Viktor Tatishchev, Πενήντα φωτογραφίες του με τον τίτλο “Ιθάκες”

Μέσα στη λαοθάλασσα του διαδικτύου από σύμπτωση θα έλεγε κανείς, αν και πολλοί θα πείτε πως τίποτα δεν είναι τυχαίο, όταν μέσα στο διαδίκτυο συναντώνται δύο άνθρωποι όπως ο Βίκτωρ κι εγώ.

Κάπως έτσι γεννιέται η ιδέα της συνεργασίας ενός φωτογράφου και μιας συγγραφέως. Έτσι όπως η τέχνη συναντά την λογοτεχνία.

Η εφεύρεση της φωτογραφικής μηχανής ήρθε σαν αποτέλεσμα ή μάλλον σαν συνέχεια της τέχνης της ζωγραφικής που στόχο είχε την διαιώνιση του προσωρινού της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η φωτογραφία στις μέρες μας έχει περάσει στην συνείδηση της Ιστορίας στις καλές Τέχνες και δεν θα άφηνε κανέναν μας αδιάφορο η εξέλιξη της μέσα στα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα που με γοργό ρυθμό μέσα από τα γρανάζια της τεχνολογίας πέρασε από την απλή συμβατική στην αναλογική για να εντυπωσιάσει με την υπερσύγχρονη DSLR.

O Viktor Tatishchev, ένας παλιός φωτογράφος όπως ονομάζει τον εαυτό του ασχολήθηκε από τα νεαρά του χρόνια με την φωτογραφία και συγκεκριμένα από τότε που ήταν μαθητής Λυκείου.

Γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας και τελείωσε το Λύκειο θετικής κατεύθυνσης. Ξεκίνησε σαν χομπίστας φωτογράφος και ασχολήθηκε επαγγελματικά για ένα διάστημα. Ως επαγγελματίας πολεμικός φωτογράφος βρέθηκε να καλύπτει φωτογραφικά τον πόλεμο στην Τσετσενία και μετά στην Λιβύη της Βόρειας Αφρικής.

Αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης Επιστήμες και σήμερα ζει και εργάζεται ως διευθυντής σε μια εταιρεία στην Ρωσία.Για την ακρίβεια ως 3D team manager.

Μέσα στις πολλές επαγγελματικές του υποχρεώσεις η φωτογραφία εξακολουθεί και είναι το αγαπημένο του χόμπι.

Παρά την δυσκολία του διαδικτύου σαν μορφή επικοινωνίας συνεργαστήκαμε θαυμάσια και πολύ γενναιόδωρα μου πρόσφερε 4 φωτογραφίες του για το βιβλίο μου “ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη του 2024.

Από αισθητικής άποψης η σονάτα μου απογειώθηκε κι έτσι σκέφτηκα όχι μόνο να συνεχίσω την συνεργασία μαζί του αλλά στα πλαίσια μιας διαπολιτισμικής διάδρασης όπου η τέχνη της φωτογραφίας συναντά την λογοτεχνία να σφραγιστεί με μια έκθεση φωτογραφίας του Βίκτωρ η οποία θα συνέπιπτε με την ζωντανή παρουσίαση του τρίτου μου βιβλίου ΡΟΥΒΙΝΑ Η ΟΡΜΥΛΙΩΤΙΣΣΑ που κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2024.

Δυστυχώς, αντίξοες συνθήκες δεν επιτρέπουν την πραγμάτωση αυτού του στόχου μας.

Παρ’ όλα αυτά το φωτογραφικό υλικό του μου το έχει στείλει και αποτελείται από 50 φωτογραφίες με τον τίτλο “Ιθάκες”.

Τη σειρά αυτή την ονομάσαμε έτσι γιατί οι περισσότερες από τις φωτογραφίες του είναι σε εσωτερικό χώρο δηλαδή στο σπίτι μέσα.Μέσα από την απλότητα και την σιγουριά που σου προσφέρει το σπίτι σου που μάλλον θα πρέπει να αναφερθώ σε μία Αγγλική ρήση για να επιχειρηματολογήσω: .

Δεν θα αναφερθώ σε τίποτα περισσότερο αν και είχα στον νου μου το ποίημα του Κ.Π.Καβάφη “Η Ιθάκη”.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις λέει ο λαός. Θα σας αφήσω λοιπόν να απολαύσετε 50 φωτογραφίες του Viktor Tatishchev και θα ευχαριστήσουμε για άλλη μια φορά την κυρία Γεωργία Κοτσόβολου και το Περιδικό HOMOUNIVERSALIS για την Φιλοξενία της έκθεσης και της παρουσίασης του βιβλίου μου ΡΟΥΒΙΝΑ Η ΟΡΜΥΛΙΩΤΙΣΣΑ

ΜΑΡΙΑ ΜΑΚΜΙΛΑΝ ΖΑΧΑΡΙΑ

Ο Viktor Tatishchev και η Maria Macmillan Zacharia zachariamaria1@gmail.com είναι μέλη της φωτογραφικής ομάδας [YouPic]

REVIEW ON VIKTOR TATISCHEV’S PHOTO WORK

According to Samuel Becket, a great writer, and a poet whose favorite hobby was photography,” a photographer expresses in his images his inner world”. In other words, people tend to immortalize by taking photos, what they see nice or beautiful or what is in their interest.

That’s how I stopped in front of Viktor’s photos, staring at them with admiration. A series of photos he calls ‘table work’.

As he said, he used a technique that wouldn’t be able to explain in the chat box and therefore I had to read the instructions which means, pages and pages.

As I was born in 1961 in Greece, I have been confronted with all the changes of technology of the last 50 years, which means half a century.

Speaking about Viktor’s photos I will make a stop on the ones that a photo camera is depicted and occasionally an old clock. A clock that somebody wouldn’t find in the market easily today because all these device have been replaced by digital contemporary device that indicate the year we live in, The year 2024 ,the first quarter of the 21st century. It also reminds us of past times that we, the older generation keep remembering with nostalgia.

The photo camera used to be in the form of compact and photographers used the traditional film. The combination of these two items are depicted in an image next to books very well arranged, giving me the impression that I had in front of me a whole history through the decades in black and white colors that ring the bells of the past just before the invention of the colored film. I t also tends to occupy our memory and through minimalizing gives the sense of vintage on a photo that probably was taken yesterday.A piece of art that the artist didn’t take much effort, but the result was simply superb.

Being a writer, trying to combine narration in the form of short stories with poetry,I wrote a book with the title For A sonata And A paper moon.

When I bumped into Viktor’s photos depicting an old piano with a porcelain cup of coffee next to it, I thought to myself ‘Yes, that’s it. This is what I really want as a cover of my book
I have never met Viktor in real life, but a real friendship started because we had in common our love to photography.

It took us a bit to cooperate, but we eventually made it and I think a real friendship started since we finally recognized each other.

Trying to combine the four photos I was given very generously by Viktor, I put one photo, the one with the piano and the cup of coffee as a cover because the cup of coffee to me symbolizes hospitality as whenever somebody visits my place, the first question is ‘Will you have some coffee?’

Hospitality is one of the customs of Greece and since Greek mythology to nowadays has passed into our tradition though the contemporary Greeks express a slight fear because of the vast number of refugees that have invaded my country lately.

A Sonata is kind of classical music. Music, art, literature, poetry painting and photography as an art are some of the things that distinguish humans from animals bearing in mind that human brain is divided in the spiritual part and the one that characterizes animals. A human being to survive needs both kind of nutrition. Music is the best to make humans better.

Later on always staring with admiration the rest of Viktor’s work,I stopped at a cup of coffee made of procaine and red roses were drawn on it ,sample of good taste and a hint that characterizes inner quality. At the same time this porcelain reminded me of something similar that my mother used to have and when she was alive I asked her once whether I could have it She refused smiling to me by saying ‘No’, because you will be having your coffee or tea in it whenever you visit me.

So, I realized that this cup with the roses must be as precious to Viktor as the memory of a mother or somebody he truly loved.

I would like to stop here but just before I finish, I must mention a combination I made in my book. I combined a photo I was given by Viktor with an extract by Odysseas Elytis, a Greek   Poet, awarded with the Nobel Prize once.

That’s how I divided the third part of my book.*

*Η αναφορά είναι για το βιβλίο της Μαρίας Μακμίλλαν Ζαχαρία “ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη από τις εκδόσεις “Όστρια” με εξώφυλλο του Viktor Tatishchev.

On page 83

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις και πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το’ τ’ και το ‘ε’
Πάντα εμείς το φως και η σκιά
Πάντα εσύ το αστεράκι και πάντα
Εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι

Οδυσσέας Ελύτης.

So, I will try to translate these lines for the sake of my friend Viktor
The waves have heard of you
How you caress and how how
You kiss.
How you whisper the letters ‘t’ and ‘e’
We will always be the light and the shadow.
You will always be the star and I will always be
The dark boat
You will be the port and I will be the torch.

Translated by Maria Zacharia

My book practically is divided in three parts. On page 17 you can see again the same photo of Viktor’s piano and the cup of coffee but though Viktor gave it to me slightly different in color, a bit reddish it ended up while printing ,black and white.

Moreover, I combined it with an extract of the famous Greek Poet Giannis Ritsos. A poem that is called A Sonata in Moonlight

I will try to translate this poem too.

Αφησέ με νάρθω μαζί σου – Τι φεγγάρι απόψε
Είναι καλό το φεγγάρι – δεν θα φαίνεται που
Άσπρισαν τα μαλλιά μου, το φεγγάρι θα κάνει πάλι
Χρυσά τα μαλλιά μου.
Δεν θα καταλάβεις
Άφησέ με να έρθω μαζί σου, όταν έχει φεγγάρι
Μεγαλώνουν οι σκιές μέσα στο σπίτι
Αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
Ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
Λησμονημένα λόγια-δεν θέλω να τ’ακούω – Σώπα
Άφησέ με νάρθω μαζί σου

Γιάννης Ρίτσος

Let me come with you
-what a moon tonight
The moon is good-it won’t
Be seen that my hair turned
Into grey.You won’t understand
Let me come with you.
When there is this kind
Of moon in the sky
The shadows grow bigger.
In the house
Invisible hands
Withdraw the curtains.
A finger writes on the dust of
The piano forgotten words-I don’t
Want to hear them-Be silent!
Let me come with you!

Translated by Maria Zacharia

On page 29, I divided the second part of my book with Viktor’s photo that shows the old tableclock, the cup of coffee and the photo camera. I also combined it with a small extract of one my favorite Greek poets Tasos Livaditis.

Θα μπορούσα να έχω κάνει σπουδαία πράγματα
Στην ζωή μου ,μα γεννήθηκα πολύ απασχολημένος.

Τάσος Λειβαδίτης

I could have made great things.
In my life ,but I was born very occupied.

Translated by Maria Zacharia

*Το κείμενο και οι φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από εδώ (όπου μπορείτε να δείτε και άλλες φωτογραφίες του Viktor Tatishchev: https://homouniversalisgr.blogspot.com/2024/06/viktor-tatishchev.html?spref=fb&fbclid=IwY2xjawK5upNleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFNSlNieFhqaGhhN0VpY3ViAR7TbHzi2lDh74Nf8FwjZgUXK0eoNmtpuJ0DMmC0T1TL_s3Tuyjq-robE0sKEA_aem_MP5TTaJubhyLAuHMXJVtNA

Γιώργος Αναγνώστου, Ρευστότητας Έρωτας

Φωτογραφία: Στράτος Φουντούλης

Στο ήθος γενναιοδωρίας Θ.Τ.

Η έλξη σκίρτησε. Στο σημείο ακριβώς που παιχνίδισαν δυο γλώσσες. «Ο παλιός έρωτας με νεράιδες…», άρχισε την ιστορία. Την είχε ακούσει από τον μετανάστη παππού του. Τελετουργική αφήγηση καλοκαιρινή. Η κάθε επιστροφή στον προγονικό τόπο. Οι σταθεροί της παρέας δεν έπαυαν να την εκτιμούν σαν κάτι που ακόμα μάγευε. Τα νέα μέλη σαν να αποκόμιζαν κάποιο ηθικό μήνυμα. Αυτή όμως εστίασε αλλού. Επέλεξε άλλη ερμηνεία. Περίμενε μέχρι να καταλαγιάσουν τα σχόλια. «Αχ αυτός ο φιλαράκος ο ιός!» πρόσθεσε ανέκφραστη.

Ο παλιός ιός, «ο pal ιός», ο φίλος μας, η αρρώστια του έρωτα, κατέγραψε ο αυτόματος μεταφραστής μέσα του. Χαλί αναγνώρισης, κοινός χώρος, παιχνίδι διγλωσσίας. Τόπος διασποράς. Η έλξη των λέξεων ρίγησε σαν συνεύρεση, τους εκτόξευσε. Ήταν μια απόδραση από την κοινή θέα της συμμόρφωσης. Τους δύο ερωτευμένους λογοτέχνες ασφαλώς και δεν έπρεπε να τους δούνε παρέα. Μακριά από το νησί λοιπόν, μακριά από εκεί όπου ακόμα και τα πεύκα έχουν όραση και οι αμμουδιές ακοή.

Στην αρμύρα του δέρματος ψηλάφησε τη γενέτειρά της. Στο Bondi, στα κύματά του, εκεί που το σώμα ελάφραινε, εκεί θεράπευε τις ρωγμές της εσωτερικής εξορίας· «ρευστότητα διέλυε ό,τι υπήρχε ανάμεσα στην πατριαρχία του πατέρα και την αλαζονεία των λευκών που λαχταρούσε και απωθούσε συνάμα· τα καταργούσε. Διάχυτη την πλημμύριζε η πολλαπλότητα του εαυτού, ελευθερία από όρια και ιεραρχίες, η θάλασσα ο τόπος που λάτρευε να κατοικεί, her true home, το βαθύ ανήκω». Έτσι το έθεσε πολύ αργότερα. Η αέναη επανάληψη της ρευστότητας. Διψούσε. Μια ανεξάντλητη πηγή για γραφή. Και αν η τυραννία της απόστασης από την Ελλάδα ήταν ένα ρήγμα αγεφύρωτο, το Αιγαίο στο χωριό προσέφερε διαρκώς νέα καλοκαίρια. Και μαζί τα φαντάσματα της καταγωγής αποκτούσαν διαρκώς νέα ονόματα.

«Κι εσύ, από πού ακριβώς είσαι;» Η αναπόφευκτη ερώτηση ήρθε κάπως αργά, το εκρηκτικό φλερτ δεν χωρούσε το μπανάλ. Δίστασε να ονομάσει την επαρχία. Οκλαχόμα. «Από το όλα χώμα» ήρθε ένα λογοπαίγνιο από το πουθενά, μια αστραπή αστοχίας. Σφίχτηκε. Μα η αφροδισιακή θεά καραδοκούσε, μουλιάζοντας με καταιγίδα τα λόγια του. «Ακόμα και οι λέξεις υγραίνονται όταν αγγιζόμαστε», έσωσε την στιγμή. «Θα μας πότιζε ακόμα και μια Οκλαχόμα από χαλκό», τον αγκάλιασε η ευχέρειά της στα γλωσσικά παιχνίδια. Fan της φαντασίαs, η φαντασία είναι fun, ο Έρως και ο Παν φαν ζωτικής δροσιάς. Τον φίλησε, ανέμισε υγρούς κόκκους άμμου η ηδονή.

Λάμποντας σε νερό ιερό ανίερες ενώσεις. Οι ωκεανοί του Bondi, καθόλου μα καθόλου ειρηνικοί, ξεβράζοντας στρώματα εδάφους τυρφώδους, μίξεις με πηλώδη χώματα, φιλόξενα στις βυσσινιές. Καταρράκτες βοστρύχων κορμιά, ποτάμια πλοήγησης με παράξενα πορθμεία, χείμαρροι απουσίας την άνοιξη, δύο τρία καλοκαίρια αργότερα όπως συχνά συνηθίζεται, αργόσυρτοι παραπόταμοι, λίμνη λιμνάζουσα, το έλος, σχεδόν τέλος.

Συμφώνησαν να κλείσει ο κύκλος. Εκεί ακριβώς που είχε ανοίξει. Εκεί που τα ελαιόδεντρα ανεμοδαρμένοι κατάσκοποι και εκεί που οι άνεμοι μεταφορείς κωδικών. Για τους ντόπιους to go & sip news. Εκεί που η ακολουθία των εφτασφράγιστων μυστικών συντάσσει ένα αναγκαίο καμουφλάζ. Δεν αγγίχθηκαν. Και να προέκυπτε δεν θα αντιστοιχούσε στα περασμένα. Του ζήτησε όμως να μπει στον χορό της παρέας, κάτι που τον ξάφνιασε, αφού γνώριζε καλά πως δεν χόρευε. Σαν ομίχλη θυμάται τα υγρά μάτια να τον προσκαλούν, το πρώτο τρέμισμα μιας θύελλας εκεί. Και αυτός της χάρισε το χορό, μια τελευταία υπόκλιση -τόσο μα τόσο αδέξια- στην ισχύ της γοητείας της.

Χορτασμένη πλέον η Αφροδίτη. Επιλέγοντας την ειρωνεία για επιδόρπιο. Το κονιάκ της τελετής λήξης να ποτίζει μια δεύτερη ζωή στην ηλεκτρισμένη στιγμή. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτήν την αλχημεία ο Ιταλός φίλος. Διακριτικός μάρτυρας της ιστορίας, φωτογράφος. Αναγνώρισε την κατάσταση, αφουγκράστηκε την στιγμή, εστίασε στη μορφή της και μόνο (θαυμάζοντας ίσως κρυφά), το μυστικό οπωσδήποτε να προφυλαχθεί. Το μοιραίο κλικ: Το ξαναμμένο της πρόσωπο, το τόξο των φρυδιών, το τελευταίο βέλος που εκτοξεύεται προς άγνωστο αποδέκτη τώρα. Όταν την πρωτοείδε τον διαπέρασε το φως. Σκίσιμο στην μνήμη διαμπερές από φως.

Στοιχειωμένη και η ανάγνωση του βιβλίου της. Με τις λέξεις να σαλεύουνε σαν φαντάσματα. «Η καταιγίδα έπνιξε την φράση στο στόμα της, αποζήτησε τα χείλη του. Υγράνθηκε το σώμα με κάτι σαν συμπύκνωση και διάχυση μαζί, μια αιώρηση πάνω από όλα όσα χωρίζουν την πραγματικότητα από την φαντασία. Την ρευστότητα της θάλασσας αλλά όχι πια μόνη σου, άκουσε μια φωνή να της απαιτεί. Η συνέχεια θα έρθει στην γραφή: ‘Μην εκπλαγείς αν μας συναντήσεις στο μυθιστόρημά μου,’ τον προετοίμασε».

Πράγματι, έτσι είχε ειπωθεί. Κάτι είχε προαισθανθεί από νωρίς μα ο πυρετός του για εκείνη έσβησε τις υποψίες πριν καν τολμήσουν να ξεμυτήσουν. Άραγε εκείνη -γνώστης καλοκαιρινών θαυμάτων- προανήγγειλε το τέλος του έρωτα ως αρχή της φαντασιακής του απόδοσης; Άγνωστο. Η μόνη βεβαιότητα καταστάλαξε ως κοινοτυπία και ο στρόβιλος της συνεύρεσης τροφοδοτούσε το σώμα με μελλοντικές γραφές.

Επιλεκτικά, βέβαια. Ίσως να είχε λόγους, ίσως όχι, το στοιχείο της νεράιδας δεν χώρεσε στην λογοτεχνική απόδοση. Τον είχε ρωτήσει για την ιστορία του παλιού έρωτα. Για ποιο λόγο η αφήγησή της κάθε καλοκαίρι, «μήπως για να γητεύεις με φολκλόρ τις τουρίστριες;», του είπε σαν πείραγμα. Ωραία άνοιξε θέμα συζήτησης, ξωτικά, νύμφες, λαογραφία, family lore, χρηστικά παρελθόντα, ήταν διαβασμένη. «Αλληγορία για το πως διαμορφώνω τον εαυτό μου στα φάσματά του. Τα πολλαπλά του φάσματα, πως λειτουργώ με τα πολλά μου φαντάσματα, τους διπλούς και τριπλούς εαυτούς μου», τόνισε με μια συνειδητή επανάληψη λέξεων. «Την πολυμορφία της νεράιδάς μου, την υβριδικότητά της, την ηλεκτρίζει ένα ήθος, ένας βαθύς τρόπος πλοήγησης. Ένας ηθικός προσανατολισμός -ας τολμήσω τη φράση- με κέντρα βάρους, αυτό επιθυμώ να τίθεται ως ερώτημα στο πάρτι της πολλαπλότητας». «Αχ ο μοντερνιστής μου στον ωκεανό της μεταμοντερνικότητας…» ανέβασε τον πήχη θεωρητικά.

Εξουθενωμένος επιστρέφει στην φωτογραφία, φορτίζεται, φανερώνεται η αφετηρία για τoν δικό του επίλογο. «Πλησιάζω σε απόσταση αναπνοής τα μεγεθυμένα μάτια, τριπλάσια στον τελετουργικό αποχαιρετισμό που ποιεί η γητεύτρα μάγισσα. Επιθυμώ για τελευταία φορά να με κατοικήσει ο λατρευτικός της πόθος. Μήπως η έκθαμβη λαμπρότητά της είναι το τελευταίο δώρο της μνήμης; Μια ύστατη δοκιμή δύναμης που με μεταμορφώνει σε χορευτή που με μεταλλάσσει για χάρη της; Χωρίς δυϊσμούς (έτσι θα το έθετε αυτή), σπονδή ταυτόχρονα στο μεγαλείο του έρωτα και στον βωμό της εξουσίας του.

Η απόπειρα αναπαράστασης ήτανε μάταιη, η στιγμή έχει δραπετεύσει. Δεν υπάρχω πλέον ως αντικείμενο της ματιάς της, έχω εκτοπιστεί. Σεβαστή η παρέμβαση του φωτογράφου φίλου, απόλυτα κατανοητό το πώς και το γιατί της απουσίας. Το θέμα έγκειται αλλού, στην απόφασή της. Στις μετατοπίσεις που επέφερε. Η στιγμή έχει μεταφερθεί στον μαγνητισμό ενός άλλου οπτικού πεδίου, σε έναν χώρο που το βλέμμα της απλόχερα απλώνεται. Την δύναμη της σαγήνης επιλέγει πια να εκθέτει σε κοινή θέα. Στέρεη, συμπαγής απόφαση. Εκρηκτικά μόνη πλέον στο φβ να θέλγει, επιθυμίες ρευστές.

Σε υγρό τοπίο επιθυμώ να την αποχαιρετήσω, καταδύομαι. I see a salty seabed in her ocean, θαυμάζω τα κοράλλια, αναπνέω τα σκοτεινά οξυγόνα που αρμονικά μας ανέστησαν. Αφήνομαι σε υπόγειες ροές, απλώνομαι σε χορογραφίες πολυπόδων, διαθλάσεις χρωμάτων. Διαχέεται η οσμή της, μνήμη γεύσης από τον βυθό. Μα να και η ωκεάνια νεράιδα της ιστορίας εμφανίζεται, σε μια τόσο δα γωνιά παραμελημένη, πλησιάζω να την αγκαλιάσω μα σαν να ασφυκτιεί, ‘αφήνεσαι και σε παρασύρει πάλι η ομορφιά, το ρευστό και το εύγεστο, αρκετά πια με την αισθητική’, με μαλώνει, ‘άλλα σ’ έχω ακούσει να θαυμάζεις σε μένα, κέντρα ήθους, τους τόπους και τους τρόπους τους’. Με απομακρύνει από την τρυφερότητά της, ψυχρά ρεύματα με ανατρέπουν, συνέρχομαι. Ο λόγος του αφόρητου πόνου με βουλιάζει. Ανελέητα, οδυνηρά. Από τον πολύτιμο δεσμό στην αγορά γοητείας. Από το ειδικό βάρος της σχέσης στην κοινωνία του θεάματος. Παγώνω. Πριν τα κέντρα της μεταφερθούν αλλού -δεν θέλω να γνωρίζω πια προς τα που-, συμπυκνωμένη, η εκστατική της ρευστότητα εκεί κάποια στιγμή παγιώθηκε».
*
*Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα 1960) ζει και εργάζεται στην Αμερική. Έχει δημοσιεύσει το βιβλίο Χαρτογραφήσεις της λευκής εθνοτικότητας: Λαϊκή εθνογραφία και δημιουργία χρηστικών παρελθόντων στον ελληνοαμερικανικό κόσμο (Νήσος 2021), καθώς και τις ποιητικές συλλογές, Διασπορικές Διαδρομές (Απόπειρα 2012), (https://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html) και Λόγοι Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής (Ενδυμίων 2016). (https://endymionpublic.blogspot.com/2016/07/blog-post.html⁩) Διατηρεί το μπλογκ, Διασπορική Σκοπιά: Ποιητικές Εν-τάσεις Στιχοπλοκές. (https://diasporic-skopia.blogspot.com/)

**Δημοσιεύτηκε εδώ: https://staxtes2003.com/2025/06/09/9-6-25/

Θαλερός Κώστας, Στο χείλος αδειασμένου φλιτζανιού

μπορώ να πω καθώς φαίνεται να κάθομαι
ακίνητος σ’ ένα τραπεζάκι σε μια φτωχική μικρή αυλή
ακολουθώντας με τον δείκτη του δεξιού μου χεριού
το χείλος ενός αδειασμένου φλιτζανιού
μπορώ να πω πως τους έχω γνωρίσει όλους
έναν προς έναν ξεχωριστά
ίσως στον κατάλληλο χρόνο που αναλογούσε
σε καθέναν από αυτούς
σε φαντασμαγορική ή σαρκική εκδοχή
σε νεανική ή γέρικη
σε νευρική ή σε νωθρή
“λιώμα” ή αδέκαστους

συγνώμη δεν μπορώ παρά να γελάσω λίγο
ακριβώς σε αυτό εδώ το σημείο
όχι δεν οφείλεται σε κάποιο αστείο που είπαν
που θυμήθηκα και θα μπορούσα να σου μεταφέρω

γαμώτο, δεν οφείλονται όλα όσα μου συμβαίνουν
δεν οφείλονται όλα σε αυτούς και μόνον σ’ αυτούς

είπα πως είμαι μια πόλη που επισκέπτονται
δεν είπα ποτέ πως ήμουν ναός λατρείας τους

και τώρα που σοβαρεύτηκα και θα με ρωτάς
για καθέναν απ’ αυτούς
μη νομίσεις πως με το που θα τους φιλοξενήσεις
θα αλαφρύνει τίποτε σε μένα ή σε σένα

αυτοί θα χτίζουν θα γκρεμίζουν
θα μας κάνουν όλο και πιο δυνατούς
χαράζοντάς μας παντού με γέλια και αίματα

αλίμονο! Εγώ σου μιλάω
και συ με περνάς σαν έναν απ’ αυτούς…

*Από το βιβλίο “πειροτεχνήματα – τεκμηριώσεις αιώνιων δευτερολέπτων”, έκδοση +τεχνία-, Ιούνης 2014.

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan), Χνούδι (Lint)

Jerry Bleem — «Patriotic Lint Drawing VI» (χνούδι ἀπὸ σημαῖες τῶν ΗΠΑ σὲ φύλλο κυλίνδρων ἁπλωμένο σὲ χαρτί, 5″ x 8”).

ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ λιγάκι ἀπόψε συναισθήματα ἀπερίγραπτα καὶ συμβάντα ποὺ θά ’πρεπε μᾶλλον νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε μὲ ὅρους νημάτων καὶ ὄχι μὲ λέξεις.
       
Κάθομαι καὶ περιεργάζομαι ρετάλια τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας. Εἶναι θραύσματα ζωῆς μακρυσμένης, δίχως νόημα ἢ σχῆμα. Εἶναι πράγματα ποὺ συνέβησαν ἁπλῶς, σὰν χνούδι.

*Πηγή: Richard Brautigan, Revenge of the Lawn. Stories 1962-1970, Νέα Ὑόρκη, Simon and Schuster, 1972 [πρώτη δημοσίευση: Rolling Stone 25 (4 Ἰαν. 1969), σ. 30].

**Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) (1935, Τακόμα – 1984, Σὰν Φρανσίσκο). Ἀμερικανὸς πεζογράφος καὶ ποιητής. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕντεκα νουβέλες, δέκα ποιητικὲς συλλογὲς καὶ μία συλλογὴ σύντομων πεζογραφημάτων. Ἡ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, τὸ παιγνιῶδες καὶ γλυκόπικρο ὕφος καὶ ἡ εὑρηματικότητά του εἶναι στοιχεῖα ποὺ θὰ συναντήσει κανεὶς στὸ σύνολο τοῦ ἔργου του. Ἔδωσε ὁ ἴδιος τέλος στὴ ζωή του.

***Μετάφραση ἀπό τὰ ἀγγλικά:
Γιῶργος Ἀποσκίτης (1984). Γεννήθηκε καὶ ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πραγματοποίησε σπουδὲς στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο. Ἔχει ἀσχοληθεῖ, μεταξὺ ἄλλων, μὲ τὴ λεξικογραφία καὶ μὲ τὰ κινούμενα σχέδια. Δουλειά του ἔχει δημοσιευτεῖ στὸ περιοδικὸ Σημειώσεις καὶ ἀλλοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρωτότυπα κείμενα καὶ μεταφράσεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπονζάι. Πρῶτο του βιβλίο ἡ συλλογὴ μὲ μικρὰ πεζὰ Στιγμόμετρο (Σμίλη, 2021).

****Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/06/08/richard-brautigan-chnoudi/

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Οφιούσα

Διπλά κοιτάς τα πράγματα,
είσαι ένας άνθρωπος εξεταστής
και ταξιδευτής συγχρόνως.
Δεν ησυχάζεις πουθενά,
όσο την ημέρα βλέπεις δράση
και το βράδυ τη σιγαλιά του λάθους.
Φεύγουν οι καιροί σαν να μην άλλαξε
παρά μόνο η ηλικία και ο τρόπος
που αντιλαμβάνεσαι το σώμα.
Οφιούσα είναι το νησί,
τόπος με κινδύνους η σκέψη,
όταν αναίρεσις αυτό που έπραξες
έστω και με την απραξία.
Κάποιοι θα ήθελαν να βρίσκονται
σε αυτή τη θέση σίγουρα,
εσύ μέσα από τα χαλάσματα βρίσκεις
τον ρυθμό σου να πορεύεσαι στον κόσμο.
Δεν έχεις κάθισμα, συνεχίζεις να πατάς
ξεροσέλιδα και ψόφια γράμματα,
αναζητώντας τον φάρο στο βάθος,.
το αγαπημένο πρόσωπο έναντι αγάπης
που δεν δίνεται με ίδιο τρόπο όπως τότε.

*Από τη συλλογή “Υδρούσα – Οφιούσα”, Εκδόσεις Κέδρος, 2021.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Γράμμα στο παρελθόν

Αποφάσισα να συγχωρήσω
να χωρίσω τα “συν”, κολλημένα στη μνήμη
όσα είπα “τέρας”.
Είκοσι χρόνια μετά
τα γράμματα στο μέλλον
γύρισαν πίσω
στις πέτρινες κάσες τους.
Στην αργοπορία του κουκουλωμένα
τα μισά σωθικά μου
σκοτώνονται με τα άλλα μισά κάθε μέρα
για την επικράτεια του φόβου.
Ψυχροπολεμικοί παγετώνες εμείς
εκτεθειμένοι σε ακτίνες Χ της αλήθειας
πλημμυρίζουμε τον κόσμο
γεμίζοντας τις βαθιές πληγές του.

*Από το βιβλίο “Δαιμονισμένες – Κείμενα όλο triggers”, έκδοση Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη, 2023.

Χρίστος Λάσκαρης (1931-2008), Τέσσερα ποιήματα

ΜΑΚΡΙΑ

Και έτσι βρέθηκα σ’ αυτή την πόλη:
μακριά απ’ ό,τι αγάπησα,
μακριά απ’ ό,τι γύρεψα,
μακριά –
σε πολυκατοικίες μέσα.
Η μέρα είναι δύσκολη εδώ,
κι η νύχτα πάντα μια ποινή
καθώς στο μαξιλάρι σου θυμάσαι.
Όσο για την αυγή
ανύπαρκτη.

*

ΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΊΑ

Χρόνια τώρα
πηγαινοέρχονται φορτωμένα.

Κανένα τους δε σκέφτηκε
να βγει απ’ τη γραμμή.

*

ΕΠΑΡΧΙΑ

Πόσος θάνατος κυκλοφορεί στους δρόμους,
πόσο καλοντυμένος θάνατος:
άντρες μες στ’ ακριβά κοστούμια τους
γυναίκες μέσα στα πλούσια παλτά τους.
Δείχνουνε ζωντανοί
και θα μπορούσες να τους πεις ευτυχισμένους
καθώς με δώρα επισκέψεις ανταλλάσσουνε.
Μα το βράδυ
που επιστρέφουνε στα σπίτια τους
κι αρχίζουν να ξεντύνονται αργά,
μέσα απ’ τον καθρέφτη
ένας πεθαμένος τους κοιτάζει.

*

ΤΑ ΜΕΓΑΦΩΝΑ

Μεγάφωνα

Τρέφω
μια έντονη αποστροφή
για τα μεγάφωνα.
Έτσι όπως τα βλέπω
από πάνω μου να χάσκουνε,
μου θυμίζουν επίμονα
την εξουσία.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Χρίστος Λάσκαρης – Ποιήματα” Εκδόσεις Τύρφη, 2022.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Μες στο χώμα καληνύχτα

Έργο του Αλέξανδρου Ίσαρης

Ναι, θα επιστρέψω στο σκοτάδι όπως κι εσύ.
Όμως ώς τότε θέλω να γευτώ τα χρώματα
Που βγαίνουν απ’ τα άνθη
Όταν το σώμα σφίγγεται για να μη σπάσει.
Θέλω ν’ ανοίξω τα φυλλώματα
Και να ριχτώ στη θάλασσα του στήθους σου
Γλείφοντας και ρουφώντας.
Θέλω να γίνω το κουκούτσι σου
Να τυλιχτείς σαν αύρα γύρω απ’ τη ζωή μου
Να λύσεις τα φιλιά τα κλειδωμένα
Και θέλω να με πάρεις στη μεγάλη προκυμαία.
Θέλω να βγω απ΄τον κλοιό σου
Για να ξανάρθω πέτρινος
Στην τρυφερή πληγή σου.
Να κλέψω τα λειψά σου όνειρα
Ν’ ακούσω την ορμή σου
Λίγο πριν σκοτεινιάσει
Πριν κλείσει η πόρτα
Και ψιθυρίσω μες στο χώμα καληνύχτα.

*Από τη συλλογή “Θα επιστρέψω φωτεινός”, Εκδόσεις Άγρα, 2000.

Η ποίηση της διαφωνίας

D.J.Enright
Edwin Muir
e.ecummings

HAROLD DRASDO*

Παραδοσιακά, η ποίηση είναι ένα οχυρό της ελευθερίας. Πιο συγκεκριμένα έχει χρησιμοποιηθεί ως όχημα για κάθε είδους ιδέες, συμπεριλαμβανομένων και των περιοριστικών. Εφόσον όμως, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, η εξουσία θεωρείται ότι περιορίζει τις ζωές και τις σκέψεις των ανθρώπων με τρόπους που προηγουμένως ήταν αδιανόητοι- και εφόσον έχουμε το πλεονέκτημα μιας πάντα πιο ξεκάθαρης άποψης της ιστορίας και των ανθρώπινων δυνατοτήτων: τότε είναι φυσικό να περιμένουμε να βρούμε τη σύγχρονη ποίηση να έρχεται όλο και περισσότερο σε αντιπαράθεση με το κράτος ή τα εξωτερικά του σημάδια. Αν, ωστόσο, κάποιος ρωτούσε τους σημερινούς διαφωνούντες πού να βρει αυτό το σώμα ποίησης, είναι πιθανό ότι κάθε ομάδα θα του πρότεινε πρώτα εκείνους τους ποιητές που συνδέθηκαν μαζί της, σε κάποια στιγμή, με ενεργό συμμετοχή ή προφανή ευθυγράμμιση. Οι σοσιαλιστές θα μπορούσαν να του προτείνουν να ψάξει το έργο της κουστωδίας του Ώντεν, όπως ήταν πριν από τον πόλεμο. Οι αναρχικοί μπορεί να τον συμβούλευαν να δοκιμάσει τον Herbert Read ή τον Alex Comfort. Ένα μέρος της αταξινόμητης αντίστασης θα μπορούσε να τον παραπέμψει στον Christopher Logue, στον Alan Sillitoe ή στους συγγραφείς της Δυτικής Ακτής. Δυστυχώς, ένας απαιτητικός αναγνώστης θα έβλεπε γρήγορα ότι, εκτός ίσως από τον Ώντεν, οι πιο προικισμένοι από αυτούς τους ποιητές φάνηκαν κατά κάποιο τρόπο ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν το ταλέντο τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε αυτά τα θέματα. Και, στην πραγματικότητα, φαίνεται αδύνατο να συγκεντρωθεί από αυτές τις πηγές μια λογικού μεγέθους συλλογή που να είναι ταυτόχρονα καλή ποίηση και έντονη κριτική.

Από την άλλη πλευρά, αν ξεκινήσετε από την κυρίαρχη τάση της πρόσφατης αγγλικής ποίησης -συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων Αμερικανών που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε- θα βρείτε επιθέσεις κατά του κράτους και σχόλια για την πολιτική και τις κοινωνικές υποθέσεις στα πιο απροσδόκητα σημεία. Η παρούσα έρευνα σημειώνει ορισμένα από αυτά, χωρίς να υποδηλώνει ότι υπήρξε κάποιου είδους κίνηση. Οι προσπάθειες συσχέτισης “τάσεων” και στυλ είναι συχνά αβάσιμες και ακόμη και ο Όργουελ μπορεί να φανεί σε αβεβαιότητα για το θέμα αυτό στο μάλλον άδικο δοκίμιό του για τον Γέιτς. Αυτό αποτελεί ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης.

Ο Γέιτς πέθανε το 1939, αλλά τα τελευταία του ποιήματα είναι τουλάχιστον εξίσου εντυπωσιακά με οτιδήποτε άλλο έγραψε και δεδομένου ότι γενικά θεωρείται ο μεγαλύτερος ποιητής αυτού του αιώνα, φαίνεται σκόπιμο να ξεκινήσουμε με μια λέξη προς υπεράσπισή του. Είναι αλήθεια ότι θαύμαζε υπερβολικά τις αριστοκρατίες του παρελθόντος- ότι ασχολήθηκε με την πολιτική και έκανε αντιδημοκρατικές παρατηρήσεις. Ο Όργουελ, ωστόσο, μπόρεσε να βρει στοιχεία για φασιστικές τάσεις, ενώ παραδέχεται ότι είναι δύσκολο να πούμε πόσο σοβαρός ήταν πραγματικά ο Γέιτς σε πολλούς από τους ισχυρισμούς του. Το παλιό ζήτημα της αναστολής της δυσπιστίας τίθεται εδώ σε σχέση με την ποίηση τουλάχιστον. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται δίκαιο να επιστήσω την προσοχή σε ορισμένα ποιήματα που υποδηλώνουν μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στα πολιτικά πράγματα. Η πολιτική, για παράδειγμα, είναι η δήλωση ενός ανθρώπου με μικρό ενδιαφέρον για την εξουσία, ενός ανθρώπου που βαριέται τις ιστορίες ίντριγκας και κρίσης. Μερικές φορές ανακοινώνει μια ευθεία περιφρόνηση για την ψευτιά του σύγχρονου κόσμου και υποστηρίζει το είδος του ησυχασμού που ο Όργουελ καταδίκαζε τόσο πολύ στον Henry Miller – όπως στο The Old Stone Cross.

Ένας πολιτικός είναι ένας εύκολος άνθρωπος
Λέει τα ψέματά του από μνήμης,
Ένας δημοσιογράφος επινοεί τα ψέματά του
Και σε πιάνει από το λαιμό,
Γι’ αυτό μείνε σπίτι και πιες την μπύρα σου.
Και άσε τους γείτονες να ψηφίσουν…

Μπορεί κανείς επίσης να θαυμάσει την κοφτή άρνησή του να συμβιβαστεί στο On Being Asked For A War Poem- ή να επισημάνει τα επιγράμματα The Great Day και Parnell ως απόδειξη ενός ευφυούς κυνισμού για τις επαναστάσεις και τις κυβερνήσεις.

Ο Πάρνελ κατέβηκε στο δρόμο, είπε σε έναν άνθρωπο που ζητωκραύγαζε:
“Η Ιρλανδία θα αποκτήσει την ελευθερία της κι εσείς ακόμα θα σπάτε πέτρες”.

Με μία εξαίρεση, τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών της ζωής του.

Από τη μικρή ομάδα ποιητών που γράφουν ακόμη και σήμερα και που τράβηξαν την προσοχή ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, ο πιο αιχμηρός είναι ο Αμερικανός E. E. Cummings- κατά προτίμηση, e. e. cummings. Αρχικά είχε τη φήμη της αφάνειας, αλλά αυτό οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη εμπιστοσύνης των αναγνωστών που ερχόταν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με τα τυπογραφικά του τεχνάσματα. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο και αν και δεν είναι ευρύ σε έκταση, συχνά έχει έναν τρυφερό ή εκστατικό λυρισμό που δεν έχει όμοιό του στη σύγχρονη ποίηση. Σε αυτό προστίθεται ότι δεν φοβάται να πει αυτό που σκέφτεται για την επικαιρότητα και το λέει δυναμικά με ευστροφία, ειρωνεία και πάθος. Για να δώσει τον τόνο υπάρχει ο ορισμός του: “ένας πολιτικός είναι ένας κώλος πάνω στον οποίο έχουν καθίσει όλοι εκτός από έναν άνδρα”. Ορισμένα από τα κομμάτια του είναι απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική σκηνή. Κανένας σοβινιστής ή μιλιταριστής δεν έχει ξεφουσκώσει ποτέ τόσο επιδέξια όσο εκείνος στο ποίημα που αρχίζει “δίπλα βέβαια στον θεό Αμερική εγώ/σας αγαπώ”. Το ποίημα που γράφτηκε στη μνήμη ενός αντιρρησία συνείδησης – i sing of Olaf glad and big – είναι μια θαυμάσια σάτιρα, επείγουσα με θυμό και συμπόνια. Ο Cummings μαστιγώνει εκείνους που νομίζουν ότι “το να διαφέρεις μια ασθένεια κάποιου/ να συμμορφώνεσαι με την κορυφή του είμαι”. Και η απέχθειά του για τον κομμουνισμό δεν αντανακλάται σε μια ικανοποίηση για τις αμερικανικές υποθέσεις –

έτσι ρα-ρα-ρα-ρα δημοκρατία
ας είμαστε όλοι ευγνώμονες σαν την κόλαση
και να θάψουμε το άγαλμα της ελευθερίας
(γιατί αρχίζει να μυρίζει)

Έχει συχνά παρατηρηθεί ότι ο τελευταίος πόλεμος δεν παρήγαγε κανένα σώμα ποίησης σαν αυτό των ποιητών των χαρακωμάτων. Σίγουρα, υπάρχει μια διαφορά στον γενικό τόνο, μερικές φορές μια πραγματική παραίτηση που χαρακτηρίζεται ίσως από τον Keith Douglas: “Remember me when I am dead/and simplify me when I’m dead”. Ή η απελπισία ή η αηδία καλύπτονται από μια λεπτή ειρωνεία, όπως στο Naming Of Parts του Henry Reed. Αλλά ένα σύντομο ποίημα αξίζει προσοχής καθώς στέκεται σε σύγκριση με οτιδήποτε έγραψε ο Όργουελ ή ο Sassoon: Το The Death Of The Ball Turret Gunner του Randall Jarrell.

Από τον ύπνο της μητέρας μου έπεσα στο Κράτος,
Και έσκυψα στην κοιλιά του μέχρι που πάγωσε η υγρή μου γούνα.
Έξι μίλια από τη γη, λυτρωμένος από το όνειρο της ζωής του,
Ξύπνησα από τα μαύρα αντιαεροπορικά και τα εφιαλτικά μαχητικά.
Όταν πέθανα με ξέπλυναν από τον πύργο με ένα λάστιχο.

Ο Jarrell, όπως βλέπετε, είναι απαισιόδοξος για τις πιθανότητες του ατόμου σήμερα. Κλείνει ένα ενδιαφέρον δοκίμιο για τον Alex Comfort συμφωνώντας ότι το Κράτος είναι ο κύριος εχθρός, αλλά τελειώνει –

Ωστόσο, αν σκεφτεί κανείς τους μηχανισμούς των σύγχρονων κρατών -από τις διαφημιστικές εταιρείες που βγάζουν τις αρχές τους μέχρι τα εργοστάσια αεροσκαφών, που βγάζουν την πρακτική τους- είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι ο θρίαμβος οποιουδήποτε προλεταριάτου είναι κάτι περισσότερο από ένα νοσταλγικό, αντισταθμιστικό όνειρο: εμείς είμαστε αυτοί που μαραίνονται, όχι το κράτος.

Αν αληθεύει, ωστόσο, ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν παρήγαγε το είδος της ποίησης που θα μπορούσε να αναμένεται, ορισμένοι ποιητές έχουν, εν πάση περιπτώσει, ήδη στρέψει την προσοχή τους στον επόμενο: σαν να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο ότι μετά την πυρηνική Ημέρα της Κρίσης μπορεί να μην έχει μείνει κανείς να γράψει ή να διαβάσει. Ο Edwin Muir, ο οποίος ξεχωρίζει ανάμεσά τους, έγινε αρχικά γνωστός για τις μεταφράσεις του στα αγγλικά των εφιαλτικών κόσμων της εξουσίας και του ατόμου του Κάφκα- και η ποίηση του διαπνέεται από μια παρόμοια εμμονική αίσθηση ανησυχίας. Η ποίησή του, η οποία έτυχε πλήρους αναγνώρισης μόνο προς το τέλος της ζωής του, δεν παρουσιάζεται εύκολα με μια σύντομη παράθεση. Δεν έχει σαφή συγγένεια με κανένα άλλο σύγχρονο έργο. Η φαινομενική ισοπεδωτικότητά της εξαφανίζεται στο άκουσμα μιας συμπαθητικής ανάγνωσης. Στα τελευταία του χρόνια ο Muir προφανώς άρχισε να ασχολείται με τον φόβο ενός τελικού ολοκαυτώματος και τρία ποιήματα χρησιμοποιούν τις τρεις πιθανές συνέπειες ενός τέτοιου πολέμου. Στο The Day Before The Last Day, που γράφτηκε λίγο πριν από το θάνατό του το 1959, οραματίζεται την εξόντωση της ζωής – “μηχανική παρωδία της Ημέρας της Κρίσης/που δεν κρίνει αλλά μόνο μοιράζει καταδίκη”- αποκαλύπτει τη “φανταστική εικόνα ενός στάσιμου φόβου”. Τα άλογα αφηγούνται μια αγροτική κοινότητα που επέζησε “από τον επταήμερο πόλεμο που κοιμίζει τον κόσμο” και η οποία ανακαλύπτει ότι η ζωή χωρίς τρακτέρ και ραδιόφωνα είναι τελικά δυνατή- οι άνθρωποι συμφιλιώνονται με την αλλόκοτη σιωπή και την ηρεμία. Το Μετά από έναν υποθετικό πόλεμο υποθέτει, αντιθέτως, το ναυάγιο των πολιτισμένων αξιών, μια γη του εκφυλισμού και της σπατάλης. Ο Muir πραγματεύεται και άλλες πτυχές της σύγχρονης πολιτικής: στο Nightmare Of Peace βρισκόμαστε με τα Ηνωμένα Έθνη.

Ακόμα και σε ένα όνειρο πώς ήμασταν εκεί
Ανάμεσα στους κομισάριους της ειρήνης
Και αυτό το πράο βουητό στον αέρα
Από τους συναινούντες θιασώτες;
Αστυνομία μεταμφιεσμένη σε κάθε καρέκλα
Πάνω στην εξέδρα. Η ειρήνη ήταν εκεί
στα χέρια όπου δεν θα μπορούσε ποτέ να κινηθεί.
Ψηλά ένα περιστέρι με πολεμική πλάκα…
θρονιάστηκε πάνω απ’ όλους με απειλητική αγάπη.

Αρκετά καλά ποιήματα που είναι άμεσα ή έμμεσα “αντιβομβαρδιστικά” έχουν εμφανιστεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Ένα από αυτά μπήκε σε μια δημοφιλή σχολική ανθολογία: The Birds του Clive Sansom – ο οποίος είχε και ένα άλλο ποίημα, το Loyalties, το οποίο καταγράφει τη λατρεία του κράτους ως προδοσία της ατομικότητας. Ο Robert Conquest και ο I. A. Richards έχουν ωραίες μικρές επιθέσεις κατά των πυρηνικών όπλων. Από τον John Wain υπάρχει το A Song About Major Eatherly. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι η Edith Sitwell στα Three Poems Of The Atomic Age απλώς ενσωματώνει στα ποιήματά της μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων για τις εκρήξεις προς υποστήριξη της δικής της πυροτεχνίας: “Τότε στον δολοφονημένο Ήλιο ένας τοτέμ πόλος σκόνης αναδύθηκε στη μνήμη του Ανθρώπου. Λες και η εμπειρία ήταν πολύ άμεση, οι αναφορές των επιζώντων πολύ αγωνιώδεις, για να δικαιολογούν παρεμβάσεις ή εξωραϊσμούς. Πράγματι, ο αναγνώστης έργων όπως η “Χιροσίμα” του John Hersey και το “Φωτεινότερο από χίλιους ήλιους” του Robert Jungsk μπορεί να γνωρίζει με δυσάρεστο τρόπο ότι οι περιγραφές των πραγματικών εκρήξεων τον διεκδικούν πρώτα με τον γενικευμένο τρόπο της ποίησης και μπορεί ακόμη και να τείνουν να αναστείλουν κάπως την αντίδραση που πρέπει να προκαλέσει το περιεχόμενό τους. Αυτή η αποπλάνηση από το μέγεθος ή την αίσθηση είναι κάτι που ο προπαγανδιστής πρέπει να ζυγίσει προσεκτικά.

Από όλους τους Άγγλους ποιητές που έχουν αποκτήσει φήμη μετά τον πόλεμο, μόνο για έναν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το έργο του είναι πολύ συχνά η άμεση έκφραση της κοινωνικής του συνείδησης. Πρόκειται για τον D. J. Enright. Η ποίησή του φαίνεται εκ πρώτης όψεως μάλλον πολυμαθής και μανιερίστικη λόγω των περιστασιακών και αντηχητικών ποιητικών φράσεων. Όμως ένας καλός αναγνώστης θα νιώσει γρήγορα τη δύναμη του έργου του Enright και θα βρει σε αυτό μια αίσθηση συμπόνιας και μια ακεραιότητα που σπάνια επιδεικνύεται σήμερα σε κοινωνικά πλαίσια. Ο Enright, ο οποίος έχει ταξιδέψει ευρέως στις χτυπημένες από τον πόλεμο χώρες της Ευρώπης και της Άπω Ανατολής, θα μπορούσε σχεδόν να αποκληθεί ποιητής της πείνας. Γράφει για τη φτώχεια, την εξορία, την πείνα, την πορνεία, τα αδικήματα του κράτους κατά του ατόμου, τον καιροσκοπισμό των πολιτικών.

Το μόνο αίνιγμα που είδα
ήταν τα παχιά λόγια των πολιτικών
απέναντι στα αδύνατα πρόσωπα των φτωχών.

Το Monuments Of Hiroshima ίσως είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για την πόλη αυτή. Η διάθεση αυτού του ποιήματος σε κάνει να σκέφτεσαι κομμάτια όπως το At The New Menin Gate του Sassoon. Ο Enright διαθέτει μια αμεσότητα και μια ειρωνική ευφυΐα που τον σώζουν από τον συναισθηματισμό. Καταλήγει –

Λίγη ειρήνη για να αναπαυθούν, λιγότεροι από αυτούς…
για να αναπαυθούν εν ειρήνη:
Σκόνη σε σκόνη μια γρήγορη μετάβαση, στάχτη σε στάχτη…
με τρομερή ευκολία.
Το μόνο τους μνημείο θα είναι το χτύπημα των άλλων…
Ένας Πύργος Ειρήνης, μια Αίθουσα Ειρήνης, μια Γέφυρα Ειρήνης.

που θα μπορούσαν να ευχηθούν για κάτι μόνιμο,
σαν ένα ξύλινο κουτί.

Γράφοντας για την πείνα, στα βιβλία Where Charity Begins και The Short Life of Kazuo Yamamoto, αντιπαραβάλλει τον λεκτικό κόσμο των πολιτικών με τον πραγματικό κόσμο των θυμάτων.

Αλλού οι μεγάλοι έχουν κι αυτοί τους πονοκεφάλους τους,
Καθώς παλεύουν με αυτούς τους αξιοσημείωτους γλωσσοδέτες…
όπως η Απελευθέρωση και η Καταπίεση.
Αλλά δεν μιλούσαν για σένα,
Καζούο, που βρήκες το ποντικοφάρμακο πιο φτηνό από την ασπιρίνη.

Η συμπάθειά του επεκτείνεται και στα πεινασμένα ζώα, όπως στο αιχμηρό μικρό επίγραμμα Asiatic Premises, όπου γίνεται κατηγορητήριο.

Αυτό το μεγάλο, λευκό, καινούργιο κτίριο είναι αφιερωμένο…
στη μελέτη των Φιλελεύθερων και Ανθρωπιστικών Τεχνών.
Κάτω από τους γύρω φράχτες βρίσκονται τα μικροσκοπικά και φουσκωμένα
κορμιά πεινασμένων γατιών. Ματαιοδοξία των ματαιοδοξιών.

Τα ποιήματα αυτά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση περιστασιακή παρατήρηση ή σχόλιο, αλλά αρχίζουν και τελειώνουν με μια επίπεδη και ενίοτε προφητική απόρριψη της πολιτικής της εξουσίας.

Αλλά οι πολιτικοί ζουν στο δικό τους κλίμα,
Στις κρύες καρέκλες όπου επωάζονται
Μια μελλοντική άνοιξη από δαμάσκηνο και ροδάκινο και κεράσι, σε υπέροχες μεταλλάξεις.
που ανθίζει σε όλα τα τυφλά και κατεστραμμένα έθνη.

Συμπληρωματικά με αυτό είναι το συναίσθημά του για τον μεμονωμένο πάσχοντα, ιδιαίτερα τον πολιτικό πρόσφυγα- το καλύτερο παράδειγμα είναι το όμορφο Meeting An Egyptian At A Cocktail Party. Φυσικά, ο Enright αφιερώνεται και σε άλλα, εντελώς διαφορετικά θέματα: κυρίως στις τέχνες, στην κριτική και στις εντυπώσεις του τόπου. Από κοινωνική άποψη, το “Bread Rather Than Blossoms” είναι το πιο ενδιαφέρον από τα βιβλία στίχων του.

Εν κατακλείδι, τι μπορεί να ειπωθεί για την κατάσταση της ποίησης σήμερα; Την τελευταία δεκαετία εμφανίστηκαν μια χούφτα εξαιρετικοί ποιητές. Ο Enright θα μπορούσε να συμπεριληφθεί σε αυτούς, αλλά τι γίνεται με τους άλλους; – Ted Hughes, Philip Larkin, Thom Gunn, Burns Singer, Elizabeth Jennings, C. A. Trypanis, Donald Davie. Ο κριτικός δεν μπορεί να αγνοήσει την εκπληκτική απουσία κοινωνικών σχολίων στο έργο τους. Πράγματι, θα μπορούσε να επιστήσει την προσοχή σε ένα ποίημα όπως το Too Late For Satire του Davie. Ο Davie έχει την κομψότητα, τη σαφήνεια και την αιχμή του τέλειου σατιρικού- και το γνωρίζει αυτό, αλλά μέσα από μια θλιβερή μοιρολατρία αρνείται το έργο –

Θα μπορούσα να ήμουν τόσο ανελέητος όσο ο Πάπας
Αλλά μάταια, σε μια τραγική εποχή…
Μοιραζόμαστε το μίσος, αλλά μας λείπει η ελπίδα.
με το να καρφώσουμε τις τρέλες για να μεταρρυθμίσουμε την εποχή.
Το να κατηγορούμε είναι κουτσό και οι σατιρικοί αργούν.
Κανένα μαχαίρι δεν μπορεί να καρφωθεί στην ιστορία ή στο είδωλο,
Κανένα μαχαίρι δεν μπορεί να μας βγάλει από τον ασβέστη της μοίρας.

Για να προχωρήσει περαιτέρω, ο κριτικός θα μπορούσε να εξετάσει το A Woman Unconscious, ένα εντυπωσιακό έργο του Ted Hughes. Ο Χιουζ οραματίζεται έναν ατομικό πόλεμο που θα μπορούσε να εξαφανίσει όλα τα έμβια όντα – “ο κόπος όλων των αιώνων μας μια απώλεια με φύλλα και έντομα”- στη συνέχεια απορρίπτει τη φαντασία του ως μελοδραματική και (με αμφίβολη προέκταση) μη σύμφωνη με το μοτίβο της ιστορίας- ώσπου, επιστρέφοντας στην αρχική ιδέα, συγκρίνει την εξαφάνιση όλης της ζωής με την απώλεια της συνείδησης, ή το θάνατο, μιας και μόνο γυναίκας –

Κι αν η βόμβα συγκριθεί με τη βόμβα,
Αν και όλη η ανθρωπότητα αναδιπλωθεί και τίποτα δεν αντέξει…
Η Γη εξαφανίζεται σε μια στιγμιαία φωτοβολίδα…
Ήρθε ένας μικρότερος θάνατος…
στο λευκό κρεβάτι του νοσοκομείου
όπου μια, μουδιασμένη πέρα από την τελευταία της αίσθηση,
έκλεισε τα μάτια της στις αποδείξεις του κόσμου
και βύθισε το κεφάλι της στα μαξιλάρια.

Αυτού του είδους ο σολιψισμός πρέπει να φαίνεται σε πολλούς τρελά διεστραμμένος. Πράγματι, θα ήταν διασκεδαστικό, αν δεν υπήρχε η αίσθηση της κρίσης, το γεγονός ότι οι αναγνώστες που πάντα επέμεναν ότι η ποίηση μπορεί να αγνοεί την ηθική μπορεί τώρα να βρεθούν – καταπιεσμένοι από την επείγουσα τελική απειλή ενός πυρηνικού πολέμου – να αναγκάζονται να προδιαγράψουν στάσεις και θέματα για τον ποιητή. Αν, ωστόσο, αυτό το αίσθημα του επείγοντος μπορεί να παραμεριστεί, μπορεί να γίνει μια εντελώς διαφορετική αποτίμηση της τάσης της σύγχρονης ποίησης. Αρνητικά, μπορεί να ειπωθεί ότι από αυτή την κοινωνική σκοπιά οι καλύτεροι από τους νεότερους ποιητές δεν αμαρτάνουν σχεδόν ποτέ κατά παραγγελία. Ενώ θετικά, είναι σαφές ότι το μόνο χαρακτηριστικό που τους ενώνει είναι το γεγονός ότι κανένας από αυτούς δεν έχει πολλά κοινά: είναι προσηλωμένοι σε αρκετά προσωπικές εξερευνήσεις. Αν αυτό είναι απόδραση, είναι και κατάφαση.

Ενδεικτική βιβλιογραφία
-Collected Poems by W. B. Yeats. (Macmillan, 1958, 18/-.)
-Ε. E. Cummings: Selected Poems 1923-1958. (Faber and Faber, 1958, 18/-.)
-Randall Jarrell: Selected Poems. (Faber and Faber, 1958, 15/-.)
-Edwin Muir: Collected Poems 1921-1958. (Faber and Faber, 1960, 25/-.)
-D. J. Enright: Bread Rather Than Blossoms. (Seeker and Warburg, 1956, 10/6.)
-Ted Hughes: Lupercal. (Faber and Faber, 1960, 12/6d.)
-Donald Davie’s ‘Too Late For Satire’ is in the anthology New Lines edited by Robert Conquest. (Macmillan, 1956, 12/6d.)

*Ο Harold Drasdo διδάσκει Αγγλικά στο Νότιγχαμ. Το αγγλικό πρωτότυπο δημοσιεύτηκε εδώ: https://libcom.org/library/poetry-dissent Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.