Τζούτζη Μαντζουράνη, Τρία ποιήματα

“ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΑΝΑΡΙ.”

Σταματημένη στο φανάρι

Στην κίνηση της Κηφισίας.

Άλλη μια μέρα χωρίς αποτέλεσμα,

ακόμα μια μέρα 

σαν τη χτεσινή
ή μήπως χειρότερη;

Ανάβει το πράσινο μα κανείς δεν κουνιέται

όλα έχουν μείνει παγωμένα 
στην ίδια θέση.

Πλησιάζεις το παράθυρό μου

με το χέρι σου 
δειλά προτεταμένο.

Μη μου ζητάς ελεημοσύνη ρε φίλε,

μόνο απελπισία έχω πια

να σου δώσω…

***

ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ…

Κάποια μέρα θα φύγεις πάλι.
Έτσι ξαφνικά,
όπως μπήκες στη ζωή μου,
θα χαθείς…
Θα μου μείνει η γεύση του φιλιού σου
στα χείλη μου
και η θολή ανάμνηση
από τα βράδυνά μας γέλια
πάνω στο κρεβάτι…
Κάποια μέρα θα φύγεις.
Δεν θα το ’χεις θελήσει εσύ,
Εγώ θα σε διώξω…

***

“ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ”…

Οι Λέξεις πρώτα,

τα Μάτια ύστερα

μετά, τα Χείλια…

όλα ένα μεγάλο χαμόγελο.

Και τέλος,

το Άγγιγμα.

Ενός κορμιού,
που είχε ήδη παραδώσει τη ψυχή του…

*Από τη συλλογή “Καφές και τσιγάρα”, Εκδόσεις Φίλντισι. Η ποιήτρια διαχειρίζεται το ιστολόγιο https://pitsiloti.blogspot.com

Edna Millay, Λίγα σύκα απ’ τα γαϊδουράγκαθα

Νέα κυκλοφορία

Περιοδικό – Εκδόσεις ΘΡΑΚΑ

Αγαπητοί φίλοι και συνεργάτες,

Σας ενημερώνουμε ότι κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις μας σε δίγλωσση έκδοση και για πρώτη φορά στα ελληνικά, το εξής βιβλίο:

​Edna St. Vincent Millay
Λίγα σύκα απ’ τα γαϊδουράγκαθα

Πρόλογος-μετάφραση: Χαρίλαος Νικολαΐδης
Επίμετρο: Ευαγγελία Κουλιζάκη
ISNB:978-618-5155-43-8
σελίδες 70
διαστάσεις 20,5 χ 14 εκ.

111

ένα έτσι's avatarένα έτσι

2017-12-06 19.53.08

Απ’ όσες συνθήκες ευνοούσαν την αποχώρηση, προτιμούσα το μίσος. Η δημιουργία της κατάλληλης απόστασης παραχωρεί στον δρόμο τον πρωταρχικό ρόλο. Τέμνεται αναπόφευκτα η ατσάλινη γροθιά μας με τον μαλακό ιστό της νύχτας, στο σημείο απ’ όπου όλες οι ιστορίες εκκινούνται. Θηλάζει σπέρμα η θαλασσα κι ο ήλιος αφοδεύει. Πριν κυριαρχήσει η ευδαιμονία μπορούσες να διακρίνεις καθαρότερα, ανάμεσα στις άναρθρες κραυγές του πλήθους, εκείνο τον ήχο που φρόντιζε το μέλλον να αναπτυχθεί, αυτούσιο, μες στην υδαρή λαμπρότητα που του ταιριάζει. Χρόνια που γέλασαν τον καρπό κι ο καρπός που επέτεινε την θλίξη. Μια αποκορύφωση, υποδόριων αρχών, ενός εγκλήματος. Η πάλη γνέφει τον χαιρετισμό της πληρεξούσιας εντολής θανάτωσης του έργου.

View original post

Γιώργος Αναγνώστου, Δύο ποιήματα



Διασποράς Νοήματα

Τόνους αέρα εκτοπίζει
η απογείωση
-αγαπή
βαρύ το κενό
-φιλια
έκκεντρης πλέον γλώσσας.

Σύμφωνα με νόμους βαρύτητας
απομακρύνουν το Ε1.
Βενιζέλος, σύννεφα μεταφοράς
αραιώνουν μιλιά ανά
defteroleπto.

Air vacuum
αναφωνήματα ααα όι ωχ! συνωστισμός
φωτάκια στις 5 Η, 7Ν,
12Ε, 8S-όσο μπορώ
να διακρίνω-φωτίζουν γαλόνια
διεσπαρμένου αλφαβήτου στροφές
στροβίλων άπληστα
γέρνουν γλώσσα.

-Αγάπη ακούς;
Φιλιά
χθεσινής νύχτας δαγκώστε
διασποράς συναρμολόγηση:

«Soi ΝΕα Ηχώ, α!α»cou p-
εράσματα
σύνορα διασχίζεις
συνόνειρα φορειν
for reign
αντίβαρα κανονικότητας
-πρόσφερε
αγάπη μου βροχή
προφορές!

***

Της Διγλωσσίας. Της Γλώσσας.

1.
Ένα ακόμα μπερδεμένο παιδί της
Διασποράς… Φορτώθηκε έτσι το
μεγάλο μπελά (για ένα συγγραφέα)
της διγλωσσίας. . .

-Καίη Τσιτσέλη (αυτοβιογραφούμενη)

Διγλωσσία,
άντε τώρα τα τρυγίσεις
τα… ορυχεία σου

2. «πως πέρασα τρελή στην ξενιτιά»
-Β. Τσιτσάνης

Ξενιτιά: τρέλα alert

3.
στου λεξικού τον οίκο
βρήκα μέθη βρήκα οίνο
βρήκα κι ένα γιώτα
που αν το είχα φανταστεί
μ’ ένα όμικρον και πρόσθετα το χι
θα μαρσάριζα με γιόταχι
πρόζα και ποιητική
υπογεγραμμένες χιαστή!

*Από τη συλλογή “Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής”, Εκδόσεις Ενδυμίων, Απρίλιος 2016.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Κλαρίτες πάντα

Τι κι αν
ο εφιάλτης κολυμπά στο αίμα μας
αλύπητα μας ξεσκίζει ο καιρός
και λιώνουμε ως το μεδούλι

αργά ξεφυτρώνουμε
σαν τον υδράργυρο
όπως το σπίθισμα της λάμπας
στον έρημο δρόμο

ακροβατώντας πάνω σε ίνες λεπτές
διαβάζοντας φύλλα κατάξερα
μέσα σε ρωγμές
και χαραμάδες

γυμνοί
θεόγυμνοι

για μια ανάσα
για ένα τράνταγμα
για ένα φιλί

κλαρίτες πάντα.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και το βλέμμα εκείνης της γάτας

Ήταν εκείνο το πρωινό, όταν δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι κι ας ήταν το σώμα του ακόμα γερό, που ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ξαπλωμένος, σκεπτόμενος όλα όσα τον περιμένουν εκεί έξω, σκεπτόμενος πως θα πρέπει και πάλι να σφίξει τις παλάμες του και την έκφραση στο πρόσωπο του πριν βγει από το σπίτι (προσπαθούσε και τώρα να σφίξει την έκφραση στο πρόσωπο του, μα του ήταν αδύνατον· ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να σηκωθεί), θυμήθηκε εκείνη την αδέσποτη γάτα: Tόσο άρρωστη που είχε φοβηθεί να την αγγίξει. Η γάτα είχε βρεθεί αναπάντεχα μπροστά του δυο μέρες πριν, σε κάποιον έρημο δρόμο – ακίνητη, ζωντανή, καθιστή. H γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα, και ο κύριος Παπαδημητρίου δεν είχε κανέναν τρόπο να ξέρει ότι με ένα του άγγιγμα το ζώο δεν θα ξεψυχούσε. Μα ακόμα κι αν η γάτα ήθελε το άγγιγμα· ο κύριος Παπαδημητρίου δεν ήξερε πώς ν’ αγγίξει τον θάνατο, ο κύριος Παπαδημητρίου μόλις που μπορούσε να στοχαστεί τον θάνατο.

Εκείνο το πρωινό, η γλώσσα του κύριου Παπαδημητρίου δεν ήταν έξω από το στόμα, οπότε υπήρχαν σημαντικές διαφορές ακόμα ανάμεσα σ’ εκείνον και τη γάτα. Το βλέμμα του, όμως, ήταν ολόιδιο. Το ήξερε χωρίς να χρειαστεί καθρέφτη. Ναι, δεν είχε μόνο εκείνο το πρωινό το ίδιο βλέμμα – το είχε συνέχεια αν δεν έσφιγγε την έκφραση στο πρόσωπο του, αν έστω για λίγο ξεχνιόταν.

Κι έτσι, θυμήθηκε τη γάτα, θυμήθηκε την ντροπή του σαν έφυγε χωρίς να τη βοηθήσει, και θύμωσε με τη γάτα – αφού η γάτα ήταν καλά. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Η γάτα ήταν καλά. Η γάτα είχε αποκτήσει αυτήν την έκφραση για να τον κοροϊδέψει. Τον είχε δει να περπατά πριν τη δει, και είχε αποφασίσει να τον μιμηθεί για να τον κοροϊδέψει. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ήταν το βλέμμα του στο βλέμμα της γάτας· ήταν αυτός ο λόγος που φοβόταν να την αγγίξει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Νικόλας Ευαντινός, Από το ανοιχτό κρανίο της Γένοβα στο ανοιχτό στέρνο των Εξαρχείων και πάει καίγοντας…

Ανάμεσα από τις στιλβωμένες μπότες
του αόμματου Νόμου,
περνά το βλέμμα του Χρόνου…
μια κόκκινη λίμνη
ξεχυμένη από κρανίο ανοιγμένο, φωσφορίζει.
Εκεί βουτούνε τα πουλιά το ράμφος τους
για να λαμπαδιάσουν για πάντα
σε κάποια γωνιά τ’ ουρανού.
Στάχτη η βροχή μας καλέ μου….
Μια μάνα με δαύτη ραντίζει το κεφάλι της
βουβή και λυγισμένη.
Κοιτάζει τις σκοτεινές φοράδες μέρες
να καλπάζουν προς τα παιδιά
– μην πλησιάζετε, θα σας καταξεσκίσουν!
Εκείνα δεν ακούν, παιδιά είναι σαν τον άτριχο Gregory
με τα δεκαπέντε διαφορετικά χαμόγελα,
τα δεκαπέντε “χαίρε” στον ξεδοντιάρη ήλιο,
τις δεκαπέντε ντρίπλες με την πορτοκαλί μπάλα της τρέλας
τα δεκαπέντε ορθογραφικά λάθη σε μια έκθεση
τις δεκαπέντε πρόβες για το πρώτο φιλί.

Νίκος Βαρδάκας, Tα δαχτυλίδια του Κρόνου

Ταξιδεύω ώρες μονάχος, ασυγκράτητος απ΄ τα γήινα σύνορα.
Ανακάλυψα πλανήτες μικρούς και μεγάλους, κομήτες να περνάνε
στο πλάι μου. Τα ποτάμια του Άρη στεγνά από ζωή, την Σελήνη να
προβάλλει στο βήμα μου αντίκρισα με τα μάτια μισάνοιχτα.
Μια κοπέλα μου φώναξε ξαφνικά. Κάθεται στον Ιάπετο, σε έναν
βράχο της θάλασσας. Μου ζητάει τραγούδια, η σιωπή του μυαλού
την φοβίζει αρκετά. Μου ζητάει ένα αστέρι απ΄τον έναστρο θόλο, αν
μπορώ να τραβήξω.
Ήταν πριγκίπισσα σε μια πόλη και αγάπησε. Τον κόσμο των δρόμων, των
πάρκων. Πριν λίγες ώρες αποφάσισε την κοσμική απόδραση.
«Φέρε τα δαχτυλίδια του Κρόνου» μου χαμογέλασε. «Θέλω να δώσουμε
όρκους αγάπης για πάντα». Ήταν τα τελευταία λόγια της.
Χάθηκε και δεν την ξαναείδα ποτέ. Τα δαχτυλίδια του Κρόνου
είναι ο όρκος, για όλες τις πριγκίπισσες του κόσμου.

13ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

19.11.2017

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Ο θάνατος είναι ένας σταθμός. Κάθεσαι, παραγγέλνεις, πίνεις τον καφέ σου και πορεύεσαι ως συνεχές κι εναλλασσόμενο ρεύμα: έχω σπάσει τα κόκαλα τα ’χω βάλει σανίδες στη ράχη –πρόσεχε, κόσμε άκοσμε, περιπλεγμένος είσαι και δικάζεσαι. Των ασωμάτων σεραφείμ καραδοκούν την κρίση του κριτή. Ο εθνισμός, η οργή και το αλάσιο απαγγέλλουν παλαιά γλώσσα, κι ο ποιητής σκοτώνει ξέμπαρκος στην πόλη «Λευτεριά»:  

View original post 438 more words

Γεωργία Τρούλη, Απ΄ την καλή και απ’ την ανάποδη

Σε αγάπησα
Εκείνη τη νύχτα
Που το σχήμα των φρυδιών σου
Ακούμπησε το δέρμα των δαχτύλων μου
Κι έμεινε ίδιο
Σ’ αγαπώ για εκείνη τη νύχτα
Που διστακτικά γράπωσα
Το πόδι σου κι ελάχιστα
Άπλωσα προσμονή

Άπλωσα προσμονή
Στο πόδι σου ελάχιστα
Όταν διστακτικά
Γράπωσα εκείνη τη νύχτα.
Σ΄αγαπώ
Κι αυτό έμεινε ίδιο
Όταν το δέρμα των δαχτύλων μου
Ακούμπησε το σχήμα
Των φρυδιών σου.
Εκείνη τη νύχτα
Σε αγάπησα.

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.