Τόλης Νικηφόρου, Στη διάλεκτο της μοναξιάς

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς

όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ

άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της

*Το ποίημα γράφτηκε τον Αύγουστο του 2010 και είχε αρχικά δημοσιευτεί στο Translatum. Ανήκει πλέον στη συλλογή Το μυστικό αλφάβητο (2010)

**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/01/06/sti-dialekto-tis-monaxias-tolis-nikiforou/

Michael Dana Gioa, Ξεναγός στην άλλη γκαλερί

Αυτή ’ναι η αίθουσα με τα σπασμένα μέλη
όπου κείτονται κομματιασμένοι μαρμάρινοι αθλητές
δίπλα στου χερουβείμ το χέρι.
Τίποτε δεν πετιέται ποτέ.

Βαλμένες σε σειρές αυτές οι πεταλούδες.
Μέσα στη θήκη τους μικρές και γκρίζες
τώρα φαίνονται ίδιες.
Γιατί ο θάνατος κάνει το κάθε ον με το άλλο να μοιάζει.

Αυτά τα πορτραίτα εδώ των αγνώστων είναι κρεμασμένα
σειρές μέχρι τρία μπόγια ψηλές, η μια κορνίζα πάνω απ’ την άλλη.
Κάθε ισχυρή ψυχή που λαχτάρησε φήμη,
χωρίς όνομα αποθανατισμένη.

Εδώ είναι τα ράφια των μη αναγνωσμένων βιβλίων,
εκατομμύρια σελίδες χαρτί που κιτρινίζει.
Επισκέπτες περιπλανώνται μεταξύ των ραφιών,
χωρίς ποτέ κανείς κάποιο βιβλίο να κατεβάζει.

Μακάρι να ήμουν ο καλύτερος των ξεναγών.
• Είναι τόσα ακόμα που πρέπει κανείς να δει.
Σειρές άδειων μπουκαλιών.
Εκθέσεις κλειδαριών χωρίς κλειδί.

Θέλεις να απέλθεις; Μα είναι αδύνατο.
Αυτό το δωμάτιο έχει μια θέα τόσο ειρηνική.
Για κοίτα αυτή τη θήκη από αρχαίο ξύλο.
Για σένα είναι. Χωρίς επιγραφή.


*Από τη συλλογή “The Cods of Winter” (1991). Μετάφραση: Κώστας Ζωτόπουλος. Αναδημοσίευση από το τεύχος 45 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017) του περιοδικού “Ένεκεν”, στη Θεσσαλονίκη.

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Εγώ το Χάος

Εγώ το Χάος
ο ύστατος ιριδισμός σάρκας κι ονείρου
ο τεχνοκράτης ονειρώξεων επαναστάσεων
και φυγών
γλύπτης αναγεννησιακών ωσμώσεων
χαραγμένο σημάδι στα τεφτέρια των πέντε ανέμων

σπαθί του Τζέκινς Χαν

στην αναντίστοιχη μεταβλητή υποβάλω το φορτίο μου
και στην ιερουργό πεταλούδα τέμνω τα συντεταγμένα
σκέλη μου- ως δουλική υπόκλιση και παράδοσή μου∙

λαμβάνοντας υπόψιν μου τα του ονόματός μου
αναπόδραστα σημαινόμενα από Ορφέως έως Ζώπυρου
καταγεγραμμένα

αδιαμόρφωτος κι αρχέγονος
γνήσιο τέκνο του σκότους
έχοντας από καιρό χάσει τα κληρονομούμενά μου

και με την ταπείνωση του πλάνητα
να παραδέρνω για λίγη δόση ύπαρξης

μέσα από κατακρεουργημένα χέρια
και σώματα δέσμιων
σε κλουβιά των πολλαπλών αισθήσεων

μέσα από καταναγκασμούς και πλούσιες
του οπίου γεωμετρίες
λαβυρίνθους φράκταλς καταπιεσμένων ηδονών

την εκδίκησή μου -με περισσή φροντίδα- σχεδιάζω
και με την αιμάτινη λαχτάρα του νικητή
φορώ την ολόχρυση προσωπίδα της εξουσίας μου

Εγώ το Χάος
σ’ αυτή την απόλυτη τελετή
μέσα από τις στάχτες μου ξαναγεννιέμαι

με νέο σώμα αλαβάστρινο
και με την θεία λαμπρότητα της μεταμορφώσεώς μου

σε φλόγα μετατρέπω τ’ όνομά μου
όμοια ν’ ακούγεται του ορυμαγδού

Εγώ το Χάος
σε Τάξη ακούω τώρα.

Όλγας Βότση, Προχωρούμε και Σ’ ανασαίνουμε…

Προχωρούμε και Σ’ ανασαίνουμε.
Η παρουσία Σου μας τυλίγει σαν τον αγέρα της νύχτας·
μας αγγίζει τα ερημικά μαλλιά, τα μακριά μας ρούχα.
Είμαστε χαμένοι μες στα σκοτάδια και στα βουνά,
χωρισμένοι απ’ όλους τους ανθρώπους.
Είμαστε τα προχωρημένα φυλάκια.
Πιο πέρ’ από μας, κανείς για μας δε μιλεί.
Ποτέ δε μίλησαν για μας.
Κάπου-κάπου μονάχα, ένας σύντροφος της ερημιάς
περνά από δίπλα μας σα σκιά,
μας κοιτά σιωπηλός και τραβά το δρόμο του.
Σ’ αγκαλιάζουμε,
ανοίγουμε τα χέρια μας εκστατικοί,
και φουχτώνουμε το σκοτεινό αγέρι που μας τριγυρνά,
κι είμαστε ευτυχισμένοι.

*Από τη συλλογή “Ενδόμυχα” (1953).

Στέλιος Γεράνης, Ομολογία ενοχής

Χωρὶς νὰ ὑπάρχει στὰ χαρτιὰ μιὰ καταδίκη εἰς θάνατον
περιπλανῶμαι σὰν φυγόδικος ἀπὸ τὴν πρώτη μου στιγμή.
Ὅλοι μοῦ λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
γιατί σπανίως ἐννοοῦν τὰ πάμπολλά μου ἐγκλήματα.
Πὼς εἶμαι δήμιος, ἀσφαλῶς, δὲν τὸ πιστεύουν.
Μὰ ἐγὼ φοβᾶμαι. Γιατί• καλῶς γνωρίζω
πόσες ὡραῖες μου πράξεις καρατόμησα•
πόσες φορὲς κλάδεψα τοὺς βλαστοὺς μου•
πόσες φορὲς συναντήθηκα μὲ τὸν ἄλλο μου δαίμονα
κ’ ἔστριψα
στὴ μικρὴ
σκοτεινὴ
πάροδο.

Ὅλοι μοῦ λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
γιατί δὲ βλέπουν
τὰ κρεμασμένα
στοὺς τοίχους
ὁμοιώματα•
τὰ συνετὰ καὶ δίκαια ἔργα μου δὲ βλέπουν
ἔτσι καθὼς περνοῦν σκυφτὰ
τὶς πύλες τῶν φερέτρων μου.

Ὅταν χτυπάει ὁ ἄνεμος τὴν πόρτα μου
τρομάζω: Τώρα —λέω— ἔρχονται νὰ μὲ συλλάβουν•
ἔρχονται νὰ μὲ ὑποχρεώσουν καὶ πάλι ν’ ἀρνηθῶ•
νὰ πῶ: Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπο.
Αὐτὸν ποὺ ἐντός μου κατοικεῖ
δὲν τὸν γνωρίζω.

Ὅλοι μου λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
καὶ πὼς μπορῶ ἡσύχως ν’ ἀναπαύομαι•
νὰ περπατῶ ἀνενόχλητος στοὺς δρόμους•
γιὰ τοὺς κοινοὺς κακούργους μὲ ἀπέχθεια νὰ μιλῶ
καὶ ν’ ἀποσύρομαι χωρὶς
τὴν ἐντροπὴ τοῦ ἐνόχου.

Μὰ ἐγὼ δὲν ἀναπαύομαι. Τὶς νύχτες
μὲ κυκλώνουν οἱ σκιές. Ἄγρια φαντάσματα
καραδοκοῦν πίσω ἀπ’ τὶς πόρτες μου.
Καὶ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι ὁ διαυγής•
ὁ καθαρὸς καὶ ἀμόλυντος δὲν εἶμαι•
κι ἂς μὴν ὑπάρχει στὰ χαρτιὰ
μιά καταδίκη
εἰς θάνατον.

*Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη, Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης, 6η ἔκδ., Ἀθῆναι, Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., 2000.

Φώτης Αγγουλές, Nαγκασάκι

Ε, Τσάρλυ, τραβήξου από τον ήλιο.

Σήμερα έπεσε η Ατομική…

Σήμερα, στα λιμάνια,

οι σωματέμποροι και οι πορτοφολάδες

μπορούν να περηφανεύονται

που δεν έγιναν Εφευρέτες…

Σήμερα

θα μπορούσε να λέει στην προσευχή της,

μια πόρνη:

«Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ

που δεν γέννησα…».

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://demispoetry.wordpress.com/2017/11/10/n%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9/

Μαρία Πανούτσου, Δεν υμνούμε μόνο το φως

είμαι εδώ για να θυμίζω
την ώρα της ανάπαυσης
του δειλινού την ώρα
μεταθανάτια ώρα της αυγής
και της λευκής της νύχτας την θερμότητα

εκεί που ξενυχτούσαν γυμνά σώματα
του πόνου και της θύμησης
της νοσταλγίας παιδιά
να σας θυμίσω ό τι σκοτεινό κι’ ολέθριο
Κασσάνδρας τραγούδι καθάριο κοφτερό

δεν αντιστέκομαι σε τρεχούμενα νερά
σε πεδιάδες χλοερές
και σε βουνά απάτητα
και τις σημαίες π’ ανεμίζουν
μεσίστιες κάπου σχισμένες λερωμένες


καβάλα στις ιστορίες μου
με κέρινα χαρτιά ομοιώματα
βαδίζω σταθερά και άλλοτε τρικλίζοντας
αναζητώντας κόκκο
δεν ξέρω πια τι κόκκο αναζητώ

Αλέξης Αντωνόπουλος, Όταν Έμαθε

​Δε ζήλεψε όταν έμαθε πως έκαναν σεξ.
Ζήλεψε όταν έμαθε πως μετά
αντί να μιλάνε
άκουγαν τη βροχή.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com