Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου
Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια
Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ’ το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες
Γέμισαν απ’ τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη
Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου
Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου
Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου
Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος
Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;
*Από το βιβλίο “Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976”, Εκδόσεις Ύψιλον.

ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄντεχα τὸν καιρὸ ἐκεῖνο συναισθηματικὲς ἐντάσεις. Ἡ φίλη μου ἡ Ρουμάνα μὲ τὴν μικρή της γάτα ἀπὸ τὸ Σιάμ, παντρευόταν καὶ θὰ ἔφευγε γιὰ τὴν Ἀμερική. Ὁ καλός της, εἶχε ἕνα σκύλο καὶ καμία συζήτηση στὴν πιθανότητα γιὰ ὑποχώρηση τῆς ἀπόφασης, σχετικὰ μὲ τὴν μικρὴ γατούλα. «Μιὰ χαψιὰ θὰ τὴν κάνει ὁ σκύλος τοῦ ἀγαπημένου μου» ἦταν ἡ ἀπάντηση στὰ λόγια μου, ὅτι δηλαδὴ θὰ τὴν συνήθιζε ὁ σκύλος μὲ τὸν καιρὸ καὶ ἐκείνη αὐτόν. Μὲ κλάματα ἀποχαιρέτισε τὴν Ἀϊσσὰ τριῶν μηνῶν τότε, ἡ πρώτη της Μαμά, ἡ Ρουμάνα. Τὸ γατάκι, ἕνα ἄσπρο μπὲζ πραγματάκι, μὲ καφὲ ἤδη αὐτάκια, μὲ γαλάζια μάτια μὲ μιὰ σαγηνευτικὴ εὐθύτητα, ἦταν πολὺ ἀδύνατο καὶ πλήρως αἰσθανόμενο τὴν μοίρα του.

