Με γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο – Δημήτρης Τρωαδίτης «Δίοδος Διαφυγής», Εκδόσεις Κύμα

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος*

Πριν από λίγο καιρό είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε το πιο πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Τρωαδίτη με τίτλο: «Δίοδος διαφυγής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κύμα».

Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή και καθώς έχουμε διαβάσει και τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του, εκ των οποίων έχουμε αναφερθεί στην τρίτη σε προηγούμενο άρθρο, διαπιστώσαμε ότι ο Δημήτρης Τρωαδίτης βελτιώνει ακόμα περισσότερο την ποίησή του. Θα λέγαμε, ότι γίνεται ποιοτικά και ποιητικά ανατρεπτικός, καθώς, καταφέρνει να τιθασεύσει την οργή του για την κοινωνική αδικία και να την οδηγήσει σε ποιητικά μονοπάτια, χωρίς να την αποκρύψει από τον αναγνώστη.

Η σύγχρονη κοινωνία στηρίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο Δημήτρης Τρωαδίτης με την ποίησή του ανοίγει μια «Δίοδο διαφυγής» από «τα χορταριασμένα διάσελα της σκέψης», από «το γλοιώδες υγρό / που λέγεται πραγματικότητα» και «σε πεθαίνει». Η «Δίοδος διαφυγής» είναι η διαλεκτική του ποιητή ενάντια στην «καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου».

Πως αντιμετωπίζεται η κοινωνική εκμετάλλευση σύμφωνα με τον ποιητή; Με καθημερινές εξεγέρσεις. Με «γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο». Με τραγούδια, που εκτελούνται «με τονισμούς εξέγερσης». Το σπάσιμο των στερεοτύπων, οι καθημερινές μικρές ανατροπές, φέρνουν την «ώρα της ανατροπής», όπου ο ποιητής προσβλέπει «στην ανάσταση των άστρων.»

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Δίοδος διαφυγής» χωρίζεται σε τρία μέρη, που έχουν τίτλους: «Εξεγέρσεις», «Ηλιοβασιλέματα» και «Δίοδος διαφυγής». Και τα τρία μέρη περιλαμβάνουν ποιήματα ολιγόστιχα, που παρά την οικονομία των στίχων τους, είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένα, έτσι ώστε ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διάβασε έναν χείμαρρο οργής, αγανάκτησης, αλλά και ελπίδας για έναν καλύτερο κόσμο. Έτσι, ο ποιητής μπορεί να κοινωνήσει στον αναγνώστη όσα ξεχειλίζουν μέσα του, χωρίς να τον κουράσει. Στα θετικά στοιχεία της συλλογής, είναι και το ότι ο στίχος του Δημήτρη Τρωαδίτη είναι απλός, λιτός και κατανοητός.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Δίοδος διαφυγής» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ποιητικό έργο και μπορεί να αποτελέσει μια καλή αντιμετώπιση «ενάντια στο ρεύμα» των καιρών.

*Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα βουλγάρικα, στα αγγλικά, στα αλβανικά και στα πακιστανικά. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό http://www.vakxikon.gr. Διαχειρίζεται τα blog: http://www.poihtikostayrodromi.blogspot.gr, http://www.theoharispapadopoulos.blogspot.com

**Από εδώ: http://fractalart.gr/diodos-diafygis/

Κωστής Ανθάς, Δύο ποιήματα

ΜΕ λάσπες στα πόδια τα στίφη πιλάλησαν,
παίρνοντας ένα ψεύτικο
κατάδικό του σπίτι,
πού ‘γλεπε στη λίμνη με τους άσπρους κύκνους.
Τα ψευδίσματα βγαίναν σα σκρόπια μαργαριτάρια,
κι η λάμψη τους χάνονταν μαζί με τις ορδές.
Το ανέκφραστο λερωμένο παιδί,
δειλό απ’ της αστοργιάς του θρήνου πσρτραίτο,
άρχισε να λογιάζεται με τσιμπλιασμένα βλέφαρα
κείνα τ’ αμέρωτα ελάφια,
να τα κανακεύει με της ζωγραφιάς το μάτι
και το κατοπινό πήδημα να θέλει νά ‘ναι δικό του,
ξέγνοιαστο και παντοτινό,
να ξυπνάει μ’ ένα δροοαύγιντο κόκκινο φίλημα
κι ύστερα να χάνεται απ’ το κουραστάρι του κορφολόγου
στου γανωτή τη μέρα.
Βοερό ποταμάκι, βλόγα το κεφαλάρι σου,
τους σπίνους και τις ποταμίδες μίλα,
τριγύρω σου παίζει ένα φωτοάστερο,
Βάλε του μια τήβεννο,
μια σιγαλή προσλαλιά στο χνουδωτό του στόμα,
να ειπεί, γιατί κονταίνει η σκέψη του
όταν το τέλμα σου μακραίνει
ώς του αυλόγυρου τα χαμηλά τα ράμνα.

***

ΣΤΗΝ αύρα γρίλλιες
άνοιξαν οι αμμουδιές.
Τους πειρασμούς των γερανιών
στο κάψιμό τους κάνανε παιχνίδι.
Ειρήνη τό ‘πανε τα βότσαλα,
πόλεμο τ’ ανεμοσούρια
κι ένα μικρό
μιας αγκαλιάς τάξιμο
τό ‘πε ευκή.
Πυρόξανθο σκίρτημα,
φεγγαροτυλιγμένο του ύπνου
αγάπημα
κρέμασε στα μαλλιά του.
Το βάφτισε μ’ εμπάθεια
σ’ επίγεια νερά
κι από μηρύματα λυμένα
έκαμε κορδέλες
να διχοτομήσει μιας ακτής
καμένες σπιθαμές.
Του φλοίσβου τα μαγεμένα
ακούσματα
έσυρε ώς την καλύβα
το πεπρωμένο πλάνεμα
του αχαμνού προσώπου,
που αποκάλυψε το μέτρημα
μιας ξένης ευτυχίας.
Γρίλλιες και πειρασμοί καιγόμενοι
μελωδίας λύρας γίνηκαν,
νερωνικές περιπλανήσεις.
Ένα φωτοστέφανο, εγκώμιο της δόξας, αγάπησε
στο μάκρεμα της αμμουδιάς.

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983. Εξώφυλλο: Ποσειδώνας Καρανικόλας.

Χριστόφορος Τριάντης, Σωτηρία

Οι λέξεις σου δεν σώζουν
ούτε διασώζουν (κανέναν).
Δεν είναι ενθύμια
και συλλογές για βιβλιοθήκες
(και προθήκες).
Είναι έξω από κάθε σωτήριον
έργον.
Η σωτηρία είναι έργο
των (επισήμων) ποιητών και λογάδων.
Παραδίδουν μαθήματα
και οδηγίες
σε μειράκια, νοικοκυρές
και άρτι σωσμένους.
Αλλά οι εκκρίσεις
συντηρούν
την επιφάνεια (και τα βάθη)
και τον φθόνο
γιατί η απελπισία
είναι έξω απ’ τη διάσωση.

Στρατής Φάβρος, Χάνω το χρόνο μου…

Χάνω το χρόνο μου εργατικός σαν τη μέλισσα 

μ’ ενδιαφέρει μια δημοκρατία του συναισθήματος

μ’ ενδιαφέρει αυτό που αφαιρετικά λέμε αλήθεια

και που πάντα χάνεται ώσπου να μικρύνει τόσο
στις προτάσεις του ορθολογισμού

μ’ ενδιαφέρει η ακροαματικότητα της γλώσσας 

το ίδιο με την αφηγηματικότητα της

μ’ ενδιαφέρει η ευδαιμονία όπως αν ήμουν μέλισσα

θα με ενδιέφερε το νέκταρ

μ’ ενδιαφέρει η μαγεία που δεν είναι μαγεία

και τα μύχια της αρμονίας μυστικά 

μ’ ενδιαφέρει η σύνταξη που κρύβει τα μυστικά της παντού

μ’ ενδιαφέρουν τα κείμενα, οι παύσεις τους, η στίξη 

οι εκθλίψεις, οι αποκοπές, οι αφαιρέσεις,

οι ασκήσεις γραμματικής στο δημοτικό

αναζητώ εντατικά μιαν αισθητική δημοκρατία της ανάγνωσης

αναζητώ τις πολλαπλές ερμηνείες στις γραμμές των κειμένων

τις υπερκείμενες τις υποκείμενες και τις ενδιάμεσες 

μ’ ενδιαφέρει η απαγγελία ως φορέας συνθετικού νοήματος

η κρυμμένη μουσική του κόσμου 

η αρμονία που λέμε μέτρο κι η στον στίχο επανάληψη 

μ’ ενδιαφέρει η διαμόρφωση του βιώματος 

μ’ οδηγό τις ας πούμε παραπάνω αρχές

——————————————

H τέχνη δεν αποτελεί πανάκεια ούτε βέλος 
επομένως δεν προωθεί τις πεποιθήσεις αλλά τις

αποδιαρθρώνει, είναι η διαρκής υπενθύμιση του ερωτήματος

μαζί με μια αγωγή στη δημοκρατία του συναισθήματος.

Η τέχνη συνεπώς δεν στρατεύεται αλλά μαθαίνει στην αντίσταση

Ο άξιος θάνατος του Τεχνίτη είναι ο θάνατος του ηττημένου.

Αφήστε μας λοιπόν Πατριδοκάπηλοι να πορευτούμε

την ειρήνη της ήττας μας.

Ως σύνθημα, θα τραγουδούμε την Τέχνη μας

πάντα στο δρόμο για τα κρεματόρια.

Χ. Π. Σοφίας, Μαύρη Σημαία

Στου χρόνου τη λήθη δε λυγίσαμε, δε σωπάσαμε,
Παραμείναμε με τον άνεμο της πρώτης νιότης
Με τα φτερά του πετάξαμε στις πράξεις της φωτιάς
Στο τέλος του αγνώστου κλέψαμε τον ήχο του κύκλου
Και όλο χαρά τσακίσαμε τη φορά του βέλους
Σηκώσαμε ψηλά τη μαύρη σημαία
Έτσι φτάσαμε πολύ ψηλά ως τ’ άστρα
Δεν αφανιστήκαμε μέσα στις νύχτας την πυκνή βλάστηση.

Νόπη Φουντουκίδου, Αυτόνομοι, Αυτόμονοι κι Αυτόμολοι

Ποιητές…
ας ξεθάψουμε από συρτάρια

χυλόπιτες, κενά, αδιέξοδα,
χάρτινες ρινικές αλλεργίες,
μπούκλες, πολυσύλλαβες λέξεις,
αγαμία, βαθιά πολύ βαθιά νοήματα και ιλαρά,
η μαμά μου δεν μ’ αγαπάει και ο μπαμπάς μου δεν μ’ αγόρασε ποδήλατο,
βροχή, αστραπόβροντα, ηλίαση,
θάλασσα, πολύ θάλασσα ακόμη περισσότερη θάλασσα
και λίγο κρασί λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου ου ου ου
επανάσταση, ναρκισσισμούς και καριοφίλια,
ματαιώσεις, φόβους και διάρροιες,
αγάπες με σπέρμα, αγάπες χωρίς σπέρμα
λογοκλοπές επιτυχείς και θλιβερές,
αυθεντίες, ζόμπι έννοιες και πρόωρη τριχόπτωση,
Βιάγκρα, κυτταρίτιδα και μπουκ-ιν στην αθανασία,
κλάψα, ναφθαλίνη κι αυτισμούς,
μυξούλες, καφέδες χωρίς καϊμάκι, αλκοολισμούς
αιμορροΐδες, κρυφούς έρωτες και σπανακόπιτες
ποδολαγνίες, γαστροοισοφαγικές παλινδρομήσεις και μελισσούλες
καράβια που φύγαν, καράβια που πάτε;
αυνανισμούς με θείες ξαδέρφες ξαδέρφους
αίματα, ρολόγια, σκύλους κι απορρίμματα
μπήχτες, μύστες και τελωνειακούς,
νεράιδες, χρυσόψαρα, κολπίτιδες,
ρακένδυτους, παρένδυτους και κεφτεδάκια
Παρίσια, ποδάγρα, καπρίτσια
ροζ άχλες, βρεγμένα χώματα κι αρχαίο κάλος

κι ας ταΐσουμε τα πεινασμένα πνεύματα
που δεν θα ξεράσουνε ποτέ
το γάλα που βύζαξαν
από το διπολικό βυζί Δημουλίδου – Δημουλά.
Δεν θα χορτάσουνε ποτέ.

Νίκος Βουτυρόπουλος, Τρία ποιήματα

Ι
ΑΝΤΙΕΡΩΣ

Όταν πια δε θα υπάρχει τίποτα
ανάμεσα σε σένα και μένα,
παρά το τραγούδι της σάρκας,
οι δρόμοι σα γλώσσες θα κρέμονται,
αγγίζοντας το μέλλον της θάλασσας.
Του κόσμου η βουή θα σωπάσει
στη δίψα ενός χρόνου ασήμαντου,
και το φως θα μας ξεχάσει
στ’ απομεινάρια της διάρκειας.
Τα φιλιά μας θα επιστρέφουν οι άνεμοι
σε μέτωπα που ρήμαξε η μνήμη.
Σαν πεπρωμένο θα ηχήσουν οι λέξεις
στο άδειο στόμα της μέρας που φεύγει,
δίχως να νιώσει τον σκοπό μας.
Τα μεσημέρια του κόσμου,
σε μάγουλα μεθυσμένα
απ’ της νύχτας την έμφαση,
χέρια θα γίνουν μιας άρνησης
του υπερενικού αριθμού.

ΙΙ
ΝΕΚΡΑΥΓΕΣ

Απ’ τις παλάμες ενός τρελού θεού
κρέμονται τα όνειρα της νύχτας.

Η πίκρα της απόλαυσης
μας ταξιδεύει ως τη σκληρότητα
του ήλιου,
κάθε που στη λήθη σκύβουν
οι πρωινές ανθοφορίες.
Όταν χλωμιάζουν τ’ αστέρια,
μοιάζει ο κόσμος με προσκύνημα
στη σκιά τ’ αγνώστου.

Ένα ακόμη καρδιάς φτερούγισμα,
στιγμών ελάχιστο χάδι,
ίσως δάκρυ αόρατο,
να ’ναι άραγε αυτό που κρατά
τα μάτια μακριά,
σφιχτές τις γροθιές,
τη ζωή μέσα
σ’ ανεπίστρεπτα λόγια;


ΙΙΙ

Στην Εύα

Νέκυιες λέξεις στης αυγής το συνάντημα
όταν άδηλοι στόχοι οι φωνές μας.
Κι είναι μια οπτασία,
μωρό μου σαν χιόνι απέραντο,
την ώρα που λάμπει τ’ ανθόφως,
συμβαίνει τότε να ξυπνά
ξεχασμένο το αίμα.

Ας προκόψει λοιπόν το κοντινότερο βήμα!
Να υποφέρει η αφή σαν ηλιοτρόπιο
σκυμμένο από ένα φιλί.
Οι νότες ελπίδες
αγκαλιές στεναγμών,
όσο μας μοιράζεται ο έρωτας
χωρίς προθεσμία
στης τρικυμίας τα σύνορα.

*Από τη συλλογή “μικρά κερωτικά”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Μόλις σε πρωτοείδα
Και σ’ αγαπάω χίλια χρόνια
Προτού το ρίσκο της σιωπής
Μαρτυρήσει ποιος να είσαι

Μπορείς πάντα να είσαι
Πριν ακόμα επιστρέψεις
Λιγό αφότου πια χαθείς
Κάθε μια καρδιά

Δεν έχει συμβεί
Δίχως εσένα
Το πρίν ή το μετά
Από εμένα

View original post

Alfonsina Storni, Δύο ποιήματα

ΓΥΜΝΗ ΨΥΧΗ

Είμαι μια ψυχή γυμνή σε τούτους τους στίχους
γυμνή ψυχή. που μοναχή και θλιμμένη
τα πέταλά της αφήνει παντού σκορπισμένα.

Ψυχή που μπορεί να είναι μια παπαρούνα
θα μπορούσε να είναι κρίνο, να είναι βιολέτα,
κύμα και βράχος, άγρια βλάστηση.

Ψυχή που σαν αγέρι περιπλανιέται ανήσυχη
και βρυχάται σαν είναι πάνω απ τα πέλαγα
Και αποκοιμιέται γλυκά σε κάποια ρωγμή.

Ψυχή που λατρεύει στους βωμούς της επάνω
θεούς που δεν κατεβαίνουν να την αφήσουν τυφλή
Ψυχή που δε γνωρίζει από εμπόδια.

Ψυχή που θα ‘ταν εύκολο να τιθασεύσεις
με μια μόνο καρδιά που θα ραγίσει
και μες στο ζεστό της αίμα να την ποτίσει.

Ψυχή που όταν στην άνοιξη βρίσκεται
λέει στο χειμώνα που αργεί: επέστρεψε,
στο μεγάλο λιβάδι να πέσει το χιόνι σου.

Ψυχή που όταν χιονίσει σκορπίζεται
σε θλίψεις, ικετεύοντας για τριαντάφυλλα
που μ’ αυτά η Ανοιξη να μας σκεπάσει

Ψυχή που κάποιες φορές πεταλούδες αφήνει
σ’ ορθάνοιχτους κάμπους παρά την απόσταση
και τις λέει: ρουφήξτε από τα πράγματα

Ψυχή που να πεθάνει πρέπει, από ένα άρωμα,
κάποια ανάσα, ένα στίχο που ικετεύει,
χωρίς να χάσει, αν γίνεται, καθόλου τη χάρη της.

Ψυχή που δεν ξέρει τίποτα και όλα τα αρνιέται
και το καλό ευνοεί καβώς το καλό απαρνιέται
Γιατί μέσα από την άρνηση περισσότερα δίνουμε.

Ψυχή που συνήθως υπάρχει σα μια απόλαυση
άλλες ψυχές ψηλαφίζει. το ίχνος υποτιμά
κι ένα χάδι νιώθει μες στο χέρι της.

Ψυχή που διαφωνεί με τον εαυτό της πάντα
πλανιέται σαν τον άνεμο, τρέχει, στριφογυρνά
ψυχή αιμορραγούσα, παραληρεί ακατάπαυστα
γιατί είναι το καράβι στου άστρου την πορεία.

***

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

Φεύγει απ’ τα δάχτυλά μου το χάδι χωρίς λόγο
απ’ τα δάχτυλα μού γλιστρά. Στον άνεμο, καθώς περνά,
το χάδι που πλανιέται χωρίς λόγο και προορισμό,
το χαμένο χάδι… Ποιος θα το μαζέψει;

Μπορούσα ν’ αγαπήσω απόψε με ατέλειωτη ζέση,
μπορούσα ν’ αγαπήσω τον πρώτο που θα τύχαινε να ‘ρθει.
Κανείς δεν έρχεται. Μόνα μένουν τ’ ανθισμένα μονοπάτια.
Το χαμένο χάδι. θα κυλήσει… θα κυλήσει…

Αν στα μάτια σε φιλούν απόψε, ταξιδιώτη,
αν συνταράζει τα κλαδιά ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα μικρό χεράκι
που σε πιάνει και σ’ αφήνει, σε κατακτά και φεύγει

Αν δε βλέπεις αυτό το χέρι και το στόμα που σε φιλά
αν είναι το αγέρι που υφαίνει την ψευδαίσθηση του φιλιού
ω. ταξιδιώτη, που το βλέμμα σου. βαθιά μες στον άνεμο,
είναι σαν ουρανός… θα μ’ αναγνωρίσεις;

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση, σε επιλογή και μετάφραση Στέργιου Ντέρτσα, Εκδόσεις Θράκα, 2014.