά.
Ίσως σ’ ένα από αυτά να βρίσκουν το ταίρι τους.
Ίσως σ’ ένα αστέρι να φαντάζονται την ιδανική τους πόλη.
*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.
H συγγραφέας-φαινόμενο των ελληνικών γραμμάτων μιλάει για τη βάσανο του δημιουργού, τα τετράδια που καταγράφει τα όνειρά της, το επόμενο βιβλίο της τριλογίας της και φυσικά, τις γάτες της.
Συνέντευξη στη Λίνα Ρόκου – Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS
Χρειάστηκαν δύο συναντήσεις για να ολοκληρωθεί η συνέντευξη που ακολουθεί. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στον Φωταγωγό, αγαπημένο στέκι της Ζυράννας Ζατέλη και η δεύτερη στο σπίτι της. Ήταν αυτή, η δεύτερη που μου επέτρεψε να εισέλθω στο προσωπικό της σύμπαν, σε έναν πλανήτη μυστηριώδη αλλά ταυτοχρόνως φιλόξενο, που με βοήθησε να αποκωδικοποιήσω κάπως περισσότερο την προσωπικότητα μιας γυναίκας-ξωτικού.
Το σπίτι της δεν τολμώ καν να το περιγράψω, νομίζω ότι ο Τιμ Μπάρτον μπαίνοντας μέσα σε αυτό θα ένιωθε ένας βαρετός, συνηθισμένος άνθρωπος. Αμέτρητα μικροαντικείμενα, πλάσματα φτιαγμένα από κάθε είδους υλικό και τρεις ολοζώντανες και πανέμορφες γάτες φτιάχνουν μια μυσταγωγική ζούγκλα που συμπληρώνει επάξια την προσωπικότητα του κατοίκου της. Και φυσικά τα αμέτρητα γραπτά της.
Κάποια στιγμή μου δείχνει λίγα μόνο από τα άπειρα τετράδια της, εκεί που σημειώνει με στυλό σκέψεις, ιδέες δικές της, φράσεις που διάβασε ή άκουσε, όνειρα. Από τα τετράδια που εδώ και πολλά χρόνια καταγράφει τα όνειρά της προέκυψε και το τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο Τετράδια Ονείρων. Continue reading →
Πόσο παράδοξος βιώνεται
ένας αλλότριος θάνατος,
όταν στερεύουν πια τα δάκρυα
δίχως να φυτρώνουν αντίστοιχες
πολεμίστρες
κι οι άνθρωποι
που θα έπρεπε να είναι
ο καθένας το δικό του φως,
σκουπίζουν την αλισάχνη των γονιών τους
απ’ το πρόσωπο,
διατηρώντας αναπόφευκτα στις μασχάλες τους,
ένα δροσερό ενύπνιο
με τους πριγκηπικούς εαυτούς τους/
Μονάχα που και που
κάποιοι απ’ αυτούς
βγαίνουν από την πόρτα τους
Χριστούγεννα,
μ’ ένα πιατάκι με σπασμένα ποιήματα
για τους μοναχικούς λύκους/
Υπάρχουν άλλωστε, τουλάχιστον δυο σύμπαντα:
ένα, που συγκολλά τα ποιήματα αυτά
κι άλλο ένα
εκείνο που δημοπρατεί
τα σπίτια των γερόντων/
Το άπειρο ή πεπερασμένο πλήθος των συμπάντων
που ενδιαμέσως διαβιοί,
ως θεωρία θαρραλέα
ακόμη ελέγχεται._
ΚΛ -19/12/2017
Ανατρέμουν πάνω στις πυκνές φυλλωσιές
φθόγγοι γαλανοί του αέρα·
ανάσες που η δροσιά θεσπίζει με μια αγαλλίαση λαμπρή.
Πού νομίζεις σώθηκε η ζωή;
Όταν ο τρόπος του νερού την έκανε ν’ ακούγεται πιο σίγουρη
με το αρχαίο μυστικό της, μουσικής διαδεδομένο..
Πεταλίδες πάνω στον θαλάσσιο βράχο
θρύβονται, μέσα στο δρολάπι του καιρού·
επάνω τους σωρεύεται το κέλυφος του αιώνα
κι οι μέρες που έριξαν σαν ένα ταιριαγμένο του αφρού τραγούδι
που ακίνητο κινείται τώρα μέσα στους αιθέρες..
Αναζητάς το σωματίδιο του θεού- λες και ο νόμος
του αοράτου θα σου υπακούσει-
βαφτισμένος στο φως
του ακίνητου κινούντος τις επιταγές εξαργυρώνεις-
βρίσκεσαι τώρα ν’ αναζητάς «εαυτόν!»
Από τα μέσα της έχει διάρκεια η νύχτα:
ωραία σιωπή που απλώνεται κι όνειρα πέφτουν κάθετα
μες το αβυσσαλέο στόμα του αποκοιμισμένου χρόνου..
Κι εκείνο το ανεξερεύνητο κινούν που άγνωστα ακίνητο είναι
αξίζει όλα τα λεφτά!
Μιας και μονάχα αυτό διαβάζει
θεό
μέσα στην κάθε γύρω μας κρυμμένη μουσική!
2007
***
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ…
Κάτι πολύ υπάκουο, κάτι
ξεχασμένο
ανάμεσα στις μέρες, αναγκασμένο
να σιωπά
και να σώνεται κάτω από μια μικρή ηλιαχτίδα
που τρύπησε την σκεπή του ουρανού.
Το διαβάζω τώρα που ξέρω καλά να κρατώ
τον ρυθμό της ζωής μου, είναι
μηδενικό
και άπειρο,
απαρτίζεται
απ’ όλους τους αριθμούς
και ορατό από τον ύπνο μου είναι-
σαν όνειρο
ή σαν καθρέφτης που θα ξόδεψε όλες τις μορφές και
λίγο έλειψε να ακυρώθηκε τα είδωλα αναπαριστώντας και απουσία τόση.
Στην πίσω αυλή, στο παλιό σπίτι, που
την νύχτα
το φυλούν νυχτερίδες
και
μία εκατόφυλλη τριανταφυλλιά
σκαρφαλώνει
ψηλά
ως του παραδείσου τα μέρη.
Τώρα,
όπως βιβλίο μες τα χέρια μου που αποστήθισα
μικρό παιδί
το Ποίημα
μελαγχολικό και αέρινο, τρέμει
και δεν είναι λέξεις που παρέσυρε ο άνεμος, δεν είναι
σκέψη που μόλις λίγο και πριν έτσι έκανα, δεν είναι
οσμή μιας πραγματικότητας που με συνέλαβε
να ενορχηστρώνω
τα γλαφυρά τραγουδάκια μου
το Ποίημα
γέννημα θρέμμα των αγγέλων και
επουράνια κτήση..
Χάραμα – Το ξενυχτάδικο γυαλιά στον αέρα – Καρέκλες – Τραπέζια – Από λόγια βαριά – Μεθυσμένα – Βαριά σαν την πέτρα -Κανείς δεν τα ακούει ειπωμένα – Κανείς δεν ξέρει από ποιον -Σε ποιον προορισμένα – Καμιά σημασία αυτό για κανέναν -Μπαίνουν όλοι στη μέση — Μπαίνουμε κι εσύ κι εγώ μεθυσμένοι – Ημασταν καιρό με μια αγάπη χαμένη – Ρίχνουμε ξύλο πολύ -Απελπισμένοι – Το ξενυχτάδικο γυαλιά στον αέρα – Από λόγια βαριά μεθυσμένα – Βαριά σαν την πέτρα – Κανείς δεν τα ακούει ειπωμένα –
***
ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟ ΤΣΙΠΟΥΡΟΥ ΣΤΗ ΣΤΕΝΗ
Δυο κλεφτρονάκια – Μην τρελαθούνε στη στενή ακίνητα-Αποστακτήριο φτιάχνουνε για τσίπουρα – Από τις φλοίδες φρούτων – Εναν κουβά – Μια κατσαρόλα που μπάσαν’ από τη μάνα του ενός στα επισκεπτήρια — Δηλώνοντας στον τρίτο τους τον σύντροφο – Αν μπουρλοτιάσει τουλάχιστον καήκαμε από τσίπουρο-Παρασκευής μας στη στενή – Θα το ονομάσουμε – “Ποινή” – Καιρό μετά – Σε ένα χυμένο οινόπνευμα – Σε εξέγερσης φωτιά -Οι εμπνευστές του αποστακτήριου μπουρλότο από στραβή -Μα-φιόζων στη στενή – Που για άλλους πήγαιναν – Από αρμόδια Αρχή ~ Για ένα άτυχο συμβάν ανακοινώσεις μοναχά – Μια ΕΔΕ για των φυλλάδων τα ψιλά – Πώς βρέθηκε αποστακτήριο σε κελί-Πώς κάτω από τη μύτη τους κυκλοφορούσε τσίπουρο “Ποινή” — Δυο κλεφτρονάκια — Μην τρελαθούνε στη στενή ακίνητα —
*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Μάρτιος 2016.
Κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης
Οι πολιτικοί με τις μαύρες κουκούλες
Κοιτούσαν τον ουρανό περιφρονητικά
Μιλούσαν στα πουλιά με υπονοούμενα
Ασελγούσαν στις σταγόνες της βροχής
Αποκεφάλιζαν τους αόρατους εχθρούς
Στο πάνελ κι ο ετεροθαλής τους εαυτός
Χρόνια βουτηγμένος στην παρανομία
Μ’ ένα χοντρό παλτό Σεπτέμβρη μήνα
Στήνεται μπροστά από τα μικρόφωνα
Κι υπερασπίζεται τη δήθεν δημοκρατία.
Κι οι ψηφοφόροι με τα κομμένα χέρια
Εξαπατημένα πουλιά του καλοκαιριού
Πατώντας κατά λάθος το τηλεκοντρόλ
Άρχισαν να πετούν πάνω απ’ το στούντιο
Αφήνοντας στα κεφάλια των πολιτικών
Μια τεράστια διαπλεκόμενη κουτσουλιά.
***
ΤΟ ΣΠΙΤΙ
Διατηρητέο «σπίτι» στην κόλαση
Δίπλα μαγαζί μ’ ερωτικά βοηθήματα
Σε όποιο και να μπεις θα αμαρτήσεις
Ουρανοκατέβατος πέφτω στη λίμνη
Τζάμπα μάγκας του γλυκού νερού
Με περιθάλπουν κάτι τυφλά βατράχια
Ξεπλένομαι απ’ τις αρχαίες αμαρτίες
Και βγαίνω εξαγνισμένος στη στεριά
Με βουτάει απ’ τα μαλλιά το φεγγάρι
Και με εκτοξεύει ξανά στην κόλαση
Μπαίνω στο πρώτο ταξί ρακένδυτος
Ο οδηγός μού δίνει ένα ροζ βιβλίο
Ανάβει στριφτό τσιγάρο και ξεκινάει.
«Όχι από δω, όχι σ’ άλλα μπουρδέλα
Στρίψε δεξιά για το σπίτι του Θεού».
***
ΠΡΟΣΕΧΩΣ
Προσεχώς είδη καπνιστού
Φουγάρα πιθανού καρκίνου
Ντουμάνιασε ο πεζόδρομος
Στριφτά βήματα θανάτου
Καταπατούν ένα χαρτάκι
Το σαλιώνω μετά μανίας
Σαν στερημένος φαντάρος
Κάνω κυκλάκια αυτογνωσίας
Η δύναμη του να υπάρχω
Αποτυπώνεται σε μια τζούρα
Φιλοσοφική ματαιοδοξία
Άλλωστε τι έμεινε πια ζωντανό
Εγώ κι ένας φύλακας στη γωνία
Να με παρατηρεί που ρουφάω
Το φεγγάρι από απόσταση
Κίτρινα δάχτυλα γερασμένα
Ψηλαφίζουν την αθανασία
Φτιάχνω τασάκι από εφημερίδα
Τα φρέσκα νέα στην κάφτρα
Κι η επανάσταση έγινε στάχτη
Όλα αυτά μπροστά στη βιτρίνα
Του ανακαινισμένου μαγαζιού.
Προσεχώς είδη νοσοκομείου.
*Από τη συλλογή “Προσεχώς” που περιλαμβάεται σο βοβλίο “Υπό το μηδέν”. Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2017.
Η ορχήστρα γδύθηκε τα κόκκινα συντρίμμια,
καθώς κοπάδια βιολιστών κατευόδωναν σπασμένα κοχύλια.
Λευκή πληγή στα μαλλιά
και πολύχρωμο αίμα στον βοριά.
Πέτρινα φιλιά και μια κραυγή
που εκπυρσοκρότησε στα χέρια μου.
Ιδρωμένα φεγγάρια ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες
–καίνε τ’ αστέρια στο κρεβάτι–
Στον κήπο φυτρώνουν αναμμένα κεριά
και ματωμένο χαμομήλι.
Αυτή την άνοιξη αποκλειστήκαμε απ’ το χιόνι
–η αγάπη μας τέσσερις μήνες βαρύς χειμώνας–
Στο καφενείο κολυμπάνε βελούδινα ψάρια
και το τηλέφωνο δεν σταματά.
Σταγόνες βροχής είναι τα ποιήματα
και εσύ μια τρικυμία
***
Η σκάλα
Υπάρχει μια σκάλα
που οδηγεί
τ’ αγέννητα παιδιά
κατ’ ευθείαν στον ουρανό.
Αυτή η σκάλα εικάζεται
ότι έχει κατασκευαστεί
από Κύκλωπες,
–μια ιδιαίτερη φυλή με τρία μάτια–
Το πού ακριβώς καταλήγει
αποτελεί μυστήριο.
Όσοι άλλοι δοκίμασαν ν’ ανέβουν
φτάνοντας στα μισά έπεσαν
και σκοτώθηκαν.
Μονάχα τ’ αγέννητα παιδιά τερματίζουν.
Ο θρύλος λέει πως οδηγεί στον παράδεισο.
Όμως ποτέ δεν κατάλαβα γατί,
στάζουν αίμα τα σκαλοπάτια της
και στον αέρα υπάρχει διάχυτη
μια μυρωδιά θεϊκής σήψης
*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.