Νίκος Σφαμένος, Η Νάντια

μιλούσε πιο

όμορφα από

όλες

περπατούσε πιο

όμορφα από

όλες

έλαμπε στα

βρώμικα στενά

τα παιδιά τη

κοιτούσαν από

τα παραθύρια

οι πιο

θαρραλέοι την

ακολουθούσαν

σπουδές

ξέγνοιαστα χρόνια

και τώρα
τρία παιδιά

υπάλληλος

παιδικά πάρτυ

ημιαργίες

διακοπές στα

νησιά

εκδρομές

η Νάντια

άρχισε να

ξεθωριάζει

και όταν τα

βράδια της

έβλεπε το

φως να

σκουραίνει

κάτι υποψιαζόταν

Θεόδωρος Μπασιάκος, Ι σ τ ο ρ ί ε ς …

ROBOT CITY

Τενεκεδένιοι άνθρωποι

Μετά τη δουλειά

Στο τενεκεδένιο ετούτο μπαράκι ανταμώνουν

Για ένα ποτό και κουβεντούλα

Κι’ ένα ακόμα ποτό και τραγουδάκι

Κι’ η τενεκεδένια γκαρσόνα τις κούπες γιομίζει

Ξανά και ξάνα

Κι’ έχει υπέροχα μάτια πράσινα

Κι’ οι τενεκεδένιοι άνθρωποι μεθάνε για χάρη της

Ξεχνούν τα τενεκεδένια τους βάσανα

Για λίγο γίνονται άλλοι άνθρωποι ανθρώπινοι

Για λίγο, αλίμονο, γιατί σε λίγο σημαίνει μεσάνυχτα

Κι’ οι τενεκεδένιοι άνθρωποι το διαλάνε…
Πω, πω, χάλια! παραπατάνε
Το δρόμο παίρνοντας για την τενεκεδένια τους κλίνη.

ΑΛΛΟΣ

Ένας άλλος
κοιμάται με την γυναίκα σου τώρα

Ένας άλλος

διαβάζει την εφημερίδα σου

καπνίζει το τσιγαράκι σου πίνει το καφεδάκι σου

Ένας άλλος

φοράει το παλτό σου το καπέλο σου

πηγαίνει στη δουλειά σου

τρώει το φαΐ σου
πληρώνει τους λογαριασμούς σου
ζει τη ζωή σου

Ένας άλλος

σε κυττάζει πίσω απ’ τον καθρέφτη· / και σε φτύνει.


ΠΟΜΠΗ ΚΩΛΕ΄

Μιανού ο κώλος παίζει το τρομπόνι

Μιανού άλλου ο κώλος παίζει την τρουμπέτα

Του χοντρού ο κώλος παίζει την τούμπα

Και παν… αργά…

αργά, 
στο ρυθμό της πένθιμης κωλοφανφάρας
Ήταν σπουδαίος κώλος

ο κώλος αυτουνού που είναι μέσ’ στην κάσα.


ΜΙΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΑΙΡΗ

Πήγε στο σούπερ μάρκετ

Γυναίκα βρήκε

Στο ψυγείο με τα νωπά

Κυριακή την παντρεύτηκε

Στο φούρνο με πατάτες.

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Πότιζε τα λουλούδια της

και νά, γίνονται χέρια

τα λουλούδια

γίνονται κάτι άντρακλες

ντούροι 
νταβραντισμένοι

τα λουλούδια

γραπώνουνε την κυρά

σιμά τους την τραβάνε

τα λουλούδια

την κυρά ξεγυμνώνουν

της κάνουν έρωτα

έρωτα
τα λουλούδια

κι’ εκείνη

ω! εκείνη γίνεται ένα

με τα λουλούδια η κυρά

άνθος της τρισευτυχίας

αχ, η κυρά των λουλουδιών.

Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ

Είν’ ο ανθρωπάκος

που πάει στη δουλειά του

νωρίς το πρωί

με σηκωμένους ως τ’ αφτιά τους γιακάδες

με την ομπρέλα του, αμίλητος

με μια ομίχλη ντιπ λονδρέζικη γύρω του

ίδιος τάλε κουάλε ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης.
Το έκτακτο παράρτημα της εφημερίδας

γράφει για τ’ αποτρόπαια όνειρα της νύχτας του.

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ
Ξημερώνει… Ώρα να πηγαίνεις.

Σιγά μαζεύεις το μπράτσο σου κάτω απ’ το κεφάλι της.

Ντύνεσαι βιαστικά, χτενίζεσαι, ανάβεις τσιγάρο
Να κοιμάται την αφίνεις

Δεν την αποχαιρετάς

Την πόρτα ωστόσο καθώς κλείνεις κοντοστέκεις

Μια τρυφερή ρίχνεις ματιά πίσω, ίσως κι’ αναστενάζεις.
Η Ζωή! Όμορφη που ‘ναι, σαν αγαπημένη 

της μιας νύχτας!
Τη σκάλα τώρα κατεβαίνεις

Και πεθαμένος χάνεσαι στο πλήθος μέσα των πεθαμένων.

ΒΡΟΧΗ ΜΕΤΕΩΡΙΤΩΝ

Κορίτσια πέφτουν

στην ουράνια απόψε γέφυρα ομορφιάς.
Ω! Οι μικρές μου στάρλετ
οι περσίδες που τις λέγαν οι παλιοί

Ωσάν άγγελοι με αποκαλυπτικά μπικίνι

Από λάθος φωτιά φλεγόμενες.
Ονειρεύονται καριέρες… πρίγκιπες…

Οι καϋμένες! 
Απόψε λάμπουν μες στα σκότη της καρδιάς μας 

Απόψε ζουν το παραμύθι τους.
Στο φινάλε, τί θ’ απομείνει
είναι γνωστό:

λευκή σάρκα ημερολογίου σε ένα ποίημα φαναρτζίδικο.

ΑΝΑΛΗΨΗ

Πηγαίνεις

βιαστικός
ως συνήθως

έγνοιες σε κυνηγούν

σκοτούρες 

υποχρεώσεις

οι δαίμονές σου
και ξάφνου

η αναπάντεχη σκάλα μπροστά σου

ούτε που το σκέφτεσαι 

πιάνεις κι’ ανεβαίνεις τη σκάλα

κι’ ανεβαίνεις 

κι’ ανεβαίνεις

κόσμος μαζεύεται γύρω 

(από κάτω)

έκπληκτοι

τα μάτια τους τρίβουν

τη σκάλα κανείς φυσικά δεν την βλέπει

η σκάλα υπάρχει μόνο για σένα

σε περνούν με συγχωρείς για βλαμμένο

κι’ εσύ
τους στέλνεις φιλάκια

δίκην ευλογίας

καθώς χάνεσαι μες στα σύννεφα

και τότες

απ’ το γιακά σε γραπώνει 
ο χωροφύλακας

στη μέση του τυλίγεις το χέρι σου

και χορεύετε
και χορεύετε

…βαλς στα σύγνεφα.

Kostas Despiniadis: El gato

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Kostas Despiniadis

El gato

S UNA SERENA noche de diciembre. Fuera nieva desde por la mañana. Estoy sentado en mi escritorio, leyendo. En la radio, de fondo, se oye una insulsa charla política. De repente, mi gato, que hasta entonces estaba tumbado y despreocupado en su alfombrilla, se levanta, da un salto, se sube a la pequeña biblioteca que se encuentra bajo la ventana y clava la mirada en algún sitio, sin moverse durante largo rato. No puedo entender qué está mirando, cuando fuera todo se encuentra en calma, y vuelvo al libro que estaba leyendo, sonriendo por su «tontería». Pero en el fondo le envidio. Cuánto quisiera, aunque fuese un par de instantes, mirar despreocupado la nieve que cae en la densa oscuridad. Cuánto quisiera, aunque fuese un par de instantes, que todo lo humano me fuera ajeno.

Fuente: de la colección de breves narraciones Νύ­χτες

View original post 97 more words

Ευτυχία Παναγιώτου, σύλβια

αθετώ τις υποσχέσεις μας, μαμά.
όμως σήμερα σου γράφω, η μέρα είναι αλλιώς.

το πρωί, τα πήγα καλά με τα ταξί.
ο οδηγός έδειξε να προτιμάει τις γυναίκες.
πήρα και μια μικρή αύξηση, για τις ιδέες μου, είπανε.
προτού τονίσουνε το πόσο νέα είμαι.
το μεσημέρι στο λεωφορείο, «έχεις μπροστά σου
μεγάλο δρόμο», μια ηλικιωμένη μου ψιθύρισε με νοσταλγία.
στα νιάτα της υπήρξε συγγραφέας, τώρα κυκλοφορεί
με μια σακούλα σκουπιδιών για το αεροδρόμιο,
με τα παλιά, επίσημά της ρούχα.
μου φαίνεται, ανταλλάξαμε χρόνια, μαμά· έχω ωριμάσει.
οι φίλοι με γνωρίζουν καλά στο μεγάλωμά μου, εσύ
θα με θυμάσαι στις παλιές μου δόξες.

γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση να σ’ τα λέω όλα
σου κρύβω τα μισά – θέλω κάποιος να μ’ αγαπάει ακόμα.

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο· στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούριες μπόρες.

έχω γίνει μια γούβα από λάθη, μαμά.
καρδιά αδειανή, στην τσέπη νόμισμα
και το μυαλό μου στροβιλίζεται, εκκρεμότητα μεγάλη.
ο Α. μου είπε πως τα όνειρά μου είναι μεγάλα,
ο Β. μου είπε πως δεν έχω όνειρα μεγάλων,
λόγια πικρά, μετράω θύμησες· η ιστορία.
παραμονεύω με το κλεφτοφάναρο, μαμά,
κοιτώ έναν κόσμο που δεν κοιτά.

έχω ετοιμάσει δυο ζωγραφιές, να με θυμάσαι.
αθετώ τις υποσχέσεις μου, μαμά.
θα ‘θελα να ΄ξερες απλώς ότι φοβάμαι.

(Από τη συλλογή Μέγας κηπουρός)

Ζαχαρίας Στουφής, Η Μαρία και η θάλασσα

I.
Δεν θέλω μια θάλασσα γεμάτη
λαθρέμπορους ναυτικούς
και ναυαγούς αγνοούμενους.
Τη θέλω δίχως εξωτικούς βυθούς
και στοιχειωμένα ιστορικά Ναυάγια,
να ’ναι χωρίς θρυλικούς πειρατές
και μυθικούς δράκους.
Ούτε μια θάλασσα που να μας χαρίζει
αξέχαστες αναμνήσεις τα καλοκαίρια
στις παραλίες της.

Θέλω μια θάλασσα χωρίς ιστορία,
ψυχρή και σκουρόχρωμη
που να χαμηλώνει η στάθμη της συνεχώς,
εκθέτοντας το υδρόβιο βασίλειό της
στο έλεος
ενός καταστρεπτικού ήλιου.

II.
Όχι
δε θέλω μια Μαρία
που να την σέρνουμε από ξενοδοχεία
σε γκαρσονιέρες φίλων, αγοράζοντας πριν
εφυαλωμένα νερά και προφυλακτικά,
έχοντας πάντα στο μυαλό της
το φόβο της εγκυμοσύνης
και στην τσάντα της ένα μικρό δωράκι.
Δε θέλω τη Μαρία που μας χαρίζει
ονειρικά τριήμερα στα νησιά
ενώ μας αρνείται το ταξίδι
στο θάνατο.

Θέλω μια Μαρία με υπερφυσικό στήθος
που να θηλάζουμε την ερωτική της τροφή
δίχως ηλικία
κι ύστερα ξαπλωμένοι σε αφασία
πάνω στην κοιλιά της
να μας απορροφάει στο σώμα της.

(Η θάλασσα δε μας ταξίδεψε ποτέ
Και η Μαρία
Αρνήθηκε το χάρισμα της μούσας)

*Από τη συλλογή “Νιρβάνα”, 2003.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Ιθάκη

Επιτέλους!
Έφτασα στην Ιθάκη!
Μα το νησί δεν με περίμενε.
Η Πηνελόπη
παντρεύτηκε τον Αντίνοο
και ο Τηλέμαχος
έγινε παραγιός του.
Συμβαίνουν αυτά στις περιπέτειες.
Ποιος ξέρει;
Χρόνια μετά
σε μια καινούργια
Κίρκη, Καλυψώ ή Ναυσικά,
μπορεί να βρω επιτέλους
την Ιθάκη μου.

Σαρλ Μπωντλαίρ- Αποφθέγματα παρηγοριάς για τον έρωτα

shadesmag's avatarShades online

“Ο κόσμος, αυτό το απέραντο σύστημα αντιφάσεων -έχοντας σε μεγάλη εκτίμηση κάθε τι γερασμένο-, γρήγορα, ας σχεδιάσουμε στα πρόσωπά μας ρυτίδες· -το συναίσθημα όντας γενικά της μόδας, ας στολίσουμε την καρδιά μας με γιρλάντες σαν μια προμετωπίδα”

View original post

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Έξοδος*

Ο έμπορος του
αγόραζε την ψυχή
με συμβόλαιο.

Δεν είχε μείνει
απούλητο τίποτε
άλλο κινητό

Ή ακίνητο.
Η υπογραφή του δυο
σταγόνες αίμα.

Σελίδα δύο
από δύο. Ο δηλών.
Ημέρα-Μήνας…

*Mε αφορμή την “έξοδό” μας από τα μνημόνια.

21.8.2018