Κατάσταση πολιορκίας
[…]
Αύριο θα αγαπάμε τη ζωή.
Όταν έρθει το αύριο, τη ζωή θα τη λατρεύουμε.
Όπως και να είναι, ήσυχη ή δόλια,
γκρίζα ή πολύχρωμη…
δίχως Ανάσταση νεκρών και δίχως Κρίση.
Κι αν η χαρά είναι αναπόδραστη,
ας είναι ελαφριά να τη σηκώσει η καρδιά κι η μέση μας.
Ο καλός πιστός δυο φορές δεν ξεγελιέται.
[Σε έναν δολοφόνο:]
Αν κάρφωνες στοχαστικά το βλέμμα σου στο πρόσωπο του θύματός σου,
θα θυμόσουνα τη μάνα σου στον θάλαμο των αερίων.
Τότε θα ξέφευγες από τη λογική του όπλου,
θα μετάνιωνες: «Δεν θα την ξαναβρώ ποτέ έτσι την ταυτότητά μου».
[Σε άλλον δολοφόνο:]
Άλλες τριάντα μέρες ν’ άφηνες το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του,
σήμερα τίποτα δεν θα ήταν ίδιο.
Θα τέλειωνε η κατοχή.
Δεν θα θυμόταν την πολιορκία το βρέφος.
Θα μεγάλωνε υγιέστατο.
Ολόκληρο παλικαράκι θα γινόταν
και θα μελετούσε στο σχολείο
την Αρχαία Ιστορία της Ασίας, με μια κόρη σου μαζί.
Μπορεί και να ερωτεύονταν
και να έκαναν κι εκείνοι κόρη (θα ήταν Εβραία από μάνα).
Και τώρα τι κατόρθωσες,
Η κόρη σου έμεινε χήρα
κι εγγονή σου ορφανή.
Και η οικογένεια σου; Διαλυμένη.
Πώς τα κατάφερες και σκότωσες τρία περιστέρια μ’ έναν σμπάρο;
[…]
Νάνος Βαλαωρίτης, Κατάσταση Πολιορκίας
Πολιορκούμεθα λοιπόν
Πολιορκούμεθα από ποιον
Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα
Πολιορκούμεθα στενά
Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική
Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,
Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους
Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά
Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία
Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά
Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες
Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,
Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές
Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,
Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις
Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,
Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,
Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς
Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους
Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. Από τον εαυτό μας
Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.
Antonio Machado, Χθες βράδυ καθώς κοιμόμουν
Χθες βράδυ καθώς κοιμόμουν
Ονειρεύτηκα- σφάλμα θαυμαστό!-
Ότι μια άνοιξη ξεσπούσε
Στην καρδιά μου.
Είπα: μέσα από ποιο μυστικό υδραγωγείο
Ω! νερό, έρχεσαι σε μένα,
Νερό μιας ζωής καινούργιας
Απ΄ το οποίο ποτέ δεν δοκίμασα;
Χθες βράδυ καθώς κοιμόμουν
Ονειρεύτηκα- σφάλμα θαυμαστό!-
Ότι είχα μια κυψέλη
Εδώ μες στην καρδιά μου.
Και οι χρυσαφιές μέλισσες
Έφτιαχναν λευκές κηρήθρες
Και μέλι γλυκό
Από τις παλιές μου αποτυχίες.
Χθες βράδυ καθώς κοιμόμουν
Ονειρεύτηκα- σφάλμα θαυμαστό!-
Ότι ένας ήλιος πύρινος έδινε
Φως μες στην καρδιά μου.
Πύρινος γιατί ένιωσα
Τη ζεστασιά της εστίας
Και ήλιος γιατί έδωσε φως κι έφερε
Δάκρυα στα μάτια μου
Χθες βράδυ καθώς κοιμήθηκα
Ονειρεύτηκα- σφάλμα θαυμαστό!-
Ότι ήταν ο Θεός, που είχα
Εδώ μες στην καρδιά μου.
*Μετάφραση: Άννα Νιαράκη.
Γιώργος Κοζίας, Το δερματάδικο (Μπρεχτικό παράδοξο)
Η ελευθερία είναι σαν ένα μουλαρίσιο τομάρι.
ΑΡΙΑΝ ΜΝΟΥΣΚΙΝ
Σ’ αυτόν τον κόσμο που ιστόρησε ο γέρο Ευριπίδης
κτίστης δραμάτων και ταβερνιάρης λέξεων
Στον κόσμο που γδέρνει, κηδεύει και στενάζει
Χλευάζοντας έστησα το μουλαρίσιο τομάρι
Έμβλημα κρατερό
στους ναούς, στις πλατείες, στα πορνεία
Και το τραγουδάω στίχο, στίχο
το τεμαχίζω μερίδα την μερίδα
Γένος αχόρταγο, άγριο γένος των ανθρώπων
Που χάθηκαν οι γενναίοι ταμπάκηδες
με τους ωραίους τρόπους;
Σπορά του γδάρτη, του μακελάρη
του αποκεφαλιστή, του ερημωμένου
Βλέπω τυφλούς ανθρώπους
στο Πουργατόριο να σέρνουν την τιμή τους
Έθνη της ηδονής και της κλεψύδρας
στο Μέγα Κόφτη να ουρλιάζουν:
Σαν τα φύλλα της Βίβλου, Κύριε
το μέσα μας έξω το γυρίζεις!
Κι ακούγεται του πίθηκου ο τροχός
Δέρμα για πορτοφόλια
για αμπαζούρ, για άλμπουμ
Δέρμα της σκύλας του Μπούχενβαλντ
δέρμα εργατικό, δέρμα του σκλάβου
δέρμα παραφροσύνης
Πέτα, καταραμένο Τίποτα, πέτα
Εγκαταλείπω την ΣΑΡΚΑ!
Φτωχός θεατρίνος, που
με απληστία σπαράζει την Μοίρα
πάνω στου ρόλου το γερασμένο πετσί
Γδάρε το μάτι που επιθυμεί
γδάρε το κεφάλι που κρέμεται
γδάρε τα βλέφαρα που νεύουν
γδάρε τα χείλη που ρωτούν
γδάρε τις μπούκλες που παγιδεύουν
Κι όταν κερδίσεις τον έπαινο
Άνθη κισσού αμάραντα κι ολόχρυσο στεφάνι
Πέτα, καταραμένο πανανθρώπινο Τίποτα, πέτα!
Θα ‘ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα
ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ.
*Από τη συλλογή “Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.
Αλήτις Τσαλαχούρη, Αδίστακτη
Αδίστακτη -Έξω απ’ το στριπτιζάδικο-Άγριο χάραµα-Moυ λέει πως είναι Αδίστακτη-Πως
όλα είναι χαµένα-Και δεν έχει να χάσει τίποτε-Πως η πατρίδα της σωριάστηκε στο
Παραπέτασµα-Πως σαν το εµπόρευµα την ξεπουλήσανε Άνθρωποι-Τέρατα-Αλλά αυτό το
χάραµα-Δεν µπορεί να ζήσει χωρίς εµένα-Θέλει να πάει στη θάλασσα-Να πάρει απ’ τον
κόσµο-Αέρα-Στη διαδροµή µε το ταξί-Μιλάµε ελάχιστα-Πίνουµε απ’ την ίδια µπίρα-Κοιτάµε
τη Μητρόπολη των Θαυµάτων και της Απελπισίας-Να ξηµερώνει στα κτίρια-Στην παραλία
τρέχει σαν το παιδί-Ανάκατα-Λούζεται µε το νερό-Χορεύει µε το φουστάνι της σαν ιέρεια-
Δεν είναι πια Αδίστακτη-Η πατρίδα της δεν σωριάζεται στο Παραπέτασµα-Δεν την
ξεπουλάνε σαν το εµπόρευµα Άνθρωποι- Τέρατα-Μπορεί να ζήσει χωρίς εµένα-Για ένα
χάραµα-Στη θάλασσα-Που ζήτησε να πάρει από τον κόσµο-Αέρα–
*Από την συλλογή “Σάκος του µποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2025.
Μάριος Μαρκίδης (1940 – 2003), Ανακλητικό
Πρώτος να περάσει μέσα ο δεκαπενταετής πλοίαρχος
ύστερα να μπει σκονισμένος ο Ιβανόης αφήνοντας τ’ άλογό του στην πόρτα
Ο καλός μας επίσκοπος Μυριήλ να καθίσει σ’ αυτή την καρέκλα
καθ’ ον χρόνον ο Μάριος
θα ξεδιπλώσει μια βουτηγμένη στο αίμα του σημαία
προς απόδειξιν
της προδοσίας του βασιλόφρονος παππού του
Ο Τομ Σώγιερ, το πειραχτήρι, θα πετάξει ένα ποντίκι στο παράθυρο
και θα βγει να τον κυνηγήσει με τη σκούπα η κυρία Θεναρδιέρου
η γριά Φραγκογιαννού
(που έχει χρόνια να μιλήσει στις γειτόνισσες)
κι η ματαιόδοξη Μαρμελάδοβα
– Τόσο πολύ τους σκέπτομαι ώστε θα με βαρέθηκαν
*Από τη συλλογή “Ποιήματα με ημερομηνία λήξεως”, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1995.
Γιάννα Μπούκοβα, Ωραία ρούχα στο χρώμα της φωτιάς
στην Κατερίνα
Αυτή η ζέστη που με κυνηγάει
σαν να με περίμενε από παλιά
Έχει πάρει τα μέτρα μου
ξέρει τα σωθικά μου απέξω
(σου δίνω έναν κόκκινο λαβύρινθο
δώσε μου μια μικρή αναβολή)
Για τις σκέψεις μου ούτε καν το συζητάω
αυτές δεν έχουν στροφές
χτυπάνε στον τοίχο
κι εγώ ρίχνω γάλα στον καφέ μου
(αραιώνοντας το μαύρο)
προσποιούμαι ακλόνητη μέσα στον κόσμο
Είναι τύχη, συλλογίζομαι,
να ονομάζεις τα πράγματα
έστω και με καθυστέρηση
Να βρίσκεις τόσο πρωτότυπα ρούχα
σ’ αυτό το χαμένο κατάστημα
*Από τη συλλογή “Ο ελάχιστος κήπος”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2006. Μετάφραση: Δημήτρης Άλλος.
Νανά Ησαΐα (1934- 2003), Σημειολογία
Χαμένη η μνήμη της ζωής
Σαν αφήγηση κινήσεων προς τα σημεία
Ενός σχεδίου αφηρημένων εννοιών.
Κάποιο σημείο θα είναι λάθος.
Ή το σημείο των επιθυμιών.
Ένα φύλλο επίσης σημειώνει τον ουρανό.
Ένα άλλο το άστρο.
Αν και δεν βλέπω τον ωκεανό.
Με το υγρό πρόσωπο.
Το βάρος των μαλλιών.
Στα αιχμηρά σημεία των βράχων
–απόκρημνη-
όταν περίμενα στο δικό σου ειρμό
τον τελευταίο σπασμό των κυμάτων.
*Από τη συλλογή “Μορφή”, έκδοση Μικρή Εγνατία, 1980.
Φώτης Αγγουλές (1911-1964), Αν το λέμε…
Βερονίκη Δαλακούρα, Τραγούδι
Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζει τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμιά αγάπη – ευτυχώς. Η ζωγραφική μου τάραξε το αίμα΄, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τα’ αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυΐα και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήσει το ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές.
*Από τη συλλογή “Η παρακμή του Έρωτα”, Εκδόσεις Διογένης 1976.









