Αλκιβιάδης Μαλλίδης, Τρία ποιήματα

Στεφάνι

Πήρα τα φύκια κι έφτιαξα ένα στεφάνι
Σε στόλισα σαν βασίλισσα

Πήρα τα φύκια από το βυθό μου

Έχω ένα βυθό μέσα μου

***

Θάνατος και ζωή

Χαμογελούν των πανσέδων
οι νεκροκεφαλές

Οι μέλισσες
λούζονται στη γύρη

***

Χελιδόνι

Είναι ένα αφηρημένο χελιδόνι
που δεν φεύγει με τα άλλα πουλιά
Κουρνιάζει μέσα στη χούφτα μου
όλο το χειμώνα

Είμαι η φωλιά του

*Από τη συλλογή “Μυστικός Άτλας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Δεκέμβριος 2017. Έργο εξωφύλλου: Haley Cavotta.

Τα ρόδα της Οδού Ρόδων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΙΟΥΛΟΣ

Γιώργος Πρεβεδουράκης
Οδός Ρόδων
Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2018

Είμαστε στο 2013 και ο Πρεβεδουράκης κυκλοφορεί το “Κλέφτικο”. Έχει ήδη κυκλοφορήσει το “Στιγμιόγραφο” το 2011, οπότε η παρουσία του, δεν μοιάζει κεραυνός εν αιθρία. Εδώ όμως, έχουμε μιαν άλλη ιστορία και με μιας, κάνει ένα επίτευγμα, τόσο συγγραφικά όσο και με τους νόμους και τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς που ορίζει τι είναι επιτυχία. Τα νούμερα δεν μπορούν να πουν ψέματα. Τρεις εκδόσεις (αν δεν απατώμαι), σε μια χώρα που πολλοί γράφουν, αλλά λίγοι διαβάζουν ποίηση. Το “Κλέφτικο” γίνεται θεατρικό και μελοποιείται, από τους Regressverbot, ενώ ετοιμάζεται και η αγγλική μετάφρασή του. Βρίσκει περισσότερα αυτιά, ανοίγει κι άλλες πόρτες. Γίνεται τρόπο τινά “ποπ”,για έναν κόσμο ο οποίος διασκεδάζει διαφορετικά, γυρνάει την πλάτη στο κυρίαρχο, διαβάζει διαφορετικά, εκτονώνεται διαφορετικά. Το ομώνυμο δε ποίημα της συλλογής (μεταγραφή του “Ουρλιαχτού” σε “Κλέφτικο”) , γίνεται ίσως και μια τρόπο τινά τοτέμ, για μια γενιά που ακολουθεί χρονικά τη γενιά του ίδιου του Πρεβεδουράκη και που λίγο ως πολύ το έχει για βραδινή προσευχή, κομμάτι της αυτοκριτικής της και θέμα συζήτησης με τον ψυχαναλυτή της.

Ακολουθούν τα “χαρτάκια”, που θυμίζουν τις αναζητήσεις του ποιητή στην πρώτη του συλλογή. Μικρές βραδυφλεγείς βόμβες, μα για μένα, όχι στο επίπεδο του “Κλέφτικου”., ακόμα κι αν ίσως συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Καθώς λοιπόν περιμέναμε την “Οδό Ρόδων”, είχα μια συζήτηση με μια φίλη, της οποίας τη γνώμη εκτιμώ πολύ και παίρνω πολύ στα σοβαρά. “Δύσκολα θα επαναλάβει ένα νέο “Κλέφτικο”, είναι κάτι που τον στιγμάτισε”. Από την άλλη, δεν μπορείς παρά να ονειρεύεσαι πως οι ποιητές γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, πως οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, έστω και αν οι διαψεύσεις παραμένουν συντριπτικά περισσότερες από τις όποιες επιβεβαιώσεις.

Ήρθε λοιπόν η “Οδός Ρόδων” και όπως λέει κι ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εκδοτικό του σημείωμα για το βιβλίο, ο Πρεβεδουράκης έκανε ένα επίτευγμα. Ξεπέρασε θα πω εγώ το “Κλέφτικο” που τον όριζε και πήγε ακόμα παραπέρα ακόμα κι αν το ομώνυμο ποίημα θα μένει να πλανάται σαν ουρλιαχτό στ’ αυτιά όσων μπορούν ακόμα να ακούσουν.

“Οδός Ρόδων” λοιπόν και με ένα γρήγορο ψάξιμο στις μηχανές αναζήτησης, η πιο διάσημη, βρίσκεται στην Εκάλη. Από κει, ο Πρεβεδουράκης θα μιλήσει για όλους. Τους από δω και τους από κει, για εμάς (αν και το “εμείς” έχει πολλούς πατεράδες, όπως θα πει ο ίδιος) και για τους άλλους, για τις γενιές που φεύγουν, για τις γενιές που ήρθαν και για κείνες ακόμα που σε καροτσάκια κυκλοφορούν. Για τα μωρά των “άλλων” και για τον “δικό του” Μανώλη. Τα ποιήματα της “Οδού Ρόδων” δε θα γίνουν εύκολα συνθήματα στον τοίχο. Τα ποιήματα αυτά μοιάζουν να κατασκευάστηκαν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κι ύστερα, σαν παζλ, κομμάτια τα έκανε και σε προκαλεί να τα συναρμολογήσεις. Για όλων τη γούνα έχει ράματα, μα πρωτίστως για τη δική του (χαμένη υπόθεση ο ποιητής Πρεβεδουράκης).

Ειρωνία, νταβάδες κι άγιοι, εικόνες, πολλές εικόνες, ένα σωρό “easter eggs”, όρεξη να ‘χεις να ψάχνεις και να περιπλανιέσαι στους δρόμους του ποιήματος, κι εκεί, σαν πινακίδες να χάσκουν τα πιο μικρά ποιήματα, βοηθήματα να μη χαθείς, ανάσες.

Η Ελλάδα που κουβαλάει ως βαρίδι την παράδοση, η Ελλάδα που ισορροπεί μεταξύ των Βαλκανίων και του να είναι ένας κράτος πλυντήριο, μα ευρωπαία καμώνεται πως είναι. Το συνάφι που κάνει κλίκες, οι άνθρωποι που ζουν λες και έχουν δεύτερη ζωή καβάτζα, οι άνθρωποι που ποτέ δεν έζησαν, οι σχέσεις μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φιλίες που διαλύθηκαν στο ζόφο που ζούμε.

“Πικρά τα ρόδα του Πρεβεδουράκη”, θα αποφανθεί άνθρωπός μου που το διάβασε. Γεμάτα αίμα, θα προσθέσω εγώ. Και θα κλείσω με τον ίδιο τον ποιητή και το καταληκτικό του ποίημα, μιαν ωδή στο γίγαντα Λεοντάρη (εδώ, θα πει η ξεναγός, στέγνωσε κάποτε το αίμα των ρόδων). Κι αν απαισιόδοξο σου μοιάζει τούτο δα, σκέψου πως υπάρχει κάποιος, να πει την Ιστορία.

Les temps des cerises.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_8213

 «Η εποχή των κερασιών», είναι ένα τραγούδι που γράφτηκε στη Γαλλία το 1866, με λόγια του Jean Baptiste Clément και μουσική του Antoine Renard. Εξαιρετικά δημοφιλές στις γαλλόφωνες χώρες. Είναι συνδεδεμένο με την Κομμούνα του Παρισιού το 1871.

  ΟClément  κομμουνάρος και ο ίδιος,  πιστεύεται πως  το αφιέρωσε το 1882 στη γενναία νοσοκόμα Louise που πολέμησε και σκοτώθηκε στη Semaine  Sanglante «αιματηρή εβδομάδα»

Έχει περάσει στην ιστορία σαν επαναστατικό τραγούδι και αφηγείται πως θα είναι η ζωή όταν το σύστημα θα έχει αλλάξει και οι συνθήκες της ζωής θα είναι ανθρώπινες και δεν θα υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.

Έχει γνωρίσει πολλές εκδοχές και έχει τραγουδηθεί από πολλούς, μεταξύ των οποίων και ο Yves Montand.

Όταν τράβηξα αυτή την φωτογραφία, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν εκεί.  Τα κόκκινα, γλυκά δροσερά κεράσια που μας μεταφέρουν σε μια εποχή που θα είναι γλυκιά κι ανθρώπινη.

Τους στίχους τους πήρα…

View original post 418 more words

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αν πριν απ’ το λευκό ήταν το λευκό
έτσι και γω ήμουν πριν από μένα
μα κι οποιαδήποτε άλλη υπόθεση
είναι πάντα επαρκής κι ευπρόσδεκτη
όσο αυτό το ποιηματάκι
μου κρατάει συντροφιά
αράδα την αράδα
μέχρι να γίνει κι
αυτό ότι γίνει.

View original post

Ιβάν Γκολ, Από τα “Μαλαισιακά τραγούδια”

6

Από τότε που γεννήθηκα
είμαι στολισμένη για τον ερχομό σου

Δέκα χιλιάδες μέρες πέρασαν
κι όλο πηγαίνω να σε συναντήσω

Οι χώρες στένεψαν
τα βουνά χαμηλώνουν
τα ποτάμια λίγνεψαν

Το κορμί μου μεγάλωσε με ξεπέρασε
απλώνεται απ’ την αυγή ως το λυκόφως
σκεπάζει όλη τη γη
Όποιο δρόμο κι αν πάρεις
θα περπατήσεις επάνω μου

8

Δεν ήθελα να είμαι
παρά ο κέδρος μπροστά στο σπίτι σου
ένα κλαδί του κέδρου
ένα φύλλο του κλαδιού
μια σκιά του φύλλου
η δροσιά της σκιάς
που χαϊδεύει τον κρόταφό σου
για ένα δευτερόλεπτο

27

Σκεπάστηκα μ’ εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
να με μυρίσεις
εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
να μ’ αφανίσεις
εφτά φορές

*Από τη συλλογή «Μαλαισιακά τραγούδια» (1934), που περιλαμβάνεται στον τόμο «Ιβάν Γκολ – Ποιήματα (1920 – 1950)», σε επιλογή και μετάφραση Ε. Χ. Γονατάς, Εκδόσεις Στιγμή, 2003.

Χαρά Παπαδοπούλου, Απροσδόκητη συνάντηση

Μια μέρα συνάντησα την αλήθεια μου.
Πήγαινα να ψωνίσω στο σούπερ μάρκετ.

Τη ρώτησα αν ήταν καλά στην υγεία της.
Κι εκείνη μου απάντησε:
“Καλά, εσείς;”
Κι εγώ της λέω:
“Τι περιττός πληθυντικός!”.

“Γιατί; Δεν είναι ταιριαστός με την ηλικία σου;
Ή μήπως δεν έχεις το κύρος της τιμής του;”

“Μπα! Τι ξαφνική οικειότητα είναι αυτή;
Εσύ τόσα χρόνια παρίστανες την άγνωστη.
Μου μίλαγες σαν να ‘μουν καμιά ξένη.
Κι ούτε με άφηνες καν να σε συναντήσω.
Κι ούτε έπαιρνες από παρακάλια και λυγμούς.
Και τώρα σου θυμήθηκε να μ΄ εμψυχώσεις;
Καθάρισες, νομίζεις με το νεόκοπο ενικό σου;
Τι να την κάνω την ψεύτικη εκτίμησή σου;
Εγώ ήθελα την αλήθεια μου στο πλάι μου”.

“Τότε να μου είχες καταργήσει το πληθυντικό νωρίτερα.
Λες και δεν ξέρεις πόσο απεχθής μου είναι
η σεμνοτυφία”.

Με πήρε αγκαζέ και πήγαμε μια μικρή βόλτα στο πάρκο.
Μετά είχα να γυρίσω για ψώνια.

“Από το βιβλίο ‘“Ενα γυμνό κρεμμύδι”, Εκδόσεις των άλλων, 2016.

Kobayashi Issa, Δεκαεπτά χαϊκού

1
Άνθη κερασιάς
και λάμπουν: από κάτω
ποιος είναι ξένος;

2
Έτσι θ’ ανθίζουν
κι οι κερασιές στην άλλη
όχθη της ζωής.

3
Σαλιγκάρι μου:
αργά αργά ν΄ ανέβεις
το όρος Φούτζι

4
Από το θάμνο
λαμπροστόλιστη, νά την:
η πεταλούδα.

5
Μικρό σπουργίτι
κάνε πέρα, έρχεται
ο κύριος Ίππος

6
Ξαφνική βροχή:
το γυμνό μου άλογο
γυμνός ιππεύω.

7
Ίσια στο χιόνι
της πόρτας κατουρώντας,
ανοίγω τρύπα.

8
Στέκει τρέμοντας
η καλύβα της πόρνης
στην καταιγιδα.

9
Σκυμμένη μετρά
τα σημάδια των ψύλλων
καθώς θηλάζει.

10
Μια θύρα καλή
στο απαλό σεληνόφως
γύρεψα, βρήκα.

11
Απόψε τ’ άστρα
το ‘να με τ’ άλλο μοιάζει
να ψιθυρίζουν.

12
Μόνη στο σπίτι
κι αυτή θα βλέπει τώρα
την πανσέληνο.

13
Περπατήσαμε
μέσα στα χρυσάνθεμα
πίνοντας σάκε.

14
Σαν αποπιούμε
θα κάτσουμε να δούμε
την πανσέληνο.

15
Έτσι ειν’ ο κόσμος:
τ’ ολόγιομο φεγγάρι
κι αυτό εκλείπει.

16
Χωρίς τον Βούδα
θα έλαμπε η πάχνη
πάνω στη χλόη

17
Ο κόσμος της πάχνης
κόσμος της πάχνης είναι,
κι ωστόσο, κι ωστόσο.

*Από το βιβλίο “Ο κόσμος της πάχνης – Σαραντατρία χαϊκού του Ματσούο Μπάσο και του Κομπαγιάσι Ίσσα, σε απόδοση Διονύση Καψάλη, Εκδόσεις Άγρα 2008.

Γρηγόρης Σακαλής, Ερημιά

Pet Cemetery

Είχες φυτέψει τριανταφυλλιές
στην αυλή μου, μάνα
τις πότιζες, τις κλάδευες
τις καμάρωνες
μαζί σου κι εγώ
μύριζαν τόσο ωραία
τα τριαντάφυλλά τους
κανένα σαν κι εσένα
έφυγες εσύ νωρίς
έμειναν οι τριανταφυλλιές
πίσω
να μου θυμίζουν το χθες
σταμάτησα κι εγώ
να τις κλαδεύω, να τις ποτίζω
ερήμωσε η αυλή
ερήμωσε η ψυχή
απ΄ το γλυκό το λόγο
απ΄ τη ζωή και την αγάπη.

avoir και être

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Έπειτα είναι κι οι στιγμές
που αναρωτιέσαι αν θα αρθεί ποτέ,
το σεντόνι με τις πέτρες
όπου γυαλίζει
μαύρο κι αχνιστό
το αρθρόποδο της μελαγχολίας,
ή αν θα πάψει ο υπερκείμενος σίφουνας
να μακελεύει ό,τι βρει,
τις παλιές φωτογραφίες των συλλόγων που σε περιέχουν
-και πλέον οι ραδιουργίες τους
εξυφαίνονται σε ένα ονειρικό κενό-
τη μακρά λίστα
των λησμονημένων φίλων
που κατέληξαν
προσδοκώντας ανάσταση
και ζωή του μέλλοντος αιώνος,
και μια ασπρόμαυρη εικόνα σου
με χοντροπάπουτσα,
όπου ένας έκθαμβος πιτσιρικάς
ακολουθεί τις πεταλούδες
που είναι πιο βαριές κι από τους ελέφαντες,
ανηφορίζοντας προς την Πορτ ντε Κλινιακούρ
μα βγαίνει
ξανά και ξανά στην Ελευσίνα,
με νυχιές στα φρύδια
και στο στόμα μια σχισιά
σα λαγόχειλο.
– Πρώτα να μάθουμε να κλίνουμε
τα ρήματα avoir και être, Constantin…
(που έλεγε κι ο μεσιέ Μερτζάνης._)

ΚΛ – 21/05/2018

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ο χρόνος είναι ο πόλεμος, λέει ο σοφός.
Ο χρόνος είναι η ευλογία, λέει ο πιστός.
Ο χρόνος είναι η προσευχή, λέει ένας άλλος πιστός.
Ο χρόνος είναι το φως, λέει μια όμορφη νεαρή κοπέλα.
Ο χρόνος είναι ο επόμενος στίχος, λέει ο ποιητής.
Ο χρόνος είναι ένας ξένος, λέει ο άντρας πριν γίνει παιδί.
Ο χρόνος είναι η χρήση του, λέει ένα ζώο πριν αποκοιμηθεί.
Ο χρόνος είναι το οξυγόνο, λέει ο φυλακισμένος.
Ο χρόνος είναι η σιωπή, λέει ο ερωτευμένος.
Ο χρόνος είναι μια ευχή, λέει ο πεθαμένος.
Ο χρόνος είναι ο Θεός, λέει ο διάολος.
Ο χρόνος είναι μια βλακεία, λέει ο χώρος.
Ο χρόνος είμαι γω, λέω εγώ.
Ο χρόνος είσαι εσύ, λες εσύ όταν είσαι εγώ.
Ο χρόνος, ο χρόνος, ο χρόνος, επαναλαμβάνει ολοένα ο χρόνος.

View original post