Μίλτος Σαχτούρης, Ο πυρετός της χαράς

Ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή
ηλεχτρικοί πολυέλαιοι
δυο πρωινά παράθυρα
δυο μάτια φωτισμένα
η σκιά τ’ ανθρώπου διαβαίνει
μέρα να ’ναι για νύχτα
κι η φωνή: Μην τρέχεις μη φεύγεις
σ’ αγαπώ
La voix du rêve

*Από τη συλλογή “Η Λησμονημένη” (1945).

Σταύρος Ζαφειρίου, 
Ενοχικό

Artwork: Anna Noelle Rockwell

Τι γυρεύεις, του είπα, ανάμεσα

στον ερπετώδη νου του πλήθους;

Του όχλου του αλαλάζοντος,

του εξαθλιωμένου,

του τρελαμένου από τα σκέλια της πυράς

και την οσμή της θηλυκής της σάρκας;

Αν δεις στα μάτια, λένε, τη φωτιά,

κατάματα κι αυτή θα σε κοιτάξει.

Ο φοβερός εκτελεστής καλεί την άβυσσο

στη βιβλική της γλώσσα

και οι πεπτωκότες άγγελοι το βιβλικό του μένος

από τις φλόγες της αβύσσου τού επιστρέφουν.

Τι γυρεύεις σε τούτο το θέατρο;

Ούτε ο μονόλογός σου θ’ ακουστεί ούτε η σιωπή σου.

Ποιος παίρνει πια στα σοβαρά των τραγωδών τον ρόλο;

Τις παραβάσεις του χορού ποιος επωμίζεται;

Ποιος αμαρτάνει και πιστεύοντας στα λόγια των τυφλών

τυφλώνεται απ’ το ίδιο του το χέρι;

Στον άδειο τόπο της ανήλεης σκηνής,

χωρίς τον οίστρο και τις λάμψεις των θριάμβων,

σε μιαν ακρόαση κουφών,

ποια τέχνη από τις τέχνες σου θα υποδυθεί την ύβρη;

Γεωργία Τρούλη, Ένα (άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου)

Έργο: Γεωργία Τρούλη

Ένιωσαν τα χέρια να κρατούν αυταπάτες
Τα έβγαλαν από την θέση τους
Τα έβαλαν μια έλξη μια λέξη πιο κάτω από τον ώμο τους
Έπειτα έστρεψαν το βλέμμα στον καθρέφτη
Πόσο αταίριαστη ένωση
Πόσο βαθιά αυτονόητη κι επινοημένη
Κι εμποτισμένη με πείσμα και εμμονή
Πόσο εκ του μηδενός εκπορευόμενη
Άκουσαν έπειτα δύο τρία λαικά άσματα
Λίγο ένιωσαν παλμό
Και γύρισαν
Τον καθρέφτη από την ανάποδη
Το σώμα από την άλλη μεριά
Το άσμα από την αρχή
Και τερμάτισαν συνεύρεση
Και συνομιλία
Μέχρι εκεί ακουμπούσε η πρώτη το μπράτσο
Ο δεύτερος τον κώλο
Και οι δυο μαζί τα χέρια
Σε μια έλξη μια λέξη
Πιο κάτω από τον ώμο τους

Δύο (οι εραστές του απόλυτου τίποτα)

Ο μόνος λόγος που άντεξαν ακόμη
Ήταν ότι ακόμη άντεχαν
Κι είχαν περιέργεια
Κι έτσι αφέθηκαν
Απρόθυμα να βαδίσουν
Μέχρι που ήρθε η δύναμη να ορίζουν το βήμα
Το ένα πόδι πίσω από το άλλο
Και μια εποχή πίσω από την ιστορία
Έναν άνθρωπο
Δίπλα σε ένα άλλο σώμα
Όταν ανακάλυψαν
Τον χάρτη
Την ήπειρο
Έκοψαν το σχήμα
Κι έδωσαν άλλο όνομα
Καθώς έκαναν γεωτρήσεις νερού

Κάποια στιγμή δίψας είδαν ότι ακόμη αντέχουν
Κι έφτυσαν στη γη δυο φορές το όνομά τους
Ξεκοίλιασαν την διαδρομή
Την πορεία
Η περιέργεια για προορισμό
Όλο μεγάλωνε
Μαζί με την εποχή
Το σώμα τους
Και τον χρόνο.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
, Το όνειρο

Η αθανασία ένα θρόισμα στα φύλλα

κάτι σαν άρωμα

από γρασίδι της παλιάς πατρίδας

Εκεί είδα τους φίλους μου

-απόμακρα θαμπά χαμόγελα

μια μουσική βραχνής ασπρόμαυρης ταινίας
Τους μίλησα και μου μίλησαν

δεν ήξεραν πώς είν’ αποθαμένοι

όμως εγώ
και μέσα στ’ όνειρο

το ήξερα

Ποιος τώρα με ονειρεύεται και μένα

και ποιος ξυπνάει με τα δάκρυα στα μάτια;

*Από το περιοδικό “
Σημειώσεις”, τεύχος 76, Δεκέμβρης 2012.

Π. Ένιγουεϊ, Απαγορεύεται

Teflon's avatarΤεφλόν | Ποιητικό Σκεύος

Απαγορεύεται: τρίτο πρόσωπο παθητικής φωνής του «απαγορεύω».
Απαγορεύεται το παρκάρισμα.
Απαγορεύεται το κάπνισμα.
Απαγορεύεται το κυνήγι.
Απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών.
Απαγορεύεται η κολύμβηση.
Απαγορεύεται η τοιχοκόλληση. Νόμος 2147.
Απαγορεύεται η είσοδος.
Απαγορεύεται η είσοδος στους μη έχοντες εργασία.
Απαγορεύεται η δόμηση σε γεωργικά οικόπεδα μικρότερα των 4 στρεμμάτων.
Απαγορεύονται τα σκυλιά στο πάρκο.
Απαγορεύεται η στάση.
Απαγορεύεται η στάθμευση.
Απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση.
Απαγορεύεται η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών από άτομα
κάτω των 18 ετών που δεν συνοδεύονται από γονέα ή κηδεμόνα. Νόμος 36/94.
Απαγορεύεται η βιντεοσκόπηση.
Απαγορεύεται η ελεύθερη κατασκήνωση.
Απαγορεύεται ο γυμνισμός.
Απαγορεύεται η θήρα.
Απαγορεύεται το πτύειν.

View original post 342 more words

Political by Sam Richards

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Political political,
Everything’s political.
This poem is political.
You are.
I am.
If you post pictures of your fluffy cat
On Facebook,
Or your brat doing something you think is
Cute
That’s political.
Don’t kid yourself:
There’s nothing that’s not political.
Even kidding yourself
Is political.

If you think “political”
Only applies to politics –
That’s political.
Quite possibly
That’s what politicians
Would like you to think;
And that too
Of course
Is political.
In some ways
Politicians
Are only marginally political
But they are fully political
Just the same.
Thinking you can live your life
Free of politics
Is political.
Assuming the arts
And music
And poetry
To be outside politics
Is political.
Language of course
Is political
Before you even open your mouth
Or commit words to paper.
Paper is political,
So is the screen of your laptop
So is your laptop.
Digital is political.
Science is political

View original post 225 more words

Σπύρος Δόικας, Λόγια Τυχάρπαστα, Αποσπασματικά, Για Να Ειπωθεί Το Ανείπωτο

1
Αν και μου έρχεται αυθόρμητα να σ’ το πω
Αν σου πω «σ’ αγαπώ» θα σου πω ψέματα
Γιατί η αγάπη μου είναι πολύ πιο βαθιά
Από μια πρόσκαιρη ατομικότητα
Από ένα συνονθύλευμα επιθυμιών,
συναισθημάτων και αναγκών.
Αυτή η αγάπη πηγάζει από την ίδια ενέργεια
Που κάνει το ρόδο ν’ ανθίζει
Και το γιασεμί να μοσχοβολάει περήφανα
Τις γαλήνιες του θέρους νύχτες
Κι όμως, παρόλ’ αυτά, είναι όσο το δυνατόν
Και περισσότερο από όσο ποτέ
Ένα καράβι, που αρμενίζει στο τώρα
Ένα καράβι που δεν σάλπαρε από πουθενά
Και δεν έχει κανέναν προορισμό
Πέρα από το άγγιγμα αυτού εδώ του κύματος
Με την καρίνα του.

2.
Γιατί δεν είμαι «εγώ» που αγαπώ «εσένα»
Ούτε φυσικά είσαι «εσύ» που αγαπάς «εμένα»
Ή που εισπράττεις την αγάπη «μου»
Ή που εισπράττω τη δική «σου»:
Είναι η ενέργεια της αγάπης
Η οποία όμορφα περνά
Από εμένα κι από εσένα
Χωρίς να ανήκει σε κανέναν
Χωρίς κανείς να μπορεί
Να την κάνει δικιά του
Ή –καθ’ οιονδήποτε τρόπο–
να την ιδιοποιηθεί
Είναι μια ενέργεια καθαρή και ελεύθερη
Που δεν γνωρίζει παρελθόν ή μέλλον
Και δεν κάνει σχέδια, ούτε συγκρίσεις
Ούτε μπορεί να σε απογοητεύσει
Καθώς ουδέποτε είχε στόχο να σε γοητεύσει:
Κάθε στιγμή της είναι απόλυτη
Πληρότητα και τελειότητα
Σ’ ένα αέναο παρόν.

3.
Δεν είναι μια αγάπη που διαψεύδεται
Ή που μπορεί να πληγωθεί
Δεν είναι καν μια αγάπη
Που μπορεί να ευοδωθεί
Γιατί υπάρχει μόνο στο τώρα,
στο τώρα και στο τώρα.
Και φυσικά δεν είναι μια αγάπη
Που θα έχει τέλος
Γιατί είναι μια αγάπη
Που δεν είχε ποτέ αρχή.

4.
Και μη νομίζεις
Δεν είναι μια ρομαντική αγάπη
Γιατί ο ρομαντισμός ξεπηδάει
Από έννοιες του νου και του χρόνου:
Είναι μια αγάπη που εκτυλίσσεται
Πέρα κι έξω από τον χρόνο.
Δεν είναι αιώνια, γιατί είναι
Κάτι παραπάνω από αιώνια:
Είναι άχρονη από γεννησιμιού της.
Η «αιωνιότητα» και το «πάντα»
Είναι ρομαντικές ψευδαισθήσεις
Που ως τροφή έχουν έναν καλά ορισμένο
Γραμμικό χρόνο:
Σίγουρα μια άχρονη στιγμή Παρουσίας
Αξίζει όσο χίλιες νοητές αιωνιότητες.

5.
Τόσα λόγια λοιπόν, για να ειπωθεί,
Το ανείπωτο, κλείσε τα μάτια και φαντάσου
Απλά, ένα άγγιγμα στην ψυχή.

6.
Σ’ το ξαναείπα
Αυτή η αγάπη δεν είναι ρομαντική
Δεν επιζητά τη διαιώνιση του είδους
Ούτε καν την ηδονική κορύφωση
Η κορύφωση έχει χάσει πλέον κάθε νόημα:
Όταν ήδη πετάς ψηλά στα σύννεφα
Και μόλις μετά βίας διακρίνεις
Από κάτω την κορυφή
Αν μου μιλούσες για κορύφωση
Θα ήταν σαν να μου μιλούσες
για καταβύθιση.

7.
Όσο κι αν θέλω να σου πω «σ’ αγαπώ»
Αυτή η αγάπη δεν είναι προσωπική
Γιατί αν ήταν προσωπική
Θα κατέστρεφε διά μιας το αρραγές
Και το άχρονο, μέσα σου και μέσα μου
Θα ήταν μια ιεροσυλία στον βωμό
Ενός άνθους, αμάραντου.

8.
Η δική «μας» αγάπη δεν είναι ρομαντική
Δεν έχει μέλλον, καθώς δεν είχε ποτέ παρελθόν
Δεν έχει παρελθόν, καθώς δεν θα έχει ποτέ μέλλον
Ο ρομαντισμός είναι γεμάτος σχέδια
Που εκτυλίσσονται στο μέλλον, και ακουμπούν
Σε εξιδανικευμένες στιγμές του παρελθόντος.

9.
Τίποτε από όλα αυτά μην το πάρεις σοβαρά
Ούτε καν αστεία: δεν είναι παρά λόγια τυχάρπαστα
Λόγια τυχαία, λόγια που δεν μου ανήκουν,
παρμένα από το πουθενά, για να ειπωθεί το ανείπωτο.

*Από εδώ: BIBLIOTHEQUE 4-9-2017
**Artworks: Louis Treserras

Γιάννης Λειβαδάς, Ποίηση δίχως ποιητές, ποιητές δίχως ποίηση

«Χαμένος μέσα σ’ αυτό που απουσιάζει,
αυτή είναι η άπταιστη κουβέντα.
Όχι δα· απών μέσα στης άγνοιας την τάξη.
Μεσολάβηση τελεολογίας που σαφρακιάζει
την παραμέληση των θεωριών».

Το υστερόγραφο ενός ανολοκλήρωτου προλόγου έξι δοκιμίων –τα οποία δημοσιεύθηκαν σε σειρά από τον Μάρτιο του 2016– σχετικά με την πεφυσιωμένη θλίψη, τη νοθεία, και την αισθητικοποίηση των κοπετών∙ με την προϋπόθεση μίας απροσάρμοστης δυσκολίας: αυτή η κριτική τοποθέτηση δεν επιζητεί κάποιο πόρισμα, δεν προσαρμόζει εντέχνως ή αλλιώτικα την επιχειρηματολογία της, –στον βαθμό πάντοτε που μπορεί μία επιχειρηματολογία να επεκταθεί στα όρια ενός τυπικού δημοσιεύματος– εφόσον αψηφά κάθε προοριστική και τελεολογική ισχύ της γραφής, όταν αυτή σχετίζεται με την ποίηση.

Η επινόηση είναι συμφυής με την ποιητική τέχνη όχι μόνο όπως η δημιουργία είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο αλλά και όπως ο μαρασμός είναι σύμφυτος με τον άνθρωπο, επίσης.

Πολύ συχνά, ο άνθρωπος που «γράφει», μετατρέπει τη συνεκτικότητα της ζωής σε δημόσιο βωμό της «ποιητικής του πτώσης». Σε αναλογία με την απουσία επινοητικότητας και το πλεόνασμα μεμψιμοιρίας, τοποθετεί συστηματικά την ποιητική του «πτώση» στον δημόσιο βωμό, αφού αυτή η «πτώση» δεν έχει τέλος και προσφέρεται για αμέτρητες θεαματικές θυσίες. Ατέρμονο μπιζάρισμα. Η «πτώση» δεν απολαμβάνει τυχαία τα πρωτεία της πιο διαδεδομένης παλιλλογίας, με τις υπόλοιπες, δίχως να υπολείπονται σε τεθλιμμένη χαριτολογία, να ακολουθούν.

Σε αυτό που ονομάζεται ποίηση –στη διάσταση των αισθητικο/ιδεολογικών αναβατήρων–, η ηθική της παθητικής φωνής έχει αναγορευθεί σε χρυσόμαλλο δέρας. Το οποίο συχνά επιδεικνύεται μαζί με το σεσηπός γδαρμένο ζώο. Αμέτρητα περίλυπα πλάσματα εμπνέονται από οτιδήποτε, αρκεί αυτό να επανεμπνέει την απλοϊκότητα των πεποιθήσεων και των ευαισθησιών τους.

Πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους;

Κι επειδή ετούτη η μέθοδος δεν αργεί να φανερώσει εκ των έσω πως πρόκειται για κάτι έωλο και ευκαιριακό, έρχεται η αντιγραφική, η οξεία μιμητική επαναπροσέγγιση, των «πιστεύω» και «αμφιβάλλω», τα οποία αντικαθιστούν κατά βούληση το ένα το άλλο, με την αρπαγή των γλωσσών και των αιτημάτων νεκρών ή εν ζωή ποιητών.

Όταν η ποίηση η οποία μέχρι πρότινος μπορούσε να χαρακτηριστεί «αυθεντική», ««καλή», ή ακόμη και «υποστηρίξιμη», ξαναδίνει σημεία εμφάνισης, αναπλασμένη ή αναπαριστώμενη από δεύτερο χέρι, ακόμη και όταν έχει σκοπό την απόλυτη εξαπάτηση, δηλαδή τη μέγιστη προσέγγιση του προτύπου της∙ αποτελεί μία προσωπική επιτυχία η οποία προσφέρει βαθιά συγκίνηση από την καταχώρισή της, από τη διόγκωση της σκιάς της, λουφαγμένη στο κίνητρο του υποδείγματος στο οποίο συγκαταβατικά νεύει – δηλαδή μία «ποίηση» κοσμητικής επέμβασης, κατά τον τρόπο των πλαστικών εγχειρήσεων.

Η επιτυχία αυτή, λοιπόν, διαβεβαιώνουν οι επιτυχόντες, οφείλει να αναδειχθεί, μήπως και μέσω της ανάδειξης αρχίσει αίφνης να σημαίνει κάτι, ώστε να μην πάει εντελώς στράφι ο στεναχτικός κοινωνισμός της επιτυχίας αυτής∙ η κοσμητική της τρανότητα: εκείνο το «βάθος» που συγκλονίζει, καθώς αναδεικνύει την υπόθεση βάθους όσων διαλογίζονται στα ρηχά.

Για του λόγου το αληθές∙ πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους; Εντοπίζεται τελικώς κάποια νεότητα, με όρους νεότητας; Γιατί νεότητα με όρους αναπροσαρμογής του ποιητικού γήρατος, σαφώς και υφίσταται. Ανθεί.

Η ξαναγραμμένη ποίηση λοιπόν, ως υποβίβαση, στο μέτρο της ανάγκης προσωπικής επιτυχίας, μα και αμιγώς ως προσωπική επιτυχία, δεν αποτελεί επιτυχία της ποίησης – κατά την υπόθεση πάντοτε μίας τέτοιας επιτυχίας, αφού η ποίηση γίνεται ενόσω αποτυγχάνει πάνω στην απόπειρα λύσης του απολύτου [1].

Είναι η οδυνηρή, ευλογοφανής μικρότητα της πραγματικότητας, η οποία περνά για συντροφικότητα στην ερημιά, για ένταξη σε κοινότητα όντας στο πουθενά∙ καθώς και η πικρή προσαρμοστικότητα του αντιγραφέα που λιμνάζει στην καταδεκτικότητα της πραγματικότητας, η οποία μέσω της αντιγραφής, της επανάληψης, συμβιβάζει κάπως το συμβαίνον με την εγκαρτέρηση ως την εμφάνιση ενός φωτός αλλιώτικης έμπνευσης.

Με το να αντικαθιστά κανείς τη βελόνα στ’ άχυρα με την τρίχα στ’ άχυρα, ή το άχυρο στις βελόνες, δεν βγαίνει τίποτα. Αυτός είναι πάντως ο απώτερος στόχος, να μετατραπεί η ποίηση σε ποιητικό διατύπωμα το οποίο θα εκπληρώσει το όραμα μιας κοινωνικής οικειότητας. Η ποίηση που θέλουν να φτιάξουν δεν είναι παρά το καθρέφτισμα του κόσμου, της κοινωνίας, που προσπαθούν να δημιουργήσουν. Και αυτός ο ποθητός κόσμος, η τελειωτική πάταξη του ανθρώπου ως ζωτική μεταφυσική μονάδα, δεν θα υλοποιηθεί εάν οι τέχνες στο σύνολό τους, η αισθητική, δεν καταστούν διαχειρίσιμες.

Οι επαναλήψεις κουράζουν, απωθούν, γιατί λοιπόν, θα αναρωτηθεί κανείς, η επανάληψη της άνωθεν τοποθέτησης; Διότι αυτή η, τελικώς, μακάβρια επανάληψη της ποιητικής γραφής, είναι βολικά τακτοποιημένη στη συνείδηση αναγνωστών και γραφόντων. Διότι αυτό το φαινόμενο που περιέγραψα είναι αδιάλειπτο, και με τις διαστάσεις που έλαβε μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, πέρασε στο επίπεδο του θεσφάτου.

Εκείνα τα στοιχεία τα οποία η, αυθαίρετη, κριτική, εκτιμά ως νέο προσωπικό ύφος, ως παρέμβαση και ανακαίνιση, δεν είναι παρά τα στοιχεία «προέλευσης» τα οποία καταδεικνύουν τη νοθεία του πράγματος. Έκβαση αναμενόμενη, απ’ εκείνους που, ενώ διατείνονται πως εξετάζουν με κριτικό πνεύμα το όποιο δημοσιοποιημένο υλικό, πως ερευνούν ενδελεχώς τη σύγχρονη ποίηση, αρκούνται στην εξέταση των όποιων ποιητικών συλλογών λαμβάνουν, στοχευμένα, από εκείνους που τις υπογράφουν, αντί να ξετινάζουν βιβλιοθήκες.

alt

Ωστόσο, ακόμη και μία ενδελεχής έρευνα δεν θα φέρει σίγουρα ένα αποτέλεσμα διαφορετικό προς τα έξω∙ γιατί η αισθητική παραδοχή είναι κατά βάθος μία παραδοχή πολιτισμική, δηλαδή μία παραδοχή της βιούμενης κατάστασης, και όντας τέτοια η δυσκολία της δημοσιοποίησής της είναι αν όχι απίθανη, τουλάχιστον δυσχερής. Ωσαύτως, πώς να θιγούν, να μελετηθούν, τα στοιχεία της νοθείας και της προέλευσης, όταν δεν γνωρίζει κανείς τη μορφή και το περιεχόμενο και των δυο; Κάνω εδώ ετούτη την τοποθέτηση ορίζοντας το φαινόμενο της νοθείας ξεκάθαρα σε επίπεδο εκφραστικής και περιεχομενικής αναδίπλωσης/συγκάλυψης του προϋπάρχοντος έργου, μέσα στο χρονολογικά πιο πρόσφατο κείμενο, και όχι σε επίπεδο ερμηνευτικής αναφορικότητας ή παραπομπής. Τοποθέτηση η οποία, είμαι βέβαιος, θα θεωρηθεί από πολλούς λανθασμένη ή άνευ σημασίας, εφόσον εκείνο που έχει σημασία είναι να ξεγελούν ισοβίως τον αβάσταχτο λιμό που δημιουργούν τα ερείσματά τους: αισθητηριακή αποχαύνωση, ιδεολογική και θρησκευτική σωτηριολαγνεία, αναπαραγωγή κάθε κοινωνικής δοξασίας, όλη η διαστρωμάτωση της «θετικότητας».

Κατ’ αντοιστιχία με τον συρμό αυτών των ερεισμάτων, οι καταγγελίες, ακόμη και οι εξονειδισμοί, αντί να θέσουν τους φυσικούς τους αποδέκτες σε περισυλλογή, περνούν και αυτοί σε χρήση, σε «δημιουργική διαχείριση υλικού» από τους αποδέκτες, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο περιστοιχίζουν τη διανοητική τους κόπρο με συμπιλήματα, δημιουργώντας μία σύγχρονη αντίκα, η οποία είναι αυτό που είναι∙ εκείνο που ουδέποτε προήχθη από τον λόγο των αντιγραφόμενων, εκείνο που ουδέποτε προάγεται από τον λόγο εκείνων που την αμφισβητούν, που την ακυρώνουν.

Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει.

Ασφαλώς οι τρύπες που γίνονται στο νερό είναι νερότρυπες, δεν είναι τυφώνες, ασχέτως εάν τα δημοσιεύματα εκλαμβάνουν την ύλη τους ως δελτία καιρού που προειδοποιούν για φαινόμενα. Μα απ’ το να είναι κανείς οτιδήποτε, είναι προτιμότερο να είναι εκείνος που περιγράφει τις θαλασσοταραχές που λαμβάνουν χώρα στην προσωπική του μπανιέρα.

Όχι σε μεγάλη απόσταση από τα παραπάνω, οριοθετείται ένα ακόμη άκρο, από τα τόσα: να αποδέχεται και να συμμερίζεται περισσότερο και πολύ πιο εύκολα κανείς, έναν επιπόλαιο αμφισβητία, απ’ όσο έναν μη αμφισβητία ο οποίος μολαταύτα βρίσκεται πιο κοντά στην ποίηση σε σύγκριση με τον πρώτο.

Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει. Πόσο μάλλον εάν πράγματι δεν είναι ικανός να τα δει, και πόσο ακόμη εάν εντούτοις ξεφουρνίζει τις δικές του ηλιθιώδεις αμφισβητήσεις.

Το ρεύμα, που εμπερικλείει τις τάσεις οι οποίες συνδιαμορφώνουν την τρέχουσα «fata morgana», δεν αποδεικνύει μόνο πως είναι προδιατεθειμένο να αναγάγει τον μικρόκοσμό του σε απόλυτο διαχειριστή των πάντων, μα έχει την ευστροφία να προδιαψεύδει με εκθαμβωτική χάρη τον εαυτό του, ώστε να αποποιείται εκ των προτέρων κάθε ευθύνη και υποχρέωση – από εκείνες που καθορίζουν οργανικά την ψυχική και τη διανοητική κατάσταση ενός ποιητή, δηλαδή τα πεδίο διαφοράς της ίδιας της ποίησης.

Η περίκλειστη ρυμοτομία των εκδιδομένων υποδείξεων βρίθει συγκλονισμών, ικανότατων επηρμένων και ταπεινοφρόνων, οι οποίοι κάθε φορά που εκφράζονται κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, δεν λησμονούν να φορέσουν τον στέφανο των βασάνων τους, από αγκαθωτό μαϊντανό.

Αρκεί. Όταν φωτίζονται τα κίνητρα φωτίζεται το θέμα. Στης ποίησης την παλάντζα ο κανόνας με το κινητό αντίβαρο προεκτείνεται εσαεί στο αδιάσειστο.

*Στη φωτογραφία πίνακα του Dan Miller.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://bookpress.gr/stiles/eponimos/poiisi-dixos-poiites-poiites-dixos-poiisi?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

Στέλιος Ροΐδης, Η μεγάλη ησυχία

Είμαι αλληλουχία σε χειμερία νάρκη
Το γνωρισμά μου είσοδος στο μουσείο
Χορεύω βαλς με τα βατραχοπέδιλα των άλλων
Είμαι ο ωκεανός
Στον βυθό το φυλακτό
Το ασταμάτητο πρόσωπο
Που κάνει οικονομία, ο πυρσός, το αλλεργικό δόντι του αστείου
Θα μπορούσα να έχω κάποια σχέση με την αλήθεια
Απλά αν με μεταφέρατε κάπου αλλού από εδώ
Είμαι παγωμένος, σαν κάθε ερέθισμα του χαζού σκύλου του ονείρου
Είμαι επικύνδυνος σαν τον φόβο
Σαν τον θάλαμο με το πυκνό παρελθόν
Δεν θα χρησιμεύσω σε τίποτα, αν με πειράζει η όχι δεν έχει σημασία
Ακίνητο φτιασίδι, αυτός είναι ο κόσμος μου
Μια λέξη στην θέση μου μια ανακοίνωση ένας επόμενος σταθμός
Που στην ηλικία που έχω ξέρεις πως μόνο εσύ θα ξεχάσεις
Πως ο χρόνος είναι χρυσός σε θυρίδα
Πως αύριο θα χαιδεύεις τον φαλλό σου προσπαθώντας να ανοίξεις
μια τράπεζα
Όταν όλοι πέσουν στο πάτωμα και προχωρήσεις ανενόχλητος
Φτιάχνοντας ένα κόσμο με τον ίδιο συναγερμό
Που τον θυμάσαι απέξω
Ποιός θα είσαι αύριο
Όταν μπεις στο μυαλό σου και το βρεις άδειο εντελώς
Πιστεύοντας στην εικόνα
Μπροστά στον όλο προηγμένο σχηματισμό
Αυτό είναι από σάρκα, και εσύ το ξέρεις,
Κάτω από το σώμα σου υπάρχει ένα φίδι
Είναι ένα σύνολο μορφασμών
Ποτέ δεν βγήκαμε από το αδιέξοδο-
Δεν έχει δόντια η λογική
Μια ευκαιρία είναι μόνο, μόνο
Πιστεύοντας στην εικόνα
Τα βήματα του πολιτισμού, μέσα σε ένα στοιχειωμένο σπίτι
Αφήνοντας ένα σημείωμα, εδώ, μαθαίνεις ποιός θα είσαι αύριο
Όλα είναι πολύ αληθινά, πολύ αληθινά για εμάς πλεόν
Για ποιόν λόγο πρέπει κάποιος να ρθει να σε πιστέψει
Οι αντίθετοι άνθρωποι πρέπει να συναντηθούνε πρέπει
Καθένας με το όπλο του άλλου στο χέρι
Μέσα στο μυαλό σου που είναι άδειο εντελώς
Μιλάς για αγάπη και η θέση σου είναι αυτή
Αναγραμματίζεις παρά την θελησή σου το κακό
Και είσαι ο ίδιος όπως πάντα
Οι ποιητές είναι ένας θάνατος στην θέση του ποιήματος
Πρέπει να αλλάξεις το πάντα
Τα δάχτυλα του ενός ανθρώπου μετράνε την ανθρωπότητα
Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος που τον θυμάται μόνο αυτός
Μόνο αυτός.
Πρέπει να αλλάξεις το πάντα.

Γιώργος Δουατζής, 
Το μικρό αγόρι

Ξέρω, θα πεις,

ποιος νοιάζεται για τη θλίψη σου

και πόσο έχει δικαίωμα να θλίβεται ένας συνεργός;

Διότι το ξέρω κι εγώ

ότι η σφαίρα που σκότωσε το μικρό αγόρι

έχει ένα μόριο από τον εαυτό μου.

Ναι, είναι το ένα δεκάκις εκατομμυριοστό,

αλλά αυτό δεν αναιρεί τη δολοφονική τροχιά του

ούτε την ευθύνη μου.

Είναι το μόριο που γέννησε

η ανοχή μου στην προϊούσα σήψη.

Είναι το μόριο που δημιούργησε

η ελλειμματική μου αντίσταση στην αδράνεια

την οποία επιζητούσαν για να οικοδομήσουν

τον κτηνώδη κόσμο τους.

Είναι το μόριο που υπήρξε από την αδυναμία μου

να πολεμήσω τα κυρίαρχα όπλα τους,

τον φόβο και την ανασφάλεια.

Είναι το μόριο που οικοδόμησε αυτό το περιβάλλον,

του οποίου δημιουργήματα είναι οι θύτες,

τα θύματα σημερινά κι αυριανά,

τα μικρά αγόρια και κορίτσια,

οι χιλιάδες άνεργοι, οι αδύναμοι,

οι μη έχοντες, μη περιθαλπόμενοι,

οι γέροντες, οι άρρωστοι, οι ανασφαλείς,

οι καταθλιπτικοί, οι ανεχόμενοι

και κυρίως απέλπιδες.

Μην αναρωτηθείς τι ζητούν αυτά

τα πανέμορφα παιδιά στους δρόμους

τώρα που δεν έχουν νόημα συγγνώμες

και ενοχικά βουρκωμένα μάτια.

Άκουσα παιδικές φωνές σε ώριμα τραγούδια

σαρωτικά που διαπερνούν τη θλίψη.

Οι γροθιές διεκδίκησης

οι ανάσες ζωογόνες

οι δρόμοι φωτεινοί

και κυρίως ανθρώπινοι.

Και μην με συμπονέσεις.

Απλά πάρε τα λόγια μου στο δισάκι σου

κι εξαργύρωσε την πείρα μου

στους αγώνες των αυριανών ημερών.