Περπατούσες στο δάσος στην πλαγιά,
μύριζε ο άνεμος πεύκο και θυμάρι,
πουλάκια κελαηδούσαν στα κλαδιά,
εξαίσια μελωδία παντού χυμένη,
δίπλα σου πολύχρωμα λουλούδια.
Λαμπάδιασε το δάσος στην πλαγιά,
μύρισε ο άνεμος καμένο πεύκο
και θάνατο.
Λίνα Βαταντζή, Κομμός
Βάδισα στην Πομπηία
εξαγνισμένη η πόλη
από του καιρού τη σκόνη
χαραγμένες οι πλάκες
ορίζουν τους δρόμους-
υπήρχε ζωή.
Υψώνονται τοίχοι
έρημα σπίτια
κήποι της θάλασσας-
Μια σκιά να ξαποστάσω.
Σύννεφα στεφάνια του βουνού
αντάρες συγκλονίζουν
τον πράσινο τόπο
βροχή τραγούδι σειρήνας-
Μείνε εκεί.
Άλικος χείμαρρος χορεύει
κατακλύζει ψυχές,
οι φωνές τους άσμα
του φαιού ουρανού.
Ένα μονοπάτι, ένα ρυάκι,
ίχνος διαφυγής
αγκάθια της σκέψης
φύγε, πέτα!
Αιώνες βαδίζω
στις στάχτες της πόλης
στον αέρα κραυγές
λευκά μάρμαρα σφραγίζουν
ανελέητα τις πνοές.
Erma Vassiliou, Two poems
Love…
Love from a full cup of rainbows
ribbons tying the ties of rivers
love that brings your imagined caresses
all is a dream, I get the tricky fires of mind,
as the light is fading in the afternoon
my eyes are ready for the drums
and the murmurs of ferns
love is when you know the dream
and receive its blessings…
love has never fooled me
we will one day compare our destiny
with that of blue lagoons
and feel the drum beat
as close as breath can be
***
A few tears…
And if I shed them, the big sea
will terminate their cause
and if I keep them
the thirsty earth will snatch them before autumn
a few tears, a very few tears
kept in a well-quenched open shell
are left as an ointment of purity
next to the oil-lamp
of unheard words…
as love becomes a martyrdom
a hunger striker of a search
will only die before the body leaves
in a few words
the bells of flowers of a bloomer heart
will ring for my beautiful
to return
*From Parfait d’ amour, ERMA VASSILIOU, 2018
καλντερίμι
Δίνω ότι έχω
όπως και να χει
θες δεν θες
γιατί αλλιώς θα παίξει
ψυχιατρείο ή φυλακή.
Παρόλα αυτά σε φαντάζομαι
να κατεβάζεις το βρακάκι σου
και να στον ακουμπάω στα κωλομάγουλα
καθώς πρεζάκικα μάτια μας κοιτούν
πίσω από τους θάμνους.
Κι αφού νιώσω και πάλι ικανός
να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα
έστω για μια στιγμή
παίρνω τα φάρμακά μου
και πέφτω για ύπνο.
Έτσι τουλάχιστον η αγάπη
ή έστω εγώ
δεν έχω αιτία.
Μονάχα μια αδιόρατη αλληλουχία
συνειρμών.
Λέξεις από καιρό νεκρές
μα ικανές
για την επιβίωσή μου.
Pour toi mon amour.
για τη φωτογραφία και την κριτική

Je suis allé au marché aux oiseaux
Et j’ai acheté des oiseaux
Pour toi
Mon amour
Je suis allé au marché aux fleurs
Et j’ai acheté des fleurs
Pour toi
Mon amour
Je suis allé au marché à la ferraille
Et j’ai acheté des chaînes
De lourdes chaînes
Pour toi
Mon amour
Et je suis allé au marché aux esclaves
Et je t’ai cherchée
Mais je ne t’ai pas trouvée
Mon amour
Jacques Prévert.
(Extrait de “Paroles” 1945
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου
Γρηγόρης Σακαλής, Διογένης
Αν μπορούσα να κάνω
ένα ταξίδι στο χρόνο
θα γύριζα πίσω στην αρχαία Ελλάδα
να γνωρίσω τον Διογένη τον κυνικό
το μέγιστο φιλόσοφο
να με φιλοξενήσει
στα διαμερίσματα του
να φάω στα πλούσια τραπέζια του
και να μου μεταγγίσει
λίγη απ΄τη σοφία του
εκεί στο πιθάρι μπροστά
τρώγοντας χόρτα
να μου εξηγεί
πως βρίσκει στο λίγο το πολύ
πως περιφρονεί
τη λαμπερή εξουσία
πως ξεχωρίζει τους ανθρώπους
χαϊδεύοντας το σκύλο του
να με φωτίσει τόσο
που δεν θα΄χω ανάγκη
κανέναν πια
ούτε τον ίδιο.
Μ.ανος Ελευθερίου, Ξανά μες στο μυαλό
Κατευόδιο Μάνου Ελευθερίου
[12 Μαρτίου 1938, Ερμούπολη / Σύρος – 22 Ιουλίου 2018, Αθήνα / Αττική]
Αιμορραγούν ξανά μες στο μυαλό
τα βρέφη που υπήρξαμε.
Η πιθανότητα μιας άλλης μέρας
ή μιας απόλαυσης άγνωστης που ανήκει στα δέντρα ίσως
δεν είναι σύμβολα κι ερείπια αισθημάτων.
Όσοι παλέψανε μονάχοι με τον κίνδυνο
με το ουράνιο τράνταγμα μιας σκέψης νοητής
προμήνυμα μιας άλλης δύναμης ή μιας ξεχωριστής ευτυχίας
θα καταλάβουν.
Σ’ αυτό τον τόπο θα μας κομματιάσουν.
*Μάνος Ελευθερίου, «Το μυστικό πηγάδι», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, Οκτώβριος 1983, σ. 52 (Ο Κώστας Ρεούσης το ανέβασε στη σελίδα του στο facebook).

Από τη βαθιά φωνή του ημερολογίου
σου
η κάθε αλήθεια
ένας ακόμη άνθρωπος που φεύγει
είτε το θέλησες είτε όχι
βρίσκεις τον τρόπο το αντίο
να σου μοιάζει ολοένα και περισσότερο
να γλυτώνει τον ίσκιο από το κορμί
με όλα τα δάχτυλα
να δείχνουν τον ήλιο
τον μόνο πραγματικό θάνατο
που αξίζει
να ζήσεις και να αγαπήσεις.
Ο επόμενος αποχαιρετισμός
θα είναι πάντα ο καλύτερος.
Γεωργία Τρούλη, Η φυγή
Πάνω στη διαμάχη του τρένου
Με την ροή της ράγας
Πάνω στην ίδια την λέξη φυγή
Στέκομαι χρόνια ολόκληρα
Και το Φ γίνεται Ύψιλον
Γάμμα
Και
Ήττα
Και στέκομαι συνέχεια
Σαν νεφέλωμα πάνω από σπίτι
Που κάνει πάντα το σπίτι να μην φαίνεται
Τα παράθυρα
Οι πόρτες
Οι συνδαιτημόνες της έπαρσης
Έτσι, τίποτα από την φυγή
Δεν τρέμει
Τίποτα από τη στασιμότητα πάνω
Και τα γράμματα συνεχώς
Επιζωγραφισμένα σημεία του ίδιου
Καλά συντηρημένα
Στο αναπόδρασο μέχρι
Να
Φύγουν οι ένοικοι
Οι αγοραστές
Οι γκρεμοσαστισμένοι διαβάτες
Τα θεμέλια του εφήμερου
Και όλη η φασαρία
Να διαλύσει το νέφος
Στο πιο λίγο του ουρανού
Και
Να ταξιδέψει κάπου
Έτσι,
Σου λέω πάνω στο τρένο
Πάνω στο κάθισμα
Πάνω στη ράγα
Πάνω στην ταχύτητα του ίδιου του δρόμου
Που δεν ξέρεις
Πού θα φθάσει να τελειώσει
Το σίδερο να γίνει
Κασσίτερος
Χαλκός
Ασημένιο
Χρυσάφι και
Χορτάρι
Και μετά
Πάλι θάλασσα
Και
Μόνον πλαγκτόν
Σε πρώτη ύλη
Ο αλληλοσπαραγμός
Η επαναφορά
Η φυγή
*Από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, Εκδίσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.
Μάνος Ελευθερίου, Η γριά γοργόνα
Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;
Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει
ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα
πορνεία
κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ’ ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ’ αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου·
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ’ άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ’ το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα ε κ ε ί ν η
ελπίζοντας μια κάμαρα σ’ ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το ’μαθε καλά
το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι
αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.



