Αντώνης Μπουντούρης, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

(χειμώνας στο Αιγαίο)
Να μη την πιεί κανείς
ετούτη τη ρακή
Γιατί ΄ναι ματωμένη…

Και σάμπως ορθός
λιγάκι να σταθώ
Θα θρέψει άραγε η πληγή
από τη θάλασσα που

πνίγεται στο αίμα;

Γλυκιά κερήθρα έστυψαν
(πριν φύγουν)
Στην τελευταία γιορτή
της θεάς Αστάρτης.

***

ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ

εδώ πέτρωνε η μοναξιά κι εκεί τραντάζονταν προτεταμένο στήθος…
(στον Ντελχάζ, τον Έλληνα που πολέμησε στο πλευρό των Κούρδων στο Κομπάνε)

Εχοντας δρασκελίσει
Ολες τις ανάπηρες ιδέες
Στέκεται στη μέση.

Δεσμίδα ασάλευτου φωτός.

Σκιά εξαγνισμού.

Να φωσφορίζει στο εξής
Μες στο βαθύ σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “Η αλλαξιά της θάλασσας”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Χρόνος.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_4890

κι όταν θα πεθάνω θα ‘θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
ημερολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.

(Φύλλα Ημερολογίου)

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

View original post

Rory Hudson, Demonstration in Syntagma Square, Athens / Διαδήλωση στο Σύνταγμα, Αθήνα

The People!

United!

Will Never Be Defeated!
The People!

United! –
It thuds on

and on. Into the night.

The drumbeat of defiance.

Looking deep into the melee,

one sees the word made flesh,

the lungs that heave in animal rhythm.
For hours it’s been like this.

And now it’s night.

It’s the way they live here
-
late nights of coffee and

comradeship in arms.
The police are uniformed in black.

Hard-helmeted, twitching for action.

Not long ago they killed a student

in streets not far from here.

Blood engages with cobblestones. A hard death.
In a cloud-ridden sky

Zeus rolls the angry dice of thunder.

Night sweats on outcomes.

The future is a chasm opening into darkness.

Ο λαός!
Ενωμένος!
Ποτέ νικημένος!
Ο λαός!
Ενωμένος!
Θορυβεί υπόκωφα συνεχώς
και συνεχώς. Μέσα στην νύχτα.
Ο τυμπανισμός της πρόκλησης.
Κοιτάζοντας στην καρδιά της μάχης,
βλέπει κανείς τις λέξεις να γίνονται σάρκα,
τους πνεύμονες που υψώνονται σ’ έναν ζωώδη ρυθμό.
Για ώρες ήταν έτσι.
Και τώρα είναι νύχτα.
Έτσι ζουν εδώ –
αργά τις νύχτες με καφέ και
συντροφικότητα υπό μάλης.
Η αστυνομία είναι ντυμένη με μαύρο χρώμα.
Με σκληρά κράνη, νευριασμένη για δράση.
Πριν από λίγο καιρό σκότωσαν ένα σπουδαστή
σε δρόμους όχι μακριά από εδώ.
Το αίμα χύθηκε στα λιθόστρωτα. Ένας σκληρός θάνατος.
Σε έναν συννεφιασμένο ουρανό
Όπου ο Δίας ρίχνει τα θυμωμένα ζάρια των βροντών.
Η κατάληξη τιυ νυχτερινού ιδρώτα
Το μέλλον είναι ένα χάσμα που ανοίγεται στο σκοτάδι.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Γκιούλος – Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας, Σημείο 0

Το αντάρτικο το δικό μας
γράφτηκε σ’ εφτά νύχτες.

Χρειάζονται δύο άνθρωποι. Δυο τουλάχιστον.
Ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει.
Αλλά τι σας λέω κι εσάς, σάμπως πεινάσατε ποτέ τόσο ώστε να μπείτε ολόκληροι μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο;

Ίσως αν καείτε,
να μάθετε.

Να σας μάθω για πείνα λοιπόν.
Ή για βουτιές σε σώματα ξένα,
από κείνες που γραπώνεσαι από φλέβες κι όργανα,
να δεις τι έχουν να σου πουν
για το βράδυ που ξεκίνησε.
Και για φωτιές,
να κλείσετε λίγο περισσότερο τα μάτια σας.

Μάθημα πρώτο.
Μαζί τα μάθαμε.
Κι αν φάγαμε κάτι,
δεν ήταν τίττοτ’ άλλο από τα μούτρα μας.
Κι αυτά θα συνεχίσουμε να τρώμε.
Μαθητευόμενοι μάγοι αλλά όπως λέει κι ο σοφός
«αν δεν φαντάζεσαι φωτιές, με κάρβουνα μην παίζεις»
Κι από παιδί
φωτιές ονειρευόμουν.

Ξέρεις,
απ’ αυτές που σε τυλίγουν,
να χεις μέρα κι όταν κλείνεις τα βλέφαρα,
όταν ζητάς το τομάρι σου να σώσεις.
Μα, όσο το σκέφτεσαι ξανά,
είναι φορές που σε προκαλουν
να χορέψεις μέσα τους,
να μάθεις πόσο το δέρμα σου αντέχει.

Αντοχή υλικού,
μάθημα δεύτερο.

Την αντοχή των ανθρώπων θα ‘πρεπε να μετράμε.
Πως η αντοχή μετριέται, θα μου πεις.
Κοιτώντας το δέρμα μας.
Όσο πιο πολλές χαρακιές,
όσες περισσότερες πληγές,
τόσο πιο πολύ αντέχει.
Οι άλλοι, οι σκληρότεροι, αιμορραγούν απ’ τα μέσα.
Και φεύγουν πρώτοι.

Φεύγουν,
να μείνουν οι χαραγμένοι,
να δείχνουν με καμάρι τα σημάδια τους όλα,
λίγο πιο άσχημοι,
σ’ έναν κόσμο μ’ όμορφους καθέπτες,
να τρέμουν, όσες με αίμα ευγενικό
περιμένουν λευκές επιδερμίδες
για να φωτίσουν σκοτεινά δωμάτια
Αφού προτιμούν το αίμα μας για να φωτιστούν,
ένα να θυμούνται:
Να τρέμουν, γιατί ξεκινήσαμε,
μακρύς ο δρόμος και διψάμε.
Κι ας ξέρουν πόσο όμορφα θα φώτιζαν του κόσμου το σκοτάδι, μ’ έναν τους οργασμό.

Μάθημα τρίτο.
Όσοι μπορούσαν να κάνουν αλλιώς και δεν έκαναν,
είναι ένοχοι.
Κι οι ένοχοι θα πληρώσουν.
Είναι ζήτημα επιβίωσης.
Ποινικό δίκαιο.
Το σύστημα σωφρονισμού μας.
Είναι καιρός να μάθει
ττως πρέπει να τιμωρούνται όσοι έμειναν να κοιτούν ταβάνια και τοίχους ασπρισμένους.
Να κορνιζώσεις τις μέρες,
τους οργασμούς και το αίμα σου,
να τα χαζεύεις
κάθε που θα ψάχνεις αυτά που έχασες.

Σε διάδρομο που θέλει βάψιμο.

Ομόφωνα ένοχος.
Άλλωστε, πως ξέρεις αν ο τοίχος θέλει βάψιμο
αν εσύ πρώτος δεν έστειλες τις σκέψεις σου
με χίλια χιλιόμετρα να καρφωθούν πάνω του;
Κομμάτια να γίνουν.
Ήταν άραγε ποτέ λευκά τα ταβάνια μας;

Δεν μάζευαν την κάπνα
απ’ όσα φτιάχναμε προσάναμμα τις νύχτες;
Δεν γέμιζαν σώματα,
σκιές και σιλουέτες,
να ’χεις να προσεύχεσαι
και να θυμάσαι;
Δεν ήταν ποτέ τους λευκά,
να το ξέρεις,
και μην τολμήσεις να μου πεις
πως δεν σ’ το φώναξα.

Αν κάτι ήταν ποτέ λευκό,
μονάχα τα κελιά μας.
Αλλά αυτά ήταν στο κεφάλι μας, δεν μετράνε.
Τις φυλακές μας, εμείς τις κουβαλάμε, τις ποινές μας, τις εκτίουμε ολάκερες.
Γι’ αυτό κι η τιμωρία σας να ζητάτε αίμα, ολάκερη θα είναι.
Είπαμε, ο ένας θα φτιάχνει τις λέξεις,
ο άλλος θα βάζει φωτιά στο φυτίλι
και θα τις πετάει.
Μη ζητάτε επιείκεια,
είναι ένα μάθημα που δε μάθαμε ποτέ.
Αν είχαμε, θα περπατούσαμε λέφτεροι, δε θα βάφαμε τοίχους.

Καλώς ήρθατε.

*Από τη συλλογή “Αντάρτικο2”, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016.

Νο 125 (χωρίς χρόνο)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

(Αρχίζω
να σφυρίζω ένα σκοπό για το κακό μάτι,
κοιτώ / με κοιτούν
μοχθηρά
σπίτια,
ανυψωτικά ψυχών,
ένας δρόμος με λάθος πινακίδες και ζόρικα μαγαζιά,
ταξιδιωτικά,
για την άλλη πλευρά)
~
Δεν
ζούμε για πάντα
φωνάζει ένας από παραθυράκι τουαλέτας,
ένα βυζί μου έρχεται στο
μυαλό,
επιθετικό σαν ζώνη ασφαλείας
στα χείλη,
οι ρόγες της,
κουμπιά μεγατόνων,
και σκουπιδοφωτιές πιο πέρα,
καίω άρα υπάρχω,
από άστεγους,
καλοντυμένους
~
Κι εγώ,
περπατώ χωρίς λόγο στις μέρες,
γυμνιστής ψυχής
με μολυβένιο σακίδιο,
νομίζω με εμφύτευση τον πλανήτη γη στον εγκέφαλο,
με κάποιον άλλο
που ζει
μέσα μου,
~
τον επόμενο.
~
(alexmil)

View original post

Μαργαρίτα Μηλιώνη, τίγρης

στην αρχή τη σκιάχτηκες
το ’βαλες στα πόδια
με τα πόδια στο κεφάλι έτρεχες
χώθηκες σε μια τρΰπα είπες θα περάσει
θα φύγει το τρομακτικό αιλουροειδές

σήκωνες που και που κεφάλι
έλεγες μήπως να βγω; την έβλεπες
να κάνει βόλτες στους κοντινούς δρόμους
και ξανακρυβόσουν στην μονιά σου-
πείνασες

και άρχισες να τρως ό,τι ήταν κοντά σου
έφαγες τον παππού σου την γιαγιά σου
μετά δίψασες άρχισες να σκάβεις για νερό
έσκαψες έσκαψες και η τρύπα σου
μεγάλωσε υποχώρησε το έδαφος
κάτω από τα πόδια σου

χώθηκες ακόμα πιο βαθιά στην γη
και ούτε κουβέντα πια να σηκώσεις κεφάλι
τυφλοπόντικας έγινες και η τίγρης στο φως
πήγαινε και ερχότανε
ό,τι ήταν να φαγωθεί το κατασπάραζε ε
έτσι ήταν βλέπεις φτιαγμένη η ζωή

μέχρι που ήρθε μια μέρα που είπες
τούτο εδώ κάτω με ζωή δεν μοιάζει
αν είναι να αρχίσω να τρώω τις σάρκες μου
καλύτερα να με κατασπαράξει η τίγρης
μ’ ένα σάλτο βρέθηκες στη επιφάνεια·
ήταν τόσο εύκολο;

ξέχασες δειλίες φόβους αναστολές
είχες τόσο λαχταρήσει το φως που δεν γαμιέται είπες αν είναι να με φάει ας με φάει!
και άρχισες και συ να κάνεις βόλτες εκεί έξω-
μπα περίεργο- άρχισες και συ να τρέχεις
να πηδάς πάνω από θάμνους να κυνηγάς λαγούς
ελάφια- τι ήταν τούτο

κοιτάζεσαι στην λίμνη και τι βλέπεις;
τίγρης ήσουν- είχες τις ίδιες γραμμές στο χρυσό δέρμα
αίλουρος το κορμί σου και τα μικρά ελαφάκια
θρήνησαν ήδη τον αδερφό τους

*Από τη συλλογή “Ο Ζωολογικός Κήπος του Ile Saint-Louis”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

στην αιχμή των φωνηέντων

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Δεν είναι ποτέ
ούτε μόνο χωρική, ούτε μόνο χρονική,
μια διάσταση αθωότητας που μας βγάζει κάποτε τη γλώσσα,
και καταπίνει τα φωνήεντα
σα λαίμαργος
μυρμηγκοφάγος/
εκτός χρόνου θυμάμαι ενίοτε
και τους λαρυγγισμούς
του Παναγιώτη Φαρμάκη
σαν μοιραζόταν με τον πατέρα μου
πάνω στη μάντρα μας
μια μπύρα/
δεν καταλάβαινα τις λέξεις,
μήτε πώς από το κεφάλι του
αναδυόταν ένα μαντήλι
σαν τριγωνικό πανί,
κι απ’ το αμπέχωνο εξείχε πάντα
μια μαργαρίτα,
μέσα από έναν άδειο τελαμώνα/
το πως έμοιαζε τόσο με τον Όσιο Λουκά,
και γιατί κάτι γατόνια της γειτονιάς
νιαούριζαν,
ακούγοντάς τον,
εκστασιασμένα/
το πως ο πατέρας
συγκατάνευε
-από πού κι ως πού;-
σε όλη
αυτή τη θλίψη/
και τέλος πάντων,
τι ήθελε να πει
με τα μάτια του,
που έκλαιγαν πάντα δίχως δάκρυα,
και σε ποιά γλώσσα;/
δεν είχα ακόμη καταλάβει,
πως στην αιχμή των φωνηέντων,
οχυρώνεται πάντα
ένα ποίημα,
που πασχίζει να γραφτεί,
ανεξάρτητα απ’ τη γλώσσα…

View original post 3 more words