Joyce Mansour, Όλα τα βράδια…

Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.

*Από τα ποιήματα “Κραυγές” που περιλαμβάνεται στο βιβλίολ “Δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία υπερρεαλισμού, σε μετάφραση Έκτωρα Κακναβάτου και επιμέλεια Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, Εκδόσεις Νεφέλη, 1980.

Χρίστος Παλαιοπάνος, Αντίθεση

Μεταλαβιά
γεμάτο το στρατόπεδο κερδώο
μεταλαβιά

δίχως κανένα σώμα (πλην ασπάρακτων ιδεών)
που πρέπον λειώμα
το σώμα
από μεταλαβιά
οι πρόσκοποι εντός γνωρίζουν

αγάλλονται οι αρχιερείς
προϋπάρχοντας – “εν αρχή ην ο Λόγος” –
οι επιτελείς φέρνουν στον ίσιο δρόμο τη μοίρα του χρόνου
με το μολύβι της Ιστορίας φτιάχνουν μελάνη κανονική
ανεξίτηλη
καθαγιάζοντας των αρχιερέων τα ματωμένα υγρά τους:
μεταλαβιά

λόγος σύνορος
σκοπιάς και φόβου
που εν αρχή
οι Αρχές μεταλαβαίνουν
«κι ο χωροχρόνος» εκείνοι ισχυρίζονται

μα ένα αγιάτρευτο πιοτό
διαβαίνοντας τον αφαλό
πιο ξωτικό
αλλιώς μεταλαβαίνει
τον κατάδικό τους χρόνο τον αφίλητο ξεστρατίζει
λύει τα σώματα
τους ξομολογιέται
κι αμέ τα ωκεανίζει

μεταλαβαίνονται

τους ασπάρακτους αρχιερείς ξεπαστρεύουν
και μεταλαβιά-σπαραγμός
πορεύονται

μεταλαβιά
γεμάτο το ποίημα του κόσμου
μεταλαβιά μετά του αγιάτρευτου πιοτού του

*Από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”, ψηφιακή έκδοση, Εκδόσεις Ενδυμίων.

Χρήστος Τουμανίδης, Ικέτες έφτασαν

… οι λεηλατημένοι άνθρωποι αυτοί,
είχανε τη ζωή τους στην Ανατολή.
Και ονειρευόντουσαν την Δύση…

Ικέτες έφτασαν μια νύχτα εδώ,
άνδρες, γυναίκες και παιδιά-
Ρακένδυτοι Απόστολοι της Πίκρας.

Με μόνα εφόδια: Την ακλόνητη πίστη,
και την απόφαση να ζήσουνε δίχως πατρίδα.

Ήρθαν, ελπίζοντας
στην δυτική πλευρά του ονείρου.
Αλλά, η Δύση δεν ακούει!
Και η Ελλάδα;
Αυτή, αναπολεί ακόμα, και θρηνεί,
την για πάντα χαμένη δική της Ασία.

«…Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων».

*Από τη συλλογή “Οι Ελεγείες της Ανατολής”, Ψηφιακές Εκδόσεις: 24grammata.com

ΠΕΘΑΝΕ ΤΗΝ ΑΥΓΗ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_4490

Νύχτα τεσσάρων φεγγαριών

κι ένα μοναχικό δεντρί,

με μια σκιά μονάχα

κι ένα μόνο πουλί.

Ψάχνω στη σάρκα μου

τα ίχνη των χειλιών σου.

Φίλησε το νερό τον άνεμο

χωρίς να τον αγγίξει.

Φέρνω το Όχι που μου πρόσφερες

μες του χεριού μου την παλάμη

σαν κέρινο λεμόνι

άσπρο σχεδόν.

Νύχτα τεσσάρων φεγγαριών

κι ένα μοναχικό δεντρί

Στο κεφαλάκι της καρφίτσας

γυρνάει ο έρωτάς μου.

FEDERICO GARCIA LORCA

Mετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης.

View original post

Θεόδωρος Μπασιάκος, Γιο-γιο blues

Ένας σακάτης απ’ το Σαράγιεβο

την αγάπη σας ψωμοζητάει στο μετρό.
Και μια πεταλουδίτσα της νύχτας

το κορμί της πουλά για ‘να χαρτάκι, να γίνει.
Κι’ ένας βλαμμένος ξεδοντιάρης ευτυχής

βολτάρει παίζοντας το γιο-γιό του

- γιο-γιο-γιο… κ.τ.λ. –
Κι’ αυτοί οι δυο Κύριοι 

με τα φουλάρια και την ανετίλα

τσακίζουνε την μπριτζόλα τους παρλάροντας

περί της α ξ ί α ς των στίχων μου

Αχού και δε με νοιάζει ποσώς τί λεν

δεν με νοιάζει…
Μ’ αηδιάζουν!
Προτιμώ να κυττάζω τον βλαμμένο στον δρόμο

με το γιο-γιό

– γιο-γιο-γιο… κλπ. κλπ. –

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Διατηρητέο χθες

Το σπίτι μας ξάπλωσε
με προσκέφαλο
το δέντρο της αυλής,
ακουμπώντας
το γαλάζιο του ουρανού
να μετρά τις ανάσες
που το έκτισαν,
ξάγρυπνο από φωνές
που το γκρέμισαν,
στεγνό από δάκρυα
που το σταύρωσαν,
χωρίς πόρτα πια,
με κλειστά παράθυρα
κι ένα μπαλκόνι
που ξεχάστηκε στο χθες.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: http://greekpoetics.blogspot.com.au/2018/01/k.html

C. Hakki Zaric, Μηδέν και νερό

Άνεμε, ντροπαλό παιδί του ουρανού και της θάλασσας
Αν στο Σίβας ακόμα χτενίζεις τα μαλλιά του Μετίν Αλτίοκ1
Θα σου χαρίσω την άχνα του Μπρούνο, που έμεινε μέσα μου

Είμαι στον τόπο της φωτιάς και της στάχτης που τον σώπασε η βροχή
Τον λιθόκτιστο χρόνο μου πυρπολούν τα κρατικά χέρια
Γυρεύω για τους μαραμένους μενεξέδες μου μια στάλα νερό

Αναποδογυρίζουν οι βάρκες μέσα μου όσο σκέφτομαι τους ωκεανούς
Γράφω έτσι την Απιθανότητα της Επιστροφής μου στη Ζωή
Στους λυσσασμένους καταρράκτες πνίγονται πόσες χιλιάδες χρόνια τα μάτια μου

Μισανοίγω τις πόρτες με το άσπρο χρώμα μιας μαργαρίτας
Η δροσιά από το φιλί της αυγής στον ήλιο είναι στη φωνή μου
Προσφέρω στους μαραμένους μενεξέδες μου μια στάλα νερό!…

1.Μετίν Αλτίοκ: Τούρκος Αλεβίτης ποιητής, γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1940. Πέθανε στις 2 Ιουλίου 1993 στη Σεβάστεια της Ανατολικής Τουρκίας όταν φανατικοί ισλαμιστές επιτέθηκαν στο ξενοδοχείο Madlmak όπου διεξαγόταν πολιτιστικό φεστιβάλ Αλεβιτών και έβαλαν φωτιά προκαλώντας τον θάνατο τριάντα πέντε ανθρώπων (ΣτΜ).

*Μετάφραση: Lale Alatli.

**Ο C. Hakki Zaric (Τζ. Χακί Ζαρίτς) είναι Τούρκος ποιητής και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1972 στο Σούσουζ του Καρς και έμεινε δέκα χρόνια φυλακισμένος λόγω των πολιτικών του ιδεών.

***Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος 45, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017.

Francisco Fenoy, Oda a la pobreza / Ode to poverty / Ωδή στη φτώχεια

Olvidada la lluvia sobre el río
dormida y desolada entre la niebla
observo, desde lejos, en su aspecto
más sombrío, la usura en su demencia.

Son millones los pobres que se afanan
en un vacío de hilo en hilo y besan
el suelo amargo en propio entendimiento,
malgastando la sangre y la existencia.

Arrugados, humildes: en un tránsito,
con arena de triste muerte. Quema
despiadada que rige los silencios.
Los silencios cargados de una faena
en futuro de luna inexistente.

Charco de nubes para mi presencia
cuando piso la tierra entre los hombres
y examino su frío y su tristeza.

Poblada soledad de piedra y aire
de alegrías morirse, no en pequeñas
muertes con pie pendiente de oleaje.

***

Ode to poverty

Forgotten rain on the river
Asleep and desolate in the mist
I observe, from a distance, in its aspect
More gloomy, usury in his dementia.

Millions of poor people are struggling
In a vacuum of thread in thread and kiss
The bitter soil in own understanding,
Wasting the blood and existence.

Crumpled, humble: in a transit,
With sand of sad death. Burning
Ruthless that governs the silences.
Silences loaded with a task
In future of nonexistent moon.

Puddle of clouds for my presence
When I walk the earth among men
And I examine her cold and her sadness.

Populated solitude of stone and air
Of joys dying, not in small
Deaths with standing waves.

***

Ωδή στη φτώχεια

Ξεχασμένη βροχή στο ποτάμι
Σκιά και έρημος στην ομίχλη
Παρατηρώ, από απόσταση, την όψη της
Περισσότερο ζοφερή, ληγμένη στην άνοιά του.

Εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι αγωνίζονται
Σε ένα κενό νήματος στο νήμα και το φιλί
Το πικρό έδαφος με τη δική του κατανόηση,
Σπαταλώντας το αίμα και την ύπαρξη.

Μπερδεμένος, ταπεινός: σε μια διέλευση,
Με άμμο ενός θλιβερού θανάτου. Κάψιμο
Αδίστακτος που κυβερνά τις σιωπές.
Σιωπές που φορτώνονται με ένα καθήκον
Σε ένα μέλλον με ανύπαρκτα φεγγάρια.

Λάμψη σύννεφων για την παρουσία μου
Όταν περπατώ στη γη ανάμεσα στους ανθρώπους
Και εξετάζω το κρύο της και τη θλίψη της.

Κατοικημένη μοναξιά πέτρας και αέρα
Από τις χαρές που πεθαίνουν, όχι στο μικρό
Θάνατοι με στάσιμα κύματα.

*Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. Αγνοείται ο μεταφραστής στην Αγγλική.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ο χρόνος

Ο χρόνος γρήγορος επουλωτής πληγών
παιδί που παίζει κυνηγητό στη μέση του δρόμου
αλλά κι ένας γέρος
με πόνους και αναμνήσεις

Ο χρόνος κάνει παρέα με τους πάντες
αναβλύζει ανεπαίσθητες ορμές
αλλά και θάνατο
σκοτώνοντας τα παιδιά του

Ο χρόνος διαλύει τις οραματικές σου ψηφίδες
κάθεται αντίκρυ και σε περιγελάει
ξεπετάγεται άξαφνα
εκεί που δεν τον σπέρνεις

Ο χρόνος όαση
και βούρκος
και έλος
πάντα μόνος κι ατρόμητος