Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Έξι ποιήματα

Ξημερώνει

Αποστάσεις κρατώ
aπό τη ψυχής σoυ
το αδηφάγο καρτέρι

***

Ουρανός

Μας πετροβολάει ο ουρανός
και ανοίγουμε μεταλλικές ομπρέλες
-ήχοι παλίρροιας και πυροβολισμοί-

Η θάλασσα καταπίνει το νερό
γοργόνες μακιγιάρονται σε οβάλ καθρέφτες
αγουροξυπνημένοι οι πνιγμένοι εραστές
μας φτύνουν κατά πρόσωπο
και μας μοιράζουν κίτρινες χαρτοπετσέτες.

***

Αναχωρητές

Τυχεροί όσοι
τους παίρνει ο διάβολος
και τους σηκώνει
οι υπόλοιποι
θα καταλήξουμε
μέσα
στο χώμα.

***

Δύο τετράστιχα

Τα πουλιά
μαύρο σεντόνι
σκέπασαν
τον πράσινο ουρανό.

Το χειμώνα
τα τζιτζίκια
κρύβονται
στο στόμα σου.

***

Ήχοι

Όπως συνήθισα
τον ήχο του σκυλιού
που αλυχτά
Ίσως
να συνηθίσω
τον ήχο των ανθρώπων.

***

Πορεία

Τα φέρετρα στοιβαγμένα ομοιόμορφα
πορεύονται
Καθώς προσπερνάς
μην πετάς το δαχτυλίδι στη θάλασσα
Το κύμα φθείρει βασανιστικά
Να το λιώσεις
Να το κάνεις σφαίρα

Δεν γνωρίζω τα τελευταία λόγια του Pascal.

*Από τη συλλογή “Η πλατεία των Ταύρων”, Εκδόσεις Οδος Πανός, 2017. Το έργο τέχνης της ανάρτησης είναι του Jörg Heidenberger

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τοις μετρητοίς

Λιθάρια που καίνε
στους μανιασμένους δρόμους
αυλακώνουν οι πατούσες
και δεν έχουν γυρισμό

ήρεμος δήθεν
προχωράς στη μετουσίωση
των θανάτων
με ένα ραντεβού ανύπαρκτο
με το κλάμα ενός πουλιού
ένα τιτίβισμα περιέργειας
στην αυγή
ενός αλλαλάζοντος κόσμου

είναι μεγάλο καθήκον
να ζεις και να θυμάσαι
είναι βαρύ το τίμημα
της υστεροφημίας
και πληρώνεται τοις μετρητοίς

Σταύρος Μίχας, από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”

Η νύχτα άρρωστη και βρώμικη
πλάγιασε στη σάπια πόλη
κι εμείς κοιμόμαστε υπνωτισμένοι
κλεισμένοι στον ζωολογικό μας κήπο

***

Μια δροσοσταλιά
σ’ ένα τριαντάφυλλο
ένα καινούργιο αστέρι
στην άκρη του σύμπαντος
κι ο θάνατος πάντα κοντά.

***

Ο θάνατος τους κοίταζε
με το μάτι της κάμερας
χαμογελούσε.

***

Όλη του τη ζωή πάλευε με τις σκιές
έψαχνε για μυστικές πόρτες
που δε βρέθηκαν ποτέ
τον υποχρέωσαν να ζήσει
με εικόνες που δεν τις θέλησε
και τώρα νεκρός πια
πρέπει να πλαγιάσει
στη λαμπερή σκόνη των άστρων
σε μια χυδαία αιωνιότητα.

***

Πύρινος αετός
σκεπάζει με τις φτερούγες του τη γη
και οι Άγγελοι φοράνε
τις αρχαίες μάσκες του θανάτου.

***

Αστέρια
μυστηριακό φεγγάρι
ο γλυκός ήχος του αυλού
οι αδερφοί κι οι αδερφές του δάσους
χορεύουν στη βροχή
ζεστό χώμα
πρωτόγονοι έρωτες
παιχνίδια στην άκρη της νύχτας
η σοφή αγνωσία των παιδιών
γλυκά τραγούδια στο πράσινο ποτάμι
άνθη του λωτού και της καμέλιας
στροβίλισμα αρωμάτων
χαμένοι παραδεισένιοι κόσμοι
θα τους βρω

***

Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
κρύβει θλιβερά φαντάσματα
το αίμα των κεραυνών
θα μας ενώσει
στο τέλος της μεγάλης νύχτας.

***

Ερωτεύθηκε τη θάλασσα
κι ο άνεμος ζητούσε να τον πνίξει
ερωτεύθηκε τον ουρανό
και τ’ άστρα του πήραν το μυαλό
ερωτεύθηκε τη ζωή
κι οι άνθρωποι θέλαν να τον σταυρώσουν
Αγάπησε το θάνατο
κι όλα του χαμογελούν.

***

Όταν οπλοφορήσουν οι Άγγελοι
τότε θα πεθάνω ήσυχος.

***

Καρφωμένοι σ’ έναν πέτρινο κόσμο
εμείς ο Προμηθέας
πάνω στο σώμα μας
τρύπησαν τα σκοτεινά πηγαδια
μα απ’ την καρδιά μας
αναβλύζει
μια θάλασσα φωτός που ευωδιάζει.

***

Ρύθμισε το βήμα σου στον ήλιο
χόρεψε στην καρδιά του ανέμου
πάιξε στην άκρη της νύχτας
επαναγεννημένος μέσα στ’ αθώο σου μυα.

*Από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”, Σειρός Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 1988.

**Οι προηγούμενες δύο αναρτήσεις με ποιήματα του Σταύρου Μίχα από την ίδια συλλογή είναι εδώ:

Σταύρος Μίχας, Ποιήματα

https://tokoskino.me/2016/08/18/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%AF%CF%87%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE-%CE%B7-%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%87/

Ισμήνη Λιόση, Δύο ποιήματα

ΦΟΒΑΜΑΙ
φοβάμαι το χαλάζι και τις αστραπές
όπως εσταυρωμένο χιαστί
στέκω στο σχοινί κι αθώο
δαγκωμένο από την αγωνία του νερού
αποκαρωμένο πονηρό
άπληστο και λάγνο

αχ ας προλάβω
την έκλειψη της σελήνης
μέσα στην λαμπρή νύχτα της μήτρας
όπως θα την ανάβει ένα δάκτυλο Θεού

φοβάμαι τα αντρικά χέρια
και την θηριωδία τους
καθώς πλάθουν μικρούς θανάτους
στο γυναικείο σώμα
και τους θρηνούν μετά με φωνές
που τις γνωρίζουν μόνον
ένα ανήκουστο τύμπανο
και τα αθέατα θλιμμένα ντουντούκ
μίας απαγορευμένης ποιήσεως

***
Ο ΑΝΤΡΑΣ-ΨΑΡΙ

κάποτε ένας άντρας – ψάρι
χαϊδεύτηκε στα πόδια μας
κι αποκοιμήθηκε
στα καστανά χαμομήλια της ήβης

είπαν πως ήταν η ναυαγός ποίηση
πιασμένη στα δίκτυα μας
από όταν γίναμε αλιείς μοναξιάς
κι εκείνος χάθηκε
στα μπλε χρυσάνθεμα του θυμού μας

οι γόβες μας έκτοτε αποτελέσανε τα ποτήρια
που ήπιαν κονιάκ οι δήμιοι
και περπατήσανε μόνες
με τακούνια ψηλά
στην άβυσσο της συγχώρεσης

τώρα περιμένουμε ένα τραίνο
γεμάτο από βελούδινα καπέλα και παλαιά φιλιά
να διαπεράσει την μοίρα μας
να φυγαδευτούμε επιτέλους
προς το δεδικασμένο των πραγμάτων
που ορίζει

πως ανθρώπινο ριζικό είναι μόνο
η ερωτευμένη σάρκα
και ο ερωτευμένος θάνατος

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις ‘Τύρφη”, Απρίλης 2016.

Έκτωρ Κακναβάτος, Τρία ποιήματα

ΑΥΤΟ ΝΑ ΠΕΙΣ

Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι
για μερικούς οι φωνακλάδες
και γι’ άλλους πολυεδρικοί
σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας
και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους
απ’ τα δένδρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια
κρούσματα κι επεισόδια με τα φωνήεντα.
Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ
σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,
μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,
εσύ, εγώ
μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.
Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,
σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,
μην ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους
κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο
πίσω από ’να δίτροχο
εγώ, που μου πήρανε την Βρισηίδα.
Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα
πες για το τίποτα στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να δω που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαγε ίσα πάνου
μόνο σα ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.

*Από τη συλλογή “Οδός Λαιστρυγόνων” (1978)

***

ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΡΑΤΣΑ ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
και ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.
Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μεσ’ στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ’ τους.
Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

***

ΤΕΣΣΕΡΑ ΦΟΝΙΚΑ

Ι.
Πριν ο λίθος
Πριν γίνει πέτρα ο λίθος
Μη έχοντας ακόμα πει απεταξάμην
Μη ακόμα τρίχωμα πάνω του η θάλασσα
Πριν να γίνει
Θυμήσου τί αστροφεγγιά η μήτρα
τί αράγιστος ο ζόφος της ως αλεκτρύων
σαν που ήτανε να πέσει πάνω στο σπαθί του
ο Αίαντας ή μετά που μιναρέδες
υμνούσανε ισλαμιστί το ύψος
Η φωνή σου
επωάζονταν που την άγγιζε ο ίσκιος του
ή που άκουε το μήκος του του άνεμου
ακάθεκτο εντός της κι ελόγου της ν’ αναπηδά
όροφος πάνω σε όροφο μ’ ορθωμένη τρίχα
ή γάλα που είδε φίδι.

ΙΙ.
Θυμήσου της γαληνοτάτης λογικής τα ιστία
Τα ρίγη των κολπώσεών της οχιές και μπουγαρίνια
Θυμήσου τις δρομάδες του νερού
ανεύθυνες για τη θυμηδία των καμπύλων
τη γεωμετρία καβάλα σε ελέφαντα
να κατεβαίνει τ’ Απέννινα τα παράθυρά της άδεια
θυμήσου ακόμα τον αυτόχειρα εξώστη εμένα
να σωριάζομαι σε ορθοστασίες ή καπνός
ν’ ανεβαίνω από κρεματόρια ονείρων
να διανοούμαι της ευθείας την ευλάβεια χίλια τόσα μίλια
ή το αμπέχονο που πέταξα ακούγοντας τη σιωπή μου
να σχίζει τον αγέρα στο Ελ Πάσο
ή της σαρκοφάγου σου κόντε Διονύσιε την δρόσον.

ΙΙΙ.
Θυμήσου οι τέσσερις
πάνω στις σέλες τους στητοί κι αξούριστοι
Τα καπέλα τους ριχτά χαμηλά ώς τη μύτη
Μόνο τα καπούλια των φοράδων τους να σειούνται
Τα πιστόλια τους ζεστά
έχοντας μόλις καθαρίσει με τον βόιβοντα
δώδεκα μολύβια φυτεμένα στην κοιλιά του
πάνω στις σέλες τους οι τέσσερις:
Ιωάννης του Σταυρού
Σαιν Ζυστ της Λαιμητόμου
Παπαφλέσσας της Παραφοράς
Βλαντίμιρ Ίλιτς του Σμόλνυ
Τραβώντας δυτικά καταπάνω του του ήλιου
Δρόμοι που άγιασε ο λύκος.

IV.
Πριν ο λίθος
Πριν γίνει πέτρα ο λίθος
πάτα γκάζι τιμόνι όλο αριστερά
μπαίνομε στις πολύχρυσες Μυκήνες
κάποιες πέτρες που περίσσεψαν του Δευκαλίωνα
τώρα οι ξεναγοί
τις δείχνουν· φρίκη…
Ο ουρανός το γύρισε αιμομίχτης
Οι κρόκοι μούσκεμα του κυανού ιδρώτα
ξοδεύουνε το τάλαντο της συνουσίας
Ευδαίμων κροταλίας κακαρίζει κάτω απ’ τα χαλίκια
Όλες οι γενιές είναι του λίθου
και μόνο ο οίνος όχι
καθότι περιστέρι.

*Από τη συλλογή “Κιβώτιο ταχυτήτων” (1987)

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δέκα χαϊκού

Artwork: Susan Omand

Φωνάζοντας γκολ
ξεχνάω τη φτώχεια μου
που μεγαλώνει.

***

Ματαιότητες.
Με ολόχρυσους σταυρούς
στολίζουν τάφους.

***

Τους βαρέθηκα
τόσο πολύ να μιλούν
χωρίς ν’ ακούνε.

***

Είναι δωρεάν.
Τζάμπα πράμα σου λέω.
Το λένε ζωή.

***

Φυλακίστηκε
με ισόβια δεσμά
στη μοναξιά του.

***

Σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

***

Τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

***

Καλοκαιράκι
μα το πάει για βροχή
λες και με νιώθει.

***

Ήρεμο κύμα
κι εγώ περίμενα να
πνίγεις καημούς

***

Ένα κορίτσι
στον ηλιο αφήνεται.
Εγώ ιδρώνω.

*Από τη συλλογή “Έξυπνες βόμβες”, Εκδόσεις “Μανδραγόρας”, Φεβρουάριος 2016.

Διονύσης Καρατζάς, Πέντε ποιήματα

ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ

Χειμώνιασε μάτια μου,
έλα να στρώσουμε τα φιλιά
μη μας μείνουν οι νύχτες γυμνές
και κρυώσουν τα όνειρα.

***

ΟΤΑΝ ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Όταν νυχτώνει,
αλλάζουν δρόμο τα ποτάμια
και, ανάμεσα απ’ τα μάτια σου,
περνάνε στα τραγούδια.
Μονο να βρέχει,
να σ’ ακούω που θα ποτίζεις
τους ανέμους και τα όνειρα.

***

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Τα μάτια σου
μια πουλιά μια παιδιά,
γυρευε από τί ταξίδια
κρατάνε ουρανό.

***

ΣΕ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Σε ξέρω από τη βροχή,
στα ίδια δέντρα ξενυχτήσαμε,
στα ίδια μάτια ονειρευτήκαμε,
στην ίδια θάλασσα χυθήκαμε.

***

ΑΠΟΡΙΑ

Πες μου,
πού εμαθες τον ουρανό
και λάμπεις σαν τη νύχτα;
Πώς ξέρεις να μιλάς
και τα νερά ν’ ανθίζουν;
Κι όταν εγώ παίζω στα πουλιά,
εσυ γιατί σωπαίνεις;

*Από τη συλλογή “Πότε μίλα πότε φίλα”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Δεκέμβριος 2003.

Τίποτε ποιητικόν

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ήταν ασήμαντη η ώρα της κρίσεως.
Γυμνά κορμιά, ατάραχα, συνέχιζαν τον πλου τους.
Μόνο το φόντο, στους άπειρους χρωματισμούς του
ίσως λιγάκι να σκυθρώπιασε
με κείνη την ενστικτώδη του όραση.
Γυμνά κορμιά, χωρίς επίγνωση
της σήμανσης των ατελών τους χαρακτηριστικών
ή των κυοφόρων τους πληγμάτων.
Και τ’ άκριτο φως και το θαλερό σκοτάδι
επέτειναν, αθελά τους, την πικρία.

View original post