Φώτης Αγγουλές, Nαγκασάκι

Ε, Τσάρλυ, τραβήξου από τον ήλιο.

Σήμερα έπεσε η Ατομική…

Σήμερα, στα λιμάνια,

οι σωματέμποροι και οι πορτοφολάδες

μπορούν να περηφανεύονται

που δεν έγιναν Εφευρέτες…

Σήμερα

θα μπορούσε να λέει στην προσευχή της,

μια πόρνη:

«Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ

που δεν γέννησα…».

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://demispoetry.wordpress.com/2017/11/10/n%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9/

Μαρία Πανούτσου, Δεν υμνούμε μόνο το φως

είμαι εδώ για να θυμίζω
την ώρα της ανάπαυσης
του δειλινού την ώρα
μεταθανάτια ώρα της αυγής
και της λευκής της νύχτας την θερμότητα


εκεί που ξενυχτούσαν γυμνά σώματα
του πόνου και της θύμησης
της νοσταλγίας παιδιά
να σας θυμίσω ό τι σκοτεινό κι’ ολέθριο
Κασσάνδρας τραγούδι καθάριο κοφτερό


δεν αντιστέκομαι σε τρεχούμενα νερά
σε πεδιάδες χλοερές
και σε βουνά απάτητα
και τις σημαίες π’ ανεμίζουν
μεσίστιες κάπου σχισμένες λερωμένες



καβάλα στις ιστορίες μου
με κέρινα χαρτιά ομοιώματα
βαδίζω σταθερά και άλλοτε τρικλίζοντας
αναζητώντας κόκκο
δεν ξέρω πια τι κόκκο αναζητώ

Αλέξης Αντωνόπουλος, Όταν Έμαθε

​Δε ζήλεψε όταν έμαθε πως έκαναν σεξ.
Ζήλεψε όταν έμαθε πως μετά
αντί να μιλάνε
άκουγαν τη βροχή.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Joyce Mansour, Όλα τα βράδια…

Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.

*Από τα ποιήματα “Κραυγές” που περιλαμβάνεται στο βιβλίολ “Δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία υπερρεαλισμού, σε μετάφραση Έκτωρα Κακναβάτου και επιμέλεια Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, Εκδόσεις Νεφέλη, 1980.

Χρίστος Παλαιοπάνος, Αντίθεση

Μεταλαβιά
γεμάτο το στρατόπεδο κερδώο
μεταλαβιά

δίχως κανένα σώμα (πλην ασπάρακτων ιδεών)
που πρέπον λειώμα
το σώμα
από μεταλαβιά
οι πρόσκοποι εντός γνωρίζουν

αγάλλονται οι αρχιερείς
προϋπάρχοντας – “εν αρχή ην ο Λόγος” –
οι επιτελείς φέρνουν στον ίσιο δρόμο τη μοίρα του χρόνου
με το μολύβι της Ιστορίας φτιάχνουν μελάνη κανονική
ανεξίτηλη
καθαγιάζοντας των αρχιερέων τα ματωμένα υγρά τους:
μεταλαβιά

λόγος σύνορος
σκοπιάς και φόβου
που εν αρχή
οι Αρχές μεταλαβαίνουν
«κι ο χωροχρόνος» εκείνοι ισχυρίζονται

μα ένα αγιάτρευτο πιοτό
διαβαίνοντας τον αφαλό
πιο ξωτικό
αλλιώς μεταλαβαίνει
τον κατάδικό τους χρόνο τον αφίλητο ξεστρατίζει
λύει τα σώματα
τους ξομολογιέται
κι αμέ τα ωκεανίζει

μεταλαβαίνονται

τους ασπάρακτους αρχιερείς ξεπαστρεύουν
και μεταλαβιά-σπαραγμός
πορεύονται

μεταλαβιά
γεμάτο το ποίημα του κόσμου
μεταλαβιά μετά του αγιάτρευτου πιοτού του

*Από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”, ψηφιακή έκδοση, Εκδόσεις Ενδυμίων.

Χρήστος Τουμανίδης, Ικέτες έφτασαν

… οι λεηλατημένοι άνθρωποι αυτοί,
είχανε τη ζωή τους στην Ανατολή.
Και ονειρευόντουσαν την Δύση…

Ικέτες έφτασαν μια νύχτα εδώ,
άνδρες, γυναίκες και παιδιά-
Ρακένδυτοι Απόστολοι της Πίκρας.

Με μόνα εφόδια: Την ακλόνητη πίστη,
και την απόφαση να ζήσουνε δίχως πατρίδα.

Ήρθαν, ελπίζοντας
στην δυτική πλευρά του ονείρου.
Αλλά, η Δύση δεν ακούει!
Και η Ελλάδα;
Αυτή, αναπολεί ακόμα, και θρηνεί,
την για πάντα χαμένη δική της Ασία.

«…Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων».

*Από τη συλλογή “Οι Ελεγείες της Ανατολής”, Ψηφιακές Εκδόσεις: 24grammata.com

ΠΕΘΑΝΕ ΤΗΝ ΑΥΓΗ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_4490

Νύχτα τεσσάρων φεγγαριών

κι ένα μοναχικό δεντρί,

με μια σκιά μονάχα

κι ένα μόνο πουλί.

Ψάχνω στη σάρκα μου

τα ίχνη των χειλιών σου.

Φίλησε το νερό τον άνεμο

χωρίς να τον αγγίξει.

Φέρνω το Όχι που μου πρόσφερες

μες του χεριού μου την παλάμη

σαν κέρινο λεμόνι

άσπρο σχεδόν.

Νύχτα τεσσάρων φεγγαριών

κι ένα μοναχικό δεντρί

Στο κεφαλάκι της καρφίτσας

γυρνάει ο έρωτάς μου.

FEDERICO GARCIA LORCA

Mετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης.

View original post

Θεόδωρος Μπασιάκος, Γιο-γιο blues

Ένας σακάτης απ’ το Σαράγιεβο

την αγάπη σας ψωμοζητάει στο μετρό.
Και μια πεταλουδίτσα της νύχτας

το κορμί της πουλά για ‘να χαρτάκι, να γίνει.
Κι’ ένας βλαμμένος ξεδοντιάρης ευτυχής

βολτάρει παίζοντας το γιο-γιό του

- γιο-γιο-γιο… κ.τ.λ. –
Κι’ αυτοί οι δυο Κύριοι 

με τα φουλάρια και την ανετίλα

τσακίζουνε την μπριτζόλα τους παρλάροντας

περί της α ξ ί α ς των στίχων μου

Αχού και δε με νοιάζει ποσώς τί λεν

δεν με νοιάζει…
Μ’ αηδιάζουν!
Προτιμώ να κυττάζω τον βλαμμένο στον δρόμο

με το γιο-γιό

– γιο-γιο-γιο… κλπ. κλπ. –

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Διατηρητέο χθες

Το σπίτι μας ξάπλωσε
με προσκέφαλο
το δέντρο της αυλής,
ακουμπώντας
το γαλάζιο του ουρανού
να μετρά τις ανάσες
που το έκτισαν,
ξάγρυπνο από φωνές
που το γκρέμισαν,
στεγνό από δάκρυα
που το σταύρωσαν,
χωρίς πόρτα πια,
με κλειστά παράθυρα
κι ένα μπαλκόνι
που ξεχάστηκε στο χθες.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: http://greekpoetics.blogspot.com.au/2018/01/k.html