Η μάνα μου λέει ότι ονειρεύτηκε
τον Τζον Κολτρέην, έναν νεαρό Κολτρέην
να παίζει τη μουσική του με τέτοια αγαλλίαση
και συγκρατημένο δυναμισμό και οργή
που δε γινόταν να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
Και όπως κάθεται άγρυπνη τώρα, με τα χέρια
σταυρωμένα στην ποδιά της, δάκρυα κατακλύζουν
τα τυφλά της μάτια. Η τηλεόραση
πίσω της είναι γκρίζα, ανέκφραστη.
Είναι αργά, οι γείτονες κοιμούνται,
ακόμα και η πόλη -το Λος Άντζελες- κοιμάται.
Οδηγούσα για ώρες στον αυτοκινητόδρομο,
πάνω από το Γκρέιπβάιν μέχρι τον ουρανό
για να έρθω εδώ. Βάζω το αριστερό μου χέρι
στον ώμο της, και χαμογελάει.
Τι κόσμος. Μια μητέρα κι ένας γιος
να βρίσκουν παρηγοριά στην Καλιφόρνια
ακριβώς εκεί που μας είπαν ότι θα
συνέβαινε, ανάμεσα στους φοίνικες και τα
διανυκτερεύοντα σούπερ μάρκετ που πουλάνε πορτοκαλί
φωτισμένα πορτοκάλια στις 2 το πρωί.
“Ήτανε μόνος”, λέει, και δε
λέει, όπως εγώ, “σόλο”.
Τι κόσμος, ένας άνδρας με τα μισά της
χρόνια έρχεται στη μάνα μου
όπως κοιμάται για να της δώσει το δώρο
του τραγουδιού, το οποίο -διώχνοντας τα
δάκρυα- μεταβιβάζει σε εμένα, διότι τώρα
ακούω τη μουσική του κόσμου
μέσα στη σιωπή και εκείνη τη λέξη:
σόλο. Τι κόσμος -όταν
έφτασα στη μεγάλη λεκάνη των βουνών
κρυβόταν απ΄ το καυσαέριο,
η θάλασσα εκτεινόταν σαν χαλί
λάδι, τα τριαντάφυλλα που έφερα
απ΄το Φρέσνο μαράθηκαν στο κάθισμα
δίπλα μου, και ίσως να
επέστρεφα και να ‘χανα τη μουσική.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα για την Τζαζ”. Επιλογή – Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος, Εκδόσεις bibliotheque, 2018.
