“γράψον ουν α είδες” * (Το κατ’ όναρ απόκοσμο σύμπαν και οι αλχημείες της Ζυράννας Ζατέλη)

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Η Ζυράννα Ζατέλη – η σημαντικότερη ίσως Ελληνίδα πεζογράφος, και απ’ τις καλύτερες στην Ευρώπη – αποτελεί ζώσα ενσάρκωση ποικίλων παραδοξοτήτων. Πρόκειται για έναν πραγματικό «γρίφο» που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε. Είτε πρόκειται για το ιδιότυπο ονοματεπώνυμό της (που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο) και τους κρυπτικούς τίτλους των βιβλίων της, είτε για την αντισυμβατική ζωή και τις ιδιορρυθμίες της (την εμφάνισή της σε φωτογραφίες, στην τηλεόραση, σε συνεντεύξεις, στο αλλόκοσμο περιβάλλον του σπιτιού της, κτλ). Όλα σ’ αυτή την εκκεντρική γυναίκα συντείνουν σ’ ένα αίνιγμα προς αποκωδικοποίηση, εξαίρεση του οποίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και το τελευταίο της πόνημα «Τετράδια ονείρων» (εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2017) οι συνθήκες έκδοσης και η πρωτοτυπία του οποίου το καθιστούν – δικαίως – εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ενώ το αναγνωστικό κοινό αδημονούσε να κυκλοφορήσει το τρίτο μέρος της πολύκροτης μυθιστορηματικής τριλογίας της (που πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με τίτλο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε πρώτος», για να ακολουθήσει μετά από επτά χρόνια το δεύτερο μέρος: «Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές»), τελικά αιφνιδίασε τους πάντες με ένα απροσδόκητο μη μυθοπλαστικό βιβλίο. Πώς προέκυψε αυτό; Στις 3 Μαρτίου 2017 η συγγραφέας κατέβηκε στον οδό Ακαδημίας για να φωτοτυπήσει ορισμένες σελίδες από τα τετράδια ονείρων της (το όγδοο και το ενδέκατο) που κρατούσε για να τις συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα που ετοίμαζε. Περνώντας από τον εκδότη της, κι ενώ συζητούσαν με τον Θανάση Καστανιώτη, σε μια στιγμή ο τελευταίος παρατήρησε ένα περίεργο σημειωματάριο (τα εξώφυλλα του οποίου ήταν εικονογραφημένα με γάτες και πουλιά) να πέφτει από την τσάντα της. Ήταν τα «Τετράδια ονείρων». Εντυπωσιασμένος, της πρότεινε να επιλέξει κάποια όνειρα για να εκδοθούν ως αυτόνομο βιβλίο, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα που ολοκλήρωνε. Κάτι που έγινε μετά τρεις μήνες, καθώς η ιδέα της συγγραφικής «ανάσας» από το μυθιστόρημα που δούλευε την δελέασε.

Continue reading

Αντιγόνη Ηλιάδη, Οι παγίδες των μελισσών

Maggie Taylor, Girl in a bee dress

Όταν ο ήλιος σηκώνεται το πρωί, ξεκινάει μια καινούργια μέρα στη Συκιά. Σηκωνόμαστε με τις πρώτες ακτίνες. Η δουλειά το καλοκαίρι είναι δύσκολη, η Δωροθέα φτιάχνει τον ελληνικό και πίνουμε. Μια υγειά την έχουμε, εδώ στο χωριό, ευτυχώς, καθαρό αέρα και τα χόρτα. Έρχονται και κάθε χρόνο φρέσκα ζώα στο κρεοπωλείο του κυρ-Ανέστη και τρώμε καλά. Ευτυχώς, οι παππούδες μας δυσκολεύτηκαν, αλλά εμείς είμαστε καλύτερα. Κόψαμε τα τσιγάρα, γιατί έχουν ακριβύνει και κάνουν κακό και στο στομάχι και στην καρδιά. Πίνουμε σκέτο τον καφέ, μερακλίδικο. Μετά την παίρνω και πάμε στην καντίνα με το αμάξι.

Η Καντίνα του Λευτέρη, άλλη καλύτερη δεν θα βρεις στην πιάτσα. Έχουμε πιάσει το καλύτερο σημείο στη Σιθωνία. Εντάξει, έχει πολλά καλά σημεία, αλλά σαν αυτό δεν έχει. Η Καντίνα μας είναι η καλύτερη. Λουκάνικο, ψωμί και φρεσκοψημένες πατάτες να γεμίσουν το στομάχι. Και μία θέα, άλλο πράμα να σου λέω, άλλο να τη βλέπεις. Κόβω και τα δέντρα κάθε χρόνο. Περιποιούμαι το μέρος για να έρχεται ο κόσμος. Ο κόσμος δεν είναι χαζός. Ξέρει πού πάει. Θα έρθει στον Λευτέρη, γιατί έχουμε την καλύτερη θέα και γεμίζουμε και το στομάχι. Έρχονται, κάθονται εδώ, κάνουν ένα διάλειμμα και φεύγουν. Μιλάμε, λέμε και καμιά κουβέντα, παίζω και τα λαϊκά μου και περνάει η ώρα. Μετά το μπάνιο και την αλμύρα, νερά και κοκα-κόλες, μπίρες και αναψυκτικά είναι ό,τι πρέπει.

Από φέτος, σερβίρουμε και γιαούρτι με μέλι, τρελαίνονται οι ξένοι που έρχονται εδώ. Έχει γίνει στη μόδα, τους πουλάμε το γιαούρτι δυόμισι ευρώ και το αγοράζουν. Εντάξει, ηλίθιοι, αλλά τους φτιάχνουμε κι εμείς. Ό,τι θέλουν, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ντόπιο προϊόν. Και σε κρατάει, γιατί το γιαούρτι είναι δροσιά. Ό,τι πρέπει για τον καύσωνα, σε αναστηλώνει. Ζωή είναι το γιαούρτι. Οι ξένοι βρίσκουν όλο νέες μόδες, τώρα είναι το γιαούρτι, φρόζεν γιόγκουρτ. Πέρυσι ήταν η λεμονάδα, τη χρεώναμε καλά και είχε πέραση. Πρόπερσι ήταν κάτι άλλο. Αλλάζουν οι μόδες κι εμείς κάνουμε καρτέρι να δούμε τι θα μας ξημερώσει. Αν σερβίρεις ποιότητα, δεν σε ξεχνάνε και ξανάρχονται κάθε καλοκαίρι. Δεν θα την κρύψω την αλήθεια μου. Θα την πω.

Continue reading

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Τρία ποιήματα

Ο Τρόμος

(Τη νύχτα που τα φώτα έσβησαν στην “Πόλη του Φωτός”…)
Αόρατος, ασώματος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
στο κάθε βήμα του στης πόλης τα στενά
στα πεζοδρόμια τ`αδειανά και στις πλατείες.
Σίμωνε τους περαστικούς μ`άγρια χαρά
κάγχαζε που σκυφτοί με τον γιακά τους σηκωμένο,
μήτε που έστρεφαν ποτέ ψηλά τα μάτια τους
όταν τους άγγιζε με χέρια παγωμένα.
Χωνότανε μετά μέσα στα σπίτια τους
σε κάθε σκοτεινή γωνιά, σε κάθε ήχο
μόλυνε το ψωμί τους, να μην τρώγεται
κι έπειτα στο κρεβάτι τους, κρυφά, μες στο σκοτάδι,
όνειρα έφερνε βαριά γεμάτα αίματα
γεμάτα πόνο δάκρυα και θλίψη.
Ασώματος, σαν άνεμος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
δεν είχε φίλους ή γονείς, δεν είχε πρόσωπο,
αισθήματα δεν είχε και γελούσε.

***

Κεντρικό δελτίο

Την ώρα που γλυκιά, κύματα-κύματα
μεθυστική μια ρέμβη σου ποτίζει το κορμί
νωχελικά, κι αφήνεσαι αργά να σε βυθίσει
και πια δε νιώθεις ούτε την ανάσα σου
και με μισόκλειστα τα μάτια ταξιδεύεις,
μες στη μικρή οθόνη χαμηλόφωνα
μετά τα σπορ τα κοσμικά τις διαφημίσεις
για τα καινούρια απορρυπαντικά, ξανά η θάλασσα
άσπρη μαβιά γεμάτη από κραυγές,
γεμάτη χέρια ανοιχτά, γεμάτη μάτια
και τα παιδάκια μπρούμυτα κι ασάλευτα
που πάνε κι έρχονται στα κύματα σαν τόπια,
λες και τα νοιάστηκε ο θάνατος και τ`άφησε,
ανέμελα να παίξουν πριν τα πάρει.

***

Στην έρημη πλατεία

Σαν πέσει η νύχτα και το σύνθημα δοθεί
πολύχρωμο πολύβουο ποτάμι
σκορπά στις στάσεις του μετρό με τα πανό,
με τις σημαίες και τα λάβαρα στα χέρια.
Και πίσω στην πλατεία που ερήμωσε,
δυο-τρία απορριμματοφόρα
σωροί μπουκάλια πλαστικά, σκυλιά αδέσποτα
και σκόρπιες λασπωμένες προκηρύξεις.
Μα σκύβοντας κανείς πιο χαμηλά,
αν γονατίσει μια στιγμή στα πεζοδρόμια
θα δει να λάμπει ακόμα ο ιδρώτας τους
στο λίγο φως, κι ίσως κρατώντας την ανάσα,
ν`ακούσει το στερνό τραγούδι σα βροντή
σαν καταιγίδα μακρινή, κι ίσως να νιώσει,
μέσα από τους πυκνούς καπνούς, τα χημικά,
μιαν ανεξήγητη οσμή που σε μεθάει,
γιατί η άνοιξη θα`ρθεί, όσο κι αν άργησε,
να λιώσουνε οι πάγοι και τα χιόνια.

*Από τη συλλογή “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, Εκδόσεις “Πηγή”.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Πριν γνωρίσεις οτιδήποτε άλλο
Γνώρισε τον πόνο
Που δικός σου θα γίνει
Γνώρισε τον τρόμο
Που ολοένα ζυγώνει
Αυτός ο διάολος που μας τυρρανά
Αυτός ο θάνατος που πενθούμε
Αυτή η πυρά που κραδαίνει τις νύχτες
Και στροβιλίζει τ’ άστρα
Αυτή η καταστροφή που πλάθει τον κόσμο
Σαν όνειρο παιδιού
Αυτή η αρρώστια που σβήνει τα πρόσωπα μας
Αυτή την μόνη μας ευκαιρία
Να ζήσουμε πραγματικά

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ο καθένας να μιλάει για τον εαυτό του
Σαν να είναι εγώ.
Διάολε, πόσο βαρετό.

Ο καθένας να επιθυμεί τον εαυτό του
Σαν να είναι εγώ.
Διάολε, πόσο παλαβό.

Ένα συ, ρε παιδιά, πόσο μου χει λείψει.

Κι ένα αυτός, ακόμη, θα ήταν αρκετό.

View original post

Ο Δράκος (Dragoi, Змеј), Fahredin Šehu | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

md

Δράκος ήταν τ’ όνομά του ώσπου χάθηκε
ύστερ’ απ’ του πατέρα του την περιέργεια
που τον σκότωσε
με το κρυφοκοίταγμά του το ματωμένο

Συνήθιζε να ξυπνάει
το πρωί και ν’ ακούει
το τραγούδι του πετεινού από
τη μακρινή Σκόδρα
στην Αλβανία κι
όταν ο πετεινός τελείωνε πήγαιν’ αυτός
στης μάνας του την αγκαλιά
και της έλεγε πόσους κακούς ανθρώπους
θανάτωσε με το κοντάρι
το φτιαγμένο από της φουντουκιάς το ξύλο

View original post 313 more words

Θωμάς Χαραλαμπίδης, Δύο ποιήματα

ΨΙΧΑΛΑ

Φεύγοντας απ’ τις λέξεις
κοιτάζοντας καιρό πίσω απ’τις γρίλλιες
σταθήκαμε μαζί με όλο
το καραβάνι των ξενυχτισμένων
να βαφτιστούμε στα άτυχα νερά
της δήθεν αποθέωσης.
Κι εκεί ακούσαμε για όμβριες σφαγές
για καταρράκτες εξιλέωσης
και καθαρτήριες μπόρες.

Ακούσαμε για άνοιξες
τα ίδια και τα ίδια
αυτά που μας ρημάζαν χρόνια την ψυχή
και καλεστήκαμε να παραστούμε
στο ετήσιο πανηγύρι του νερού.

Τίποτα δεν καταλάβατε
ΗΛΙΘΙΟΙ, ΗΛΙΘΙΟΙ
εμείς μιλούσαμε για την ΨΙΧΑΛΑ.

Κι ο μη εργαζόμενος;
ΕΣΘΙΕΤΩ ουρλιάζαμε
και κινήσαμε για την πόλη…

***

ΜΑΤΖΕΣΤΙΚ

Κι αν τόσα χρόνια πορευόσουν
τους δρόμους της ατίθασης λαχτάρας;
Πόσο νομίζεις πως μπορούνε να κρατήσουνε
καλέ μου φίλε
οι περισπούδαστες ανάλυσες και τα ποιήματα;
Πόσο μπορούνε να κρατήσουν τα ουζάκια;
Μιλώ για την αξία χρήσης, βέβαια.
Γιατί για την άλλη, ε…

Θα σου κρατήσω το λοιπόν μια θέση στο
Ματζέστικ
εκεί στο πάνθεον των νεοκόπων ποιητών,
των λαθεμένων εραστών και άλλων τινών…

Εκεί λοιπόν στη σύναξη
αυτών που φεύγουνε πίσω από την πλάτη της ζωής
-της βάζουν γκολ χωρίς να είναι οφσάιτ-
εκεί ίσως σε βρω συμπαθητικέ υπέκφυγα
να σου τα ψάλλω ένα χεράκι.

Όχι σπουδαία πράματα.
Ίσα-ίσα για να πιούμε ένα κονιακάκι
και να ρεμβάσουμε την παραλία
ώσπου ν’ ανάψουνε τα φώτα
απέναντι στη Σαλαμίνα…

*Από τη συλλογή “Μούργκα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.

Γιάννης Βούλτος, Ποιήματα

Ο πατέρας

Έξι χρόνια νεκρός ο πατέρας
Τον πρώτο καιρό
Σύχναζε στον ύπνο μου
Κατόπιν αραίωσε
Φέτος έρχεται σπάνια

Στην αρχή
Κάτι μ’ ορμήνευε
Έπειτα μ’ άφησε
Να ζήσω μόνος μου
Είπε

Έτσι κάνουν οι νεκροί
Στο τέλος
Ξεχνούν τους ζωντανούς

***

Τη νύχτα

Χτυπώ τις πόρτες σας τη νύχτα
Εγώ ύπνο δεν έχω
Γυρίζω στα σπίτια σας
Σκορπώ την αγρύπνια μου
Σας χτυπώ με μανία
Πόρτες αμέτρητες
Λίγοι ανοίγουν
Οι πιο πολλοί
Κοιμούνται βαθιά
Λήθαργο
Δίχως όνειρα
Όσο κι αν τους χτυπώ
Δεν ακούγεται
Όμως κάποιοι ανοίγουν
Κάποιοι που ξενυχτούν
Και βλέπουν μόνο εφιάλτες
Κι ο πιο συχνός τους
Κι ο χειρότερος
Είναι πως έρχομαι
Και τους χτυπώ
Τη νύχτα

***

Στο παράθυρο

Κάδρο το παράθυρό μου
Ένας πίνακας νύχτα της πόλης
Παίζουν τα φώτα
Λευκά κίτρινα γαλάζια
Παίζουν στο νου μου
Ανταμοιβές εκεί έξω
Στο παράθυρο τζάμι διπλό
Με μονώνει
Μ’ εμποδίζει να βγω
Να μπω στον πίνακα
Στη ζωή των άλλων
Την κλειδωμένη

***

Ενύπνιο

Κοιμάμαι
Με την πόρτα ανοιχτή
Στο πέλαγο
Το απερίγραπτο
Μια ομορφάδα
Πιότερο άγρια
Κι απ’ τα λόγια του τότε
Αγνάντι
Μια σπιθαμή
Στο νησί των τυφλών ποιητών
Και βλέπω
Τα ποιήματα
Τα επιτύμβια
Γραμμένα στο νου μου
Απ’ τα χέρια
Του αυτόχειρα

***

Επίγραμμα

Εγώ ο Θεός
Καθισμένος στο σκαμνί
Εγώ ο άνθρωπος
Καθισμένος στο θρόνο μου
Ξελευτερία
Εκάμαμε αγοραία την ίδια την ψυχή μας
κι έτσι είν’ αδύνατο να νοιώσεις φόβο.
Αργά αργά, ο κατήφορος αρχίζει και μας γνέφει
και τ’ άγρια τα σιωπηλά λιθάρια του εμάς προσμένουν.
Θυμάσαι τότε που ήσουν κοριτσάκι στην αυλή του κρυφτού;
Το μόνο που φοβόσουν ήταν το φτου ξελευτερία.
Ο παιδικός σου φόβος τώρα πια είναι η μόνη μας ελπίδα

Σπίτι χτισμένο στα βράχια
Αντίκρυ στη θάλασσα
Εκεί ονειρεύτηκα
Να κοιτώ στο παράθυρο
Να σπάζουν τα κύματα
Τη μοναξιά μου

*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2753

Λουκάς Αξελός, Τρία ποιήματα

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Στην Δάφνη

ΟΙ ΠΙΟ μεγάλες αλήθειες παραμένουν
μέσα μας εντοιχισμένες.
Ασάλευτες σαν επιγραφές.
Σκαμμένα μάγουλα απ’ τον άγριο
καλπασμό των δακρύων.
Πέφτει η βροχή και ξεπλένει την αρμύρα’
μα εσύ ρίχνεσαι πάλι στα τυφλά σαν μοίρα.
Ο χρόνος δεν περνάει την πόρτα
που εσύ κρατάς σφαλιστή
κρύβοντας τα κλειδιά της.
Κλείνω τα μάτια μου
και σε νιώθω να κυλάς μέσα μου
υγρή σαν αίμα.

Σκοτεινό πέρασμα.

Ο πιο σπουδαίος λόγος είναι αυτός
που πρόκειται να ειπωθεί.
Η πιο σπουδαία πράξη είναι αυτή
που πρόκειται να γίνει.

Κύθνος, Απρίλιος 1992

***

ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΗ ΓΕΥΣΗ

Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια
Ίαν Κέρτις

ΑΛΛΑΞΕ μόνον ο χώρος της μοναξιάς
που μας είχε κυριεύσει.
Η νύχτα παραδόθηκε χωρίς αντίσταση.
Θρύψαλα σιωπής με την κρυστάλλινη γεύση
από ένα τάσι πνιγμένο στις στάχτες.
Ακαθόριστες φιγούρες καπνού,
αναχώματα από σεντόνια
και δεκάδες λέξεις, ακαταμάχητα σύνεργα πόθου
βαριά τραυματισμένα’
να τι έμεινε σ’ αυτό το δωμάτιο να θνήσκει
μαζί με το απερχόμενο Σαββατόβραδο.

Αθήνα, Μάρτιος 1995

***

ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

ΟΙ ΜΑΚΡΙΝΟΤΕΡΟΙ δρόμοι είναι — πάντα —
οι πιο κοντινοί.
Λευκές στρατιές κυμάτων, πτυχές των σεντονιών
που σχίζουν τον ατέλειωτο ορίζοντα
του κρεβατιού μας.
Αβέβαιη η έκβαση
του σιωπηρού πολέμου των κορμιών
κρίνεται με το τελευταίο σπαρτάρισμα φωτός.

Όλα κάποια στιγμή κάμπτονται.

Κοιτώ το κρύσταλλο του ματιού της
λίγο πριν το απόλυτο σκοτάδι
και σκέφτομαι ότι η νύχτα
είναι γένους θηλυκού.

Λευκάδα, Αύγουστος 1998

*Από τη συλλογή “Σκοτεινό πέρασμα”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2000.

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εκατοστό Πρώτο

Ελύτης, Παρθένα οδός

Κάτι αγριάνθρωποι, θρασείς, με θώρακα και τόξο
στο χέρι· ανυπότακτοι ΕΙΣ ΟΥΔΕΝΟΣ ΑΡΧΗΝ
σύριζα του Αίμου – αριστερά, αποτομώτατα· άγνωστοι,
αληθώς δε βάρβαροι και εντελώς εκτός
ΣΥΝΘΗΚΗΣ. Κι ατένιζαν το πέλαγος,
εις αρπαγές και ληστείες συνηθισμένοι.
«Κάτι φυτρώνει πάντα ανάμεσα στα σκέλια».
«Σε μια παγίδα ελπίζεις».
«Κι αν δεν περάσαμε από νύχια φίλων».
«Μαλέας δε κάμψας επιλάθου των οίκαδε».
«Επιτέλους, τι θέλουν;
Δεν καταλαβαίνουν ότι και μόνο
το αλάτι κάνει κυνόδοντα τον βράχο;»
«Τους βλέπεις, εκεί πέρα;
Έμαθαν να πλέουν κόντρα στον άνεμο».
«Όσα ξέρουν τα βράχια δεν τα ξέρει
η Ιστορία 25 -τουλάχιστον- αιώνων».
«Αναπτύσσονται».
«Να ’χει το κύμα να ταΐζει τον βυθό.
Ας πλησίαζαν και θα σου έδειχνα
τι πάει να πει Αναπτυξιακό
Μάνατζμεντ, in extremis!
Αλλά με τέτοια νομιμοφροσύνη,
που έπιασε την Μεσόγειο,
ούτε μισοπάλαβο Ιρλανδό ναυαγό δεν πιάνεις»

Κάτω, βαθιά, Ἄ[ϊδι]
σκοτάδι μισαλλόδοξο, μεθοδικό, αναγνωστικό,
μέσω κατάλληλων μετασχηματισμών·
όχι τσιρίδες, τιτιβίσματα και άσματα
ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΑ. Όχι, καθόλου τέτοια ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ,
αλλά λόγια και έργα ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ· ήτοι: εφόσον
το πολιτικό υποκείμενο νέμεται δομές εξουσίας,
μπορεί να στραφεί και προς τον εαυτό του,
ως μέρος μιας διαδικασίας εξέλιξης του υποκειμένου,
καθώς περνάει σε φάση αμφίβια:
τόσο ως μέρος του πλέγματος παραγωγής
και αναπαραγωγής και κυριαρχίας
όσο και ως υποκείμενο προαγωγής
της δικαιοσύνης και χειραφέτησης.
Ερπετό που του αρέσει το κολύμπι, δηλαδή –
ο υγρός φασισμός του βραχώδους αντιφασίστα.
Λάκκος απερίγραπτος:
στόμα Ολλανδού κομισάριου ανοιχτό, διψασμένο
για έναν νέο τρόπο κατανόησης του ιστορικού πεδίου
μια θεωρητική κατασκευή,
όχι μια ιδεολογική καλύβα: ΠΑΤΡΙΔΑ
προφορική, αμετάφραστη σε άλλες γλώσσες.
Μαϊμούδες, μέχρι τον λαιμό στην ξερασμένη
ιστορική βιβλιογραφία
και σκάλιζαν με φουρκέτες τ’ ανοιχτά
κρανία τους βαθιά, στοχαστικά,
σαν να θυμήθηκαν πως ξέχασαν
από πιο σημείο ένα πνιγμένο
παιδί είναι ανθρωπιστική τραγωδία
κι ως πού γίνεται ιστορική κωμωδία.
«Τι διάολο», ένας εντελώς θηλαστικός στο πρόσωπο,
«εδώ δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τις ΔΡΑΣΕΙΣ
από τις προσομοιώσεις των ΔΡΑΣΕΩΝ
και το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ από το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ
της προσομοίωσης.
Διαχέονται τα πάντα σ’ ένα σύμπαν,
προφορικό – αληθώς δε βάρβαρο
και εντελώς εκτός ΣΥΝΘΗΚΗΣ.
Η Ιστορία δεν γράφεται από
βοσκούς [φορο;]φυγάδες
και κατσίκια, που ξεχάστηκαν να κοιτάνε
για πειρατικά καράβια, σύριζα στον γκρεμό του ΕΘΝΟΥΣ.
ΓΡΑΦΗ, βρε! Τα πράγματα δείχνουν
πως η έννοια της γλώσσας εν γένει
φανερώνεται σήμερα σαν οδηγός
ή μεταμφίεση μιας πρώτης γραφής.
Η μεθοδική ανάγνωση είναι εγχείρημα πολιτικότερο.
Ο αναγνώστης ΒΛΕΠΕΙ αυτά που θα γράφαμε
αν ήταν τυφλός.
Δεν μπορούμε να φέρουμε τον κόσμο στα μέτρα μας.
Η πραγματικότητα είναι χρόνια πάθηση».
Γουρλώνοντας το μόνο ορεινό μάτι του, ένας άλλος
-αλόγου δόντια- χλιμίντριζε: «Η πραγματικότητα
έχει κλειστεί στο ασανσέρ από τις αρχές
του 20ου αιώνα και φωνάζει: Schindler Elevator Corporation!»
«Διαβάζει τα στοιχεία του κατασκευαστή,
η ανόητη, ανόητε!» αυστηρά,
ένας κόκκινος καβαλάρης,
με κεφάλι λιονταριού
~ 5 ~
διδάκτωρ Νομικής.
«Η πραγματικότητα δεν έχει ψυχή –
μόνο γραφή κι ανάγνωση.
Πείτε της να πάψει.
Δεν πρόκειται να καταφέρει
τίποτα υπενθυμίζοντας
το Ολοκαύτωμα…»
«Πάψτε επιτέλους, κολασμένοι
της γης», μισός Σκύθης διανοούμενος,
στην κορυφή ενός μικρού, κομψού Καυκάσου.
«Τρομάζετε τα ψάρια της Ιστορίας. Θ’ αγριέψουν
εκεί πάνω».
«Και λοιπόν;»
«Λοιπόν, ξέρεις πολλούς να περιμένουν
τόσους αιώνες να τσιμπήσει το μέλλον;
Δεν βγάζεις άκρη με τους Έλληνες:
αγριάνθρωποι, θρασείς, με θώρακα και τόξο
στο χέρι· ανυπότακτοι ΕΙΣ ΟΥΔΕΝΟΣ ΑΡΧΗΝ.
Έχουν την κόλαση μπες-βγες.
Κι αφήνουν πίσω μας – την κόλασή τους!»

ΟΛΟΓΡΑΦΩΣ: ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΔΕΚΑ ΠΕΝΤΕ.

Εν Ἄ[ϊδι] κτλ.

*Από τη συλλογή “Στασιωτικά {101-136}, αυτοέκδοση.