Vivir qiuero conmigo
Gozar quiero del bien que debo al cielo
A solas sin testigo
Libre de amor, de cello
De odio de esperanzas de recelo
Fray Luis De Leon
Γιορτινός Θάνατος Α΄
μέσα στην χαρά καραδοκείς
και σφηνώνεις σε κάθε στιγμή
του χρόνου, ανομολόγητε,
το μυαλό μου σε εκλιπαρεί
μα δεν υπάρχει έλεος στην αγάπη σου
εσύ αποφασίζεις πότε και που
και όπως ο Ιωάννης του σταυρού
σε πρόσεξε,
έτσι και εγώ, αφέντρα του εαυτού μου
γίνομαι μια περαστική
στην ουρά του βασιλείου σου
—
μάζεψε τα πέταλα από αυτό το λουλούδι
και φύλαξε τα πράσινα φύλλα/
ζουμπούλι
και ορχιδέα /σε ένα γυάλινο βαζάκι /με φως
να διαπερνά το τυχαίο βλέμμα/ υγρασία/
έξω στο χορταριασμένο κήπο/ κρύβομαι
μ’ ένα μικρό φύσημα αέρα παρέα/ μαζί/
πάντα μαζί /με τον κόσμο που αγάπησα
η ομορφιά δεν κρύβεται/
δεν ζητά/ δεν πεθαίνει/
—
ψάχνω να δω/
πως ζωγραφίζεται η ευτυχία
γράφοντας ένα ποίημα /
για τον άγνωστο Χ
Γιορτινός Θάνατος Β΄
και σαν άπιστος
Θωμάς/ ψάχνω τα σημάδια
στα χέρια σου/ για να πειστώ
κι όμως /
στα τυφλά σε δέχτηκα και
εγώ
Όταν πέφτω, πέφτω. καθολικά. Η καρδιά μου, τενεκεδάκι που
κλωτσάνε εναλλάξ τ’ αγόρια μέχρι να φτάσουν, για να μην τους
φανεί η διαδρομή. Κολοσσός με κλειστά τα πόδια, είναι.
***
Από το πίσω κάθισμα πήγα να οδηγήσω.
Σα να ‘σουνα αυτόματο σου συμπεριφερόμουν, ενω έπρεπε το
συμπλέκτη να πατάω βαθιά και ν’ αλλάζω την ταχύτητα. Να
κάνω την κίνηση του μισού μαιάνδρου που αλλάζει την ταχήτητα.
Γκάζωνα στις στροφές αντί για να μειώνω. Έπαιρνα τις ανηφόρες
με νεκρά κι όλους σβάρνα τους κώνους.
Φίδι στα χέρια μου σκληρό και μαύρο το τιμόνι.
***
Συγχώρεσε την αφωνία μου απόψε.
Οι Ισπανοί έχουνε λέξη για να πουν: χθες βράδυ. Anoche αυτοί /
απόψε εμείς. (Φαντάσου λοιπόν, πόσα όνειρα στα ισπανικά θ’
αρχίζουνε με το “ανότσε”. Χθες βράδυ, είδα…). Εμείς, απόψε. Αυτό
μας μαραίνει, φαίνεται, αυτό μας καίει, κι έχουμε λέξη ειδική: το
βράδυ που έρχεται. Όχι το χθεσινό. Συγχώρεσε λοιπόν την αφωνία
μου, αυτό το βράδυ, απόψε.
*Από τη συλλογή “γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές¨”, έκδοση s@stina, 2017.
Από μακριά ακούγεται το θρόισμα της αιωνιότητας
Χαμένη στο άπειρο
Πιστεύει στο Απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία.
Πιστεύει στο φεγγάρι όταν πέφτει στη θάλασσα
Και τή βροχή που μιλάει για τα θλιμμένα βράδια.
Βόλτα
Το ποίημα είναι νύχτα!
Μία περιπλάνηση σε έρημους δρόμους…
Όπου η ζωή χορεύει το δικό της Ρυθμό.
Σκορπισμένα όνειρα στα πόδια…
Περπατά απαλά…
Γιατί μπορεί να τα πατήσει.
Κοιτάει ψηλά πολλές φορές
Για να μπορέσει να δει τον ουρανό στολισμένο.
Δε με βαστάει ο τόπος
Είπε η καρδιά του καθώς μεγάλωνε
Για να χωρέσει τόσες θλίψεις
Όσες και τ’ άστρα τ’ ουρανού •
Γιατί γενεές έρχονται και παρέρχονται
Σαν τα φύλλα των δέντρων
Και η σκόνη των άστρων γίνεται γύρη
Και μόνο η καρδιά δε λησμονά
Λόγια σα βέλη που τη γύρευαν
Δυο νύχτες να τη θανατώσουν.
Poor Man’s Blues (X)
Δεν ξέρω
Αν θα τελειώσει κάποτε ο χαμός μου
Ή άλλα μαρτύρια θ’ αρχίσουν να με τριβελίζουν
Και μήπως εμένα τάχα με ξεχάσουν
Για να σωθώ οι Μοίρες
Που κόβουν τις χαρές και ράβουν τις λύπες
Στο ριζικό των ανθρώπων
Γιατί εδώ δεν έχει κοιμητήρι η γαλήνη
Σ’ αυτόν τον ύπνο όπου βαθιά κοιμάμαι
Αγαπημένη θύμηση που έμαθες
Μέχρι και στα όνειρά μου
Καρφί το καρφί
Και αγκάθι το αγκάθι
Να με θανατώσεις.
“Οι εντυπώσεις ενός πνιγμένου” (Β’)
Ακόμη και μέσα στο όνειρο
Η καρδιά μου βαριά
Και το σώμα ασήκωτο
Κανείς δε θα βαστάξει πια
Αυτές τις σκέψεις
Κανένα κλαδί δε θα κρατήσει
Αυτό το βάρος
Αν το κρεμάσω τώρα στα δέντρα
Όπου συνηθίζουν να εκκρεμούν
Πετράδια σα χαμόγελα
Τα κορίτσια τραγουδώντας γλυκά
Τον ίμερο ή την αγάπη •
Είπε μέσα στον ύπνο του
Κι έπεσε πάλι να πνιγεί
Στον ίδιο παλιό καημό.
ΠΑΡΑΜΥΘIΑ (ΙΘ’)
Αυτό ας ήταν το στερνό μου τραγούδι
Αρκεί να με άκουγες μια φορά
Δίχως φωνή να τραγουδώ σα να διαβάζω
Τα τελευταία μου λόγια
Πριν το τσάκισμα τού αιώνα
Γιατί για σένα τραγουδώ
Και ας μην το νιώθεις
Εδώ στο δάσος
Όπου τις νύχτες αηδονίζουν
Πουλιά ή νεράιδες
Μέσα στα χρώματα που άνθισαν
Στη σκέψη τής Άνοιξης που δεν ήρθε ακόμη
Και ακόμη να βρεθώ
Στη λογική τού πλήθους που κυνηγά τον άνεμο
Μήπως με σύρει έτσι το ποτάμι
Στην πιο όμορφη θάλασσα τού κόσμου•
Και τί στ’ αλήθεια γυρεύω
Μετά από τόσο διάστημα και χρόνο
Να θυμηθώ ή να ξεχάσω
Ψάλλοντας κάτω από τις φυλλωσιές
Τη μια χορδή χτυπώντας
Στην ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα
Στο αφτί των χαμένων αισθήσεων
Όπου εσύ δεν ακούς, τυφλή μου καρδιά
Κι εγώ σε λίγο
Ίσως σταματήσω να μιλώ.