Νότης Γέροντας (1953-2007), Στο μπαλκόνι

Κιγκλιδωτό εσωτερικό μπαλκόνι
Με ζωγραφιές στους ασβεστωμένους τοίχους
Μέσα από το κρυσταλλένιο τζάμι
Βλέπει τη θάλασσα με καρχαρίες γαρύφαλλο στο στόμα
Τον ουρανό ν’ ανεβαίνει από το πάτωμα
Τα σύννεφα να ξεπετιούνται απ’ τις ρωγμές των ξύλων
Μπαλκόνι που η χειρονομία το γεμισε χιλιάδες αποτσίγαρα

Χτίσμα που μετακινείται σε ρόδες απο αρχαία βοϊδάμαξα
Να βρει οικόπεδο κενό και να σταθεί στη θέα
Να δει παιδί κουτσό που παίζει μπίλιες η κουτσό
Νa δει τη μπάλα μόνη της να μπαινοβγαίνει στα δίκτυα
Στημένα πάνω σε κοράλλια που τα βόσκουν ερίφια
Και μύγες να γεμίζουν τα σωθικά του
Σέρνοντας καρφιτσωμένο χαρτί στα φτερά τους

Πεπτικό σύστημα γεμάτο εμετούς απ’ αστέρια
Μέσα τους πλοία φορτηγά
Που τους φουσκώνει τα πανιά
Ηλεκτρικός ανεμιστήρας στημένος στο βυθό
Παλμικά κορίτσια γύρω απο μια κεντρική φιγούρα
Ιμπρεσσιονιστική μανα με μάτια στα μάγουλα
Κόγχες απ’ όπου αναβλύζει αίμα γεμάτο χαρά

Δόντια που πετιούνται εξω από τα κάγκελα
Και τα ταξιδεύουν τα σύννεφα τα σπέρνει η βροχή
Ήλιος στρογγυλό κεφαλοτύρι κολλημένο στο τζάμι
Που σιγά σιγά ανεβαίνει κολλημένος στην εκλειπτική
Περιδιαβαίνοντας όλα τα μπαλκόνια μέχρι την ταράτσα
Όπου λευκές μπλούζες έχουν δέσει πισθάγκωνα
Την ακτινογραφία

Ούρα που τα καταπίνει η σελήνη
Κίτρινος σκορπιός στη χαραμάδα
Περιδιαβαίνοντας όλες τις χαραμάδες
Μέχρι να γίνει ολοστρόγγυλο δηλητήριο
Λεκές πάνω στο άσπρο
Να συρθεί πάνω στην ακτινογραφία
Στημένη σαν πίνακας δίπλα στον υπαίθριο ανελκυστήρα

Κρανίο όπου έχει φωλιάσει
Το μυστηριώδες αιλουροειδές
Πάνω στο πράσινο τέλμα
Και γύρα-γύρα γλάστρες με φυτεμένες γαρίδες
Απέραντες εκτάσεις από σχισμένα φύλλα
Περγαμηνών και δέντρων
Φωσφορίζοντα οστά που αναβοσβήνουν
Τελείες και παύλες

Αλάθητη δημιουργία
Χώμα που κράτησε ο θεός σφιχτά μέσα στη φούχτα του
Αιώνες τώρα από το τέλος
Αιώνες τώρα το κορίτσι στα κάγκελα
Πηγαινοφέρνει έγχρωμα όνειρα με τον υπόγειο σιδηρόδρομο
Και γρατζουνά τα τζάμια
Να αρπάξει το γαρύφαλλο του καρχαρία.

*Από τη συλλογή ‘Ωδές” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Στον ύπνο του Ποιητή”, Εκδόσεις Ηριδανός 2008.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Ένδεκα αποφθέγματα και σημειώσεις για τη συμπεριφορά και το θάνατο του ισορροπιστή (1, 2, 3)

Έργο Αλέξανδρου Ίσαρη

[Ενότητα Ο Ισορροπιστής]

Ένδεκα αποφθέγματα και σημειώσεις για τη συμπεριφορά και το θάνατο του ισορροπιστή

1

Ο ισορροπιστής μισεί το σχοινί που τον πληγώνει.

2

Οι άνθρωποι που παρακολουθούν τους πειραματισμούς και την αντοχή του, παραμένουν αμέτοχοι. Ο ισορροπιστής, καθώς τους βλέπει από ύψος πάνω απ’ το κανονικό, δεν ξεχωρίζει το επάγγελμα και την ταξική τους προέλευση, τον ενδιαφέρει κυρίως η ματαίωση της πτώσης του και ο πιθανός ακρωτηριασμός∙ οι πιο πολλοί δεν σηκώνουν καν το κεφάλι για να παρακολουθήσουν τις πορείες του ισορροπιστή.

3

Το σχοινί ανέχεται
το βάρος του ισορροπιστή
και μόνον αυτό.
το σχοινί επηρεάζεται
από τον ήλιο και τις
κατά συρροήν χιονοπτώσεις∙

το σχοινί είναι αμφιβόλου
κατασκευής και προελεύσεως.
παρ’ όλ’ αυτά καθορίζει
το ογδόντα τοις εκατό
των κινήσεων του
ισορροπιστή.

*Από τη συλλογή “Όμιλος Φίλων Θαλάσσης – Ο Ισορροπιστής” (1976).

**Από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2017/10/18/alexandros-isaris-endeka-apofthegmata-kai-simeiwseis-gia-ti-symperifora-kai-to-thanato-tou-isorropisti-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%AF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%82/

Dimitris Troaditis, Tightrope Walking /Ακροβασíες

Book Review

by Dr. Edward Reilly

Dimitris Troaditis,
Tightrope Walking /Ακροβασíες,
tr. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017.
ISBN: 978-0-9805321-9-7

One of the pleasures of a literary friendship is to exchange poems. It serves as a means of dialogue, which all too often cannot take place given separations in time and distance, and neither letters nor social media quite fill that space a completed poem can occupy. Some time ago I sent out a chapbook of mine to friends, and marvelous to say, I received this volume in exchange.

As readers of Neos Kosmos would know, Dimitris Troaditis is something of a phenomenon. Born 1959 in Greece, he started writing poetry with serious intent almost 30 years ago and soon afterwards arrived in Australia, and has not stopped since. Two recent collections of his verse have been published in Athens, and he maintains a bilingual website To Koskino. He’s political, outspoken and quite tough, though sometimes his politics can irritate me, as I am still a rather conservative Adelaidean Catholic. Even so, one respects the strength and beauty of each poet, regardless of their background, for poetry is our common ground. Then, as I am a βάρβαρος, having no Greek, with but a little Latin from school, I will only comment on some of the poems as they appear in translation.

The first thing to strike me is the set of dark images and references used to convey the swirl of sentiment, for example, the use of ‘grave’, ‘old drawings’, ‘stones’, ‘wretched prayers’ in the title poem ‘Tightrope Walking’, then more words emphasizing the acrobat’s dilemma, ‘taut’, ‘bonds’, ‘calamity’ and so on, leading to the reader being prepared to consider the gravity of the real situation we face, ‘whether immortality / can release us / from the bonds of causality’. Suddenly the poem is not about a particular acrobat, but about ourselves, whether we can achieve that ‘perfect / multi-levelled footstep’ needed to avoid ‘calamity’. Is he referring to death, oblivion, to being ‘buried alive’? If so, in what? The poem leaves me nervous, wondering what’s next in store.

In the sonnet, ‘My Secrets’, I encountered fantastic confession. The speaker becomes divine, almost maniacal, as he reveals his intent to ‘engrave’, ‘stamp’ and ‘draw’ himself on his lover’s body, but not out of the light like a Zeus to Danae, claiming however that he would ‘only travel on the feathers of nightingales’. Then a remembered line from the English poet, Keats, led me to refer to this image, one I have never seen or heard, only to read of the tragic tale of Philomela, and remember a line from T. S. Eliot, that supreme symbolist. The second part then presents a series of water metaphors, ‘tears’, ‘mists’, ‘rains and hurricanes’, and as I am now reading the speaker as Tereus addressing his sister, all these images reflecting on a deep ‘grief’.

Perhaps I was reading too much into that poem, but if my student reading and years of classroom teaching are any guide, it is becoming clear that Troaditis is not just writing contemporary trifles, but continuously is digging deep into the remembered veins of Hellenic literature. He gathers strength from that, and from his own political analysis of his life and surrounding circumstances, as demonstrated in poems such as ‘Terror Australia’ and ‘Of the Community’. And, as his translator, Dean Kalimniou, points out in the introduction, Troaditis’ words ‘drench the page with the force of a torrent’, almost to the point of the reader being overwhelmed. Such a clearly articulated force is rare in Australian letters.

Tightrope Walking /Ακροβασιες is a strong collection, and a suitable companion to others in this series of poetry chapbooks, alongside those by Dimitris Tsaloumas, Zeny Giles et al.

[Dr. Reilly is the founding editor of the literary journal, Azuria, published annually in Geelong]

***

Κριτική βιβλίου

Dr. EDWARD REILLY*

Δημήτρης Τρωαδίτης, Tightrope Walking /Ακροβασíες, μετ. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017. ISBN: 978-0-9805321-9-7

Μία από τις απολαύσεις μιας λογοτεχνικής φιλίας είναι η ανταλλαγή ποιημάτων. Χρησιμεύει ως ένα μέσο διαλόγου, που, όμως, πολύ συχνά δεν μπορεί να πάρει μορφή λόγω διαχωρισμών εξαιτίας χρόνου και απόστασης, και ούτε οι επιστολές ούτε και τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να γεμίσουν τον χώρο που ένα ολοκληρωμένο ποίημα μπορεί να καταλάβει. Πριν από λίγο καιρό έστειλα ένα chapbook μου σε φίλους και βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι μου ανταποδόθηκε.

Καθώς οι αναγνώστες του «Νέου Κόσμου» θα γνωρίζουν, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κάτι σαν ένα φαινόμενο. Γεννήθηκε το 1959 στην Ελλάδα, άρχισε να γράφει ποίηση με σοβαρές προθέσεις σχεδόν 30 χρόνια πριν φτάσει στην Αυστραλία, και δεν έχει σταματήσει από τότε. Δύο πρόσφατες συλλογές του κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ενώ διατηρεί και τη δίγλωσση ιστοσελίδα ΤοKoskino. Είναι πολιτικοποιημένος, ειλικρινής και αρκετά μαχητικός, αν και μερικές φορές οι πολιτικές του απόψεις μπορούν να με ερεθίσουν, μιας και ακόμα είμαι μάλλον ένας συντηρητικός καθολικός από την Αδελαΐδα. Ακόμα κι έτσι όμως, ο ένας σέβεται τη δύναμη και την ομορφιά του κάθε ποιητή, ανεξάρτητα από την προέλευσή του, γιατί η ποίηση είναι το κοινό μας έδαφος.
Στη συνέχεια, καθώς είμαι βάρβαρος (σ.σ. ελληνικά στο αγγλικό κείμενο), μην γνωρίζοντας Ελληνικά, παρά μόνο λίγα Λατινικά από το σχολείο, θα αναφερθώ μόνο σε μερικά από τα ποιήματα που δημοσιεύονται σε μετάφραση.

Το πρώτο πράγμα που με κλονίζει είναι το σύνολο των σκοτεινών εικόνων και αναφορών που χρησιμοποιούνται για να μεταφέρουν τη δίνη του συναισθήματος, για παράδειγμα, η χρήση των «τάφων», των «παλαιών ζωγραφιών», των «πετρών» και των «μίζερων προσευχών» στο ποίημα με τίτλο «Ακροβασίες». Ευθύς αμέσως περισσότερες λέξεις έρχονται να τονίσουν το δίλημμα του ακροβάτη, «τεντωμένο», «δεσμά», «συμφορά» και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να είναι έτοιμος να εξετάσει τη σοβαρότητα της πραγματικής κατάστασης που αντικρίζουμε, «αν η αθανασία / μπορεί να μας απελευθερώσει / από τα δεσμά της νομοτέλειας». Ξαφνικά το ποίημα δεν αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο ακροβάτη, αλλά στους εαυτούς μας, ανεξάρτητα από το εάν μπορούμε να επιτύχουμε αυτό το «απερίσκεπτα τέλειο / πολυεπίπεδο βήμα…» που απαιτείται για να αποφευχθεί η «συμφορά». Αναφέρεται στον θάνατο, στη λήθη, όταν «θάβεται ζωντανός»; Αν ναι, σε τι; Το ποίημα με αφήνει νευρικό, αναρωτιέμαι τι ακολουθεί.

Στο εν είδει ηχηρού σονέτου «Τα μυστικά μου», συνάντησα μια φανταστική ομολογία. Ο ομιλητής γίνεται μάντης, σχεδόν μανιώδης, καθώς αποκαλύπτει την πρόθεσή του να «χαράξει» μια «αποτύπωση» και μια «ζωγραφιά» του εαυτού του στο κορμί της αγαπημένης του, αλλά όχι από το φως, όπως ο Δίας με τη Δανάη, υποστηρίζοντας όμως ότι «μόνο θα ταξιδεύω πάνω σε φτερά αηδονιών». Στη συνέχεια, καθώς ενθυμούμαι έναν στίχο του Άγγλου ποιητή Keats, οδηγούμαι στο να αναφερθώ σε αυτή την εικόνα, που όμοιά της δεν έχω δει ή ακούσει, μόνο για να διαβάσω την τραγική ιστορία της Φιλομήλας και να θυμηθώ έναν στίχο του Τ. Σ. Έλιοτ, του μεγάλου αυτού συμβολιστή. Το δεύτερο μέρος στη συνέχεια, παρουσιάζει μια σειρά από μεταφορές σχετικές με νερό, «δάκρυα», «αντάρες», «βροχές και τυφώνες», και καθώς τώρα διαβάζω τον ομιλητή ως άλλον Τηρέα να απευθύνεται στην αδελφή του, όλες αυτές οι εικόνες αντανακλούν σε μια βαθιά «θλίψη».
Ίσως έμεινα αρκετά πάρα πολύ στο ποίημα αυτό, αλλά αν ένας μαθητής μου το διάβαζε και τα τόσα χρόνια διδασκαλίας στην τάξη αποτελούν κάποιον οδηγό, καθίσταται σαφές ότι ο Τρωαδίτης δεν γράφει μόνο για σύγχρονα μικροπράγματα, αλλά σκάβει συνεχώς βαθιά μέσα στις αθάνατες φλέβες της Ελληνικής λογοτεχνίας. Αντλεί δύναμη από αυτή, καθώς και από τη δική του πολιτική ανάλυση για τη ζωή και τις συνθήκες γύρω του, όπως αποδεικνύεται από ποιήματα όπως «Terror Australis» και «Της Κοινότητας».

Και όπως ο μεταφραστής του, Dean Kalimniou, επισημαίνει στην εισαγωγή, ο λόγος του Τρωαδίτη «μουσκεύει τη σελίδα με τη δύναμη ενός χειμάρρου», σχεδόν στο σημείο που ο αναγνώστης μένει συγκλονισμένος. Σαφώς μια τέτοια ευκρινής δύναμη είναι σπάνια στα αυστραλιανά Γράμματα.

Η συλλογή Tightrope Walking /Ακροβασίες είναι μια δυνατή συλλογή και κατάλληλο μέρος συντροφιά των άλλων ποιητών που συμπεριλαμβάνονται στη σειρά αυτή των chapbooks ποίησης, συμπεριλαμβανομένων των Δημήτρη Tσαλουμά, Zeny Giles και άλλων.

*Ο Dr Edward Reilly είναι ιδρυτής και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Azuria, που κυκλοφορεί μια φορά το χρόνο στο Geelong.

Joë Bousquet: ποιήματα κατάκοιτα στην έκσταση

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής μεταφράζει και συστήνει στο ελληνικό κοινό μια σπουδαία μορφή των γαλλικών γραμμάτων.

Υπάρχει μια νύχτα μέσα στη νύχτα.
Joë Bousquet

Ο Joë Bousquet (Ζο Μπουσκέ) γεννήθηκε στην κωμόπολη Narbonne της Γαλλίας το 1897. Στις 27 Μαΐου 1918, σε ηλικία 21 χρονών, στη μάχη του Vailly, μία από τις τελευταίες μάχες του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, τραυματίζεται από έναν γερμανικό όλμο. Η σπονδυλική του στήλη καταστρέφεται ολοσχερώς. Το ανέμελο, enfant prodigue της προπολεμικής εποχής, θα υποχρεωθεί να περάσει την υπόλοιπη ζωή του κατάκοιτος «στο σπίτι με τα σφαλιστά πατζούρια» στην κωμόπολη Carcassonne, όπου και θα πεθάνει το 1950. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολυετή, ακίνητου εγκλεισμού του θα αρχίσει να γράφει. Μην πιστεύοντας στη «διάκριση των ειδών» θα εκδώσει τη μία και μοναδική ποιητική συλλογή του Η κατανόηση του δειλινού (La connaissance du soir) μόλις το 1947, μολονότι συμμετέχει από πολύ νωρίς τόσο στους ντανταϊστές όσο και στους υπερπραγματιστές.

Τα υπόλοιπα κείμενά του δεν συγκαταλέγονται σε καμία γνωστή λογοτεχνική κατηγορία. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για πεζόμορφα κείμενα, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Ανοίγοντας ένα βιβλίο του Bousquet (τα περισσότερα από τα οποία είναι μεταθανάτιες εκδόσεις των προσωπικών τετραδίων του) έχει κανείς την αίσθηση πως βρίσκεται ξαφνικά, ή καλύτερα πως τον «πέταξαν», στο μέσο ενός ήδη αρχινισμένου διαλόγου. Κλείνοντας κάθε βιβλίο του έχει την αίσθηση πως εγκατέλειψε στη μέση, πως έφυγε πριν αυτός ολοκληρωθεί, έναν διάλογο. Και μιλάω για διάλογο, και όχι για μονόλογο, διότι επάνω στις γραμμές των βιβλίων αυτών παλεύουν μεταξύ τους δύο διαφορετικές, ή κάποτε και περισσότερες, φωνές, αποτυπώνοντας ανάγλυφα τον αγώνα και την αγωνία μιας συνείδησης να τιθασεύσει τη φωνή της, να επιβληθεί στον εαυτό της. Ένας σπαραχτικός διχασμός προσωπικότητας που αγωνίζεται να ενοποιήσει τα χωριστά θραύσματα μιας κατακερματισμένης συνείδησης. Μιας συνείδησης που επιμένει να αγωνίζεται εναντίον του ίδιου του εαυτού της ώστε να κατορθώσει να δικαιολογήσει την ύπαρξη της. Κι η γραφή του δύσκολη, ερμητική, κλειστή, εσωστρεφής. Μια γραφή που αποτελεί κυριολεκτικά τον καθρέφτη, στραμμένο προς τα ένδον, προκειμένου να αντανακλά προς τα έξω, μιας συνείδησης.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Bousquet θα αξιωθεί τον θαυμασμό ενός Éluard και ενός Aragon, ενώ θα συνδεθεί με βαθιά φιλία με τον Max Ernst. Το έργο του θα έχει την τιμή να επηρεάσει βαθιά έναν φιλόσοφο του διαμετρήματος του Deleuze. Όλα αυτά βέβαια δεν θα καταφέρουν να απομακρύνουνε την απόγνωση, να απαλύνουν τον πόνο. Έναν πόνο προερχόμενο από την ακύρωση της ύπαρξης εντός της ίδιας της ύπαρξης.

Τα ποιήματα σε πεζό που ακολουθούν προέρχονται όλα από τη συλλογή Η κατανόηση του δειλινού (1947) και συγκεκριμένα από την ενότητα «Το στάχυ της λεβάντας», που ανοίγει το βιβλίο. Το απόσπασμα που κλείνει αυτό το σύντομο αφιέρωμα προέρχεται από το Μεταφράζοντας τη σιωπή (αν και η πιστή απόδοση στα ελληνικά θα ήταν μάλλον «μεταφρασμένο απ’ τη σιωπή», Traduit du silence, 1941). Απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω ο Bousquet είναι παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα. Εάν αυτό ισχύει, τότε αυτές οι δοκιμές μεταφράσεων θα συνιστούν την πρώτη γνωριμία ενός ελληνικού κοινού με μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές των γραμμάτων του γαλλικού Μεσοπολέμου.

***

Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ

(1947)

ΤΟ ΣΤΑΧΥ ΤΗΣ ΛΕΒΑΝΤΑΣ

Δεν έχει ούτε δεξιά ούτε αριστερά ένας σκελετός σε αναζήτηση των οστών του
αν μπορούσε μόνο να πει κλαίω κι αυτό να μην είναι ένας τρόπος του λέγειν
θα έλεγε κανείς πως το κορμί του είναι φτιαγμένο από των άλλων τα δάκρυα
είναι η κατάντια εκείνου που αγαπά η καρδιά του και μόνο που χτυπά τον
πληγώνει
υπάρχει όμως μια γυναίκα τόσο όμορφη που η κακοδαιμονία του δεν την
ακολουθεί ως την πόρτα της είναι εκείνη που τον νανουρίζει είναι εκείνη που τον ξυπνά

μετά τις βροντές έβρεξε Έβρεχε Αστραπές διασκέλιζαν τα δέντρα ντουφέκιζαν
μέσα απ’ την καταιγίδα βρόχια γεμάτα λύρες-πτηνά
δεν αναγνώρισε το ψωμί που έτρωγε δεν αναγνώρισε τον θόρυβο μιας πόρτας
που βροντούσε στο σκοτάδι
ήξερα πως η ευδαιμονία περνούσε μ’ όλα τα φώτα κλειστά του το είπα
αλλά κοιμόταν την αναπνοή τακτική καθώς γύρισα τα μάτια Ήμουν εδώ
μη μου ζητάτε να σας μιλήσω για μένα.

Επαιτεία του μαύρου

Ένας άντρας είναι νεκρός και δεν ήταν εσύ φεύγεις της σκέψης που σε συνέλαβε το κτήνος μαύρο των λογισμών σου Εκεί όπου θα στέκεις ορθός ο χώρος πια δεν θα είναι
Με παιδική φωνή στο φρύδι όλων των μονοπατιών θα μονολογήσεις πως βάδιζες και το τραγούδι θα έρθει μ’ έναν άλλον του ήχο το χαμόγελο θα χτίσει το φως του με καθετί που πέθαινε να ξαναδεί τη μέρα
Το τέλος της μέρας κι ο καθρέφτης που πέταξε μέσα στην τάφρο κι εκείνο το νεκρό νερό φίλη του ανέμου σαν νύχτα κατεβαίνοντας που κουβαλάει στειλιάρια κι εκείνη η νεκρή κι εκείνο το ψέμα σε κάθε σκιά όπου όλο το μαύρο θα εξυψωθεί σε μιαν αναλαμπή

Το καθετί που κλαίει με το μαύρο ενός τρελού που κλαίει τις μέρες του
Έχει το καθετί που βλέπει όταν κλείνει τα μάτια
Όπου κανείς και να τον παρατήσει ακόμα και για πάντα έχει την καρδιά του ολούθε συντηρεί στο αθέατο έναν κόσμο απαρατήρητο
Δώσε μας δώσε μας την ευτυχία δώσε μας ό,τι χρειάζεται για την περιφρόνηση της ευτυχίας και δώσε μας ό,τι δεν έχεις δώσε-το μας κι ακόμα την ευτυχία εσύ ο μόνος που ο θάνατος εκπλήσσει τη στιγμή που γεννιέται

Συνέχεια και τέλος¹

Γύρω τα ελαιόδεντρα και κάτω μυριάδες ρόδα κυανά χορεύοντας επάνω στον ήλιο μια εικόνα νερού σε μιαν εικόνα ανέμου
Η χαρά έρχεται η χαρά φεύγει χωρίς να μιλά για τον εαυτό της κάθε μέρα η ίδια σκέψη μου μαθαίνει πως ήταν εδώ
Όμορφο δείλι του φθινοπώρου Η διαύγεια κι η δροσιά είναι τα σκούρα μιας θάλασσας φωτεινής Που πορεύεται στα τυφλά με τα χέρια

Η σιωπή ως η αγνότητα ενός κόσμου όπου δεν θα υπήρχε ζωή παρά μόνο για ν’ αγαπά τη δική μου
Η μορφή επιβάλλεται στο καθετί που γράφω ώστε η οδύνη μου να μην αναγνωρίζει πια τις οδούς της
Πού έμαθα το καθετί που με δένει Ότι το εγκαταλείπω αντί να σπάω το καθετί που υπήρξε δικό μου αντί να εγκαταλείπω το βάρος του σε μια καρδιά που σταματά να χτυπά η δική μου Εγώ είμαι όχι ως καθαρή βούληση να μη μιάνω τη σιωπή η δική μου θέση Εγώ είμαι στο σκοτάδι όπου οφείλω να φθάσω δίχως φορτίο και δίχως οδύνη Θα είχα πει τα πάντα Και κανένας δεν θα βρισκόταν σ’ αυτή τη γωνιά να διακρίνει τα χέρια μου του προσώπου μου

Όλα είναι τόσο διαυγή στην πτώση του ουρανού που το ρυθμικό τικ-τακ του χρόνου ενώνεται με τη ζωή
Το νερό απαλό κι ο αέρας στο χρώμα του νερού μες στο ψύχος εγγύς που δεν είναι ακόμα παρά η οσμή του μάρμαρου του χειμώνα

Κοιτάχτε πως πέφτει ξαφνικά το σκοτάδι
Πρέπει η νύχτα να έρθει όταν τα βλέμματά μας ήταν αλλού Αλλά ένα λίγο της μέρας διαγράφεται στο χείλος κάθε κλαδιού
Η νύχτα προσμένει πάντα τη νύχτα κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά βλέπει κανείς αρκετά καθαρά όταν ένας άντρας μπορεί να πει πως έπεσε η νύχτα

Δεν ήμαστε παρά στο πρελούδιο ενός τραγουδιού υπερβολικά λυπητερού για ν’ ακουστούμε Μια γυναίκα είπε είναι η εποχή των λευκών ρόδων
Μια φωνή απαντούσε η σελήνη σχηματίζει ένα μονοπάτι μέσα στη θάλασσα που γυρνά στη σιωπή
Μια νυχτερίδα ένα πεφταστέρι ένα χέρι που έτρεμε

Ο τυφλός της αυγής

Όμορφος κόσμος όπου το φως είν’ η παραβολή της δωρεάς της σάρκας Λόγος του κόσμου όπου περνώ κεκαλυμμένος εκείνο που στοχάζεται Καθετί που λησμονεί το πραγματικό είναι εκείνο που δεν γίνεται να λησμονήσουμε

Ήθελε μόνο να ξυπνήσει τα πάντα να μεγαλώσουν μέσα στα χέρια του μέσα σ’ εκείνο που τον έδενε με τον όρκο του Οι εικόνες κάναν πιο μόνο το φως και τον άνεμο και τις μέρες

Δεν είμαι τίποτα σχεδόν ακολουθώ εκείνο που με χάνει

Τάφος που πέφτει γίνεται το χέρι που σε συγκρατεί ο άντρας γεννιέται από το όνειρο που δεν γνωρίζεται Μία γυναίκα πέρασε εκείνη τώρα το όνειρό του γίνεται
Δώσε ξανά στον άντρα σάρκα γίνε εκείνος
Κρυώνει η νύχτα Εκείνος είναι η μέρα μπρος στα μάτια της όπου το βλέμμα του ήταν η ασυλία της ο έρωτας του έρωτά της θα διαρκέσει ανίδωτος

Κάτω από τόσα τραγούδια το ίδιο σφιχταγκάλιασμα με τη λήθη η ίδια απουσία Είναι εκείνος που τη βλέπει σαν μια ελπίδα της οποία καθετί που ζει θα ήταν η δοκιμασία
Το είναι σου επέλεξε τη δυστυχία σου να κατοικήσει μέσα σου
Ο έρωτας ενώνεται με τον έρωτά σου σε συνθλίβει μ’ εκείνο που είσαι σε γεμίζει με μιαν ελπίδα του υπερπέραν
Που σε θάβει ανασκάπτοντάς σε

Ο ήχος των καμπάνων και η αυγή και το πτηνό του ψύχους μες στην ανάσα σου ανάμεσα στα φτερά της ανάσας σου και που σε πλησιάζει ολοένα εγγύτερα κι απομακρύνεται απ’ την καρδιά σου
Και το καθετί που διάσχισε η αυγή ανάμεσα στα φύλλα και τα νερά όλα τα φαντάσματα των χαδιών όταν το βλέμμα μου γίνεται σάρκα εκείνου που αγαπά και που τίποτα δεν του ψεύδεται Η καρδιά μου είναι θαμμένη σ’ εκείνο που μας απομακρύνει όπως είναι φυλακισμένη σ’ εκείνο που δένει τις μέρες μου Γυναίκα φωνάζω προς το μέρος σου σε φωνάζω μέσα από το καθετί που συμβαίνει ώστε να γίνει το κορμί μου το μυστικό μου και το δικό σου

Η κόρη²

Διαυγής ένα βλέμμα τη σβήνει ένα δάκρυ τη συγκρατεί Εκείνη δείχνεται το δειλινό την αγκαλιάζει χωρίς να τη βλέπει έχει το βάρος των βλεφάρων της
Σε μια αίθουσα Λουδοβίκου 16ου που έπλεξε η κόρη λευκή και ψηλότερη απ’ το ναυάγιο οι θάλασσες αναφύονται τη ρωγμή των κατόπτρων ένα ιστιοφόρο τις συγχέει μέσα στη μέρα που το διαγράφει
Το ξύλο των πινακίδων βοστρυχείται κι ανθεί ωοειδείται η αντανάκλαση δίχως ν’ αγγίζει το χείλος του κήπου που εκκολάπτει
Τόσο μικρή και τραβώντας τα καλάμια από ένα πανέρι που κοπιάζει μεγαλύτερο απ’ το σπίτι

Είναι η κόρη σου Η σάρκα πριν το αίμα κλείστηκε έξω απ’ το σούρουπο Η καλοκαιριά τρεμίζει επάνω της όπου εκβάλλει το βλέμμα σου όπου δεν κάνει σκοτάδι παρά στα στάσιμά σου νερά Βροχή στα σπαρτά ό,τι τη διαπνέει επεκτείνει τον τρόμο της νύχτας που είσαι
στα σκοτάδια που έχουν βγει απ’ τον χρόνο τρέχεις τρέχεις μέχρι να την ψαύσεις επάνω στην χλόη τρελή της νύχτας αμίμητη Διασχίζεις το σκοτάδι που είναι το δικό σου σκοτάδι Εκεί όπου η κόρη γελά είναι φθινόπωρο Εκείνη υποκλίνεται κι εσύ είσαι η φωλιά μιας χελιδόνας που μισανοίγει ένα υνί τροχίζεται στο φως που σπέρνεις και σε βιάζει με τα μάτια σου

Αμύγδαλο παγωμένο των παιδικάτων όπου η νύχτα τρέχει σα μαύρο γατί
Θύοντας διαμελισμένη τη σάρκα σου στην ωχρότητά σου το σκοτάδι που τεμαχίζει
Δοκιμάζει το όνομά της σε μια βασιλόπιτα όπου μπαίνει σκληρή τις διαστάσεις ένα κουκί³
Φτερούγα του μαύρου κόρη της νύχτας αδηφάγα η Λευκή από Έρωτα καθώς η χλόη στον άνεμο και η νύχτα ολάνθιστη είναι η μόνη σπορά που δεν μαυρίζει στον ήλιο

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ
(1941)

[…] Ας προχωρήσουμε αργά μέσα σ’ αυτόν τον σκοτεινό Δεκέμβρη μήνα. Βρέχει. Προσμένω τα ρόδα των Χριστουγέννων.
Η σιωπή της νύχτας καταλήγει να με ξυπνήσει. Στις δέκα η ώρα το βράδυ, μετά από μια μέρα γλυφή, αισθάνομαι ευδιάθετος, μονομιάς, ζωντανός καθώς να ήταν η σκέψη μου η μόνη πηγή της ύπαρξής μου.
Το απόγευμα συχνά αποτελείται από μαύρες σκέψεις. Το δειλινό δεν αλλάζει το χρώμα τους, αλλά μου δίνει καινούργιες. Καταλαβαίνω, λοιπόν, πως ήμουν για τα καλά φτιαγμένος για τη ζωή που ήμουν προορισμένος. Η μελαγχολία μου με βαραίνει για να μην είναι πια μόνο εγώ. Αλλά είναι τόσο ευρεία και φτιαγμένη για να είναι συμπεριλαμβανομένη. Αποδεικνύει τη μοναξιά μου, μα τη γνωρίζω τόσο καλά που κάνει να εμφανίζεται εντός μου ένα άλλο εγώ για να τη μοιραστεί.

Παρεμβολή… Επιθυμία να επιβάλλω τις αξίες που υπηρετώ. Ας είχανε όσα αγαπώ καθώς εγώ την παιδεία των όσων θαυμάζω! Πόθος να προσδιορίσεις τη σημασία του μέλλοντος;
Έτσι, ένας άνθρωπος πιστεύει που θέλει να μεγαλώσει ενώ όλη η φιλοδοξία του εξαντλείται στην εξασφάλιση της τύχης μιας κάποιας ιδέας.

Η αιτία της σκοτεινότητάς μου έγκειται στο γεγονός ότι έχω κάτι να κρύψω. Η διαύγεια μιας φράσης δεν είναι παρά μια πτυχή της εσωτερικής μας γαλήνης.
Ότι αυτό το μυστικό δεν θα ‘πρεπε να είναι ένα. Το συναίσθημα που κρύβω έχει δικαίωμα στη μεγάλη μέρα. Αγαπώ πραγματικά, σαν αδερφή, τη νεαρή σύζυγο ενός φίλου μου. Εκείνη ανταποκρίνεται στη συμπάθειά μου με κάποιο είδος φιλίας πολύ ισχυρής, πιστεύω, που είναι και το περισσότερο που μπορεί να δώσει σ’ έναν άντρα μια γυναίκα ερωτευμένη με τον σύζυγο της. Τα λόγια που ανταλλάσσουμε, όλος ο κόσμος θα μπορούσε να τα ακούσει. Κι όμως, τα αισθήματά μου γι’ αυτήν δεν προχωρούν δίχως ένα κάποιο συναίσθημα φόβου: μου φαίνεται πως η συμπάθειά μας είναι καταδικασμένη. Ίσως εξαιτίας του παρελθόντος μου.

Θέλησα πρώτα να δω καθαρά μέσα μου. Απ’ την άλλη, πρέπει αυτό το συναίσθημα να δώσει το μέτρο όλων όσων θα μπορούσα. Σε αυτήν τη φιλοδοξία υποτάσσω όλες όσες εξέθρεψα μέχρι τώρα. Θα ήθελα ανάμεσα σ’ εκείνην και σε μένα να δημιουργήσω το ισοδύναμο εκείνου του αδιάρρηκτου συνδέσμου που υπάρχει ανάμεσα στον αδερφό και την αδερφή.

Αυτό που περιπλέκει τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά όμορφη. Αυτό που απλοποιεί τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά σώφρων. Ό,τι μου αρέσει σ’ εκείνην, πρέπει να είναι εκείνη που αγαπώ για να μου το δώσει. Θέλω να πω: είναι που στρεφόμενη ενάντια στις απαιτήσεις της φύσης μου που η αγάπη μου μου αποκάλυψε πως είναι όμορφη.

Όχι, όχι. Όλα αυτά δεν εξηγούνε καλά τη σκέψη μου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αγγίξει ποτέ την αλήθεια. Η ειλικρίνεια της λέξης είν’ η σιωπή που την ακολουθεί. Ακόμα ένας τρόπος για να μιλάς! Όταν ο έρωτας μου γι’ αυτήν δεν μπορεί να εμφανιστεί παρά σαν ένας τρόπος για να ζήσω.

Πρώτα απ’ όλα, να βρεις ένα μέσο να την κάνεις να το καταλάβει. Να της δείξεις τη φύση του δεσίματός μου μαζί της, να της καταστήσεις διαυγή τη γλώσσα της μοναδικής αιώνιας αλήθειας. Είναι μια γυναίκα. Μου έσωσε τη ζωή. Μ’ έσωσε απ’ τη ζωή μου. Θέλησε να μην υπάρχει μέσα μου παρά μόνο μια σκέψη ώστε να συλλάβω σε όλο της το μέγεθος την αθλιότητα της ύπαρξης και το μεγαλείο της. Δεν θέλησε παρά να γνωρίσει την καρδιά μου. Κι όμως, μ’ έκανε με τα μάτια της άντρα.

Η υπηρέτρια, ανεπαίσθητα, διεισδύει στην κάμαρα, όπου ο κύριος της είναι, ως είθισται, ξαπλωμένος. Η σούπα που του φέρνει είναι υπερβολικά ζεστή. Φυσώντας το καυτό υγρό εκείνος σηκώνει τα μάτια του προς το μέρος της.
Αυτό το βλέμμα την εμψυχώνει. Κάνει ένα βήμα προς το μέρος του, σταυρώνει τα χέρια και παίρνει το λόγο:
– Ο κύριος γράφει στίχους, νομίζω…
– Μα όχι, Μαρία, μα όχι.
– Επιτέλους, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο κύριος έπαψε να είναι ποιητής.
– Αν θέλετε…
– Είναι που είχα να σας κοινοποιήσω κάτι που φαινόταν να σας ταιριάζει.

Το φως των λαμπτήρων βάφει μιαν απόχρωση ροζ το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνος, τείνει με προσοχή το αυτί. Κι όμως, μια εντύπωση μοναδική το διαπερνά. Του φαίνεται πως είναι στη θέση κάποιου άλλου… Πιεσμένος από εκείνο το συναίσθημα να φανεί χίλιες φορές πιο προσεκτικός στα λόγια αυτής της γυναίκας που είναι πιο αληθινή απ’ τον ίδιο:
– Θα θάψουνε αύριο στο Βιγιελί έναν ηλικιωμένο κύριο. Πρόκειται για κάποιον που του πήρε έξι μήνες να πεθάνει.
– Το φθινόπωρο ήταν τόσο ζεστό που έχει ακόμα κουνούπια μες το δωμάτιο. Δεν έπρεπε, Μαρία, ν’ ανάψετε τα φώτα ενώ ήταν ακόμη ανοιχτά τα παράθυρα. Κι ο ηλικιωμένος, τι λέγατε;…
– Ε, λοιπόν, δεν ήξερε κανείς ποτέ αν έκανε το πεθαμένο ή αν είχε όντως πεθάνει. Ο εφημέριος ήρθε, κλαίγαν πάνω από το πτώμα του, τα παιδιά του τον ντύσαν. Τα κεριά αναμμένα, φέρναν λουλούδια. Και με το που τον ακουμπήσανε στο κρεβάτι, ανοίγει τα μάτια: «αα! λέει, δεν είναι τόσο εύκολο όσο πιστεύουνε να πεθάνεις…»

Τέσσερις φορές ξαναξεκίνησε ν’ αναστατώνει τον κόσμο. Αλλά αυτό ήταν, πάει τέλειωσε, αύριο θα τον θάψουν.
– Τουλάχιστον πέθανε.
– Βέβαια! Μου το είπανε τα παιδιά του.

Έβρεξε τόσο δυνατά εκείνο το βράδυ που πίστεψε πως δεν θα ερχότανε πια ούτε ο Σαρλ ούτε η Σιμόν. Στις δέκα έφτασε πρώτα εκείνη, μουσκεμένη, υγρή. Ο Σαρλ είχε λέει πεταχτεί μέχρι το ταχυδρομείο να στείλει ένα γράμμα.

Ποιητής παρόλα αυτά. Υπερβολικά άρρωστος, περιορισμένος να ζει σκεπτόμενος, όλα όσα που κάνει ώστε να διαδηλώσει την ύπαρξη του τον επαναφέρουνε βίαια στους δρόμους της ομιλίας. Κι όπως πεισματάρικα επιμένει να ζει, φαντάζει πολύ εμπνευσμένος. Πρέπει η ζωή του να εξαντλείται ανάμεσα στα μάτια του και τα χείλη του. Είναι όμορφο να το περιγράφεις έτσι αναλυτικά. Υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι σαν κι αυτόν. Μονάχα που δεν τους βλέπουμε.

Η αρρώστια του ήτανε προφανώς πιο δυνατή απ’ τον ίδιο. Αλλά αγωνίστηκε δύσκολα τη συνείδηση του στον ξεπεσμό της. Τα πόδια του μόλις που τον αντέχουν. Ζει ξαπλωμένος. Ανάμεσα σ’ ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό κι ένα κουτί γεμάτο παράξενα μαραφέτια ανησυχητικά.

Είμαστε υποχρεωμένοι να περάσουμε ένα κομμάτι της ζωής μας μες τη σιωπή.
– Υπάρχει ένα κομμάτι της ζωής μου, είπε, φτιαγμένο για τη λήθη. Απαρνούμαι ένα ορισμένο κομμάτι των πράξεων μου, επιβεβαιώνει, καθώς εσείς τα όνειρά σας.
– Αυτό είναι αρκετά βολικό, απάντησε ο Φ. Π. που είναι υπερβολικά δίκαιος, υπερβολικά έντιμος για να παραδεχτεί με την πρώτη εκείνη την άποψη στην οποία τελικά θα καταλήξει να δώσει τη συγκατάθεσή του.
Είναι αλήθεια βέβαια πως ο άρρωστος θα του έχει προσφέρει ορισμένες επεξηγήσεις αρκετά πειστικές:
– Η ζωή μου δεν έχει παρά ένα πρόσωπο κι όχι δύο όπως των άλλων.
Εν συνεχεία λέει ένα σωρό άχρηστα πράγματα για να επιστρέψει τελικά:
– Η ζωή με παράτησε: δεν υπάρχει παρά η συνείδησή μου για να συγκρατήσει ένα κομμάτι της.

Όχι, όχι, περιμένετε, θα σας το εκφράσω καλύτερα… Ό,τι απομένει από μένα, δεν έχει παρά τη σκέψη μου μόνο για να το αντιτάξει στο θάνατο. Αυτό δεν είναι ένα γεγονός χωρίς συνέπειες. Δεν παραδέχομαι ως έγκυρο τίποτα απ’ όσα είμαι υποχρεωμένος να μου αποκρύπτω.
Τελικά είπε:
– Ένα μυστικό είν’ αβάσταχτα βαρύ για μια ζωή τόσο χλωμή και ανάλαφρη όσο και μια ανάσα. Κατέχω τόσο ελάχιστα πράγματα που μια εμμονή μπορεί να μ’ αιχμαλωτίσει, με κλείνει σ’ έναν άγνωστο κόσμο όπου γεννιούνται οι εμμονές. Μια κάποια έγνοια υγιεινής με υποχρεώνει να καθιστώ τούτες τις εμμονές αγνές κι απλές αναμνήσεις.
– Μα, απάντησε ο Φ. Π. τι ζωή σατράπη!
– Ναι. Είναι πάνω σ’ ένα σχέδιο απροσδόκητο που εξάσκησα την προσπάθειά μου για την τελείωση. Θέλησα ν’ αποκτήσω τα πάντα. Απλά.

Είναι η σκοτεινή πλευρά της ζωής μου. Υπάρχουνε πράξεις που τις διαπράττω μόνο και μόνο για να μην έχω πια την επιθυμία να τις διαπράξω. Εξαγνίζω τις σκέψεις μου. […]
,

¹ Το ποίημα έχει στα γαλλικά τον τίτλο « Suite et fin »· η λέξη «σουίτα» χρησιμοποιείται εδώ με το διπλό νόημά της, δηλαδή τόσο κυριολεκτικά ως «συνέχεια» όσο και ως μουσικός όρος.
² Στα γαλλικά «La pupille» είναι τόσο η κόρη του ματιού όσο και η ανήλικη, ορφανή κηδεμονευόμενη κοπέλα. Προσπάθησα να διατηρήσω κάπως την αμφισημία του τίτλου αποδίδοντάς τον στα ελληνικά ως «Η κόρη».
³ Την εποχή που γράφει ο συγγραφέας το νόμισμα στη βασιλόπιτα ήταν πολυτέλεια· ο κόσμος έβαζε συνήθως μέσα ένα κουκί.

*Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Είναι ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Το τελευταίο του βιβλίο είναι Τα Παραμύθια της Έρημος (Κέδρος, 2017). Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://1-2.gr/2017/10/06/joe-bousquet-poihmata-katakoita-sthn-ekstash/

Λεωνίδας Πανόπουλος, Παγκόσμια ημέρα ποίησης

ο ποιητής που καλούν στην τηλεόραση

οφείλει να δείχνει ονειροπαρμένος

ολίγον τι φαιδρός, παιχνιδιάρης

και αορίστως ετοιμόλογος

έτοιμος κάθε στιγμή να πεταχτεί

από το ένα θέμα στο άλλο

να φλυαρήσει επί παντός επιστητού

να φλερτάρει ναρκισσιστικά

με την παρουσιάστρια
προπάντων δε

πρέπει να είναι κούκλος

και να προσποιείται πειστικά

πως δυσανασχετεί

που του παίρνουνε συνέντευξη

αν κάποιος παραβεί τους κανόνες

και δείξει άνθρωπος κανονικός

ή φερθεί σαν γνήσιος τσόγλανος

και τους κατουρήσει το πλατό

θα τον κόψουν

ποιητές είναι όσοι μοιάζουν

βλαμμένοι

πιστεύει ο σκηνοθέτης

και αυτή η παρεξήγηση

αναγεννά

τη γενική σαχλότητα

*Από το βιβλίο των Σωτήρη Λυκουργιώτη / Λεωνίδα Πανόπουλου “Αστικά λήμματα”.

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

Λείπω
Λείπεις
Λύπη

Οικόσιτο ρήμα.
Το είχε δέσει η μάνα
μ’ ένα λουρί από το πόδι μου
για να μου κάνει συντροφιά όταν εκείνη
λύπη.
Ξέρω καλά τους χρόνους του και τις συνήθειές του.
Καμιά φορά,
στο τρίτο πρόσωπο βγάζει τη μάσκα
και απλώνεται
με ήττα.

(Εκτός κι αν κάτι
δεν έμαθα καλά.
Από παιδί.)

***

Περιεχόμενα

Εξόριστες μέλισσες
Ωραίες βλέψεις
Ο κήπος με τα λάθη
Τρι(α)μελής οικογένεια
Παρεξήγηση
Η επιλόχειος θλίψη της σελίδας
Γυναίκα μονόκλινη
Ανατροφή
Ο μόνος
Κακή μόνωση
Πλάγια όραση
Η αλκοολική μοδίστρα του ουρανού
Ύστερη
Μετωπική με ωροδείκτες
Προοπτική
Ο κηπουρός
Το μνήμα
Το δάχτυλο στο ταβάνι
Οι αριθμοί
Μετρητής παραλίας
Ανορθόγραφη προσμονή
Παιδί μαθαίνει το θήτα
Η βοή
Κατασκευαστής χεριών Ι
Κατασκευαστής χεριών ΙΙ
Χειροποίητη μητρότητα
Η παιδική μου ηλικία δεν συνταγογραφείται
Όταν κατεβαίνει το κάδρο
Ο θάνατος του ποιητή
Μοναχοπαίδι
Άλλοθι
Το συρτάρι·
Παλέτα συναισθήματος
Συμβασιούχος ποιητής
Προειδοποιητικό σημείωμα
Μάνα

Ραμμένη εντός

*Από τη συλλογή “Το λάθος Ποίημα”.

Βάγια Κάλφα, Δύο ποιήματα

Μαγεία

Αγαπώ
Τις διαλέκτους των πουλιών
Τα ξόρκια μαγισσών
Αλχημείες ήχων και στίξεων

Το ανάποδο ερωτηματικό
Των Ισπανών
Την υπογεγραμμένη
Των αρχαίων Ελλήνων
Φθαρμένους παπύρους
Φλογισμένα χειρόγραφα
Που οι απολήξεις μπερδεύονται

Τις παιδικές χορωδίες
Για τις λέξεις που χάνω

***

Δε σε φαντάστηκα

Δε θυμάμαι τα δάχτυλα
Τη ζέστη, τις άκρες τους
Φευγαλέα ενώθηκαν τα χέρια

Το σχήμα του ψιθύρου
Δε θυμάμαι
Μάκρυναν μες στις φωνές τα χείλη

Ούτε τα μάτια σου θυμάμαι
Που η φλόγα μου χώρισε –
Γι’ αυτό γράφω

Να μου θυμίζω πως υπήρξες

Δε σε φαντάστηκα

*Από τη συλλογή *Απλά Πράγματα”, 2012.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Μόνο οι τελευταίοι στίχοι των ποιημάτων
Οι τελευταίες παράγραφοι των αφηγημάτων
Ίσως μονάχα οι τελευταίες τους λέξεις
Μια φευγαλέα εικόνα αυτών και μιας τελείας
Αρκούν για να επιβεβαιώσουν τον θάνατο του αναγνώστη.
Αυτοχειρία ή φόνος;

View original post

Βασίλης Βασιλειάδης, Ποιήματα

………………….

Πέρα στόν ορίζοντα τής θάλασσας 
είδα τό μεγαλείο τής γύμνιας της νά λούζεται στόν ήλιο καί στήν αλμύρα, 
έβαλε τό αγέρι  νά μέ γνέψει,
έκοψα τίς δέστρες πού μέ κρατούσαν ακίνητο καί ασφαλή στό χέρσο 
πήρα τό θαλασσένιο κυματοτρόχαλο ποδαρόδρομο καί βρέθηκα κοντά της,
σέ ορθοστασία αιρετική 
δυνάστευε τό τάλαντο τής αράγιστης λογικής της
κρατώντας το σκυμμένο μέ ευλάβεια επάνω σέ φόρμουλες ακατανόητες, 
μού χαμογέλασε
έλα νά δείς ονειροπεισματάρη μου
πώς ανύποπτοι κατεδαφιζόμαστε σέ αυτόχειρες,
διάβασε αυτή τήν συνάρτηση,
όταν τό τελείωμα τών αποθεμάτων τής ουτοπίας 
τό αναμίξεις μέ τόν αφανισμό τής ποίησης τού μυαλού σου
τότε αυτό τό εκρηκτικό μείγμα ανατινάζει τά όνειρα 
κι έτσι μέ τά όνειρα ανατιναγμένα 
διαγράφεις κάθε φαντασία,δέν έχεις ιδέα γιά τό πώς θά είναι τό μέλλον 

Τή ζωή μου 
τήν ζώ περπατώντας την μπροστά 
καί τήν μαθαίνω κοιτώντας την πίσω. Αμφισβητώ μέ καχυποψία 
μέ ετοιμότητα ακύρωσης τους
τούς λογής λογής απελευθερωτές μου.
Ή απελευθέρωση από μία κατάσταση
φέρνει μαζί της μία καινούργια υποταγή στίς νέες νόρμες καί ντιρεκτίβες τής ίδιας τής απελευθέρωσης.
Γι αυτό είμαι πάντα έτοιμος καί ετοιμοπόλεμος, πάλι καί πάλι καί πάλι, 
νά απελευθερώνομαι από τούς απελευθερωτές μου…

Τά υγρά της μάτια  τόν κοιτούσαν μ’ ένα χαμόγελο γλυκό
νομίζεις πώς φοβάμαι τόν θάνατο?
άν έχεις ζήσει δύο πολύ οδυνηρούς σχεδόν άγριους θάνατους,
αυτόν πού βλέπεις τόν χρόνο νά σού αρπάζει τήν Ομορφιά
καί τόν άλλον πού πονάει ακόμη περισσότερο
νά σ έχει γυρίσει τήν πλάτη του ό Ερωτας 
όχι,μονολόγησε,δέν φοβάμαι καθόλου αυτόν τόν μικρό κι ασήμαντο
τόν φυσικό μου θάνατο…

(Ριπές ιδρωμένης ποίησης μέσα στήν πανσέληνη νύχτα.)

…………..

Ντυμένος μέ τή μυρωδιά τού γυμνού κορμιού της,
ή ερωτευμένη ματιά βλέπει τήν ωραιότητα αρχέγονη στή γύμνια τού άλλου,
χορτάτος από τούς απανωτούς θηλασμούς τής ρόγας καί τής κλειτορίδας,
τό στύλ του οργασμοδίαιτο κατηφόριζε σφυρίζοντας τήν ευτυχία του,
ή πρόσληψη τών πάντων καί ή ενεργετική συμμετοχή μας στά πάντα πρέπει νά γίνονται μέ στύλ
τό τονίζει αδιαπραγμάτευτα όταν είναι συνομιλητικός
ευλαβής στά όνειρα τά μικρά
καί ευσεβής στόν έρωτα
αθλούμενος καθημερινά στή παραλογία
πού δέν αφήνει ούτε μιά μέρα νά φύγει ακατοίκητη
από βίωμα ή έστω ενατένιση ζωής αληθινής,
τόσο αμετάκλητα τσιγκούνης έχει γίνει μέ τόν χρόνο
πού σιχαίνεται τίς ώρες τίς παράλυτες
αλλά καί τόσο ευχάριστα σπαταλημένος ό ερωτομάχος στίς ουτοπίες πού τόν σπαράζουν,
ζεί αυτοκαταταγμένος σάν απολειφάδι τής smartυστερίας
πού υπόσχεται ολικό μόσχευμα smart μυαλού
καταργώντας τίς ατέλειες τής ευφυίας τής κρεάτινης
καί σέ μεταλλάσσει σέ ταλαντούχο smartόφρονα
τσακάλι μέ επιδόσεις δυνατές,
στά smart γαμήσια
στίς smart αγάπες
στούς smart έρωτες
στίς smart σχέσεις
στούς smart οργασμούς
στίς smart πράξεις
στούς smart τρόπους σκέψης
στή smart γλώσσα
στή smart πολιτική
στά smart χρήματα
στά smart συναισθήματα
στά smart φιλιά
στίς smart συμπεριφορές
στίς smart αγκαλιές
στή smart ζωή
στόν smart θάνατο,
αφού ή ζωή τού κάθε ανθρώπου καί ό άνθρωπος πού τήν ζεί είναι μεγέθη ιστορικά,
μονολόγησε
πώς μπορεί νά υπάρξουν απλάνιστα καί ανευνούχιστα 
μέσα σ αυτή τή νέα smart τάξη; …