Ρωξάνη Νικολάου, Από το βιβλίο “Οι ερχόμενοι”

Ο λάκκος

Σφίγγει το κεφάλι ανάμεσα στους αγκώνες του. Ο χρόνος είναι συμπαγής κι ακίνητος. Ένας λάκκος χάσκει στα πόδια του.


Πέφτει μέσα.

*

Κοπέλα σε συνοικιακό φούρνο

Αυτή η κοπέλα ποτίζει τα λιγοστά παρτέρια έξω από τον συνοικιακό φούρνο, τόσο συγκεντρωμένη, θαρρείς και δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Ούτε τ’ αυτοκίνητα, ούτε οι περαστικοί, ούτε η σκέψη μιας άλλης ζωής δείχνει να την απασχολούν. Λες κι οι ανιαρές πλάκες του πεζοδρομίου δεν οδηγούν στον φούρνο ‒τι θα πάρετε, ένα ψωμί, μια τυρόπιτα, ένα γάλα, 5,20 παρακαλώ‒ αλλά σε κάποιο στούντιο παραγωγής ταινιών. Είναι άλλωστε τόσο όμορφη, που θα μπορούσε να ήταν ηθοποιός, η μούσα σεναριογράφων, σκηνοθετών και μόδιστρων, κι οι παπαράτσι να μην την άφηναν σε ησυχία – ω! μα αφήστε με λίγο μόνη επιτέλους!, ίσως να έλεγε καμιά φορά.

∆εν ξέρω βέβαια αν μια αδικαιολόγητη ανασφάλεια δεν θα έκανε κάποτε το σώμα της να καμπουριάζει, αν μια φευγαλέα κι απροσδιόριστη σκιά δεν θα της έφερνε ακατανόητη θλίψη, κάνοντάς την να κρύβει ξαφνικά το κεφάλι στον αγκώνα, καθώς θα βρισκόταν με την παρέα της σ’ ένα πριβέ κλαμπ, αναλογιζόμενη πώς άραγε θα ήταν η ζωή της αν δεν ήταν μια διάσημη ηθοποιός, αλλά μόνο μια υπάλληλος σε κάποιον συνοικιακό φούρνο μιας μικρής, άγνωστης πόλης, που με αφοσίωση θα πότιζε τα λιγοστά παρτέρια του πεζοδρομίου χαμογελώντας μέσα στην υγρή ζέστη του Αυγούστου δίχως κανένας να το γνωρίζειπως-πότιζε-με-αφοσίωση-τα-λιγοστά-παρτέρια-στην-υγρή ζέστη-του-Αυγούστου εκτός ίσως από εκείνον που η σκέψη του θα την έκανε να χαμογελά καθώς θα πότιζε τα παρτέρια, καθώς θα πατούσε πάνω στις ανιαρές πλάκες του πεζοδρομίου έξω από τον συνοικιακό φούρνο μιας μικρής, άγνωστης πόλης, και που θα μάζευε τα νερά του χρόνου από πάνω της, κι όπως αγίασμα θα τα κατάπινε.

*

Οι ερχόμενοι

Στον Χρύση

Υπήρξαμε κι εμείς. Οι ερχόμενοι. Κάποιων από εμάς τα οστά ανακαλύφθηκαν σε εμβρυακή στάση, αγκαλιασμένα με τον εαυτό που αποδέχτηκαν την ύστατη στιγμή. Την ώρα αυτή που γράφω, το κρανίο μου βαστούν χέρια που θα γεννηθούν. Στις μαύρες τρύπες των ματιών του περιδιαβάζει φως από βλέμμα στοργικό κι απορημένο. Τους εμφυσά απαλά δροσιά. Ακούγονται στρατιώτες που τραγουδούν, θαμώνες πυκνοί καφενείου στον Άγιο Ερμόλαο. Πριν τον πόλεμο.
Κλαίω όλο και συχνότερα (αρκεί να νυχτώνει)
Θυμάσαι εκείνο το αγόρι, που όταν το ρωτούσαν τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε: «Κυρία Πολυξένη»;
Θυμάσαι τον Παναγιώτη, που υιοθετήθηκε από πλούσιους Αμερικανούς; Σου έλεγα να πάρουμε εμείς τον Παναγιώτη, να συνεχίσει να είναι κοντά στη μητέρα του και τα οχτώ αδέρφια του, κι είπες πως οι πλούσιοι Αμερικανοί θα φρόντιζαν για όλη του την οικογένεια, όχι μόνο για τον Παναγιώτη, και μου φαινόταν ασήκωτο, μια δυστυχία αναπόφευκτη.
Όταν ήρθε να μας αποχαιρετήσει, το τελευταίο εκείνο βράδυ, σου φίλησε τα χέρια και μαζί του κλαίγαμε εσύ, εγώ, η μητέρα του και μια αδερφούλα του, νομίζω η μικρότερη. Αργότερα έφυγαν απ’ το χωριό μας οι γονείς και τα οχτώ αδέρφια του. Χαθήκαμε, κι ο Παναγιώτης δεν ξέρω πώς είναι σήμερα, μητέρα.

*”Οι ερχόμενοι”, Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, 2024.

Harry Hooton, Words / Λέξεις

Words that have fallen from the lips are dead.
The reverberating murmurs from the benches out-thrust
With the waves’ confused mutter in the wind are lost.
And words, wise and otherwise, alike are tossed
Carelessly aside. Oh, how the cool sweet trees
So irresponsive scatter their leaves upon the earth;
A million sounds and hues irrelevantly die.
They must make way for new things, let them die –
Leaves that have fallen from the trees are dead…
Words are the treasured corpses of the mind;
O’er the dust of withered words man’s incantations fall,
Memories, theories and meanings are dust –
Words that have fallen from the lips are dead.

Οι λέξεις που έχουν πέσει από τα χείλη είναι νεκρές.
Οι αντηχούντες ψίθυροι από τα παγκάκια που απλώνονται προς τα έξω
Με τη συγκεχυμένη μουρμούρα των κυμάτων στον άνεμο χάνονται.
Και τα λόγια, σοφά και μη, πετιούνται
απρόσεκτα στην άκρη. Ω, πώς τα δροσερά γλυκά δέντρα
Τόσο αδιάφορα σκορπούν τα φύλλα τους στη γη-
εκατομμύρια ήχοι και αποχρώσεις πεθαίνουν άσχετα.
Πρέπει να κάνουν χώρο για καινούργια πράγματα, ας πεθάνουν –
Τα φύλλα που έχουν πέσει από τα δέντρα είναι νεκρά…
Οι λέξεις είναι τα θησαυρισμένα πτώματα του νου-
πάνω στη σκόνη των μαραμένων λέξεων πέφτουν τα ξόρκια του ανθρώπου,
Μνήμες, θεωρίες και νοήματα είναι σκόνη –
Οι λέξεις που έχουν πέσει από τα χείλη είναι νεκρές.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Henry (Harry) Arthur Hooton (9 Οκτωβρίου 1908 – 27 Ιουνίου 1961), γεννημένος στην Αγγλία, από το Σίδνεϊ, ήταν Αυστραλός ποιητής και κοινωνικός σχολιαστής. Το συγγραφικό του έργο κάλυψε τη περίοδο 1930-1961. Ένας βιογράφος του τον περιέγραψε ως προπορευόμενο της εποχής του, ή μάλλον «της εποχής του, ενώ η πλειονότητα των προοδευτικών καλλιτεχνών και στοχαστών στην Αυστραλία υστερούσε κατά πολύ». Αρχικά σοσιαλιστής και «Wobbly» (μέλος των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου – Industrial Workers of the World), αργότερα προσχώρησε στον αναρχισμό και έγινε συνεργάτης των ελευθεριακών του Sydney Push κατά τη δεκαετία του 1940, με διασυνδέσεις με πολλούς άλλους Αυστραλούς συγγραφείς, κινηματογραφιστές και καλλιτέχνες. Η σταθερή στάση και το λογοτεχνικό ύφος του Hooton χαρακτηρίζονται ως προκλητικά και ανατρεπτικά.

***Από όσο γνωρίζουμε αυτή είναι, μάλλον, η πρώτη φορά που ποίημα του Harry Hooton μεταφράζεται στα Ελληνικά. Υπάρχει και αυτό το μικρό σημείωμα γι’ αυτόν: https://mail.ngnm.vrahokipos.net/index.php/politismos-texni/a-harry-henry-arthur-hooton

Philip Levine (1928-2015), Σόλο

Η μάνα μου λέει ότι ονειρεύτηκε
τον Τζον Κολτρέην, έναν νεαρό Κολτρέην
να παίζει τη μουσική του με τέτοια αγαλλίαση
και συγκρατημένο δυναμισμό και οργή
που δε γινόταν να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
Και όπως κάθεται άγρυπνη τώρα, με τα χέρια
σταυρωμένα στην ποδιά της, δάκρυα κατακλύζουν
τα τυφλά της μάτια. Η τηλεόραση
πίσω της είναι γκρίζα, ανέκφραστη.
Είναι αργά, οι γείτονες κοιμούνται,
ακόμα και η πόλη -το Λος Άντζελες- κοιμάται.
Οδηγούσα για ώρες στον αυτοκινητόδρομο,
πάνω από το Γκρέιπβάιν μέχρι τον ουρανό
για να έρθω εδώ. Βάζω το αριστερό μου χέρι
στον ώμο της, και χαμογελάει.
Τι κόσμος. Μια μητέρα κι ένας γιος
να βρίσκουν παρηγοριά στην Καλιφόρνια
ακριβώς εκεί που μας είπαν ότι θα
συνέβαινε, ανάμεσα στους φοίνικες και τα
διανυκτερεύοντα σούπερ μάρκετ που πουλάνε πορτοκαλί
φωτισμένα πορτοκάλια στις 2 το πρωί.
“Ήτανε μόνος”, λέει, και δε
λέει, όπως εγώ, “σόλο”.
Τι κόσμος, ένας άνδρας με τα μισά της
χρόνια έρχεται στη μάνα μου
όπως κοιμάται για να της δώσει το δώρο
του τραγουδιού, το οποίο -διώχνοντας τα
δάκρυα- μεταβιβάζει σε εμένα, διότι τώρα
ακούω τη μουσική του κόσμου
μέσα στη σιωπή και εκείνη τη λέξη:
σόλο. Τι κόσμος -όταν
έφτασα στη μεγάλη λεκάνη των βουνών
κρυβόταν απ΄ το καυσαέριο,
η θάλασσα εκτεινόταν σαν χαλί
λάδι, τα τριαντάφυλλα που έφερα
απ΄το Φρέσνο μαράθηκαν στο κάθισμα
δίπλα μου, και ίσως να
επέστρεφα και να ‘χανα τη μουσική.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για την Τζαζ”. Επιλογή – Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος, Εκδόσεις bibliotheque, 2018.

Χάρης Κάτσης (Χάρης Μεγαλυνός), Για το κάρβουνο

Σαν λείψει το φως, σαν φύγουν οι θεές απ΄ τα νησιά
καλό είναι το κάρβουνο κι η νύχτα.
Καλή η καρβουνιάρισσα άσπρη στη νύχτα
με τη φωνή της μέλι
να κουτρουβαλάει στις πέτρες τ’ αμάξι της
γεμάτο με μαύρα λιθάρια της Κόλασης.
Καλό είναι το κράξιμό της πίσω απ΄ τους φράχτες, παρέα με
τους πετεινούς
να διαλαλάει την πραμάτειά της.

Ωραίο είναι το κάρβουνο
η ζέστα, η κολασμένη πίσσα του, η αλήτικη φτωχολογιά του:
για ένα σωρό από δαύτα
θα σκόρπαγα ένα γερό κομπόδεμα από λίρες,
μια χούφτα μαργαριτάρια της Καραϊβικής
ένα μικρό μα σίγουρο βασίλειο στα βουνά.

Μα πιο ωραία η γριά καρβουνιάρισσα
άσπρη μέσα στην άσπρη ομίχλη της αστροφεγγιάς
με τη φωνή της μέλι
να διαλαλάει την πραμάτειά της
να κουτρουβαλάει τ’ αμάξι της
πίσω απ΄ τους φράχτες, παρέα με τους πετεινούς.

(1979)

*Από τη συλλογή “Στο δρόμο της χώρας”, Εκδόσεις Ακμών, 1980.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Σκιές σε γκρίζους δρόμους 

Στα ρημαγμένα ξέφωτα
συλλέγει ξερόφυλλα αγάπης
γεμάτα μαύρες σκιές∙
αναδεύει θολά σχήματα
στα ποδοπατημένα φύλλα του φθινοπώρου.

Ασφυκτικά όρια τη σφίγγουν,∙
ιστοί αράχνης
την καταπίνουν αργά
Τεντώνεται…
οσμίζεται τη στυφή τους πνοή.

Κι ύστερα
ισοπεδώνει τα πάντα.
Ξέφρενη η κούρσα της∙
στο βάθος, δρόμοι μουντοί.

Γκρίζα σκόνη σαβανώνει
την παιδική ηλικία,
περιφρονώντας την εφηβεία.

*

Στα νερά της λήθης

Τρέχοντα νερά, γαργαριστά,
οδηγούν τα βήματά μου
στο κέντρο του καταρράκτη.

Αργά, στο ρέμα της Πιθάρας,
καταπίνω τα δάκρυά μου,
κι οι μορφές σας χορεύουν
στα νερά που κυλούν.

Έντομα τσιμπούν
τα γυμνά μου άκρα –
λύτρωση, κι αμαρτιών κάθαρση

Θωπεύω το τίποτα
της άδειας ζωής μου.

Μορφές αλλοπαρμένες
με άδεια μάτια σιμά μου.
Θα βρω, άραγε, τη λήθη;

Βουβά κύματα, βουβά δάκρυα –
νερόμυθους πλέκω
στα μάτια των πλανεμένων

Εκείνοι κατευθύνουν
τα σαπόνερα της ζωής μου.

Αγγελική Σιδηρά (1938-2025), Τρία ποιήματα

Κυριακές

Ώρες
επίφοβες
που σκάβουν
διόδους
κι ορμάν
οι μνήμες

*

Τ’ αποσιωπητικά

Πόσο περίεργο!
Με μια τελεία μοναχά
να βάζεις τέλος
και με την πολλαπλή της επανάληψη
ν’ αφήνεις πίσω σου
τόσες και τόσες εκδοχές
κι υπαινιγμούς.

*

Μετρώντας

Είχα μια έμμονη ιδέα να μετράω.
Μικρή όταν ήμουν τα παιχνίδια μου
ύστερα τα βιβλία
τα πύρινα φιλιά
αυτών που με ποθήσανε μετά.

Τώρα μετράω κάθε μέρα
τα κοστούμια σου
και λείπει πάντα ένα
μαζί με σένα βέβαια
που χάθηκες μέσα σ’ αυτό.

*Από τη συλλογή “Απόπειρα Τοπίου”, Εκδόσεις Ερμείας, 1994.

Dilawar Qaradaghi, Η εξορία

Η εξορία πάντα μας κοιτάζει σκυθρωπά και
πάντα μας αμφισβητεί
γιατί φοβάται πως μια μέρα
θα την εγκαταλείψουμε
φοβάται πως θα κλέψουμε τον εαυτό μας από αυτήν
και σε μια στιγμή θα την αφήσουμε πίσω
για να πάμε σε μια άλλη εξορία…

*Στο Κόσκινο έχουμε δημοσιεύσει και πριν ποιήματα του Dilawar Qaradaghi: https://tokoskino.me/2025/03/24/dilawar-qaradaghi-ποιήματα/

Αργύρης Χιόνης, Οδός

Γύρευε ένα κλειδί
χρυσό,
βρήκ’ ένα μπρούτζινο.
Είπε,
δεν έχει σημασία,
αρκεί ν’ ανοίγει η πόρτα·
Κι η πόρτα άνοιξε,
ο κήπος όμως
ήταν μαραμένος.

*Από την ενότητα “Παραλλαγές πάνω στο ‘Ναι’ στο ‘Όχι’” της συλλογής “Απόπειρες φωτός” (1966).

Στέφανος Ροζάνης, Λήθη

Κι αν πίστεψαν το σώμα σου τα δάχτυλά μου
Κι αν κύκλους διέγραψαν πάνω στο χώμα που σε περιέβαλε
Κι αν γύρω σου σκοτείνιασαν τα δέντρα
Και το νερό δεν εκελάριζε -μικρό νερό ανάμεσα στις πέτρες –
Μα εβρυχάτο με τη φωνή θνήσκοντος ζώου
Που το εξόντωσε η ερημία πριν το προλάβει ο κυνηγός

Εγώ εκεί στεκόμουν
Άνθρωπος που τον λησμόνησαν τα λόγια του

*Από τη συλλογή “Αποσπάσματα ενός μύθου”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2003.

Άρης Αλεξάνδρου (24 Νοεμβρίου 1922 – 2 Ιουλίου 1978), Παράνομο σημείωμα

Αλλ’ ύστερα από τους δύο πολέμους η απαισιόδοξη
στάση είναι παντού αντιδραστική

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Έχουμε στο μηνίγγι μια ραγισματιά
κ’ η ματιά μας προχωράει
από πουλί σε φύλλο σαπισμένο
σαν τεθλασμένη πυρετού:
Κανονικώς εκτελεσθέντες τρεις πεντακόσιοι τέσσερις
ξεσπιτωμένοι τόσοι
χωρίς μαχαιροπίρουνα
τόσοι με κατασχεμένα τα κορδόνια
τα ξυραφάκια
Με ματασχεμένο το όνομά τους.

Είναι μια μικρή ραγισματιά
κ’ η ώρα δε μας παίρνει
να μας αγγίξει κάποτε σαν χάδι
ένα φτερό αυτοκινήτου.
Έτσι -μέσα στις πέτρες μέσα στα χαλάσματα
πάντα δίπλα στους καπνούς
έτσι -μέσα στον χειμώνα στα κουρέλια του ίσκιους μας
πάντα δίπλα στους πνιγμένους
έτσι -μες στην νύχτα που πριονίζει όλη νύχτα
τα ασημένια δέντρα
τον μολυβένιο ουρανοί
το χάρτινο φεγγάρι
δίπλα στα ρινίσματα μιας ψιλής βροχής
έχουμε μια ραγισματιά.

Η ώρα δε μας παίρνει.
Στήνουμε αυτί να ακούσουμε τα νέα
και μας τα αρπάζουνε βαριά τραυματισμένα σε πρόχειρα φορεία.
Κάνουμε να μετρήσουμε τα αστέρια
και πέφτουν στα λιθόστρωτα σαν ανάποδες πινέζες.
Με μια μικρή ραγισματιά
επιμένω και τραβάω μες στις λάσπες
ξεριζώνοντας κάθε μου βήμα
σαν ένα κούφιο δόντι.
Ανασηκώνω τα πηγούνια των ανθρώπων
για να αντιγράψω βιαστικά
το φως που απόμεινε στις κόχες των ματιών τους
και κρύβω το σημείωμα
στην καρδιά κατάσαρκα
για να δουν στη νεκροψία
πόσο λίγο ζήσαμε.

Αη-Στράτης 1950

*Από τη συλλογή “Αγονος γραμμή”. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ποιήματα 1941-1974”, Εκδόσεις Ύψιλον-Βιβλία, Αθήνα 1991.