Κραυγαλέοι τίτλοι Νέος Που λιντσάρισαν πριν δέκα χρόνια Αθώος – Οι ουρανοξύστες μοιάζουν ακίνητοι καθώς στροβιλίζονται πάνω από τα τσιμεντένια τους θεμέλια, τα παράθυρα σαν σκυλόδοντα – λήο φρανκ τον λιντσάρισαν δέκα το λέει με τα λουλούδια της τσίχλας ρίγκλεϋ με δυόσμο χάπια κάρτερς λιτή Ρίβερ – γείρε στο απαλό ξελόγιασμα του ανέμου που παίζει με τα μαλλιά σου, κοίταξε τα σαν γάλα σύννεφα που διαχέονται στο γαλάζιο Προχωρήστε Γρήγορα Παρακαλώ Αφήστε Τους Πρώτα Να Βγουν Αφήστε Τουρέ Να Βγουν ένιωσε κι εκείνος το μέτωπό του, το απαλό παιχνίδισμα του ανέμου όταν το σκοινί τεντώθηκε στο δέντρο μέσα στη δροσερή αυγή.
*Από τη συλλογή “Το κόκκινο λάβαρο” (1927). Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Lola Ridge, Το σώμα που πονά – Ο καθρέφτης του κόσμου”, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 2023. Μετάφραση: Ελένη Χατζή.
Γνώρισα την Ιεριχώ, είχα κι εγώ τη δική μου Παλαιστίνη, τα τείχη του φρενοκομείου .ήταν τα τείχη της Ιεριχούς κι ένας μολυσμένος νερόλακκος μας είχε βαφτίσει όλους. Εκεί μέσα ήμασταν Εβραίοι και οι Φαρισαίοι βρίσκονταν ψηλά και ήταν κι ο Μεσσίας .σαστισμένος μες στο πλήθος: ένας τρελός που ούρλιαζε στον Ουρανό .όλη του την αγάπη για τον Θεό. . Όλοι εμείς, κοπάδι ασκητών ήμασταν σαν τα πουλιά .και κάθε τόσο ένα δίχτυ σκοτεινό μάς φυλάκιζε μα πορευόμασταν προς τη λειτουργία, τη λειτουργία τού Κυρίου και Σωτήρα μας Χριστού. . Πλυθήκαμε και θαφτήκαμε, ευωδιάζαμε λιβάνι. .Και, μετά, όταν αγαπούσαμε μας έκαναν ηλεκτροσόκ γιατί, λέγαν, ένας τρελός δεν μπορεί κανέναν ν’ αγαπήσει. . Μα μια μέρα μέσ’ από το μνήμα αναστήθηκα κι εγώ και όπως ο Ιησούς κι εγώ είχα τη δική μου νεκρανάσταση, όμως δεν ανέβηκα στους ουρανούς κατέβηκα στην κόλαση απ’ όπου ξανακοιτάζω έκπληκτη .τα τείχη της αρχαίας Ιεριχούς.
*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου **Από το “Χτες Βράδυ Ήταν Έρωτας”, εκδ. 24 γράμματα
Δεν κάνω τίποτα Μόνο γράφω ποιήματα Η μόνη μου σκέψη και συλλογισμός Είναι τι να γράψω τώρα! Έτσι φαίνεται πως η μόνη μου επιθυμία και σκοπός είναι Το πώς… το πότε να αυτοκαταστραφώ και να χαθώ Δεν κάνω τίποτα Μόνο γράφω ποιήματα!
Η μοναδική μου αδελφή είχε δίκιο Το μοναδικό εργαλείο αυτοκαταστροφής μου…
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ενήλικες μια αναμονή ήταν ένα περίμενε σε μια πλατεία με μια φαλτσέτα στην τσέπη […] -Μ. Αθανασίου, ΑΔΕΛΦΟ ΤΡΑΥΜΑ ΔΕΛΤΑ
Τίποτα από χωράφια και στρέμματα σπίτια στο Κορυδαλλό και οικοδομές στην Αγία Βαρβάρα Αν δεν πνίξεις το μωρό Σε μια μαύρη γραμμή του ύπνου κι όλα τα κλάματα δεν γίνουμε κριγμοί μακρύ θα ‘ναι το χέρι μου τσιγκέλι θα το κάνω Κρεατικό πανάρχαιο Σεληνιασμένο χώμα Και με πουτάνες θα γυρνά και πρέζες μες στους τοίχους Κάθε γιορτή και Κυριακή τρενάκι στην πλατεία διαλυμένο Στις σκάλες της Μητρόπολης απέξω θα πουλάει Μέσα στο βράδυ θα ξερνά το πρωινό σχολείο Θα ‘ρχονται φίλοι σκιεροί με σιδερένια νύχτα Και τη ζωή σας τη φτωχή σκισμένη σε κομμάτια βράδια βράδια Εγώ από τους πολύτεκνους δεν παίρνω πορτοκάλια
Στης μπουκαμβίλιας την ποδιά απέθεσα τις προσευχές μου και το ελληνικό φως, ο καρδιογνώστης λόγος σαν δροσερή πηγή ανάβλυζε απ’ τα σωθικά μου.
Γλαυκός Ιούλης κι άσπιλος και του πνεύματος η εφηβική νήψη γλαυκός Ιούλης κι αθλοφόρος στεφανωμένος με τους ανασασμούς των δέντρων.
Κι έσμιγαν τα ράμφη τους η ελπίδα και η πίστη κ’ έδεσες τον ουρανό γύρω απ’ τις παρειές σου μαγνάδι φωτός κι εμπιστοσύνης.
Ποιος καρτερεί εδώ και ποιος παρακαλεί; Εύοσμο σκοτάδι μες στο ρημοκλήσι κ’ η θάλασσα ψάλλει την αποκαθήλωση των τύψεων. Εύοσμο σκοτάδι και φιλάνθρωπο μνημούρι μικρό της θαλασσινής νοσταλγίας.
Είναι κοντά, είναι κοντά η πατρίδα. Δες: σήμερα το σκοτάδι έγινε χώμα βρεγμένο απ’ τη θνητότητά μας. Είναι κοντά. Αν κάνεις έτσι το χέρι σου θα πιάσεις τον κορμό της γύμνιας μας. Χάιδεψέ τον τρυφερά, φυτεύτηκε για σένα. Για να ξαπλώνεις κάτω από τον ίσκιο του και να δροσίζεσαι με το αρχαϊκό τραγούδι.
Saint Malo Το κοντινότερο λιμάνι. Φτάνεις στην άλλη πλευρά σε δύο ώρες. Καθώς το καράβι αφήνει το λιμάνι, πρωινά χρώματα χύνονται στο νερό από τα κτίρια και το κάστρο.
Και η ιστορία τους.
Αν κοιτάξεις προσεκτικά, τη διαβάζεις στις ρυτιδώσεις.
*
ΠΑΡΑΛΙΑ PEMBROKE, ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΔΕΥΤΕΡΑΣ
Το νησί μικρό. Αλλά η παλίρροια μεγάλη -δέκα μέτρα και. Πιο εντυπωσιακή η άμπωτη. Ο γρανιτώδης βυθός της δυτικής ακτής, μαύρος και κοφτερός. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις πως έγιναν τόσα ναυάγια.
Στο μεταξύ, ο ήλιος δε βιάζεται να δύσει, καθώς πίνουμε καφέ από το θερμός. Πολύ βαθιά μέσα, η υποψία ενός πλοίου διασχίζει τη Μάγχη.
Ο Ιεβούς ήλιος περιπλανώμενος ριγεί στις σπάνιες βροχές μας σκαρφαλώνοντας λόφους με δρόμους διπλής κατεύθυνσης λέει:
νυχτερινή τρυφερότητα γι’ αυτούς που τρώνε αγκάθια τα μάτια των βεδουίνων γυναικών βασανισμένα βάθη κρατήρων. Υπάρχουν γυναίκες σώματα σφυροκοπημένα από έναν εχθρό που ακόμα γλείφει τις μπότες των πρώην εκτελεστών του. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο. Η Παλαιστίνη είναι μια χώρα σπαρμένη με μάτια που αρνούνται να σφαλίσουν.
Η Ιερουσαλήμ δεν είναι η πόλη του Δαβίδ η Ιερουσαλήμ είναι η πόλη του Ιεβούς
Σκόνη στο σιτάρι και νεκροταφείο τα πρωινά!
ύστερα απ’ τη δοκιμασία της απώλειας μνήμης η κόμη του ήλιου φέρνει μια δίψα που το καθάριο νερό θα σβήσει… ω κοσμικά εξογκώματα καθαρίστε τα βουνά μας από άμμο ώστε οι άντρες του αύριο να περπατήσουν πάνω στον ροζ γρανίτη να πιουν το μαύρο σιντριβάνι αυτό το σώμα γεμάτο τρύπες καμένο απ’ το θειάφι ανοιγμένο απ’ το μαγγάνιο πληγές στο στόμα του και πετρέλαιο για τα φιλιά του
πρόσφυγας δίχως καταφύγιο
Φέρνω τους αρχαίους θεούς κολυμβητές κοσμικών ρευμάτων πέτρες πάνω στις οποίες θα συρθούν φεγγάρια πνεύματα φύλακες τεχνίτες
Φέρνω τους νέους θεούς από σάρκα φτιαγμένους το μέλλον ανοιχτό την ανάσταση των φτωχών απελευθέρωση ελευθερία απελευθέρωση είμαι νομάς από ένα σύμπαν σεπτό
(…και προσφέραμε τον θάνατό του για να κινηθεί ο ήλιος…)
στις άνυδρες χώρες μας η βροχή αιώνια φτιαγμένη από σφαίρες.
*Από το βιβλίο “Αραβίδες ντίβες – Ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης”, Εκδόσεις Τεφλόν 2021.
Έλεγε η γιαγιά μου πως όταν η θλίψη μοιάζει ατελείωτη, πιθανώς να έχει πέσει η ψυχή μας στο ποτάμι, και γι’ αυτό κλαίει και θρηνεί χωρίς σταματημό.
Δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα, ξεραίνεται το στόμα μας και πονούν τα χέρια μας.
Η θλίψη φαίνεται να μας κυριεύει, μας αρπάζει από το λαιμό και δεν μπορούμε πια να ονειρευτούμε.
Η θεραπεία; λουτρά με βάμμα άρνικας, λουτρά με οινόπνευμα, λουτρά με αλατόνερο, Για να ξεπρηστεί η καρδιά μας, τα μάτια μας, τα χέρια μας, και τα φτερά μας.
*
Χασίντα
Είναι κουρασμένη η ψυχή της θείας Χασίντα. Τα μάτια της είναι στεγνή θάλασσα, ακίνητη, αποκοιμισμένο.
Οι γυναίκες στο σπίτι λένε πως η ψυχή της είναι άρρωστη, πως έχει γεμίσει το στόμα της αγέρι και τα χέρια της τρέμουν από τη θύμηση.
Αφέψημα απήγανου για το μυαλό της, για τα μάτια της και το στόμα της, απήγανο για να γιατρέψει τα παιδιά της που πέθαναν σε μέρη μακρινά, το χωράφι της που έχει μείνει μονάχο του, στην καρδιά της που κλαίει.
Χασίντα, μην κλαις πια.
*Από τη συλλογή “Βρεγμένη γη”, Ελευθεριακές Εκδόσεις Ναυτίλος, Οκτώβρη 2024. Μετάφραση: Ζωή Γιαλιτάκη.
Και μη θελήσεις να σου προσφέρω τη μοναξιά μου, Αυτή την ήρεμη ακροθαλασσιά με τους πευκώνες, Τ’ αρχαία ερείπια, τα φοβισμένα ζώα, τά κρίνα Των βράχων. Μη θελήσεις να σου προσφέρω τις ώρες μου, Σπαταλημένες σε πολυσύχναστους σταθμούς, Άνάμεσα στην πλήμμη των έπιστροφών καί τη ρηχία των αναχωρήσεων, Λησμονημένες άποσκευές, που δεν περιμένουν πια κανένα.
Εσύ, Όσο κι αν στάθηκες κοντά μου, κι αν με τύλιξες Με τις βαθύκολπες πτυχές σου σαν ζεστό ύφασμα, —Πού προστατεύει το χειμώνα τα έρημα άγάλματα— Μη θελήσεις νά σου προσφέρω την ηρεμία που δοκίμασα, Τριγυρνώντας σε φτωχογειτονιές ολομόναχος, Κι ανάβοντας μέ τη φλόγα της καρδιάς μου Τούς λυχνοστάτες άπό σπίτι σέ σπίτι.
Στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική «σκηνή» η διάσπαση της αριστεράς, η ανάδυση δεξιόστροφων έως και ακροδεξιών τάσεων, αλλά και η ιστορική πορεία τού σοσιαλισμού–κομμουνισμού, που, αν και ανέδειξε τα όριά του, ταυτόχρονα και συνειδησιακά παραμένει εγγεγραμμένος ως ανάγκη για αλλαγή κοινωνική, οικονομική και εν γένει ιδιοσυγκρασιακή και ο γενικότερος διανοητικός και πνευματικός σκοταδισμός ως απότοκο του καπιταλισμού, θέτουν στο επίκεντρο την επανεξέταση της λογοτεχνίας αριστερών και δη κομμουνιστών συγγραφέων. Οι τελευταίοι μπορούν να δώσουν το έναυσμα με τη βαθιά σκέψη τους και τη βιωμένη και λογοτεχνική ενσαρκωμένη εμπειρία τους για αναστοχασμό στο παρόν και κοινωνική ανατροπή. Το βίωμα και η ιστορία ενσωματωμένα στη λογοτεχνία –ακόμα και μέσα από τη στηλίτευση των αστοχιών τής κομμουνιστικής αριστεράς– μπορούν να συνεισφέρουν σε μια πιο συγκροτημένη δράση και δραστική αλλαγή απέναντι στην ανισότητα, την αδικία και την υποκρισία. Έτσι, στο παρόν δοκίμιο επιχειρείται, με έναυσμα έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τον Άρη Αλεξάνδρου, να διατυπωθούν αναστοχαστικοί προβληματισμοί για το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η λογοτεχνία στις σύγ-χρονες κοινωνικές συνθήκες και δη στο ρόλο τής συσπείρωσης και τής ενδυνάμωσης της αριστεράς.
Η ποίηση του Αλεξάνδρου είναι οπωσδήποτε πολιτική –ας μη παραβλεφθεί η επιρροή τής ποίησής του από την κρίση των ιδεών της αριστεράς από το 1955 και εξής και από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968– αλλά όχι μόνο. Είναι και υπαρξιακή, είναι μια ποίηση βιοθεωρίας. Ο Αλεξάνδρου ιδεολογικά και καλλιτεχνικά διέρχεται μέσα από τρεις φάσεις. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει την πίστη στην κομμουνιστική ιδεολογία. Μάλιστα, στην πρώτη του συλλογή με τίτλο «Ακόμα τούτη η Άνοιξη», φαίνεται έκδηλα ο νεανικός ενθουσιασμός και το πνεύμα τής αγωνιστικότητας στην προοπτική επίτευξης του σοσιαλιστικού ονείρου. Σ’ αυτήν την περίοδο «συγγενεύει» ιδεολογικά με την προηγούμενη γενιά και δη με το Γιάννη Ρίτσο και εν γένει με τους στρατευμένους τής εποχής του 1. Στη δεύτερη φάση παρατηρείται η αμφισβήτηση της κομματικής οργάνωσης. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύεται και από την επόμενη συλλογή 1952 με τίτλο «Η Άγονος γραμμή», η οποία περιλάμβανε ποιήματα γραμμένα στην εξορία στα χρόνια 1947-52 και φαίνεται η απομάκρυνση από την αγωνιστική φάση 2 σε αντίθεση με την προηγούμενη συλλογή. Κυριαρχεί η απογοήτευση λόγω της διάλυσης του οράματος και η υπαρξιακή αμηχανία, το υπαρξιακό αδιέξοδο.
Στην τρίτη φάση, ο Αλεξάνδρου δομεί μια ιδεολογία μαρξιστικού υπερρεαλισμού στην οποία κυριαρχεί η πνευματικότητα και η κρίση μαζί με την απόρριψη του κόμματος ως «πηγή υποδούλωσης του νου». Ποιητικά η τρίτη αυτή φάση και αποτυπώνεται με τη χρήση ειρωνείας και παίρνει σάρκα και οστά το 1959 στην ποιητική συλλογή με τίτλο «Ευθύτης Οδών». Η γραφή είναι όχημα ελευθερίας και πνευματικής ανάτασης, ενώ αναδεικνύεται, παράλληλα, η ατομικότητα.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής ξεκινά με τη φράση: «Η ποίηση είναι μια υπόθεσις αντικοινωνική» όχι με σκοπό την αποστέρηση της πολιτικοκοινωνικής χροιάς της ποίησης, αλλά με στόχο την προβολή τής ταυτότητας του «μαρξιστή γραφείου» και την αποποίηση της πολιτικής πράξης. Στρατευμένος στην ιδέα και όχι στην πολιτική της. 3 Η γραφή και όχι η πράξη είναι αυτή που έχει τη δυναμική να ανακινήσει τη συζήτηση στον ιδεολογικό χώρο τής αριστεράς και να κινητοποιήσει την ελεύθερη διατύπωση απόψεων των αγωνιστών. Θέτει επομένως –μέσω τής ποίησής του– την αναγκαιότητα για συζήτηση θεμάτων μαρξισμού, ιδεολογίας και πολιτικής κατεύθυνσης μέσα στην αριστερά. Ενδεικτικά, από την τρίτη αυτή φάση, προσεγγίζουμε το ποίημα, «Το μαχαίρι». Ένα ποίημα τόσο ετεροαναφορικό σε όλους τους στρατευμένους, όσο και αυτοαναφορικό στον ίδιο του τον εαυτό:
Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό πρόσεχε μην παρασυρθείς. μην ξιπαστείς απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων. Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι. Εδώ, οι λέξεις είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνεται η ποίηση, όπως το μαχαίρι φτιάχνεται από ατσάλι.
Στους παραπάνω στίχους υποκρύπτεται η αγωνία τού ποιητή να «ακονίσει» καλά τις λέξεις του, τα όπλα του, μέχρι να γίνουν «κοφτερά», δηκτικά και να έχουν έναν κοινωνικοπολιτικό προσανατολισμό. Ο ποιητής είναι τεχνίτης και «ακονίζει» τα εργαλεία του. Αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι ο βλαπτικός τρόπος χρήσης τού μαχαιριού, αλλά οι ιδιότητές του ως κοφτερού και χρήσιμου, οι οποίες μεταβιβάζονται –ή τουλάχιστον ο Αλεξάνδρου ελπίζει και πασχίζει– να μεταβιβαστούν στις λέξεις (Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο). Η έγνοια τού Αλεξάνδρου είναι οι λέξεις και οι ιδιότητες που φέρουν, είναι η «παίδευση» με την ποιητική γραφή. Βέβαια, αυτή η τάση φαίνεται να απομακρύνει το κέντρο τής προσοχής από τη λειτουργία τής ποίησης ως ολότητας και να το αποδίδει στη γραφή και τις λέξεις. Είναι σαν να περιχαρακώνεται ο κοινωνικός ρόλος τής ποίησης και να αναζητείται η ποιητική ουσία. Οι λέξεις, όμως, δεν παύουν να έχουν ενδιάθετη δύναμη και να επιτελούν κοινωνικοπολιτικό ρόλο.
Παράλληλα, στο ποίημά του με τίτλο «Τεκμήριο» ο Αλεξάνδρου αποτυπώνει:
Μια μέρα τούτο το βιβλίο θα βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου δίπλα σε σκουριασμένους σιδεροσωλήνες οδηγούς ρητορικής σε χάρτες επιτελικούς κομμάτια ασβέστη από σπασμένα αγάλματα. Θα βρίσκεται κι αυτό κιτρινισμένο δίπλα στα τεκμήρια σαν νεκροκεφαλή της δεκαετίας μου που σεις δολοφονήσατε, εσείς πολεμοκάπηλοι, εσείς ψευτοκομμουνιστές.
Αυτό το ποίημα λειτουργεί μαζί με άλλα αντικείμενα, ως τεκμήριο μιας εποχής πολιτικής απολυταρχίας και ιδεολογικού δογματισμού. Ο Αλεξάνδρου γράφει το ποίημα μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν και επηρεασμένος από τις αποφάσεις τού 20ού Συνεδρίου τού Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης. Η ποίηση εδώ λειτουργεί ως μαρτυρία που κατέγραψε το έγκλημα και το θάνατο, το θάνατο της ζωής και των ιδανικών λόγω τής εξορίας, τής φυλάκισης και τής απομόνωσης του Αλεξάνδρου. Οι κατηγορούμενοι είναι δακτυλοδεικτούμενοι: εσείς πολεμοκάπηλοι εσείς ψευτοκομμουνιστές. Η ποίηση εδώ μετατρέπεται σε πολιτικό μανιφέστο, προσλαμβάνοντας έναν χαρακτήρα καταγγελτικό.
Παρόλο που τα παραπάνω ποιήματα εντάσσονται στην κατηγορία των ποιημάτων «η ποίηση για την ποίηση», επιτελούν και μια ιδεολογικο-πολιτική λειτουργία, που έχει στόχο την κοινωνική αναμόρφωση και την καταγγελία. Ο Άρης Αλεξάνδρου, δηλαδή, δίνει το έναυσμα να συζητήσουμε πάνω σε θέματα αριστεράς και ιδεολογίας. Μέσα από την απάρνηση και την αποδόμηση της στράτευσης και των παραγόντων της κομμουνιστικής αριστεράς –περισσότερο σε ένα φαινομενικό και επιφανειακό επίπεδο– και με απόλυτη προσήλωση και επιμονή στην κατάλληλη λέξη, δεν παύει να αγωνίζεται ενάντια στην αδικία, στην ανισότητα, στα ιδανικά. Ο ποιητής έδειξε πρώτος το δρόμο, προσπαθώντας να δομήσει τη δική του αλήθεια μέσα στο πλαίσιο του μαρξισμού, χωρίς να μπορεί να φύγει από την κομμουνιστική στράτευση, υπηρετώντας πιστά τη στρατευμένη τέχνη, ακόμα και στα σημεία που φαίνεται να την αποκηρύττει. Η ποίησή του, εξάλλου, είναι βαθιά πολιτική.
Όπως ο Αλέξανδρου, λοιπόν, ως εργάτης τού πνεύματος, όπως εμείς ως εργάτες τού πνεύματος, έτσι και εσείς, ο καθένας χωριστά, ας αναστοχαστείτε με βαθιά συνείδηση και βαρύ ιδεολογικό οπλισμό για την αντίσταση σε κάθε αδικία και διάκριση. Μόνο με την πνευματική ενδυνάμωση και την απόκτηση γνωστικών εφοδίων θα επιτευχθεί η συσπείρωση των ανθρώπων σε έναν πραγματικό αγώνα για αξίες ιδανικά και για έναν καλύτερο κόσμο με αξιοπρεπή διαβίωση, χωρίς φτώχεια, πολέμους και εκμετάλλευση. Η γνώση πρέπει να διαχυθεί σε όλους, στο λαό, στον/την εργάτη/τρια και στο/τη μαθητή/τρια, στον/την καθένα/καθεμιά χωριστά και σε όλους/ες συλλογικά.
*Με αφορμή την ποιητική συλλογή του Άρη Αλεξάνδρου «Ευθύτης Οδών» (1959).