Έκτωρ Κακναβάτος, Δύο ποιήματα

ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

Παγιδευμένη στο σταματημένο τρένο η νύχτα
νεύριαζε που νυχτώθηκε καταμεσής της κόλασης
-ανατιναγμένες ράγες-
Περνούσε ή ώρα … νεύρα.

Ο Φλωρεντινός κλειδούχος Ντάντε Άλιγκιέρι
γάτα φονιάς -ψόφιο ανάμεσα στα δόντια του
το καναρίνι-
ρίχνει το κλειδί στον Άρνο,
μας γυρνά τις πλάτες πέφτοντας με τα μούτρα
τρίτη διόρθωση στα θρυλικά δοκίμια του Ίνφερνο.

… βρέφη του ουρανού βύζαιναν μέδουσες
Πελαγία η οίμώζουσα η μόνη απ’ τα ψυχανθή
λείαινε τον γηραιό υμένα της ξεχειλωμένο
από τροπάρια του Νυμφίου

Ποιός σταθμαρχεύει εδώ ώ πρόχρονε;

Φαρδύ σιρίτι στο πηλήκιο ανία του Αριστοτέλη
και καλά που αδιάφορος με το σ υ μ β ά ν
καλά που πάνω-κάτω σουλάτσο στην πλατφόρμα
σταυρωτά πισώπλατα τα χέρια
μα να σφυρίζεις φάλτσο το αρχαιοπρεπές
ιδιόμελο «ενισχύσατε την αποπεράτωσιν των φορβάδων»
Έ, οχι, basta!

***

ΑΣΘΕΝΗΣ ΗΧΟΛΗΨΙΑ ΑΠΟ K.GODEL

Είναι που εμμένοντας αξιωματική
που πάει να πει ανύμφευτη
ούτε το μη αληθές κρατάει στη μήτρα της
ούτε το μη ψευδές ή ένθεν των θυρών Φιλοσοφία.

Και δεν φτουρά που ανακαλεί
ανιόντα πλημμελήματα κεκοιμημένων.

Δεν ακούει ότι εντός του ηχοπυρήνα της
ευτυχεί ο θόρυβος διεγερμένων έξισώσεων
ούτε που ύποψιάζεται ότι το μη αποφασίσιμο
είναι εμφυτευμένο γονιδίωμα εντός της
ούτε που το σύνδρομο της αναυδίας
ακυρώνει τους συγκλητικούς της
και τον οποίον ορθοπεδικό διάκονο
που μέ τον παρατατικό του βήχα
στα έετι του και έτι
εκλιπαρεί επιδότηση για εξολκέα.

*Από τη συλλογή “Στα πρόσω ιαχής”, Εκδόσεις Άγρα, Φεβρουάριος 2005.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

Δομινίκη Σωτηριάδου, Φύλλο πορείας

Γυμνή από δέρμα

Μικρή που ταλαντεύτηκες στο σχοινί των ανθρώπων
γυμνή από δέρμα
φαίνονταν μέσα σου τα όργανα
καρδιά, πνεύμονας, συκώτι, σπλήνα, χολή
κι η γλώσσα δεμένη στο φάρυγγα.
Διπλωμένη στα χέρια σου η φωτιά
ίσιωνε τα σώματα των αιώνιων χορευτών
μέσα στην άκαρπη κοιλιά του κήτους.

***

Μελάνι να σιωπήσει

Αυτά τ’ ανθάκια που γεννά η ροδακινιά μας
έτσι ως ξεμυτούν στο γάλα
θέλω να δω στα μάτια του θεριού στρεψόδικα να φέγγουν
να του τρυπούν το μαύρο
και να γκρεμίζεται με πάταγο
στα βάθη της θάλασσας

και ως βυθίζεται στα κύματα του νου
να κλείνω μέσα στα ταραγμένα στήθια
αυτήν την τρεμώδη μπίλια
που μου τίναξε

μονάχα εγώ

εσείς μη δείτε
εσείς γλυκά μου αθώα
μακάρια ν’ απλώσετε στα νέφη τα μαλλιά σας
και τα μέλη σας μ’ εμπιστοσύνη
να δωρίσετε στον ήλιο.

Το θεριό που κοιμήθηκε μέσα σας
έδωσε στο ποίημα μελάνι να σιωπήσει.

***

Όρθια μπροστά σας

Ελάτε
να γράψετε πάνω στην παλάμη μου
με κάρβουνο από καμένο δέντρο
τη ζωή σας.

Δε θα σας πω πως ζήσατε σακάτικα.

Θα είμαι όρθιος τοίχος μπροστά σας
να μαζεύω τον αγέρα που σας έλειψε
να τον φυσώ
στα χτικιασμένα σας πνευμόνια

όρθια μπροστά σας
με τα ξύλινα ποδάρι μου
στριφτά καυσόξυλα
δοσμένα σε σόμπα
στην καρδιά του καύσωνα.

*Η πρώτη δημοσίευση των ποιημάτων αυτών έγινε στον Ποιητικό Πυρήνα https://ppirinas.blogspot.gr/2018/03/blog-post_14.html

Dashiell Moore reviews Lionel Fogarty

Lionel Fogarty
Selected Poems 1980-2017
Philip Morrissey and Tyne Daile Sumner, eds
re.press Publishing, 2017

To begin this review, I would like to make the most important of declarations and acknowledge the Gadigal people of the Eora Nation as the traditional owners of the land on which this review was written; and would like to thank Narungga scholar, writer and poet Natalie Harkin for having assisted in the editorial process. I would also like to acknowledge and pay respects to Lionel Fogarty, the Yoogum language group from South Brisbane, and the Kidjela people of North Queensland, whose inestimable linguistic, cultural and spiritual legacy is clear in Lionel Fogarty Selected Poems 1980-2017.

The publication of this collection marks a retrospective moment for the Australian literary landscape. Lionel Fogarty, born in South Burnett in Southern Queensland, is a poet praised by John Kinsella as ‘the greatest living “Australian” poet’ (2013, 190). The controversial writer, Colin Johnston, also described Fogarty in 1990 as ‘Australia’s strongest poet of Aboriginality’ (26). (Colin Johnston is also known by the name of Mudrooroo, or Mudrooroo Narogin, an act that is seen by many as a misappropriation of the Nyoongar language.) I mention Johnston’s voice above many more fitting critics in this review to juxtapose Johnston’s and Fogarty’s fortunes in the last two decades as somewhat of a tragicomic mirror of the Australian literary landscape and our need to seek out an ‘authentic’ indigenous Australian voice. I write in heed of the deeply tenuous position Johnston occupies in Australian literature as explored by Anita Heiss in her book, Dhuuluu-Yala: To Talk Straight (2003). Heiss posits that from the time of Johnson publishing of Writing from the Fringe: A Study of Modern Aboriginal Literature in the early 1990s, ‘he was regarded as the authority on Aboriginal writing, and anything associated with it’ (4). When Johnston’s authority to speak on Indigenous Australian issues came under question in the years to come, the fallout regarding his lack of consultation and misappropriation caused an indelible impression upon our conception of indigeneity. Such debates over identity politics and cultural authenticity have changed how we read the work of Indigenous Australian writers – creating an obsessively objective distance that misleads us from the real conditions of writing, as well as obscuring the literary production of unabashedly indigenous voices. I would argue that this is certainly the case with regards to Lionel Fogarty, one of the most unrewarded and unrecognised figures in Australian and World Literature.

Continue reading

Αντώνης Στασινόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Νίκος Ζήβας

Σώμα

ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΒΡΟΧΗΣ ασθενικής
-Ιούνος μήνας-
δρόσισε τα κορμιά μας.
Αναλογίζομαι τη μετουσίωση.
Μόρια διασκορπισμένα
συνθέτουν το σώμα του κόσμου,
ενός κόσμου που διυλίζεται στο χρόνο.
Αγαστή σύμπνοια.
και αφουγκραζόμαστε τον αγέρα
να αναμετριέται με τα αγάλματα.

***

Ο Μύθος

ΣΕ ΑΓΓΙΞΑ με λέξεις

Χρυσάνθεμο
Κυκλάμινο
Τριαντάφυλλο

Ουρανός
Θάλασσα
Γαλάζιο

Ηλιαχτίδα
Δέντρα
Πράσινο

Δροσοσταλίδα
Αγρίμια του δάσους
Σκιά

Σώμα γυμνό
Καρδιά
Ταξίδι

Οι λέξεις ντύνουν το μύθο

***

Πόρτο Χέλι

ΜΕΣΑ ΜΑΪΟΥ
ο ήλιος ψηλά
οι αχτίνες του καίνε το πρωινό στο Πόρτο Χέλι.
Ο θόρυβος της πετρελαιομηχανής ταράζει τη σιωπή.
Η ψαροπούλα σχίζει απαλά τη γαλαζοπράσινη θάλασσα.
Σε ποια πελάγη ανοίχτηκε;
Έχει καλή ψαριά;
Οι περιπατητές στο μουράγιο χαζεύουν τα σκαριά
που αναπαύονται
με τις άγκυρές τους
να τα κρατούν γερά
έτοιμα για το επόμενο ταξίδι.

***

Χαμόγελο

ΤΟ ΤΡΕΝΟ γλιστρά στις ράγες για το ταξίδι
μέρες και νύχτες θα περάσουμε μαζί.
Ένα χαμόγελο χαράζει από μακριά για τον καθέναν,
αρκεί να μας βρει έτοιμους να το δεχτούμε.
Όπως το κόκκινο του τριαντάφυλλου
συναντά το ηλιοβασίλεμα.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

Χαρτογραφώντας το άγνωστο – Τρεις περιπτώσεις

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ*

Αντώνης Ψάλτης
Βασίλειο για ένα μολύβι
Κέδρος, 2018
Σελ. 40

Κώστας Δεσποινιάδης
Ζέλμπα
Πανοπτικόν, 2018
Σελ. 56

Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος, 2017
Σελ. 64

Τα ποιήματα των τριών υπό παρουσίαση ποιητών συμβαίνουν επαναληπτικά στον χώρο. Είτε δυναμιτίζοντας και ξεπουπουλιάζοντάς τον, ως κάτι το ξένο που πλησιάζει απειλητικά (Δεσποινιάδης) είτε υποσκάπτοντας, διασχίζοντας και αυτo-ανατρέποντάς τον (Ψάλτης) είτε επανα-σχηματίζοντάς τον σε ένα σημειωτόν στο ερημικό κενό του, σε μια περιττή αντανάκλαση (Αϊναλής).

Πρόκειται για μια μετάβαση, κοινή και στους τρεις, από τη μάταιη απόπειρα αναζήτησης, όχι πια του Θεού, αλλά του εαυτού –ως στάσης–, στη δυνατότητα ή, έστω, στην πιθανότητα να ζήσει με αξιοπρέπεια ένας άνθρωπος «σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε κόλαση». Εκεί όπου ο ποιητής-ήρωας-πρωταγωνιστής δεν επιθυμεί να κρυφτεί ή να διαφύγει από κάτι, αλλά πλησιάζοντας εκτίθεται και επιθυμεί διακαώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Να υπογραμμιστεί εξαρχής πως κανείς τους δεν αυθιστορείται ή αυτοβιογραφείται. Ούτε καν, π.χ., όταν μας λέει ο Δεσποινιάδης: «όταν χώνω τα μούτρα μου / στα σκέλια σου / δεν σκέφτομαι καθόλου», ο Ψάλτης: «ονειροπόλος φουμάριζε τις πιο αλλόκοτες ιδέες που του περάσανε ποτέ από τον νεφελοδαρμένο του νου», ή ο Αϊναλής: «ένας στρατός εγώ οφθαλμαπάτες ξυπόλητοι και να καίει το πέλμα από χίλιες πλευρές μια ζώσα σιωπή να κυκλοφέρνουν τ’ αρπακτικά το κουφάρι μου».

Και οι τρεις χαρτογραφούν το άγνωστο. Ο Δεσποινιάδης «ήρεμα» και με υπομονή, ο Ψάλτης αυτο-υπονομευόμενος με την ειρωνεία και τον αυτοσαρκαστικό του εξοπλισμό, και ο Αϊναλής περιδινούμενος μες στο μυθοποιητικό και παραμυθιακό του σύμπαν.

Χτυπώντας το ανερμήνευτο του επίγειου βίου, την κενότητα και σαφώς τη ματαιοδοξία των μετεχόντων. Με ποικιλόθεμα ποιήματα δείχνουν προς την ανάδυση μιας «διαφορετικής», μιας άλλης στάσης, χειρονομώντας εναντίον του ομοιόμορφου και του συντονισμένου. Προτάσσοντας τη σημασία της διαφοροποίησης ή και της αποκόλλησης, ως μιας αναγκαίας προϋπόθεσης για οποιαδήποτε αλλαγή ή ως μια μορφή αντίστασης. Η ποίηση και ως ένα μάθημα ηθικής.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης (1978), ιδρυτής από το 2001 του περιοδικού και των εκδόσεων Πανοπτικόν, ποιητής και δοκιμιογράφος, ένας από τους νεότερούς μας στοχαστές, δυναμιτίζει τα πράγματα από κάτω, παραμένοντας ανθρώπινος και ζεστός στην επαφή του.

Στο λογοτεχνικό –και όχι μόνο– έργο του βρίσκεται στον τόπο μετά την καταστροφή. Θεωρώντας την απραξία ταυτόσημη με την ενοχή και άρα με τη συν-ενοχή, και αποκλείοντας τη δυνατότητα της όποιας λύτρωσης, επιλέγει, είτε πάνω σε έναν μαντρότοιχο είτε αποσυρόμενος στην οικεία των παιδικών ή των συζυγικών χρόνων, να κινηθεί στα σύνορα της αλλοτρίωσης, χωρίς να δογματίζει.

Άνθρωπος πνευματικά και ηθικά έντιμος αρνείται την «υποταγή» στις επιταγές και στους προσδιορισμούς και τους προκαθορισμούς των «άλλων» και επιλέγει να συμπορευτεί με τους διακειμενικά και δι-ιστορικά «οικείους» του.

Χωρίς να σχολιάζει ή να μεταπλάθει την εμπειρία, με αυτήν ως πρώτη ύλη πλάθει τις δικές του μορφές και τα δικά του συμβάντα, ανοίγοντας σε ένα σκηνογραφικό και σκηνοθετικό όραμα τα ποιήματά του.
Ο Αντώνης Ψάλτης (1977), με σπουδές νομικής στο ΑΠΘ και στη Χαϊδελβέργη, πόλη του ποιητή Χέλντερλιν, τον οποίο και μεταφράζει, μας δίνει την τρίτη του ποιητική κατάθεση, μετά το Ο ήρωας μέσα μου (2005) και Το καντήλι και άλλα ποιήματα (2013).

Με το νέο λυρικό του ένδυμα διαρκώς παρόν, μας παρασέρνει με την παιγνιδίζουσα σπιρτάδα του και το ειρωνικό του βάθος. Αξιοποιώντας προσφυή σχήματα και ευρηματικά λεξιπαίγνια, ισορροπεί περίτεχνα πάνω στην αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων.

Αντιμάχεται με τα χάρτινα όπλα του (γράφει μάλιστα: «με τα όπλα του λοιπόν καθείς / ιππότης της ελεεινής γραφής») και ως άλλος Δον Κιχώτης τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του. Μετακινούμενος από στίχο σε στίχο ή από στροφή σε (απο-)στροφή και με το δονκιχωτικό του κοντάρι, δηλ. το μολύβι του, μας παραδίδει προσχέδια του αδύνατου –οποιουδήποτε– οριστικού σχεδίου. Αρα, όχι μόνον αδυνατεί να ολοκληρώσει μια αυτο-προσωπογραφία ή ένα θέμα ή μια τοπιογραφία, αλλά αυτο-παγιδεύεται στην οντολογική του σάτιρα και προσπαθεί να κρατηθεί από τα περικείμενα.

Βάζοντας εμπόδια και τρικλοποδιές στον εαυτό του και στους άλλους, με μια ποίηση καρυωτακικο-φιλυρικής προβολής, δανείζεται στοιχεία από τον καρναβαλικό Βάρναλη, τα οποία και αναμιγνύει με τα ερωτικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας –τα οποία επίσης μεταφράζει– για να τονίσει το αδύνατο της σύμπλευσης με την εποχή.

Ο Ζήσης Αϊναλής (1982), φιλόλογος και διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Paris 1, μακριά από ψευδο-λυρισμούς και λανθασμένα ή εύκολα αποδιδόμενες φυσιολατρίες, αποφασίζει να κινηθεί στο νέο του βιβλίο κειμενολατρικά, στοχεύοντας στην αλλαγή των σκιάσεων και των τόνων των πραγμάτων.
Στα «Παραμύθια της έρημος» λοιπόν, ο Αϊναλής όχι μόνο στέλνει κατεπείγοντα τηλεγραφήματα σε άγνωστο παραλήπτη, αλλά εξερευνά τα όρη και τα όρια της δικής του ενδοχώρας, με ένα επαναληπτικό σημειωτόν στην έρημο.

Ενώ προσπαθεί να μας παρασύρει με τον ψιθυρικό μονόλογό του, χωρίς να αυτοαναφέρεται, προβάλλει ένα φανταστικό τοπίο. Με την ορμή προς το ακατάληπτο παρούσα, μας παραδίδει μια ποίηση με χρησμώδη και σκοτεινά σημεία, φορτίζοντας επιτυχώς το αδιέξοδο του σύγχρονου ποιητή και οδοιπόρου στην όποια διαδρομή του.

Γνωρίζοντας πως είναι αδύνατον να αποφανθεί τελεσίδικα, όχι μόνο κάνει σημειωτόν στην έρημο, στο άκεντρο-κέντρο μιας εαυτότητας, αλλά αξιώνει τη συστηματοποίηση του παραλόγου. Με την οραματική αναζήτηση του αγνώστου και με την αναστοχαστική του διάθεση παρούσα, δείχνει προς το ασαφές και αχανές πέρας του. Το οποίο και αποπειράται να «κεντροποιήσει».

Ακολουθώντας τη γαλλική ποιητική παράδοση και ιδίως αυτή των «καταραμένων», όχι μόνο δεν κρύβει την μποντλερική του καταγωγή, αλλά ποντάρει στην ανάγκη για μια μελαγχολική, νεορομαντικού-μεσοπολεμικού τύπου, μνημείωση, την οποία όμως ενδυναμώνει με την αμεσότητα της απεύθυνσής του.

Με το διακείμενο των ποιητικών συνθέσεων ανιχνεύσιμο (Σολωμός, Κόλεριτζ, Μαστοράκη, Αρτό, Μισό, Σινόπουλος, Δάλλας) και οργανικά αφομοιωμένο, επιτρέπει και καθοδηγεί την ανάδυση της ιδιοπροσωπίας του. Κινούμενος εντός μιας περιδίνησης και ενός παραμιλητού στο συμπαντικό –και κατά έναν τρόπο– στο ιστορικό κενό, εκεί όπου η γήινη έρημος αντιστοιχεί στο κόκκινο χώμα του πλανήτη Άρη, προδιαγράφει ίσως και ένα κοσμολογικό σχέδιο.

*Από την «Εφημερίδα των Συντακτών» στο http://www.efsyn.gr/arthro/hartografontas-agnosto

Τζόις Μανσούρ, Άσε με να σ’ αγαπώ

Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

*Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2018/04/01/ase-me-na-se-agapo-joyce-mansour/

Γιάννης Γκούμας, Πέντε ποιήματα

Η ζωή του ποιητή

Όχι τόσο ανηφορική
όσο ορθοστασία
καθ’ όλη τη διαδρομή.

Πιο πολύ τον έσυραν σ’ αυτήν
παρά
την έζησε.

Μεγάλωσε ξαφνικά
δραματικά
από έλλειψη παιδικής ηλικίας.

Αγωνίστηκε
για χάρη του προσωπείου κάποιου άλλου
όσο και για το δικό του.

Ήταν το θύμα που ανέβαινε στην αγχόνη
κι ο δήμιος που κατέβαινε
απ’ αυτήν.

Ήταν ένα βέλος καθ’ οδόν προς
το στόχο του –
κι ο περίγελός του.

Έγραφε
με το χέρι του
σαν καρδιογράφημα.

***

Καλλιτέχνης του οίνου

Ο πατέρας δεν ενδιαφερόταν για την τέχνη.
Περισσότερο τον αφορούσε μια σειρά ποτήρια κολονάτα,
που την κάθε κίνηση της σερβιτόρας
μετέτρεπαν σ’ έργο του Μοντιλιάνι.

***

Στο λεωφορείο

Το ποίημα εν των γίγνεσθαι μέσα μου
(ή το ίδιο το ποίημα)
ζυγίζει λιγότερο από τον αντίχειρα
που ολοένα τρίβεται
στου κόσμου την πιο μοναχική περιφέρεια,
στο ισοσκελές της χειρολαβής.

***

Έλλειψις

Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι
παίζουν πάω σε μια μαντεμμιά αυλόπορτα
που θυμίζει ρουνική αλφάβητο…

Ακούω, ακούω ότι ήμουν παιδί…

***

Κενότης

Νύχτα διογκωμένη από ιδιωτικό σκοτάδι

Το λιωμένο χαλάκι της ξώπορτας
διαθέτει την αμεσότητα χέρσας γης.

Κανένας δεν προφέρει το όνομά του
ούτε και το αντίστοιχο στο κουδούνι.

Αν υπήρχε ένα άδειο κλουβί ψηλά
θα κελαηδούσε.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή των άλλων”, Εκδόσεις Κέδρος, 1997.

ένα έτσι, ενδιάμεσοι στίχοι

Η ανάσταση καλλωπίζεται με μια μεγαλειώδη αποκοτιά.
Το αλάτι σπινθήρες μνησικακίας.
Χρεωστικά χειροκροτήματα ελέους.
Πρόγκα θησαύρισε στο αγέρι.
Κριτήριο μεταποιείται για ηδονή.
Η σκέψη καμώνεται τον λόγο.
Περιορίσου στο απόρρητο.
Υφολογικοί συνδαιτημόνες.
Γούρνα, μηδέν του ορίζοντα, κρατήρα κατόπτρου.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/03/30/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%87%CE%BF%CE%B9/

Νίκος Βουτυρόπουλος, από τα “Εργοτάξια Τύψεων”

A
Έλα να γίνουμε ανόητοι, ν’ αντέξουμε
μόδες και πλαίσια
θυσία να γίνουμε θες
στη Θεία Κατανάλωση;
Πιες κι άλλο ψέμα
λικνίσου ανεκπλήρωτα
άκου τη μαμά σου
άκου την καλά
πλύσου φάε ντύσου
μη σε βρει κρύψου
γίνε του ονείρου σου σκιά
σε περιμένει μια κόλαση άδεια
καημένε…
Άκου τον διευθυντή σου
άκου τον καλά
έλα φέρε φύγε
φάντασμα γίνε παιδικής ηλικίας
ν’ αντέξεις λόγια και συντάξεις.
Ακου τη γυναίκα σου
άκου την καλά
γίνε αυτό που ονειρεύεται
εραστής αδέρφι μπαμπάς.
Άκου τα πάντα
διαφημίσεις πολιτικούς
διανοούμενους σκουπίδια
στην οθόνη καρφώσου
μανιακός με τα πλήκτρα
δεν έχεις διέξοδο άλλη.
Τράβα στα μπαρ κατάπιε πετρέλαια
πληρώνεις στην έξοδο πάντα
τις πολυτέλειες άλλων
βγάλ’ τα πέρα μετά με τη ζήλεια σου
καημένε…
Άκου τον ψυχολόγο σου
άκου τον καλά
γίνε όσο πιο ανασφαλής μπορείς
αυτό επιτρέπεται ασφαλώς
όπως οι καραμέλες βλακείας
στον καναπέ ξάπλωσε
με μια γλάστρα παρέα
ασκήσου στην ακινησία νεκρού
κάνε γιόγκα βόγγα
μελλοθάνατος είσαι
πώς να το κάνουμε;
Άκου κάτι του συρμού
να ’σαι πάντα ο εαυτός σου
καλό ανέκδοτο έτσι;
Μπορεί βέβαια να εξελιχθείς σουρεάλ
να σκέφτεσαι χήνες με γόβα στιλέτο
εδώ που τα λέμε τα πάντα
μπορείς να σκεφτείς
να γράψεις να πεις
μέχρι να γίνεις
του αέρα κατακτητής
καημένε χασομέρη…

Β
Ξημέρωσε χρώματα
στους δρόμους ήλιος κύλησε
φωλιάζει στις καρδιές ο φόβος
οικοδεσπότης εκπλήξεων.
Πιτσιρικάδες περπατούν ανέμελοι
κατοικούν ερείπια
και να που βράδιασε πάλι
με δυνάστη τ’ όνειρο
θα πιούμε την Άνοιξη
σα να ’ταν σούπα.

Μια φλόγα καίει ακόμα
στην άκρη της θύμησης
τραβά τα σεντόνια
πυρετούς μυρωδιές μοιράζει
με σύννεφο μοιάζει περαστικό.
Είναι τότε που θαρρείς
γκρεμίζονται ορίζοντες
καταπακτές ανοίγουν
το παρελθόν αμούστακο χορεύει
στον κήπο των στιγμών.
Τότε που χαρές και πίκρες
γίνονται γουλιές αγανές
και με βλέμμα μετέωρο
μόλις ν’ αγγίξεις τολμάς
σύρτες πόθων μακρινών.
Είν’ η ζωή μας αστραπή
για όσους προλάβανε να τη δουν.

*“Εργοτάξια Τύψεων”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.