ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ πιά τις πολύχρωμες μέρες
“Οταν κινούσαμε για τις αφετηρίες των παλμών σου
Στ’ αρχικά των χεριών μου είχα σκαλίσει τις νυκτόβιες αναμονές
Τα κατώφλια μας σκεπάστηκαν από τις ικεσίες της φωνής σου
’Αλήθεια
Τη φωνή σου πώς θά τη λησμονήσουμε
’Έτσι πού άντηχεΐ έπίμονα μες στο μνημονικό μας
*
Καθισμένος πριν δέκα χρόνια σε πετρες της ακρογιαλιάς
Σκεφτόμουνα τον Ροΰπερτ Μπρούκ πού θά είχε γίνει
κάρβουνο κρωγμός γλάρου καί θυμάρι
Διόλου δέ μάντευα πώς θά έρχόταν μιά μέρα
Πού περίεργη θά μέ ρωτούσες γιατί άραγε οί φίλοι νά
πεθαίνουν πάντα φθινόπωρο
Γιά τις αύγές πού χάθηκαν στά τρίστρατα τού δυτικού άνέμου
Πού θά ξαναχαθοΰν ίσως στο άντίκρισμα της οπλισμένης μέρας
Τότε μόλις πρόσεξα τά περιστέρια πού άνθιζαν στά μάτια σου
Τ’ άσπρα χαλίκια πού έπεφταν άπό τά χείλη σου στο πράσινο χορτάρι
Το φουστάνι σου απο πευκόφλουδες κι αστερισμούς πού πάνω του πλάγιασα
Στήνοντας τ’ αύτί μου προσεχτικά στούς παφλασμούς της νύχτας
Καί πηδήσαμε χαρούμενοι τις τριπλές φωτιές τ’ ‘Αι-Γιάννη
πιασμένοι άπο το χέρι κράζοντας το μυστικό μας
Κι ήρθαν κατόπι τα τρένα που σφύριζαν έρημικά στούς κάμπους
Βράδυ νομίζω κάποια άνοιξη πού ξαναγεννιόταν κυκλικά ή ζωή
Μα εμείς λιγοστεύαμε άδιάκοπα
Λιγοστεύουμε κάθε βράδυ
*Από τη συλλογή “Σε πρώτο πρόσωπο”, εκδ. Νέας Πορείας, 1957.
***
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ
ΕΠΕΙΔΗ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ έχουν έναν κοινό παρονομαστή και αύτό
δέ μιλούν πια τα βράδια
Επειδή προχωρούνε οί κύκλοι προχωρούνε τα χρόνια φορτώνοντας
κάθε λογής απώλειες στο ενεργητικό μας
Δέ βρίσκω τό λόγο να μοιράζω τις έπιλογές μου το κρεβάτι μου
τούς ηλεκτρικούς θορύβους μεσα στ αγρια μεσάνυχτα
Ξέροντας καλά πώς κάθε μέρα έπικοινωνώ όλο καί λιγότερο
μάταια προετοιμάζοντας την άμυνά μου
Σήμερα δέ βρισκόμαστε σέ φίλια εδάφη δέν παίρνουμε
όσο θα ΄πρεπε τα προσήκοντα μέτρα προφύλαξης
Περάσαν έρωτες κι έπαναστάσεις δημιουργήθηκαν κάποια
κενά πού δέ γεμίζουν με σάκους άμμου με υποτροπές της μνήμης
ή μέ σχήματα εικαστικά
Κι άλλωστε γύρω μας επίλεκτοι σκοπευτές ‘αγρυπνα
παρακολουθοΰν τις κινήσεις μας τό μεταβολισμό των ελπίδων
Πυροβολώντας μικρές σταγόνες βροχής ομοιώματα ονείρων
παράτολμους εραστές άγνώστων λοιπών στοιχείων
Πυροβολώντας την ίδια την Ποίηση καθώς πλησιάζουμε
άμέριμνοι στο στόχαστρό τους ·’
Καθώς ακόμη περιπλανιόμαστε αδιόρθωτοι νοσταλγοί
στα έμπεδα κάποιου άλλου παλιού καιρού
*Από τη συλλογή “Τα πουλιά και η αφύπνιση”, εκδ. Νεφέλη, 1987.
**Και τα δύο ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “εν όλω ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ 1943-1997, Εκδόσεις Άγρα, Δεκέμβρης 2006.
Εύχομαι να μην είσαι καθόλου καλά
Εύχομαι να είσαι ξάπλα μ’ αϋπνία σαν κι εμένα
και να νιώθεις χαρά επιθυμία και διάθεση
και ζάλη κι ανησυχία και μεγάλη αναστάτωση.
Και να βιάζεσαι έτσι στα ξαφνικά
να γείρεις καθώς πρέπει να κοιμηθείς καλά
Εύχομαι να παραταθεί μια στιγμή…
Εύχομαι να μη κλείσεις μάτι!
FRÅN EN STYGG FLICKA
Jag hoppas du inte alls har det bra.
Jag hoppas du ligger vaken som jag
och känner dig lustigt glad och rörd
och yr och ängslig och mycket störd.
Och rätt som det är, så får du brått
att lägga dig rätt för att sova gott.
Jag hoppas det dröjer en liten stund…
Jag hoppas du inte får en blund!
Karin Boye, Härdarna, 1927
*Η Karin Boye (Κάριν Μπόγιε) γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1900 στο Göteborg και πέθανε μετά από αυτοχειρία στο Alingsås στις 24 Απριλίου 1941, την νύχτα που ο χιτλερικός στρατός περνούσε τις Θερμοπύλες οδεύοντας προς την Αθήνα. Σπουδαία ποιήτρια, πεζογράφος και μεταφράστρια. Σήμερα κατατάσσεται στους κλασικούς της Σουηδικής ποίησης. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Uppsala και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Πνεύμα ανατρεπτικό και ελεύθερο τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό της βίο, ήταν συντάκτρια της μαρξιστικής εφημερίδας Clarté, χώρισε από τον σύζυγό της Leif Björk και συζούσε με την Εβραιο-Γερμανίδα φίλη της Margot Hanel, μια εποχή που η ομοφυλοφιλία στη Σουηδία ήταν παράνομη. Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού “Spectrum” και συνεργάστηκε ως κριτικός λογοτεχνίας με την εφημερίδα “Εργασία” (“Arbetet”). Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: “Σύννεφα” (1922), “Κρυμμένη Χώρα” (1924), “Οι εστίες” (1927), “Για χάρη του δέντρου” (1935), “Τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα” (μεταθανάτια έκδοση 1941). Επίσης εξέδωσε τα πεζά: “Αστάρτη” (1931), “Η ικανότητα ξυπνάει” (1933), “Κρίση” (1934), “Συμφωνίες” (1934), “Πολύ λίγο” (1936), ” Kallocain ” και “Εκτός λειτουργίας” (1940). Tα έργα της έχουν επανειλημμένα μεταφραστεί σε πάνω από δέκα γλώσσες. Πάνω από 75 χρόνια μετά το θάνατό της η σπουδαία και με στοχαστική διάθεση ποίηση της Κάριν Μπόγιε κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται για ενορατική και διορατική ποίηση όπου το ποιητικό υποκείμενο υπό το πρίσμα ψυχαναλυτικών θεωρήσεων και πνευματιστικών αποχρώσεων καταβυθίζεται στα άδυτα του ψυχισμού και συλλέγει και μας χαρίζει μαργαριτάρια. Στο Göteborg υπάρχει «Σύλλογος φίλων της Karin Boye», του οποίου έχω τη χαρά να είμαι μέλος.
*Απόδοση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη.
Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θ’ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παρά-
νομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θ’ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μ’ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:
-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;
Χλώμιανε χλώμιανε η γαρδένια
Και τα χαμόγελα μαρμάρωσαν στους δρόμους
Όπως μέσα στην απουσία μαρμαρώνει
Το πρόσωπό σου αγαπημένη
Για να υπάρχεις και να μην υπάρχεις
Για να πεθαίνεις και να μην πεθαίνεις
Πώς όμως να πεθάνεις μπορείς
Πώς μίλησέ μου
Αφού υπάρχει ένας ουρανός που σε κοίταξε
Ένα πέτρινο σκαλοπάτι που πάτησες
Αφού υπάρχω ακόμα κι εγώ
Σακάτης και οδοιπόρος μες στη νύχτα
Για να σε ζω να σε προσέχω
Την πάχνη να μαζεύω από τα μάτια σου
Και να την κάνω τραγούδι
Από τη συλλογή Μικρές μέρες (1973) του Αλέξη Τραϊανού
Εκείνη σηκώνεται από μια καρέκλα και γλιστρά προς τη σκηνή
με μεταξένια πόδια πάνω σ’ ένα φθαρμένο ξύλινο πάτωμα.
Κρατά το μικρόφωνο όπως μια
τραγουδίστρια των μπλουζ που πρόκειται ν’ αποκαλύψει
κάποια μυστικά. Ένας πυρετός από ποιήματα στο χέρι της.
Αρπάζει το μικρόφωνο και ξεκινά την αποπλάνησή της.
Κάθομαι στο πίσω μέρος του μπαρ με το κεφάλι σκυμμένο.
Πόσα μου προκαλεί με τις λέξεις!
θέλω να φύγω. Δεν θέλω ποτέ ν’ αρχίσει.
Ξεκινά μ’ ένα ποίημα για την αγάπη του πατέρα
και γω νιώθω λες και σηκώνομαι προς τα κει
και ουρλιάζω: μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό που προκαλεί μικρά ξεσπάσματα
κραυγών μες το κεφάλι μου
και φέρνει δάκρυα στα μάτια μου που
αρνούμαι να τ’ αφήσω να κυλήσουν.
Μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό σχετικά με μια κόρη που βίασαν και σκότωσαν
στη σκιά της σκοτεινής μανίας ενός δευτερολέπτου.
Θέλω να κρυφτώ στα νέον φώτα που λαμποκοπάν πάνω μου,
να κολυμπήσω μακριά μες το ποτήρι μπύρας που κρατώ κοντά μου.
Αρχίζει κι άλλο ποίημα
για τα πολλά της στόματα,
και εγώ θέλω να ουρλιάζω:
Μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό που με παρασύρει να
συρθώ κάτω απ’ το δέρμα της,
να γίνω το καρδιοχτύπι της.
Ω, πώς παίζει τον σωστό τόνο στη φωνή της,
χειρίζοντάς με σαν πηλό σε μελανιασμένα χέρια.
Όχι, μην πεις εκείνο για το
πώς είναι να είσαι ένα εννιάχρονο μαύρο κορίτσι,
η αλήθεια του κάνει τα πόδια μου να τρέμουν.
Κάποιος θα ’πρεπε να την κάνει να σταματήσει!
Θα ’πρεπε να είμαι σπίτι βλέποντας τηλεόραση,
ανέκφραστο βλέμμα πίσω από μπαγιάτικους τίτλους,
κρύο ποπκόρν στον καναπέ, ένα σκονισμένο
περιστρεφόμενο τραπέζι να γυρνά γύρω γύρω.
Θα ‘πρεπε να φτιάχνω το αμάξι μου. Ή να παίζω μπιλιάρδο.
Μα δεν μπορώ να φύγω. Έχω ανάγκη να γευτώ την
αλμύρα του μονολόγου της,
να μεθύσω με τη νηφαλιότητα των
στίχων της να σείεται κάτω από τα βλέφαρά μου.
***
JESUS SAVES
Αυτός ο τύπος, ο Jesus Saves1,
πρέπει να είναι διάσημος ή κάτι τέτοιο:
βλέπεις τ’ όνομά του παντού.
Εγώ το πρωτοείδα με το που
μέσα σ’ ένα χαρτονένιο κουτί
ήταν πάνω σε μια τεράστια πινακίδα στην κορυγή
της βιβλιοθήκης του Λος Άντζελες
Έγραφε «Jesus Saves».
Εύχομαι να ήμουν εκείνος…
τότε δεν θα ήμουν
αυτός ο έντρομος πειρατής στιε θάλασσες της πόλης,
αυτός ο πεινασμένος ακροβάτης στις γωνιές
που χαζολογά ακουμπώντας σε σχισμένες πόρτες
Έτσι δεν θα ήμουν αυτή η παρεκτροπή
που είχε κάποτε ένα σπιτικό φτιαγμένο από ομοιόμορφη πέτρα
και μια γυναίκα να φωνάζει σύζυγο.
Στην πατρίδα, δούλευα από τα εφτά μου!
Γνώριζα τη σημασία της προσταγής του ήλιου σε
κάθε πόρο να δακρύσει.
Αλλά τώρα, ένας τέτοιος μόχθος
επιτρέπεται να σαπίζει σαν τα πολλά μούρα σ’ ένα θάμνο.
Στην πατρίδα, γελούσα δυνατά
έκανα τα πιο δηκτικά σχόλια
και στριμώχτηκα ακόμα και στις πιο
κρυστάλλινες συγκεντρώσεις.
Μα εδώ είμαι ένας θλιμμένος ποιητής,
ένας σκουπιδιάρης άχρηστης λογοτεχνίας·
όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα σε αυτό το μέρος…
το αλληγορικό μου ύφος,
το αξιόλογο των ρευστών μου στίχων,
τίποτα!
Δεν είμαι παρά μια σκιά πάνω στον πεζόδρομο,
ένας λεκές από κάπνα στον τοίχο ενός κτιρίου·
ο ήχος των ζαριών που κυλάνε από τη μια μεριά στην άλλη
ενός καταρρέοντος διαδρόμου σ’ ένα φτηνό
ξενοδοχείο του κέντρου.
Εντάξει, κύριε Saves, τώρα είναι ο καιρός ο δικός σου.
Αλλά κάποια μέρα ένας πίνακας ανακοινώσεων
θα διακηρύσσει τη δική μου ύπαρξη.
Κάποια μέρα οι άνθρωποι θα αναστενάζουν στ’ όνομά μου
σα να είναι γλύκισμα στα χείλια.
Για όσο έχω ρυθμό μέσα στο στήθος μου,
θα έρθει εκείνη η όμορφη μέρα
που αυτό το ορφανό, μεστό από πνεύμα,
θα αποκαλυφτεί να ξεπετιέται, επιφωτήσεις που πετούν
στο κατώφλι της μάνας πολιτισμού.
1.Λογοπαίγνιο με τη γνωστή φράση «Jesus Saves», «ο Ιησούς σώζει».
***
ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΑ ΕΣΠΑΓΕ
Κάποιος έσπαγε τα παράθυρα μιας
φορντ του ’70.
Κάποιου ο θυμός, ποιος ξέρει γιατί,
έκανε κομμάτια τον εύθραυστο καθρέπτη του ύπνου,
το σιωπηλό πρωινό και τη φλυαρία των πουλιών.
Μια βαριοπούλα στα δυο του χέρια που πρώτα τσάκισε
τα πλάγια του αυτοκινήτου
μετά κατέβηκε στην κουκούλα,
απ’ άκρη σ’ άκρη την μπροστινή σχάρα και τους προβολείς.
Ο δρόμος του Χάμπολντ Παρκ ούρλιαζε από τρόμο
με την οργή ενός και μόνο νεαρού.
Κανείς δεν βγήκε απ’ το σπίτι του.
Κανείς δεν έκανε κάτι.
Ο μάγκας συνέχιζε να ουρλιάζει και να ξεσκίζει το αυτοκίνητο.
Κανείς δεν του ζήτησε τα ρέστα.
Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο, καθώς γύρισε ξανά.
Δίπλα μου ήταν η γυναίκα μου.
Μόλις είχαμε ξυπνήσει μετά από μια βραδιά έρωτα
Η εξάχρονη κόρη της κοιμόταν
με μια κουβέρτα στο καθιστικό.
Η γυναίκα μου τύλιξε τα χέρια της γύρω μου
και οι δυο μας παρακολουθούσαμε μέσα απ’ τις γρίλιες.
Κομμάτια του αμαξιού έπεφταν
στην αχνισμένη άσφαλτο.
Ανθρώπινα χέρια το δημιούργησαν.
Ανθρώπινα χέρια το καταστρέφουν.
Κάτι που ξαφνικά έχασε το μυαλό του
και ξέσπασε στο αυτοκίνητό σου.
Στο αυτοκίνητο οποιουδήποτε.
Λέω ότι αυτοκίνητα πεθαίνουν καθημερινά.
Τον κατάλαβα εκείνον τον πόνο.
Και κάθε φορά που χτυπούσε στο μέταλλο,
ένιωθα τη μελανιασμένη έξαψη να πλημμυρίζει τις φλέβες του.
Αισθάνθηκα το ταραγμένο του βλέμμα να κοιτά μέσα από
το στήθος του,
τη γυαλάδα τού ιδρώτα του στο σβέρκο,
τον θυμό χιλίων καγχασμών,
τη θύελλα των λαμπερών φώτων
μέσα στην άβυσσο ενός βλέμματος.
Μοναχικός; Χωρίς δουλειά; Χωρίς χρόνο;
Τον ήξερα εκείνον τον πόνο. Ήθελα να είμαι εκεί,
να ουρλιάζω μαζί μ’ εκείνον,
να ξεζουμίζω τη βία που κατάτρωγε το λαρύγγι του.
Ηθελα να είμαι η βαριοπούλα,
να είμαι το θρυμμάτισμα από τ’ ατσάλι στο γυαλί,
να είμαι αυτός ο μανιασμένος νεαρός,
μια γυναίκα στο πλάι μου.
*Ο Luis J. Rodriguez γεννήθηκε στο Ελ Πάσο του Τέξας. Ποιητής, δημοσιογράφος, κριτικός, έχει δημιουργήσει τον εκδοτικό οίκο «Tia Chucha Press» που εκδίδει κοινωνικά ευαισθητοποιημένους ποιητές. Η βραβευμένη του δουλειά τον έχει καταστήσει από τις κορυφαίες προσωπικότητες της σύγχρονης μεξικανοαμερικανικής λογοτεχνίας. Μπλεγμένος με συμμορίες από τα έντεκά του, ο Rodriguez πέρασε δύο δεκαετίες της ζωής του γκάνγκστερ στους δρόμους του Λος Άντζελες. Απεγκλωβίστηκε και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κοινωνικά θέματα, ενώ συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των Chicano, δράση για την οποία έχει πολλές φορές συλληφθεί από τις αρχές.
**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή. Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013.
Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Βρίσκονται σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
Οι τοίχοι βρέχονται από θάλασσα
Κι εγώ πνιγμένος εδώ και χρόνια
Γράφω ποιήματα για τους ζωντανούς.
Τα βράδια οι φίλοι μου τα ψάρια
Μπαίνουν στο συρτάρι του γραφείου
Εξερευνούν αποκηρυγμένους στίχους
Βάζουν τυχαία κάποιους σε φάκελο
Και τους ταχυδρομούν στο φεγγάρι
Με τους άλλους φτιάχνουν καραβάκια
Μπαίνω στο πιο μεγάλο και φεύγω.
Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Μια θάλασσα από νεκρά ποιήματα
Τα ανασύρω απ’ το βυθό και κλαίνε
Τα ρίχνω στο συρτάρι και γελάνε
Τα συντηρώ με τεχνητή αναπνοή.
Τα βράδια κατεβαίνει το φεγγάρι
Ανοίγει το φάκελο με τους στίχους
Τους σκορπίζει κάτω στο πάτωμα
Τότε έρχονται τα ψάρια πεινασμένα
Τρώνε τους μικρότερους για δείπνο
Φορτώνουν τους άλλους σε νταλίκα
Γεμίζει με φτηνές λέξεις η άσφαλτος.
Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Απέχουν δυο βήματα απ’ τον ουρανό.
***
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΧΡΟΝΟΥ
Τα μεγάλα ρολόγια στο πάτωμα
Σκόνταψα πάνω τους κατά λάθος
Εξαρτήματα και βίδες στο χαλί
Παιδικά τραύματα εκτινάχθηκαν
Και καρφώθηκαν στους τοίχους
Νόμιζα πως σε λίγο θα ξημέρωνε
Ξυπνητήρια ηχούσαν σαν σειρήνες
Λεπτοδείχτες γυρνούσαν ανάποδα
Μεθυσμένοι ουρούσαν στην πόρτα
Κατάλαβα πως δεν είχα πια παρόν
Έτρεχα φοβισμένος στον ουρανό
Με χιλιετίες έμοιαζαν τα σύννεφα
Μου ‘δειχνε τα δόντια του ο Θεός.
Ξαφνικά άρχισε να βρέχει πολύ
Δυο ετοιμοθάνατοι με πλησίασαν
Και μου έδωσαν τρύπια ομπρέλα
Αντιμέτωπος με την αιωνιότητα
Κατάλαβα πως δεν είχα παρελθόν
Στρατιώτες δίπλα στα χαλάσματα
Έβγαλα καραμέλες απ’ την τσέπη
Και δωροδόκησα τους νεκρούς
Μετά αγόρασα μαύρο κοστούμι
Μπήκα σε κάντιλακ χωρίς οδηγό
Δεν ξέρω τη συνέχεια της ιστορίας.
Κι όταν απότομα άναψα το φως
Ένας καλοθρεμμένος ποντικός
Συναρμολογούσε τα ρολόγια
Και μου υποσχόταν ευθανασία
Κατάλαβα πως δεν είχα μέλλον
Κι άρχισα να γράφω ποιήματα
Που μιλούσαν για μικρά ρολόγια.
***
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΣΜΑ
Ύπνος κουρασμένων υπαλλήλων
Το ξύπνημα σκληρό σαν πέτρα
Ρίχνουν λίγο νερό στο πρόσωπο
Ξεκινάνε για το ανεκπλήρωτο
Στον δρόμο μια καλημέρα οχιάς
Στη δουλειά δίπλα στο παράθυρο
Κοιτούν το βάθος του ορίζοντα
Παραγγέλνουν καφέ με βότσαλα
Ρουφάν τη θάλασσα με καλαμάκι
Στρίβουν τσιγάρα παραισθήσεων
Το μέλλον συνωμοτεί με το παρόν
Ανεβάζουν τη θλίψη στο γραφείο
Τη σκορπίζουν στο πληκτρολόγιο
Γεμάτη μαύρα στίγματα η οθόνη
Στοίβες χαρτιών, βαθιές ρυτίδες.
Βράδυ κουρασμένων υπαλλήλων
Ανοιξιάτικα όνειρα εκ παραδρομής
Περνούν ασυνόδευτα απ’ το κρεβάτι
Πηγαίνουν στη σάλα και ξεψυχάνε.
*Από την ενότητα “Ο Εισπράκτορας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, Εκδόσεις Στοχαστής, Καλοκαίρι 2017.
1
Αν ο πόνος είναι πιο σπουδαίος
Από τη διαφορά
Όπως ένα πουλί μέσα στη νύχτα
Ή στο φεγγάρι τα αρώματα
Ω μαγισσα του ερωτήματος
Ω χείλη της υποταγής
Στη σαρκα του καλοκαιριού
Παντόφλα ασημένια
Μέσα στο κοιμισμένο δάσος
Αν η ελπίδα ξεπεράσει το ερώτημα
Με την άνοιξη των βρύων
Το μεσημέρι του θερισμού
Ανάμεσα στου μεταξιού τις στήλες
Στην φωτισμένη διαφορά
Ω γλώσσα της μουσικής
Ω δάσκαλε του μεγαλείου
Αν η σάρκα της καρδιάς αν το υγρό της φτερούγας ως αγάπη
Αν η γέννηση
Ή η πίστη ως
Αγάπη ως αγάπη
2
Ονειρεύεται πέφτοντας μέσα
Στο πλεγμένο φως
το φως καλεί
Τους μικρούς λεπτούς άρτους
Μες στη δίνη
Πάνω σε λευκό φτερό
Που αιωρείται
Στον ουρανό οι λάμες
Τσιμπούν τα στήθη
Νέο ρίγος
Μέλι ανακαλύπτει
Φιλί-φιλί
3
Ο χρόνος κινείται όπως τα τραπέζια
Η αδιάφορη και μακάρια Άνοιξη
Σώζει όλες τις ψυχές και τους σπόρους και τους κοιμισμένους σκλάβους
Μαύρη Άνοιξη
Στη μαύρη σιγοψίθυρη ανθρώπινη θέληση
Οι λέξεις ειπώθηκαν από δύο γλώσσες που φιλήθηκαν
Ένωση συριστική
Της Εύας το φίδι
Ξεκινά φτάνει
Δύο γυμνά σώματα πέφτουν
Ανάμεσα σε ασώματα χριστουγεννιάτικα δέντρα
Λάμποντας σαν μέλισσες και ροδομπούμπουκα
Η φωτιά γίνεται σκόνη που πέφτει
Τα χείλη χαλαρώνουν και κοιμούνται
Η φωτιά σαρώνει
Του αίματος την εστία
Πέρα ψηλά διπλά κόκκινα άστρα
Επικυρώνουν τις δικές τους δέσμιες επιθυμίες
— μπλουζ —
Η θάλασσα θα ’ναι βαθιά
Το μάτι θα ’ναι βαθύ
Η έσχατη καμπάνα έχει βαριά ηχήσει
Το παγόβουνο ήταν κρύο
το νύχι ήταν κρύο
Η πεινασμένη πόρνη ήταν κρύα
Η ζούγκλα ήταν άγρια
Το δόντι ήταν άγριο
Του άμοιρου αλήτη η γυναίκα είναι άγρια
Το πιάτο του ζουμιού είναι ρηχό
Η ομελέτα στο τηγάνι είναι ρηχή
Σαν τη σοφία των αιώνων
Το γεράκι στο ζενίθ γνωρίζει
Ο τυφλοπόντικας κάτω από το φτυάρι γνωρίζει
Το βοστρυχωτό μυαλό γνωρίζει επίσης
Μην το ξεχνάς.
*Από το βιβλίο “Κένεθ Ρέξροθ – Ποιήματα”. Εισαγωγή – επιλογή – μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Εκδόσεις Ηριδανός, 2014.
Ι
Στη δανεική γη
αποκρυπτογραφώ
ακόμα και την οικειότητα
ενός ζεστού, θερινού απομεσήμερου
με το γαλάζιο της θάλασσας.
.
ΙΙ
Η αγάπη, η αγάπη μας
πλένει τη νύχτα,
την παραδοσιακή νύχτα
με τις πολύβοες μηχανές του ύπνου
και τον πολύ συγκεκριμένο σκοπό
του σκότους.
.
ΙΙΙ
Αγριελιά της βροχής,
με τίναξε στον άνεμο,
αυτόχειρο φως
μέσα από άδεια δωμάτια
τέντωσε τη μελανή του ομπρέλα
πάνω από κάθε υποψία
κι έτσι γεννήθηκα.
.
ΙV
Mαχαίρι στο νερό
σ`απομεσήμερο χειμώνα
κομματιάζει απαλά το διαθέσιμο φως,
μα προσπερνάμε αδιάφορα
με ευάλωτα κοσμήματα
στο μέτωπο…
.
V
Ο καθένας είχε να δώσει
ό,τι κάτεχε,
το καλύτερο ή το χειρότερο,
την περιέργεια ή την ευγλωττία του
μα τίποτα δεν άλλαζε στον αιώνα
το λάθος του Ορφέα.
.
VI
Τη μέρα που διάλεξα
μου τη διάλεξαν
άγρια γεωμετρία
σ` αυτής της άνοιξης
τον αναμενόμενο επίλογο,
μια τυχαία μέρα
μου διάλεξαν
κολλημένη σε χάρτινα όνειρα,
μαζί με το θάνατο και την ανάστασή μου.
*“ΕΝΝΕΑ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΚΑΘΕΤΕΣ ΜΕΡΕΣ”, Εκδόσεις “ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ” 1994.
.
Επανειλημμένως έγραφε
αυτά που δεν ήθελε,
αυτά που μήτε πίστευε, μήτε αισθανόταν.
Έφτιαχνε ποιήματα και κείμενα,
για αρκετούς σπουδαία.
Ελάχιστοι, ίσως, κατάλαβαν
πως πάσχιζε να προφυλάξει
φίλους, κοινό και κριτικούς
από αυτό που όλοι τους ποθούσαν.
Ήταν τίμια μα σκληρή δουλειά.
Hello darkness, my old friend
I’ve come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence
In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
‘Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence
And in the naked light I saw
Ten thousand people maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never shared
No one dared
Disturb the sound of silence
“Fools,” said I, “you do not know
Silence like a cancer grows
Hear my words that I might teach you
Take my arms that I might reach you”
But my words like silent raindrops fell
And echoed in the wells of silence
And the people bowed and prayed
To the neon god they made
And the sign flashed out its warning
In the words that it was forming
And the sign said “The words of the prophets are written on the subway walls
And tenement halls
And whispered in the sound of silence”