Ζυράννα Ζατέλη: «Τα βιβλία μου τα υπογράφουν με τις ουρές τους οι γάτες μου»

H συγγραφέας-φαινόμενο των ελληνικών γραμμάτων μιλάει για τη βάσανο του δημιουργού, τα τετράδια που καταγράφει τα όνειρά της, το επόμενο βιβλίο της τριλογίας της και φυσικά, τις γάτες της.

Συνέντευξη στη Λίνα Ρόκου – Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Χρειάστηκαν δύο συναντήσεις για να ολοκληρωθεί η συνέντευξη που ακολουθεί. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στον Φωταγωγό, αγαπημένο στέκι της Ζυράννας Ζατέλη και η δεύτερη στο σπίτι της. Ήταν αυτή, η δεύτερη που μου επέτρεψε να εισέλθω στο προσωπικό της σύμπαν, σε έναν πλανήτη μυστηριώδη αλλά ταυτοχρόνως φιλόξενο, που με βοήθησε να αποκωδικοποιήσω κάπως περισσότερο την προσωπικότητα μιας γυναίκας-ξωτικού.

Το σπίτι της δεν τολμώ καν να το περιγράψω, νομίζω ότι ο Τιμ Μπάρτον μπαίνοντας μέσα σε αυτό θα ένιωθε ένας βαρετός, συνηθισμένος άνθρωπος. Αμέτρητα μικροαντικείμενα, πλάσματα φτιαγμένα από κάθε είδους υλικό και τρεις ολοζώντανες και πανέμορφες γάτες φτιάχνουν μια μυσταγωγική ζούγκλα που συμπληρώνει επάξια την προσωπικότητα του κατοίκου της. Και φυσικά τα αμέτρητα γραπτά της.

Κάποια στιγμή μου δείχνει λίγα μόνο από τα άπειρα τετράδια της, εκεί που σημειώνει με στυλό σκέψεις, ιδέες δικές της, φράσεις που διάβασε ή άκουσε, όνειρα. Από τα τετράδια που εδώ και πολλά χρόνια καταγράφει τα όνειρά της προέκυψε και το τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο Τετράδια Ονείρων.
Continue reading

Ένα πραγματικά ευχάριστο ποίημα

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Τουμ τα ραμ, του τζαμ που ραμ
Πι πιρίμ τσι μπομ κου τριμ
Κούτι κούτι κούτι λο
Βζζζζζζινγκ σιρίμ τσι φο λοκό
Μπλα μπλα μπλου, μπλι μπλο τρολό
Πι τι πι τι πι τι μπονγκ
Μπονγκ μπονγκ μπονγκ, μπονγκ μπονγκ μπονγκ
Ουιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι
Ουιιιιιιιιιι, ουι ουι ουιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι
Πουμ..

View original post

δυο τουλάχιστον σύμπαντα

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Πόσο παράδοξος βιώνεται
ένας αλλότριος θάνατος,
όταν στερεύουν πια τα δάκρυα
δίχως να φυτρώνουν αντίστοιχες
πολεμίστρες
κι οι άνθρωποι
που θα έπρεπε να είναι
ο καθένας το δικό του φως,
σκουπίζουν την αλισάχνη των γονιών τους
απ’ το πρόσωπο,
διατηρώντας αναπόφευκτα στις μασχάλες τους,
ένα δροσερό ενύπνιο
με τους πριγκηπικούς εαυτούς τους/
Μονάχα που και που
κάποιοι απ’ αυτούς
βγαίνουν από την πόρτα τους
Χριστούγεννα,
μ’ ένα πιατάκι με σπασμένα ποιήματα
για τους μοναχικούς λύκους/

Υπάρχουν άλλωστε, τουλάχιστον δυο σύμπαντα:
ένα, που συγκολλά τα ποιήματα αυτά
κι άλλο ένα
εκείνο που δημοπρατεί
τα σπίτια των γερόντων/

Το άπειρο ή πεπερασμένο πλήθος των συμπάντων
που ενδιαμέσως διαβιοί,
ως θεωρία θαρραλέα
ακόμη ελέγχεται._
ΚΛ -19/12/2017

photo: Lyonel Feininger 
American, 1871–1956
Untitled [Street Scene, Double Exposure, Halle]
1929-1930
Gelatin silver print
Image: 17.8 x 23.7 cm (7 x 9 5/16 in.)
Gift of T. Lux Feininger, Houghton Library, Harvard University
© Artists Rights…

View original post 8 more words

Στρατής Παρέλης, Δύο ποιήματα


ΑΚΙΝΗΤΟ ΚΙΝΟΥΝ

Ανατρέμουν πάνω στις πυκνές φυλλωσιές
φθόγγοι γαλανοί του αέρα·
ανάσες που η δροσιά θεσπίζει με μια αγαλλίαση λαμπρή.
Πού νομίζεις σώθηκε η ζωή;
Όταν ο τρόπος του νερού την έκανε ν’ ακούγεται πιο σίγουρη
με το αρχαίο μυστικό της, μουσικής διαδεδομένο..
Πεταλίδες πάνω στον θαλάσσιο βράχο
θρύβονται, μέσα στο δρολάπι του καιρού·
επάνω τους σωρεύεται το κέλυφος του αιώνα
κι οι μέρες που έριξαν σαν ένα ταιριαγμένο του αφρού τραγούδι
που ακίνητο κινείται τώρα μέσα στους αιθέρες..
Αναζητάς το σωματίδιο του θεού- λες και ο νόμος
του αοράτου θα σου υπακούσει-
βαφτισμένος στο φως
του ακίνητου κινούντος τις επιταγές εξαργυρώνεις-
βρίσκεσαι τώρα ν’ αναζητάς «εαυτόν!»
Από τα μέσα της έχει διάρκεια η νύχτα:
ωραία σιωπή που απλώνεται κι όνειρα πέφτουν κάθετα
μες το αβυσσαλέο στόμα του αποκοιμισμένου χρόνου..
Κι εκείνο το ανεξερεύνητο κινούν που άγνωστα ακίνητο είναι
αξίζει όλα τα λεφτά!
Μιας και μονάχα αυτό διαβάζει
θεό
μέσα στην κάθε γύρω μας κρυμμένη μουσική!

2007

***


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ…

Κάτι πολύ υπάκουο, κάτι
ξεχασμένο
ανάμεσα στις μέρες, αναγκασμένο
να σιωπά
και να σώνεται κάτω από μια μικρή ηλιαχτίδα
που τρύπησε την σκεπή του ουρανού.
Το διαβάζω τώρα που ξέρω καλά να κρατώ
τον ρυθμό της ζωής μου, είναι
μηδενικό
και άπειρο,
απαρτίζεται
απ’ όλους τους αριθμούς
και ορατό από τον ύπνο μου είναι-
σαν όνειρο
ή σαν καθρέφτης που θα ξόδεψε όλες τις μορφές και
λίγο έλειψε να ακυρώθηκε τα είδωλα αναπαριστώντας και απουσία τόση.
Στην πίσω αυλή, στο παλιό σπίτι, που
την νύχτα
το φυλούν νυχτερίδες
και
μία εκατόφυλλη τριανταφυλλιά
σκαρφαλώνει
ψηλά
ως του παραδείσου τα μέρη.
Τώρα,
όπως βιβλίο μες τα χέρια μου που αποστήθισα
μικρό παιδί
το Ποίημα
μελαγχολικό και αέρινο, τρέμει
και δεν είναι λέξεις που παρέσυρε ο άνεμος, δεν είναι
σκέψη που μόλις λίγο και πριν έτσι έκανα, δεν είναι
οσμή μιας πραγματικότητας που με συνέλαβε
να ενορχηστρώνω
τα γλαφυρά τραγουδάκια μου
το Ποίημα
γέννημα θρέμμα των αγγέλων και
επουράνια κτήση..

Δεκέμβρης 2017

*Τα ποιήματα και οι εικόνες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή http://stratisparelis.blogspot.com

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ ΞΥΛΟ

Χάραμα – Το ξενυχτάδικο γυαλιά στον αέρα – Καρέκλες – Τραπέζια – Από λόγια βαριά – Μεθυσμένα – Βαριά σαν την πέτρα -Κανείς δεν τα ακούει ειπωμένα – Κανείς δεν ξέρει από ποιον -Σε ποιον προορισμένα – Καμιά σημασία αυτό για κανέναν -Μπαίνουν όλοι στη μέση — Μπαίνουμε κι εσύ κι εγώ μεθυσμένοι – Ημασταν καιρό με μια αγάπη χαμένη – Ρίχνουμε ξύλο πολύ -Απελπισμένοι – Το ξενυχτάδικο γυαλιά στον αέρα – Από λόγια βαριά μεθυσμένα – Βαριά σαν την πέτρα – Κανείς δεν τα ακούει ειπωμένα –

***

ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟ ΤΣΙΠΟΥΡΟΥ ΣΤΗ ΣΤΕΝΗ

Δυο κλεφτρονάκια – Μην τρελαθούνε στη στενή ακίνητα-Αποστακτήριο φτιάχνουνε για τσίπουρα – Από τις φλοίδες φρούτων – Εναν κουβά – Μια κατσαρόλα που μπάσαν’ από τη μάνα του ενός στα επισκεπτήρια — Δηλώνοντας στον τρίτο τους τον σύντροφο – Αν μπουρλοτιάσει τουλάχιστον καήκαμε από τσίπουρο-Παρασκευής μας στη στενή – Θα το ονομάσουμε – “Ποινή” – Καιρό μετά – Σε ένα χυμένο οινόπνευμα – Σε εξέγερσης φωτιά -Οι εμπνευστές του αποστακτήριου μπουρλότο από στραβή -Μα-φιόζων στη στενή – Που για άλλους πήγαιναν – Από αρμόδια Αρχή ~ Για ένα άτυχο συμβάν ανακοινώσεις μοναχά – Μια ΕΔΕ για των φυλλάδων τα ψιλά – Πώς βρέθηκε αποστακτήριο σε κελί-Πώς κάτω από τη μύτη τους κυκλοφορούσε τσίπουρο “Ποινή” — Δυο κλεφτρονάκια — Μην τρελαθούνε στη στενή ακίνητα —

*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Μάρτιος 2016.

**https://alitispress.blogspot.com

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

DEBATE

Κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης
Οι πολιτικοί με τις μαύρες κουκούλες
Κοιτούσαν τον ουρανό περιφρονητικά
Μιλούσαν στα πουλιά με υπονοούμενα
Ασελγούσαν στις σταγόνες της βροχής
Αποκεφάλιζαν τους αόρατους εχθρούς
Στο πάνελ κι ο ετεροθαλής τους εαυτός
Χρόνια βουτηγμένος στην παρανομία
Μ’ ένα χοντρό παλτό Σεπτέμβρη μήνα
Στήνεται μπροστά από τα μικρόφωνα
Κι υπερασπίζεται τη δήθεν δημοκρατία.

Κι οι ψηφοφόροι με τα κομμένα χέρια
Εξαπατημένα πουλιά του καλοκαιριού
Πατώντας κατά λάθος το τηλεκοντρόλ
Άρχισαν να πετούν πάνω απ’ το στούντιο
Αφήνοντας στα κεφάλια των πολιτικών
Μια τεράστια διαπλεκόμενη κουτσουλιά.

***

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Διατηρητέο «σπίτι» στην κόλαση
Δίπλα μαγαζί μ’ ερωτικά βοηθήματα
Σε όποιο και να μπεις θα αμαρτήσεις
Ουρανοκατέβατος πέφτω στη λίμνη
Τζάμπα μάγκας του γλυκού νερού
Με περιθάλπουν κάτι τυφλά βατράχια
Ξεπλένομαι απ’ τις αρχαίες αμαρτίες
Και βγαίνω εξαγνισμένος στη στεριά
Με βουτάει απ’ τα μαλλιά το φεγγάρι
Και με εκτοξεύει ξανά στην κόλαση
Μπαίνω στο πρώτο ταξί ρακένδυτος
Ο οδηγός μού δίνει ένα ροζ βιβλίο
Ανάβει στριφτό τσιγάρο και ξεκινάει.

«Όχι από δω, όχι σ’ άλλα μπουρδέλα
Στρίψε δεξιά για το σπίτι του Θεού».

***

ΠΡΟΣΕΧΩΣ

Προσεχώς είδη καπνιστού
Φουγάρα πιθανού καρκίνου
Ντουμάνιασε ο πεζόδρομος
Στριφτά βήματα θανάτου
Καταπατούν ένα χαρτάκι
Το σαλιώνω μετά μανίας
Σαν στερημένος φαντάρος
Κάνω κυκλάκια αυτογνωσίας
Η δύναμη του να υπάρχω
Αποτυπώνεται σε μια τζούρα
Φιλοσοφική ματαιοδοξία
Άλλωστε τι έμεινε πια ζωντανό
Εγώ κι ένας φύλακας στη γωνία
Να με παρατηρεί που ρουφάω
Το φεγγάρι από απόσταση
Κίτρινα δάχτυλα γερασμένα
Ψηλαφίζουν την αθανασία
Φτιάχνω τασάκι από εφημερίδα
Τα φρέσκα νέα στην κάφτρα
Κι η επανάσταση έγινε στάχτη
Όλα αυτά μπροστά στη βιτρίνα
Του ανακαινισμένου μαγαζιού.

Προσεχώς είδη νοσοκομείου.

*Από τη συλλογή “Προσεχώς” που περιλαμβάεται σο βοβλίο “Υπό το μηδέν”. Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2017.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ηλιακό

Όπως σε είδα σήμερα―
κι είχες ένα ρόδο στο στήθος σου!
καθυστερώντας εγώ
σε κοίταζα, όχι για το ρόδο.

Εσύ μου χαμογέλασες
προσπερνώντας, διέσχισες ανέμελη
την κοχλάζουσα άσφαλτο
κι εξαφανίστηκες στον ίσκιο
μιας πολυκατοικίας.

Ο ήλιος θριάμβευε.
Δεν προχώρησα άλλο.
Περιγέλασα τα πλάνα μου, διακαώς
επιθυμώντας να μαραθώ.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Ρένα Αβαγιανού, Το ορατό του αόρατου

Τρικυμίας απόσπασμα

Η ορχήστρα γδύθηκε τα κόκκινα συντρίμμια,
καθώς κοπάδια βιολιστών κατευόδωναν σπασμένα κοχύλια.
Λευκή πληγή στα μαλλιά
και πολύχρωμο αίμα στον βοριά.
Πέτρινα φιλιά και μια κραυγή
που εκπυρσοκρότησε στα χέρια μου.
Ιδρωμένα φεγγάρια ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες
–καίνε τ’ αστέρια στο κρεβάτι–
Στον κήπο φυτρώνουν αναμμένα κεριά
και ματωμένο χαμομήλι.
Αυτή την άνοιξη αποκλειστήκαμε απ’ το χιόνι
–η αγάπη μας τέσσερις μήνες βαρύς χειμώνας–
Στο καφενείο κολυμπάνε βελούδινα ψάρια
και το τηλέφωνο δεν σταματά.
Σταγόνες βροχής είναι τα ποιήματα
και εσύ μια τρικυμία

***

Η σκάλα

Υπάρχει μια σκάλα
που οδηγεί
τ’ αγέννητα παιδιά
κατ’ ευθείαν στον ουρανό.
Αυτή η σκάλα εικάζεται
ότι έχει κατασκευαστεί
από Κύκλωπες,
–μια ιδιαίτερη φυλή με τρία μάτια–
Το πού ακριβώς καταλήγει
αποτελεί μυστήριο.
Όσοι άλλοι δοκίμασαν ν’ ανέβουν
φτάνοντας στα μισά έπεσαν
και σκοτώθηκαν.
Μονάχα τ’ αγέννητα παιδιά τερματίζουν.
Ο θρύλος λέει πως οδηγεί στον παράδεισο.
Όμως ποτέ δεν κατάλαβα γατί,
στάζουν αίμα τα σκαλοπάτια της
και στον αέρα υπάρχει διάχυτη
μια μυρωδιά θεϊκής σήψης

*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ερημιά

Photo: Maya Abraham

Είναι η ερημιά που κυριαρχεί
στις πολυκατοικίες
στα πλακόστρωτα της επιτυχίας
στα μουρμουρητά στα σοκάκια
στα κεριά και στα λιβάνια
στους δεκάρικους των πολιτικών
στα μοιρολόγια των σκιών
στα μισόλογα των οπτασιών
σ΄ αυτούς που φεύγουν μόνοι
στα μικρά παιδιά στις παιδικές χαρές

είναι η ερημιά σαν μια υστερική σούπα
κουρνιάζει σε σπίτια-τρύπες
κουλουριασμένη αγκαλιάζοντας δήθεν
τον άλλο της εαυτό
μινιατούρα που δεν μεγάλωσε ποτέ
κυνηγώντας πεταλούδες
και χρωματιστά ψάρια σε ενυδρεία
καλλιεργώντας πλαστικά λουλούδια
και χάρτινα όνειρα στις λεωφόρους
των διαδικτυακών αναστάσεων
πλουμισμένα σάβανα νεκρών συντρόφων

η ερημιά ξέχασε τους ποιητές
έτσι που κανείς δεν θέλει να τους συγχωρέσει
για την τόση αποκοτιά τους
να θεωρούν τους εαυτούς τους ειδήμονες
της μιας ή της άλλης μοναξιάς
που καμώνεται για συντροφιά
πλέοντας πέρα από τον ορίζοντα
της σιωπής τους
πέρα από τις φανταστικές ρίμες
των ανύπαρκτων στίχων τους

η ερημιά είναι τα μέρη εκείνα
τα μακρινά
οι απάτητοι τόποι
που όλο λέμε να επισκεφθούμε
αλλά όλο το αναβάλλουμε
φοβούμενοι το ύψος
και τις τιμές των χρηματιστηρίων
παραδινόμενοι με αυταπάρνηση
στα είδωλα της καθημερινότητας
αναζητώντας τους κωδικούς της εξόδου
από τη σύγχρονη σκλαβιά του χρέους
ασθμαίνοντας στις μεγάλες αποστάσεις
κοιτάζοντας τα τρένα να περνούν
αλλά αδυνατώντας να επιβιβασθούμε
γιατί ποτέ δεν αγοράσαμε εισιτήριο.

Ηρώ Νικοπούλου, Κούρος σε κίνηση πρώτη

ΟΙ ΑΚΑΛΥΠΤΟΙ των πολυκατοικιών
χώροι ανυπεράσπιστοι.
καθώς ενώνουν
τα πίσω κρυφά τους μέρη,
μοιάζουν σαν αγκαλιά ματαιωμένη,
στο χρόνο ακίνητη.

Αιώνια χαιρετώντας το άπιαστο
τον άνοικο που δε χώρεσε
να κατοικήσει.

***

ΤA ΒΡΑΔΙΑ του ξημέρωνε
σε ξένους ύπνους,
έπινε γαλήνη αδικαίωτη
στα μπαρ.
Δωμάτια παραβίαζε
με μανία
με φουρκέτες
με σουγιάδες.

Έψαχνε παντού
για το ουράνιο τοξο
που του τάξανε.

***

ΑΝΕΒΑΣΕ το λεπτό της σώμα
στα χέρια
μέχρι τον έβδομο,
έσπρωξε με το γόνατο την πόρτα.
Ο φωτισμός ήταν αλλιώτικος
απ’ ό,τι ήξερε.

Συγνώμη, πήγε να μουρμουρίσει,
μα τον πρόλαβε μια φωνή
από το βάθος.

Λάθος, κύριε,
είστε σε λάθος νεκροθάλαμο.

***

ΤΟΝ ΕΙΔΑ ένα βράδυ
μέσα απ’ τις γρίλλιες,
για να γράψει ένα ποίημα
έμπηξε ένα καρφί
στον απέναντι τοίχο
και περίμενε
να γυρίσει ο πόνος
πίσω σ’ εκείνον.

***

ΠΗΡΑΝ τη σιωπή του
για ευτυχία

κι έτσι τον άφησαν αβοήθητο.

***

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Άσ’ το
θα βγει μόνο του
καθώς η ωραία στιγμή
σε λάθος ώρα.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.